Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Αυτοί που αντιστέκονται

Ένας κόμπος στο λαιμό, ένα σβήσιμο, βλέπεις το τέλος κι ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο αλλάζει. Τότε γίνεσαι πιο μετριοπαθής και αξιολογείς το θαύμα της ζωής στις πραγματικές του, ανεπανάληπτες διαστάσεις. Το παίρνεις απόφαση πως η αθανασία της νιότης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί κι είσαι ένα μικρότατο, θνητό μέρος της φύσης. Κοιτάζεις την ομορφιά της θάλασσας του Αμβρακικού από το λόφο της Περάνθης, θυμάσαι αίφνης «το βουνό» του Τόμας Μαν, και ο λιγοστός σου πλέον χρόνος μακραίνει. Το ίδιο μακριά είναι και τα δύο συνεχή εικοσιτετράωρα της απλήρωτης εφημερίας του Νίκου, του καρδιολόγου, που εξακολουθεί να σώζει ζωές με την ίδια ζέση και την ίδια πάντα ευγένεια. Το ίδιο και ο Κώστας, το ίδιο και η Ευδοκία που σου εύχεται κάθε φορά για την αίσια έκβαση της κάθε σου «μάχης»(εξέτασης). Ένα επαρχιακό νοσοκομείο με ελλείψεις σε αναλώσιμα αλλά με περίσσια καλοσύνης και επιστημονικής αρτιότητας. Γι’ αυτό δεν είναι όλοι οι γιατροί το ίδιο, όπως ισχυρίζεται ο «κοινωνικός αυτοματισμός» του κ. Λοβέρδου. Δεν είναι όλα τα νοσοκομεία το ίδιο. Πάντα ένα ανώτερο ηθικό και πνευματικό βάθος, μια ευγενική και ανιδιοτελής αγάπη για τον άνθρωπο θα αντιπαρατίθεται στους ηδονιστές χωρίς καρδιά, στους κοσμικούς, και τους ρηχά ηθικούς. Γι’ αυτό οφείλω να μεταφέρω τη φωνή αυτών των ανθρώπων, τη διαμαρτυρία τους για τη γενικευμένη, τουτέστιν την άδικη αντιμετώπιση από την κυβέρνηση. Όλα αυτά δεν είναι μια γενική θεωρητική συζήτηση αλλά κάτι που γνώρισα στην πράξη. Ναι, δεν υπάρχουν γάζες, αλλά και το βαμβάκι ενίοτε κάνει τη δουλειά του.
Συνήθως, οι άνθρωποι αφήνονται στο ρεύμα των κατεστημένων απόψεων και των στάσεων ζωής. Μέχρι χθες το κυρίαρχο κριτήριο της επαγγελματικής αξιολόγησης ενός γιατρού ή ενός ελεύθερου επαγγελματία ήταν τα χρήματα που κέρδιζε, ανεξάρτητα πως αυτό γίνονταν. Αυτή η λογική χρεοκόπησε μαζί με τη χώρα. Τώρα χρειάζεται η μαγιά της ανιδιοτέλειας και της προσφοράς. Χρειάζεται να μπουν μπροστά εκείνοι που σαν την πέστροφα πήγαν κόντρα στο ρεύμα των κατεστημένων απόψεων και πίστεων, κόντρα στο πνεύμα της εποχής των λαμογιών. Η κοινωνία οφείλει να τους καλέσει από την εξορία τους «γραφικού» που τους είχε καταδικάσει και να τους ζητήσει να γονιμοποιήσουν εκ νέου τη ζωή με τα ξεχασμένα νοήματα της συλλογικότητας και της προσφοράς. Γιατροί, δικηγόροι, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, όλοι οι αντινομικοί διανοητές που η σκέψη τους αγνοήθηκε ή παρερμηνεύτηκε, επειδή τόλμησαν να εναντιωθούν στην καθεστηκυία πνευματική ορθοδοξία της εποχής που μόλις χρεοκόπησε, απαιτείται να επιστρέψουν από την υπερορία τους για να μας σώσουν.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Πάθη

Ταυτισμένο το «σώμα» του ελληνικού λαού με τα πάθη του Χριστού, ταυτισμένο και με την ελπίδα της Ανάστασης. Από τους χαλεπούς καιρούς της σκλαβιάς μέχρι και σήμερα η ίδια πίστη, η ίδια ριζική εμπειρία, το ίδιο άνοιγμα στη ριζική Ετερότητα που επιτρέπει στον ελληνισμό να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη ηθική στάση, να βιώσει μια συγκλονιστική μορφή απόλαυσης ακόμη και με το θάνατο στα βουνά της Αλβανίας ή της αντίστασης. Έτσι, ο θάνατος ηττάται, «πατιέται» στο όνομα της θεωμένης Αγάπης για μιαν ελεύθερη ζωή.
