Στην Βραζιλία ο ακροδεξιός υποψήφιος Φλάβιο Μπολσονάρου νίκησε τον τωρινό αριστερό πρόεδρο Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, συγκεντρώνοντας το 47% των ψήφων (56,1 εκ.) έναντι 45,1% (53,8 εκ.) του δεύτερου. Η τελική αναμέτρηση θα γίνει στις 25 Οκτωβρίου με τον Μπολσονάρου να έχει τις περισσότερες πιθανότητες να επικρατήσει καθώς αναμένεται να ενισχυθεί από τη μετακίνηση ψήφων από τους άλλους δεξιούς υποψηφίους των εκλογών: τον Ρονάλντο Καϊάδο (2,1%), και τον Ρενάν Σάντος(2,2%).
Η κατάληψη της εξουσίας από την ακροδεξιά θα ολοκληρώσει την διεθνή στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ για τη Λατινική Αμερική που βασίζεται στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική» (America First) και στην αναβίωση μιας πιο επιθετικής μορφής του Δόγματος Μονρό (σύμφωνα με το οποίο το Δυτικό Ημισφαίριο αποτελεί αποκλειστική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ) που έγινε Donro(από το Ντόναλντ). Οι βασικοί άξονες της στρατηγικής της Ουάσινγκτον περιλαμβάνουν: Πολιτική και οικονομική στήριξη σε δεξιές και ακροδεξιές κυβερνήσεις της περιοχής (όπως του Μιλέι και του Μπουκέλε) καθώς και ενίσχυση ακδροδεξιών υποψηφίων όπως ο Μπολσονάρου. Αλλαγή κακατεύθυνσης της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας (κόβοντας πόρους από άλλες περιοχές όπως η Ευρώπη) προς σύμμαχα κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (όπως ο Παναμάς, το Περού, ο Ισημερινός και η Κολομβία).
Τον Μάρτιο του 2026 ανακοινώθηκε η δημιουργία της πολυμερούς συμμαχίας «Ασπίδα της Αμερικής» (με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και (ακρο)δεξιών λατινοαμερικανικών κυβερνήσεων) με στόχο την κοινή δράση, την επιβολή κυρώσεων στις «ναρκοτρομοκρατικές» οργανώσεις και τη στρατιωτική επιτήρηση. Επίσης, επιβολή οικονομικής ασφυξίας με ναυτικούς και αεροπορικούς αποκλεισμούς καθώς και την άμεση αμφισβήτηση της νομιμότητας της ηγεσίας σε χώρες που έχουν αριστερές κυβερνήσεις. Βασικός στόχος της Ουάσινγκτον είναι η ανάχεση της κινεζικής επιρροής και διείσδυσης στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ καθώς και η εκμετάλλευση των ορυκτών των χωρών της περιοχής από τα αμερικανικά συμφέροντα (πετρέλαιο της Βενεζουέλας, σπάνιες γαίες της Βραζιλίας κ.ά.).
Αλλά αυτά ανήκουν στις στρατηγικές κινήσεις των πλανητικών αυτοκρατορικών δυνάμεων, το μέγα θέμα και ερώτημα για μας είναι: Γιατί οι άνθρωποι και μάλιστα οι αδύνατοι, δηλαδή οι “από κάτω” ψηφίζουν Ακροδεξιά;
Έχουμε γράψει πολλές φορές για το ζήτημα αυτό. Αλλά μια απάντηση-ανάλυση από την πλευρά της Βραζιλίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εξηγεί κατά ένα μέρος τα εκλογικά αποτελέσματα υπέρ της ακροδεξιάς. Πρόκειται για τις θέσεις του Βραζιλιάνου πολιτικού φιλοσόφου Ροντρίγκο Νούνες, συγγραφέα του βιβλίου «Ούτε Κάθετο ούτε Οριζόντιο: Μια Θεωρία της Πολιτικής Οργάνωσης»*.
Σύμφωνα με τον Νούνες από το Brexit και τον Τραμπ, η αριστερά έχει κάνει δύο βασικές προσεγγίσεις στο φαινόμενο της ακροδεξιάς: Η πρώτη παρουσιάζει την ακροδεξιά σαν μια εξέγερση των ελίτ χωρίς πραγματική λαϊκή βάση, και η δεύτερη σαν μια εξέγερση της εργατικής τάξης που προδόθηκε από τον φιλελεύθερο ελιτισμό και μετακινήθηκε από την αριστερά στην ακροδεξιά.