«Αναστάσεως ημέρα, και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει, και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν αδελφοί, και τοι μισούσιν ημάς…». Η Ανάσταση αδιάρρηκτα συνυφασμένη με την Αγάπη. Πως έγινε, όμως, και η θρησκεία της Αγάπης έγινε θρησκεία της δύναμης και της εξουσίας; Πως χάθηκαν εκείνοι οι φοβεροί ύμνοι για την Αγάπη της προς Κορινθίους επιστολής του Παύλου; Ποιος και τι νίκησαν αυτή την τρομερή δύναμη των φράσεων, όπως «Και εάν έχω πάσαν πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί... Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται... πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει...»; Σήμερα η αγάπη εγκαταβοιεί στην παρανομία, διωγμένη ως ύβρις και γραφικότητα. Ακόμα κι ο Χέγκελ έχει ξεχαστεί, αυτός που μιλούσε για τις τρεις βαθμίδες: την Αγάπη, τη Συμφιλίωση (των αντιθέτων) και τη Γνώση (επιστήμη). Ποιος θυμάται τους ποιητές; Ειδικά τον Ου. Ουίτμαν που έλεγε: «…Και ξέρω πως το πνεύμα του Θεού είναι αδερφός του δικού μου,/ Και πως όλοι οι άντρες που γεννήθηκαν ποτέ, είναι αδερφοί μου, και οι γυναίκες/ αδερφές και ερωμένες μου,/ Και πως εσωτρόπιο της δημιουργίας είναι η αγάπη». Ποιος θυμάται τον Χένρι Μίλερ να λέει «Αγαπάς βαθειά σαν Έλληνας που είσαι»; Κανείς. Ξεχάσαμε το βασικό χαρακτηριστικό που μας διέκρινε. Ακόμη κι οι εργαζόμενοι λησμόνησαν τη βασική διαφορά από τους καταπιεστές τους και ταυτίζονται μαζί τους. Αν, λοιπόν, «…οι εργάτες δεν ήταν το ίδιο καταπιεστές… ζούσαν αδελφικά… θυμούνταν και βοηθούσαν τους άλλους, κανείς δεν θα μπορούσε να τους σκλαβώσει…» σημείωνε ο Τολστόι.
Αλλά που πρέπει να επιστρέψουμε σήμερα οι Έλληνες; Σε ποια παράδοση, σε ποιον πολιτισμό; Ο Σεφέρης δήλωνε πως βίωσε την «κατάσταση της ανυπαρξίας, την κατάργηση του εγώ, που νιώθει κανείς μπροστά στη μεγαλοπρέπεια ορισμένων τοπίων», φανερώνοντάς μας πως γεννιέται το Εμείς στην Ελλάδα μέσα από τη συγχώνευση πολιτισμού και φύσης, πως ο εκχριστιανισμένος Ελληνισμός ανασταίνεται στο ελληνικό τοπίο μέσω της αναφοράς στη μυστικιστική εμπειρία της Αποκάλυψης.
Το Πάσχα, συνεπώς, ως ριζική εμπειρία λειτουργεί έτσι ώστε η ήττα με τη μορφή της σημερινής οικτρής κατάστασής μας να μη δημιουργήσει μία «καθήλωση» που θα οδηγούσε στον μαρασμό και το «θάνατο». Συγχρόνως, παραπέμπει στην ανάγκη μιας νέας σύνθεσης, μιας νέας ελληνικότητας, σύμβολο μιας νέας συλλογικότητας κι ενός νέου ανθρωπισμού.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Η επίθεση στα συνδικάτα

Ένας απελπισμένος άνθρωπος απαγχονίστηκε στην Κοζάνη. Δεν άντεξε το Γολγοθά του καθώς τον είχαν «πνίξει» τα χρέη. Δίπλα κοιμόταν η γυναίκα και το παιδί του. Στη Μανωλάδα οι μπράβοι των δουλοκτητών της φράουλας επιτέθηκαν σ’ έναν δημοσιογράφο κι έναν φωτορεπόρτερ. Δεν είναι, συνεπώς, όλοι οι δημοσιογράφοι «αλήτες». Όπως δεν είναι κι όλοι οι συνδικαλιστές εξωνημένοι. Κάθε φορά πρέπει να αντιμετωπίζουμε συγκεκριμένα τόσο τα γεγονότα όσο και τα πρόσωπα, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος της γενίκευσης και του φανατισμού κατά το ανάλογο εκείνων των φασιστοειδών που έκαψαν σπάνια βιβλία στην εβραϊκή συναγωγή της Κέρκυρας. Τα λέμε αυτά εμείς που έχουμε καταδικάσει κατ’ επανάληψη τις ναζιστικές βαρβαρότητες των Ισραηλινών εναντίον των Παλαιστινίων, εμείς που έχουμε γράψει ότι ένιοι συνδικαλιστές πλούτισαν, εξωνίστηκαν, έγιναν επιχειρηματίες και εργολάβοι μισθωτής εργασίας, δουλέμποροι, όπως εκείνοι που επιχείρησαν να κάψουν την Κούνεβα, εκείνοι που απέκτησαν συμβολικό και χρηματικό κεφάλαιο, που έγιναν πολιτικοί και τώρα κυκλοφορούν με σωματοφύλακες, καθώς φοβούνται αυτούς που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Κι αυτό γιατί όταν η επίσημη εξουσία επιτίθεται εναντίον των συνδικαλιστών, όπως συμβαίνει, σήμερα, με τους όχι και τόσο συμπαθείς συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ, σε μία προσπάθεια αποδυνάμωσής τους ενόψει των μελλοντικών αντεργατικών επιθέσεων, τότε εμείς είμαστε με τους συνδικαλιστές και τους εργαζόμενους.
Είναι πλέον πασίδηλο ότι το μόνο που απέμεινε στην κυβέρνηση είναι η προπαγάνδα και ο κοινωνικός αυτοματισμός, όπως τον δίδαξαν οι Αμερικανοί στις αρχές του 20ου αιώνα. Ως γνωστόν η «κατασκευή συναίνεσης» είναι όρος του Ουόλτερ Λίπμαν, ο οποίος από το 1920 επέστησε την προσοχή στη σημασία των προπαγανδιστικών τεχνικών για τον έλεγχο των μαζών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και ο Έντουαρντ Μπερνέις (από τους ιδρυτές της βιομηχανίας δημοσίων σχέσεων) που μαζί με τον Λίπμαν ανήκαν στην επίσημη ομάδα προπαγάνδας του Αμερικανού προέδρου Γούντροου Ουίλσον. Η περίφημη αυτή Επιτροπή για τη Δημόσια Ενημέρωση του Ουίλσον πέτυχε να μετατρέψει τους ειρηνόφιλους Αμερικανούς που ήταν αντίθετοι στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο «σε μια ορδή φανατικών κατά της Γερμανίας». Η ίδια προπαγάνδα, μάλιστα, αντικατέστησε τη βία εναντίον του αμερικανικού εργατικού κινήματος (με τους περισσότερους νεκρούς από κάθε βιομηχανική χώρα) και ο περίφημος «κοινωνικός αυτοματισμός» εφαρμόστηκε σε μια απεργία του 1936 στο Μοχόκ της Πενσιλβάνια, όταν έστρεψαν την κοινή γνώμη εναντίον των απεργών. Στην ίδια λογική ήταν και η επίθεση εναντίον των συνδικάτων μέσω κινηματογραφικών ταινιών όπως η On the Waterfront (1954) του Ελίας Καζάν που δείχνει τον Μάρλο Μπράντο να τα βάζει με το διεφθαρμένο συνδικάτο των λιμενεργατών. Οι ίδιες προπαγανδιστικές τεχνικές θα επιβάλλουν στους πολίτες μια «φιλοσοφία ματαιότητας»(δες και την περίφημη «εθνική κατάθλιψη»). Γι’ αυτό σήμερα όταν η κυβέρνηση επιτίθεται στους συνδικαλιστές εμείς πρέπει να το εκλαμβάνουμε ως επίθεση στο θεσμό του συνδικαλίζεσθαι, ως επίθεση δηλαδή εναντίον της δημοκρατίας.

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Συμβολική ισότητα

Γιατί στην Ελλάδα της ανεργίας, της φτώχειας και του Μνημονίου δεν κουνιέται φύλλο; Γιατί η απελπισία συσσωρεύεται χωρίς να εκφράζεται πολιτικά ειμή μόνο σποραδικά κι αποσπασματικά, όπως στο κίνημα «Δεν πληρώνω»; Μήπως πρόκειται για τον «θάνατο της οργής», όπως λέει ο Πωλ Κρούγκμαν, ότι δηλαδή οι εργαζόμενοι έχουν πάθει μία συναισθηματική ακαμψία και δεν αισθάνονται απολύτως τίποτα, όπως συμβαίνει με τα ισχυρά ηλεκτροσόκ; Το ερώτημα επανέρχεται μαζί με τα νέα βάρβαρα μέτρα λιτότητας και την απουσία αντιδράσεων εκ μέρους των πληττόμενων. Μία απάντηση μπορεί να είναι το γεγονός ότι η οικονομική ανισότητα μπορεί να γίνει ανεκτή, έχοντας ως όριο την «συμβολική ισότητα»(εικόνα). Δεν είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ‘70 ήταν η χώρα με τις μεγαλύτερες καταναλωτικές δαπάνες σε προϊόντα «εικόνας». Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα τις δύο προηγούμενες –ίσως και τρεις- δεκαετίες. Άρα, υπάρχει ένα απόθεμα όχι μόνο οικονομικό αλλά και προϊόντων εικόνας, δηλαδή συμβόλων, όπως το αποκτηθέν «τζιπ» ή το εξοχικό, αλλά και τα ενδύματα, που αποτελούν ανάχωμα στο αίσθημα δυσανεξίας και κατ’ επέκταση οργής. Με άλλα λόγια, το «όριο της οργής» δεν βρίσκεται εκεί που υπάρχει η οικονομική ισότητα αλλά εκεί που τείνει να χαθεί η συμβολική ισότητα. Όταν η εικόνα των «κάτω» και πολύ περισσότερο των «μεσαίων τάξεων» δεν είναι δυνατόν να αγορασθεί, τότε δεν αποκρύπτονται οι «ταξικές διαφορές», οξύνοντας το αίσθημα της διαφοράς και της δυσανεξίας. Τι γίνεται σ’ αυτή την περίπτωση; Ή μία έκρηξη της οργής, ή μία διοχέτευσή της σε νέα κοινά πεδία για πλούσιους και φτωχούς, όπως είναι ο πατριωτισμός. Στις ΗΠΑ ενεργοποιούνταν αναλόγως των περιστάσεων άλλοτε η Πίστη κι άλλοτε η Πίστωση. Όταν η πίστωση χώλαινε επιστρατεύονταν η πίστη είτε στη θρησκεία είτε στην πατρίδα(πόλεμοι) είτε ακόμη και στην ποδοσφαιρική ομάδα(σ.σ. σύμφωνα με τον Ρεζίς Ντεμπρέ η πίστη έχει διασπαστεί σε πολλές επί μέρους «θρησκείες»). Ο κοινός εχθρός, εν προκειμένω οι φανατικοί μουσουλμάνοι για τη Δύση, ή ο αντίπαλος –ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός- για την Ελλάδα θα ενισχύσουν τη συνοχή και ο πόλεμος –κυριολεκτικά ή μεταφορικά- θα αναδείξει με άλλον τρόπο τα Εγώ.