“Καμία από αυτές τις αφηγήσεις δεν με πείθει” λέει ο Νούνες σε συνέντευξή του στο περιοδικό Equator. “Αντίθετα, πιστεύω ότι η σύγχρονη ακροδεξιά είναι ένα διαταξικό φαινόμενο. Κι ένας τρόπος να την κατανοήσουμε είναι να την δούμε σαν ένα κίνημα που φέρνει κοντά μια κατώτερη τάξη που έχει πάψει να περιμένει τις υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό της εργασίας, των θεσμών και ισονομία, με μία ελίτ που δεν προσποιείται πλέον καν ότι αυτές οι υποσχέσεις προσφέρονται. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο ομάδες, βρίσκεται ένας πιο σκληρός πυρήνας, όχι η μεγαλύτερη ομάδα στατιστικά, αλλά η πιο παθιασμένη, την οποία αποκαλώ, δανειζόμενος μια φράση από τον Όργουελ, «κατώτερη-ανώτερη-μεσαία τάξη». Πρόκειται για τους ανθρώπους που έχουν ένα καλό βιοτικό επίπεδο αλλά δεν έχουν τα περιουσιακά στοιχεία ή το κοινωνικό κεφάλαιο της πραγματικής ελίτ. Τα μέλη αυτής της ομάδας δεν στοιχειώνονται μόνο από τον φόβο της καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας (σ.σ. τον φόβο της χρεοκοπίας και της πτώσης πιο χαμηλά κοινωνικά), αλλά αισθάνονται ότι απειλούνται και από οποιαδήποτε μικρή ανοδική κινητικότητα που επιτυγχάνεται από όσους βρίσκονται από κάτω τους, όπως κατά τη διάρκεια της Ροζ Παλίρροιας στη Λατινική Αμερική (σ.σ. η άνοδος αριστερών κυβερνήσεων με προγράμματα κατά της φτώχειας) όταν οι φτωχοί έγιναν λιγότερο φτωχοί - άρχισαν να φοιτούν στο πανεπιστήμιο, να ταξιδεύουν στο εξωτερικό και ούτω καθεξής. Αυτό δημιούργησε ένα αίσθημα δυσαρέσκειας που εύκολα εργαλειοποιήθηκε. (σ.σ.: στην Ελλάδα και την Ευρώπη η εργαλειοποίηση αυτού του φόβου προσωποποιείται στους μετανάστες που παρουσιάζονται από την ακροδεξιά ως υπαρξιακή απειλή)
Η ελκυστικότητα της σύγχρονης ακροδεξιάς αλλάζει ανάλογα με την κοινωνική θέση. Η άρχουσα τάξη την βλέπει ως την πιο αρπακτική μορφή καπιταλισμού και ως την εξουδετέρωση όλων των προκλήσεων από τα κάτω. Η λαϊκή βάση έλκεται από τον λόγο περί νόμου και τάξης και την προοπτική μιας πιο απελευθερωμένης οικονομίας που θα «τους σηκώσει από την πλάτη της το κράτος», επιτρέποντάς της να είναι πιο αποτελεσματική στον ανταγωνισμό. Επίσης, για μια ομάδα που προέρχεται και από τα δύο στρατόπεδα, η ακροδεξιά συνιστά και μια επαγγελματική ευκαιρία καθώς ένα μέλος της μπορεί να βγάλει καλά χρήματα ως ακροδεξιός αγκιτάτορας.
Ο Μπολσονάρου, σαν κίνημα της ακροδεξιάς, έχει τρία δομικά πλεονεκτήματα.
Πρώτον, είναι πολύ πιο συμβατός με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως μπορεί να βασιστεί στην υποστήριξη των μεγάλων επιχειρήσεων και των συστημικών μέσων ενημέρωσης με τρόπους που η αριστερά δεν θα μπορούσε ποτέ.
Δεύτερον, αντί να αλλάξει την κοινωνία, θέλει να διατηρήσει τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων, ίσως και να εντείνει τις διαφορές, γεγονός που καθιστά την οικοδόμηση συνασπισμών πολύ πιο εύκολη. Κάθε εταίρος έχει τη δική του σφαίρα - οι γαιοκτήμονες τη γη τους, η χρηματοπιστωτική ολιγαρχία τους οικονομικούς της μοχλούς - και εφόσον ικανοποιούνται τα συμφέροντα όλων, όλοι μαζί μπορούν να συνεργαστούν. Αυτοί δεν διαφωνούν για την ιεράρχηση των αναγκών ή για στρατηγικές διαφορές, όπως συμβαίνει στην αριστερά.