Υπό αυτή την οπτική, αρχικά ο «πόλεμος» είτε με τον εθνικό εχθρό είτε με τον ποδοσφαιρικό αντίπαλο – κι εδώ έχουμε νεκρούς- θα συστήσει το sinthome, το λακανικό «σύμπτωμα», που θα είναι ένας τρόπος αποφυγής της διαλυτικής κοινωνικής ανισορροπίας και της προσπάθειας αναδημιουργίας της απολεσθείσας συνοχής, δηλαδή της συμβολικής επικοινωνίας των «πάνω» και των «κάτω», που έχει διακοπεί. Όμως, κάποτε το σύστημα εναλλαγής της πίστης και της πίστωσης παθαίνει βραχυκύκλωμα και τότε όλα είναι πιθανά…

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Η επιστροφή στη συλλογικότητα

Πρέπει να αλλάξουμε κουλτούρα, δήλωσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Παπούλιας. Από την ακραία ατομικότητα, που δοξολογούσε το Εγώ, πρέπει να επανέλθουμε στη συλλογικότητα και στον «πολιτισμό της συμπάθειας», επισημαίνει στο νέο βιβλίο του ο Τζέρεμι Ρίφκιν. Σύμφωνα με τον τελευταίο η τρίτη βιομηχανική και ενεργειακή επανάσταση άρχισε, αμφισβητώντας τα προηγούμενα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης και την εγωιστική σύλληψη του ατόμου. Η επανάσταση αυτή βασίζεται «στο συλλογικό συναίσθημα, σε μια νέα έννοια της οικολογικής υπευθυνότητας και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας»-πολιτική βιόσφαιρα(Le Monde). Αλλά ποιες ήταν οι δύο προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις; Η πρώτη, περνώντας από το στάδιο της παραγωγής σ’ αυτό της κατανάλωσης, οικειοποιήθηκε την απόλαυση και χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τις ανθρώπινες επιθυμίες ως κινητήρες ανάπτυξης της οικονομίας. Η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση συστάθηκε με τη «χειραφέτηση του δυτικού κόσμου από τα δεσμά της συλλογικότητας»(Μπρυκνέρ). Τώρα προτείνεται η χειραφέτηση από την ατομικότητα και η επάνοδος στη συλλογικότητα, ωσάν το εκκρεμές να κινείται από τον ένα πόλο στον άλλο. Πως θα επιστρέψουμε, όμως, από τον πολιτισμό της ατομικότητας σ’ αυτόν της συλλογικότητας; Ποιο θα είναι το περιεχόμενο της «συμπάθειας»; Θα πρόκειται για τον… αλτρουισμό των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων ή για μία ειλικρινή ταύτιση με τον πόνο και το πάθος του άλλου;
Ο κοινωνιολόγος Μαρσέλ Μως αντιλαμβάνεται τη λατρεία του Εγώ ως εκτροπή. Ο Γάλλος διανοούμενος εκκινεί από τις ανθρωπολογικές του μελέτες και τους αρχαίους Έλληνες (πρόσωπον) καθώς και την επανάσταση των πληβείων στη Ρώμη που θεωρεί αποφασιστικής σημασίας για την επικράτηση του «πολιτικού προσώπου». Το δικαίωμα επί του προσώπου γίνεται πλέον από τότε καθολικό, πλην των δούλων. Αλλά και οι δούλοι αν και δεν ορίζουν το σώμα τους έχουν πλέον ελεύθερη ψυχή, αυτή που τους προσέδωσε ο χριστιανισμός. Ο Μως υποστηρίζει ότι η βουλησιαρχική και ηθική σκέψη των Στωικών επέδρασε στην εξέλιξη της ηθικής σκέψης των λατίνων, που ανήγαγαν το πρόσωπο σε ατομική προσωπικότητα, σε ένα ενσυνείδητο άτομο, ανεξάρτητο, αυτόνομο, ελεύθερο και υπεύθυνο (η συνείδηση-από το στωικό συνειδός). Από την έννοια του προσώπου όμως λείπει ακόμη το μεταφυσικό της θεμέλιο που θα το λάβει από τον χριστιανισμό.