Το τρίτο πλεονέκτημα πηγάζει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία δομούν τη δημόσια σφαίρα ως μια αγορά στην οποία οι άνθρωποι ανταγωνίζονται ατομικά για likes και κοινοποιήσεις, τα οποία αποτελούν δείγματα αναγνώρισης και προσοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τόσο την υπερ-εξατομίκευση της πολιτικής όσο και την προνομιακή θέση της διαδικτυακής συμμετοχής έναντι της οργάνωσης εκτός διαδικτύου. Η θέση αυτή διαμορφώνει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ακροδεξιάς σαν ένα είδος πυραμίδας του οποίου τα δομικά στοιχεία είναι οι «πολιτικοί ινφλουένσερ» - άτομα που, από την εξέχουσα θέση τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στα παραδοσιακά μέσα, παράγουν περιεχόμενο που ταυτόχρονα συγκεντρώνει την προσοχή, καθώς και κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο.
Μέσα από μια συνεχή ροή περιεχομένου που τραβάει την προσοχή, η ακροδεξιά διατηρεί τη βάση της συνεχώς απασχολημένη, αλλά και ατομικοποιημένη, στερημένη από κανάλια για μη ψηφιακή συμμετοχή. Ως εκ τούτου, μπορούν να κινητοποιηθούν και να απενεργοποιηθούν λίγο πολύ κατά βούληση. Είναι ενδεικτικό ότι ο Μπολσονάρου δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να χτίσει ένα πραγματικό δικό του κόμμα - ούτε ο Φάρατζ ούτε ο Τραμπ. Θεωρούν τη δομή του κόμματος όχι στόχο καθαυτό, αλλά μόνο ένα μέσο για μια πολιτική που πραγματικά ασκείται αλλού. (σ.σ. παραδόξως σ’ αυτή την λογική κινείται και ο Αλ. Τσίπρας για την ΕΛ.ΑΣ.).
"Όταν η πολιτική αποικίζεται από την οικονομία της προσοχής, τότε ο δημόσιος λόγος μετατρέπεται σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη θάλασσα οργής. Σήμερα, αυτό, αύριο, εκείνο." λέει ο Νούνες Είναι μια κατάσταση πραγμάτων εντελώς αντίθετη με την χειραφετητική πολιτική, η οποία βασίζεται στην ενίσχυση της ικανότητας των ανθρώπων να λαμβάνουν αποφάσεις για τη συλλογική τους μοίρα και να συμμετέχουν σε διαρκείς προσπάθειες για την αλλαγή του status quo. Ο Τραμπ μας κρατά απασχολημένους με τίτλους και αναρτήσεις αργά το βράδυ, ενώ το πραγματικό έργο της καταστροφής συνεχίζεται στο παρασκήνιο.” (το ίδιο κάνει και ο Κυρ. Μητσοτάκης με τα δικά του τρολ)
Σε ιδεολογικό επίπεδο, τι αντιπροσωπεύει ο Μπολσονάρου και σε τι διαφέρει από την παραδοσιακή δεξιά;
Στο ερώτημα αυτό ο Νούνες απαντά ως εξής: “Παρερμηνεύουμε την ακροδεξιά εκλαμβάνοντας τον λόγο της κατά γράμμα. Είναι λάθος να πιστεύουμε τον Τραμπ, τον Μπολσονάρου κ.ά. όταν μιλούν για ένα βήμα πίσω από την «παγκοσμιοποίηση», για επιστροφή σε ένα φορντικό όνειρο βιομηχανικών θέσεων εργασίας, για την επιστροφή του χρόνου στη σεξουαλική επανάσταση και για την επαναϊεροποίηση της πυρηνικής οικογένειας και των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων. Αυτές οι ιδέες έχουν μια προφανή ψυχολογική απήχηση σε ορισμένους ψηφοφόρους, αλλά δεν επιβεβαιώνονται από τις ενέργειες της σύγχρονης ακροδεξιάς. Αντίθετα, είναι ένα κίνημα που τροφοδοτείται από την κοινωνική αποσύνθεση που προκαλείται από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού και επιταχύνει αυτή τη διαδικασία προς έναν ορισμένο ορίζοντα όπου το κράτος παραιτείται από την ολοένα και μεγαλύτερη ευθύνη για τη διαμεσολάβηση στις κοινωνικές συγκρούσεις και αντ' αυτού κατοχυρώνει τον κανόνα της ωμής βίας...”