Στους Έλληνες Πατέρες το πρωταρχικό είναι η συλλογική μοίρα της ανθρώπινης φύσης. Αυτή η προτεραιότητα οδήγησε τον χριστιανισμό από τον 4ο αιώνα να στραφεί εναντίον της δουλείας και μιας συγκεκριμένης κοινωνικής στάσης. Έτσι, ο χριστιανισμός της Ανατολής ήταν κάτι άλλο σε σχέση με τον χριστιανισμό της Δύσης και δη τον προτεσταντισμό της Αμερικής, που δικαίωσε τη δουλεία μέσω μιας συγκεκριμένης ερμηνείας της Βίβλου. Όλοι συμφωνούν, πάντως, ότι η εμφάνιση στην ιστορία του Εγώ γίνεται με τις «Εξομολογήσεις» του Αγίου Αυγουστίνου. Στον Αυγουστίνο ο άνθρωπος αποσπάται (για την ακρίβεια αποστασιοποιείται, η υπόσταση γίνεται απόσταση) από τον κόσμο, ταυτιζόμενος με την ψυχή του και αποκτώντας στη θέση του «Αυτός» ένα «Εγώ».
Αργότερα, στην Ευρώπη της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης το Εγώ συνοψίζει τα κοινωνικά γεγονότα και τους ασκεί κριτική. Η ατομικότητα εκφράζει την ψυχο-κοινωνική ολότητα, το Εμείς, όπως αποτυπώθηκε λογοτεχνικά από τον Μπαλζάκ. Ο Φλωμπέρ, αντίθετα, θα γίνει ο μάρτυρας του αστισμού και της ευρωπαϊκής παρακμής. Γι’ αυτό εδώ το Εγώ ασκεί κριτική σε μία κοινωνική ομάδα και προτάσσει την αισθητική, μία μεταγλώσσα ως την ασπίδα, ως την άμυνα του Ατόμου κατά της αστικής μάζας. Γενικά, η εκβιομηχάνιση, ο αστισμός και η μαζοποίηση θα προκαλέσουν την αντίδραση του ατόμου που αντιστέκεται, που πιστεύει στον εαυτό του. Γι’ αυτό το Εγώ του Μπαλζάκ είναι ένα άτομο προς ενσωμάτωση σ’ ένα Εμείς, ενώ το Εγώ του Φλωμπέρ και του Σταντάλ είναι ένα άτομο που θέλει να ξεφύγει από τη μάζα. Γι’ αυτό στις αρχές του 20ου αιώνα θα γεννηθεί στην Ευρώπη το «μυθιστόρημα του προσώπου», της επιστροφής δηλαδή στον εαυτό χωρίς πια αυταπάτες. Αυτή η επιστροφή ηττήθηκε από τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση, η οποία πολιτιστικά ήταν αμερικανική.
Ο «επιθετικός ατομικισμός» θα είναι μία αντίδραση στην παραζάλη και τη διάλυση στην κρεατομηχανή της μάζας. Η αντίδραση εδώ δεν είναι αισθητική ούτε ενδοσκοπική, αλλά μια «θέληση εν τη πράξει», είναι ο Πραγματισμός που κρίνει με βάση την πράξη-δράση-σύγκρουση και το όφελος. Με λίγα λόγια, στις ΗΠΑ το Εμείς λείπει εγγενώς. Οι συλλογικές δυνάμεις (όπως εμφανίζονται σήμερα στις κοσμοπόλεις), σύμφωνα με τον Μωρίς Λε Μπρετόν συνθλίβουν το ατομικό Εγώ (Τζον Ντος Πάσος). Το Εγώ γίνεται έρμαιο του μη-Εγώ. Το άτομο δεν υπάρχει παρά ως ένα μόριο-τίποτα ενός συλλογικού όντος εντελώς ξένου προς το άτομο! Ή μάλλον το άτομο είναι ξένο στην ίδια του τη χώρα(βλέπε και Βόνεγκατ: «ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα»). Το αντάλλαγμα αυτής της διάλυσης είναι μερικές ψευδο-επιτυχίες, η λεγόμενη υλική επιτυχία (αμερικανικό όνειρο-καταναλωτική κοινωνία). Έτσι, η απάνθρωπη Πολιτεία του μέλλοντος οικοδομείται σαν κοραλλιογενής νήσος πάνω σ’ ένα σωρό από τα πτώματα των κενωμένων από την ουσία τους Εγώ. Όλος αυτός ο πολιτισμός, σήμερα, κατέρρευσε. Με ποια συλλογικότητα όμως θα αντικατασταθεί; Η συλλογικότητα μπορεί να νοηθεί μόνο ως η άρση του ανθρώπου από τη ζωική στην ανθρώπινη κατάσταση. Συνεπώς, πάνω απ’ όλα πρέπει να σκεφτούμε την ανεργία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αλλιώς ο πολιτισμός των… φωτοβολταϊκών θα είναι μία ακόμη φούσκα!

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Ο μηχανισμός της παραπλάνησης

«Το κατεστημένο καλλιεργεί την καταστροφή», η φράση δεν ανήκει σε κάποιον αντιεξουσιαστή, αλλά στον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας Γιώργο Παπανδρέου. Αλλά ποιο είναι αυτό το κατεστημένο που επιδιώκει την καταστροφή; Όχι ασφαλώς τα μεγάλα συμφέροντα αλλά κάποιοι «γραφικοί» που τολμούν να διαμαρτύρονται για την πρωτοφανή ανεργία, για την καταβύθιση στην αναξιοπρέπεια και στο «ζωντανό» θάνατο, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους χωρίς δουλειά, αυτούς που καταλήγουν να είναι άχρηστοι! Ίσως κατεστημένο να είναι η Κερατέα ή το κίνημα "Δεν πληρώνω"! Χειρότερο, όμως, κι απ’ αυτό, χειρότερο από τις αδιαφανείς λεκτικές πιρουέτες του κ. Παπανδρέου, χειρότερο απ’ ό,τι λέγεται, είναι εκείνο το οποίο δεν λέγεται, αλλά καθορίζει με την εσκεμμένη επιρροή ή τον καταναγκασμό του τις επιθυμίες μας, τα γούστα μας, τη βούλησή μας, τη συνείδησή μας, εντέλει την ίδια μας τη ζωή.
Εδώ έχουμε τη λειτουργία της εξουσίας μέσω των «μη αποφάσεων» (αδιαφάνεια) μιας «αόρατης εξουσίας». Περί τίνος, άραγε, πρόκειται; Ως «μη απόφαση» ορίζεται εκείνη η απόφαση, η οποία κατατείνει στο να καταπνίξει ή να ματαιώσει μια λανθάνουσα ή έκδηλη αμφισβήτηση. Αυτό επιχειρεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ελέγχοντας τα συνδικάτα και ασκώντας την εξουσία της στους μηχανισμούς επικοινωνίας ώστε να μπορεί να αποσιωπά τα αιτήματα των εργαζομένων ή να τα διαστρεβλώνει και εντέλει να τα καταπνίγει εν τη γενέσει τους. Πρόκειται, εν άλλοις λόγοις με μία μορφή βίας, όπως η χθεσινή κατά κόρον και χωρίς αντίλογο χρήση των ΜΜΕ από τον πρωθυπουργό για να επιβάλλει το νέο «Μνημόνιο-Γολγοθά». Εδώ εμφιλοχωρούν και οι «κρυφές ατζέντες», τα παρασκήνια κ. ά., όπως στην περίπτωση της άμεσης(σχεδόν σε απευθείας σύνδεση) τηλεοπτικής δραματοποίησης των γεγονότων στους Αγίους Αναργύρους.
Εν προκειμένω έχουμε τις λεγόμενες αντιδημοκρατικές σχέσεις «αθέμιτης κυριαρχίας», που καλλιεργεί η πολιτική εξουσία σε αγαστή συνέργια με το πραγματικό οικονομικό κατεστημένο(που αρνείται ο κ. Παπανδρέου) το οποίο ελέγχει τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Πρόκειται για την ορατή «παραγωγή της άγνοιας» και του «παραπλανάν» εκ μέρους της εξουσίας μέσω της αναπαραγωγής της αυθεντίας της εξουσίας (εν προκειμένω του πρωθυπουργού) στο μυαλό και το «σώμα» των «κάτω». Έτσι κατασκευάζεται η εκούσια συμμόρφωση στην αθέμιτη κυριαρχία των ισχυρών. Η άσκηση αυτής της αθέμιτης κυριαρχίας παρατηρείται κυρίως στο συμβολικό πεδίο της επικοινωνίας, των ιδεών, των πεποιθήσεων και της κατήχησης (βιομηχανία της συνείδησης).
Κι ενώ η παραδοσιακή αριστερά αναλύει την «αθέμιτη κυριαρχία» στη βάση της ψευδούς συνείδησης, δηλαδή στο γεγονός ότι οι άνθρωποι αγνοούν τα πραγματικά τους συμφέροντα, ο Μπουρντιέ και άλλοι προσθέτουν την habitus (έξις). Έτσι, έχουμε τις «προσαρμοσμένες προτιμήσεις» των «κάτω», δηλαδή τον ακρωτηριασμό των επιθυμιών τους στον Καλλικράτη-Προκρούστη των συμφερόντων της εξουσίας. Εν προκειμένω, μέσω του ελέγχου της πληροφόρησης, των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της κοινωνικοποίησης, ελέγχονται οι σκέψεις και οι επιθυμίες και, έτσι, επιβάλλονται σε «κάποιους» οι επιθυμίες, που η εξουσία θέλει να έχουν. Η «αυτοεγκατάλειψη», η «αδράνεια» και η αποπολιτικοποίηση μπορεί να είναι αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Υπ’ αυτή την οπτική έχουμε μία εκούσια συμμόρφωση και ενδεχομένως και μία συνέργια καταπιεστών και καταπιεζόμενων. Και όπως λέει ο Αμάρτυα Σεν, ο φίλος του πρωθυπουργού, «οι πιο κραυγαλέες μορφές ανισοτήτων κι εκμετάλλευσης διαιωνίζονται στον κόσμο χάρη σε συμμαχίες (της εξουσίας) με στερημένους κι εκμεταλλευόμενους». Και τούτο γιατί «Η δυσφορία αντικαθίσταται από την αποδοχή, η απελπισμένη εξέγερση από την κομφορμιστική ηρεμία… και τα βάσανα κι ο θυμός από την εύθυμη καρτερία».
Όχι μιζέρια, ευθυμήστε φωνάζει η κυβέρνηση, συνδυάζοντας μία δέσμη εκμαυλισμών και εκβιασμών των πολιτών και οδηγώντας σ’ ένα χάχανο όπου κανείς δεν ξέρει γιατί γελά ούτε γιατί έχει πάψει να σκέφτεται(Ν. Πόστμαν: ο πολιτισμός της διασκέδασης μέχρι θανάτου)). Η εξουσία που βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά (αναπαράγοντάς τα εκούσια ή ακούσια) είναι «αόρατη». Σύμφωνα με τον Μπουρντιέ από ένα σημείο και μετά η νομιμοποίηση του κοινωνικού καθεστώτος δεν προκαλείται πάντα «από μια εμπρόθετη και σκόπιμη δραστηριότητα προπαγάνδας ή συμβολικής επιβολής», αλλά μπορεί να υπακούει και σε «ασύνειδες» στρατηγικές (σχετική αυτονομία) της εξουσίας. Αυτό ακριβώς το σημείο έχει τονισθεί ιδιαίτερα από τον Ζίζεκ. Αντίθετα, ο Lukes επαναφέρει την έννοια της «ψευδούς συνείδησης» με την έννοια της άσκησης του «παραπλανάν» εκ μέρους της εξουσίας, που κυμαίνεται από «την καθαρή λογοκρισία και την παραπληροφόρηση μέχρι τους ποικίλους και ιδιαίτερους τρόπους «απομώρανσης» της κρίσης και την προαγωγή και συντήρηση κάθε είδους παραλογισμού και απατηλής σκέψης, μεταξύ των οποίων είναι και η ‘’φυσικοποίηση’’», που ουσιαστικά δεν είναι παρά «η συσκότιση των πηγών της επιθυμίας και της πεποίθησης». Εδώ έχουμε τα θύματα του Ντε Σαντ που συναινούν στο βιασμό τους. Σ’ αυτόν ακριβώς το βιασμό κάλεσe ο κ. Γ. Α. Παπανδρέου τον ελληνικό λαό να συναινέσει.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Η ανάδυση νέων δυνάμεων

Στις 10 το πρωί, σήμερα, συνεδριάζει το Υπουργικό Συμβούλιο, το μεσημέρι η Κοινοβουλευτική Ομάδα και το απόγευμα το Πολιτικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ. Ολόκληρη η ημέρα, συνεπώς, είναι αφιερωμένη στην τηλεοπτική τελετουργία των «μέτρων» στην οποία προεξάρχει ο πρωθυπουργός. Βλέπω ήδη τον πρωταγωνιστή(acteur) να εξέρχεται από το μέγαρο Μαξίμου, ακολουθούμενος από το χορό των υπουργών του, και να οδεύει, ακολουθούμενος κατά πόδας από την τηλεοπτική κάμερα, προς το κέντρο της σκηνής, το Κοινοβούλιο. Εδώ δεν θα επισυμβεί η μεγάλη εκείνη δραματοποίηση, όπως επί του πατρός Παπανδρέου, ο οποίος μπορούσε να ψεύδεται ακόμα και λέγοντας την αλήθεια. Απλώς θα έχουμε έναν κοινότοπο φενακισμό της αλήθειας μέσω των «ιερών αγελάδων»(αγορών) και των κακών «άλλων»(οίκοι αξιολόγησης, αντιπολίτευση κ.ά.). Eν προκειμένω «το μέσο είναι το μήνυμα» σύμφωνα με τη διάσημη ρήση του Μακλούαν.
Αλλά σε τι αποσκοπεί η χρήση του θεσμικού και του τηλεοπτικού άμβωνα, δηλαδή το όλο σημερινό τελετουργικό; Στην αφύπνιση των στελεχών, των μελών και των οπαδών του κυβερνώντος κόμματος με τη βοήθεια της πίστης στην παράδοση της πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας του και της παρωχημένης, αντιδεξιάς ρητορικής του. Έτσι, όλα γίνονται αντί του ορθού λόγου, συναίσθημα και τα γεγονότα, όπως η τρομακτική ανεργία, η αποτυχία του Μνημονίου και τα νέα βάρβαρα μέτρα εξαφανίζονται ως δια μαγείας. Έτσι ακόμη και όταν ο «βασιλιάς είναι γυμνός», οι πιστοί του υπήκοοι θα εκλάβουν τη γύμνια του ως μια νέα ενδυματολογική αμφίεση, ως μια νέα μόδα, καθώς αυτός «ως αυθεντία ξέρει»! Η εξουσία –πιο συγκεκριμένα τα σύμβολα και οι συμβολισμοί της- «μετ-αλλάζει», μεταμορφώνει το μήνυμα, καθιστώντας την αλήθεια ψεύδος και το ψεύδος αλήθεια. Γι’ αυτό οι πολιτικοί θεσμοί, το πολιτικό σύστημα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κυρίως η τηλεόραση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Μόνο που κάποτε το όλο σύστημα αμφισβητείται. Και επειδή η αμφισβήτηση μέχρι τώρα ενσωματώνονταν εύκολα σαν η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, έχουμε τη γέννηση πρωτόγνωρων κινημάτων: Στην Κερατέα –δίκην γαλατικού χωριού- έχουμε ένα κίνημα πέρα από κόμματα, καθώς συναντώνται σ’ αυτό από συνταξιούχοι αστυνομικοί μέχρι αντι-εξουσιαστές. Το ίδιο σε λίγο θα συμβεί και στα Άνω Λιόσια. Ομοίως, το κίνημα «Δεν πληρώνω» αλλά και η «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη καθώς και το κίνημα των αντιμνημονιακών πανεπιστημιακών(Μπέης) υπερβαίνουν τα κόμματα και εκφράζουν πολίτες σε μία πατριωτική βάση, που αμφισβητεί το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Αυτή η αυθόρμητη τάση της κοινωνίας να αντιδράσει φανερώνει ότι το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης με τους θεσμούς και τα πρόσωπά του έχει πλέον εκπνεύσει. Συγχρόνως, είναι σαφές ότι έχουμε κινήματα εθνικο-απελευθερωτικά, τα οποία καλούνται όμως να συναντηθούν με ανάλογα κινήματα άλλων χωρών(ευρωπαϊκή περιφέρεια) καθώς το πρόβλημα είναι διεθνές. Αυτή είναι η σημερινή ιδιαιτερότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και οι ΗΠΑ βρίσκονται στο έλεος των τραπεζών και των οίκων αξιολόγησης. Για να ξαναπάρει, συνεπώς, η πολιτική την πρωτοβουλία έναντι της οικονομίας χρειάζεται να αλλάξει το περιεχόμενό της και να σηκώσει «κεφάλι».
Αντ’ αυτού το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι η αμφισβήτηση της αποδεδειγμένα αποτυχημένης πολιτικής του είναι «αντι-πατριωτική» καθώς σημαίνει την καταβαράθρωση της ήδη καταβαραθρωμένης Ελλάδας. Αυτό είναι μία αντίδραση με βάση το νόμο της αδράνειας σε ό,τι διαταράσσει τους κατεστημένους πολιτικούς θεσμούς, οδηγώντας σε κοινωνικούς αυτοματισμούς(ιδιότυπος εμφύλιος) και στην κρατική βία.

Πώς κέρδισε ο Λούλα;

  Τι συνέβη στην Βραζιλία; Πώς το φαβορί, ο Μπολσονάρου που είχε κερδίσει 56,1 εκατομμύρια ψήφους στον πρώτο γύρο, έλαβε μόλις 3,7 εκατομμύρ...