...Το μοντέλο αυτό αρέσει στους ισχυρούς, αλλά γιατί το ψηφίζουν και οι πιο αδύναμοι;
“Λόγω των ψυχολογικών αντισταθμισμάτων που περιλαμβάνονται στο πακέτο” λέει ο Νούνες. Η υπόσχεση είναι: «ακόμα κι αν παραμένετε υπό άγρια εκμετάλλευση στη δουλειά σας, ακόμα κι αν οι προσδοκίες σας για τη ζωή συρρικνώνονται καθημερινά, θα διασφαλίσουμε ότι υπάρχει τουλάχιστον μία σφαίρα της ζωής στην οποία η δύναμή σας είναι ελεύθερη. Στο σπίτι, μπορείτε να ξεσπάσετε στη γυναίκα σας ή στα παιδιά σας, κανείς δεν θα παρέμβει και κανείς δεν μπορεί να σας πει να μην κάνετε αστεία για τους μαύρους ή τους ομοφυλόφιλους»
Ποια θα μπορούσε να είναι μια ριζοσπαστική απάντηση στη σύγχρονη ακροδεξιά;
Ο Νούνες απαντά: "Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ένα παράδοξο από τη θεωρία της πληροφορίας: για να γίνει δεκτό ένα σήμα ως πληροφορία, πρέπει να είναι αρκετά διαφορετικό από τον θόρυβο του περιβάλλοντος, αλλά όχι τόσο διαφορετικό ώστε να μην καταγράφεται καθόλου ως σήμα. Όταν εφαρμόζουμε αυτήν την ιδέα στην πολιτική, συνειδητοποιούμε ότι ο ριζοσπαστισμός δεν είναι η πιστότητα σε μια αρχή στην πιο αγνή, αφηρημένη μορφή της. Eίναι μάλλον μια απόκλιση από τον κανόνα που εξακολουθεί να είναι ευανάγνωστη.
Βρίσκεις μια τακτική που σε απομακρύνει όσο το δυνατόν περισσότερο από την υπάρχουσα κατάσταση – αλλά μπορεί να ενσωματωθεί σε αυτήν: μια τακτική που εμπνέει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων, που τους πείθει να συμμετάσχουν, που παράγει πραγματικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι όλα τα πράγματα που πραγματικά πρέπει να γίνουν φαίνονται εξαιρετικά ριζοσπαστικά. Πάρτε για παράδειγμα τη συγκέντρωση εξουσίας. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ένας επιχειρηματίας μπορεί να απενεργοποιήσει μέρος του στρατού μιας χώρας, όπως έκανε ο Ίλον Μασκ όταν έκοψε την κάλυψη του Starlink από τις ουκρανικές δυνάμεις στη μέση της αντεπίθεσής τους το 2022 - κάτι που θα ήταν μια πλεκτάνη James Bond τη δεκαετία του 1970. Η λογική απάντηση είναι να περάσει η κυβερνητική πολιτική που εμποδίζει τους ιδιώτες να ασκούν τέτοια εξουσία. Αλλά αν προτείνετε μια τέτοια πολιτική σήμερα, θα κατηγορηθείτε ότι ζητάτε απαλλοτρίωση ή ότι παραβιάζετε τα ατομικά δικαιώματα. Έχουμε προχωρήσει τόσο πολύ προς τη μία κατεύθυνση που μπορείς να επέμβεις μόνο τραβώντας πολύ δυνατά προς την άλλη.
Εδώ μπορούμε να μάθουμε κάτι από την άκρα δεξιά. Λέγονται πράγματα σήμερα - για παράδειγμα, ότι πολίτες με λάθος χρώμα δέρματος πρέπει να απελαύνονται - που ήταν αδιανόητα πριν από λίγο καιρό. Από το 2016 το αδιανόητο δεν έχει σταματήσει να συμβαίνει και το ανεκδιήγητο έχει γίνει κοινή λογική. Η άκρα δεξιά έχει επιβάλει τα όρια του δυνατού προς την κατεύθυνση αυτού που πιστεύει ότι πραγματικά πρέπει να γίνει.
Ίσως τίποτα από αυτά που πραγματικά χρειάζεται να κάνουμε δεν είναι εφικτό σήμερα - αλλά δεν θα μπορέσουμε να το κάνουμε ούτε αύριο, εκτός αν αρχίσουμε να χτίζουμε τις συνθήκες τώρα. Πρέπει να χτίσουμε μια κοινωνική βάση για τους στόχους μας. Δεν μπορούμε μόνο να παρέχουμε ορθολογικά επιχειρήματα και αξιόπιστη πολιτική. Πρέπει να ενσταλάξουμε μια επιθυμία, ριζωμένη στην καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων, για έναν άλλο, καλύτερο κόσμο. Οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται όχι μόνο ότι θα ζούσαν καλύτερα σε έναν αναδιαμορφωμένο κόσμο, αλλά ότι αρχίζουν να ζουν καλύτερα συμμετέχοντας στο κίνημα για να το πετύχουν.”
Από τώρα...(Γ. Χ. Παπ)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου