[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου /artinews.gr / 11.10.26 ]
Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό LuXemburg, επιχειρεί να αναλύσει την κατάσταση στον κόσμο μετά την δεύτερη προεδρία Τραμπ και την ριζική αλλαγή πορείας των ΗΠΑ... και να προτείνει μια “εναλλακτική αριστερή πολιτική".
Διαβάζοντας το άρθρο διαπιστώνω ότι στην γενική περιγραφή δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς, αλλά υπάρχουν μερικά "λογικά άλματα" και νοητικά "gap" με αποτέλεσμα το δια ταύτα να πάσχει σοβαρά.
Αναφέρει το κείμενο:
“Οι ΗΠΑ ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη πίσω από τις νεοφιλελεύθερες προσπάθειες παγκοσμιοποίησης για όσο διάστημα αυτές ενίσχυαν την οικονομική και πολιτική υπεροχή τους. Η παγκοσμιοποίηση όμως οδήγησε μια σειρά από «αναδυόμενες χώρες» -ιδίως την Κίνα- να επωφεληθούν και να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη...
Αντί για μια μονοπολική παγκοσμιοποίηση υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, βλέπουμε την εμφάνιση διαφόρων υποσυστημάτων, καθένα από τα οποία έχει το δικό του κέντρο, περιφέρειες, ημιπεριφέρειες, υποδομές, πλατφόρμες, τεχνητή νοημοσύνη, αλυσίδες εφοδιασμού και κανόνες. Έχουμε δηλαδή μια κατακερματισμένη παγκοσμιοποίηση.
Η Κίνα αποτελεί πλέον μια αυξανόμενη απειλή για την ηγεμονία των ΗΠΑ — ειδικά μετά την έναρξη της Πρωτοβουλίας «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» (BRI), ένα παγκόσμιο πρόγραμμα υποδομών που στοχεύει στην επέκταση των σιδηροδρομικών δικτύων, των ναυτιλιακών οδών και λιμένων, των δικτύων επικοινωνιών και των συστημάτων πληρωμών. Ο απώτερος στόχος εδώ είναι η επίτευξη αναδιάρθρωσης της παγκόσμιας αγοράς με επίκεντρο την Κίνα και η οικοδόμηση μιας παγκόσμιας υποδομής που δεν θα ελέγχεται από τις ΗΠΑ.
Τούτων δοθέντων, η διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για την εξασφάλιση της υπεροχής στην παγκόσμια αγορά έχει γίνει το επίκεντρο της χάραξης της πολιτικής της Ουάσινγκτον, που έχει εγκαταλείψει το ελεύθερο εμπόριο, υιοθετώντας προστατευτικά μέτρα και περιορισμούς της βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης της Κίνας...".
Εδώ επισημαίνεται μία νέα διάσταση, καθώς το ΚΡΑΤΟΣ, αυτό που βρίσκονταν στο στόχαστρο των νεοφιλελεύθερων, αναλαμβάνει τώρα έναν σημαντικό, διαφορετικό ρόλο, και από προωθητής της προσαρμογής των εθνικών οικονομιών στην παγκόσμια αγορά, μεταλλάσσεται σ' έναν μηχανισμό ισχύος προκειμένου να ελέγξει στρατηγικά τις υποδομές, τις εμπορικές οδούς και τις αλυσίδες εφοδιασμού στην υπηρεσία της ενίσχυσης της δικής του πολιτικής ισχύος και της επίτευξης των δικών του πολιτικών και οικονομικών σκοπών. Αυτή η αλλαγή του ρόλου του κράτους, οδηγεί στην αύξουσα στρατιωτικοποίησή του με αποτέλεσμα την κούρσα των εξοπλισμών, αλλά και τις πολεμικές συγκρούσεις. Την αλλαγή αυτή του ρόλου του κράτους και της αυξημένης στρατιωτικοποίησής του επεδίωξαν πρώτες οι ΗΠΑ καθώς η στρατιωτική ισχύς είναι το συγκριτικό τους πλεονέκτημα απέναντι στην Κίνα που υπερισχύει στον οικονομικό τομέα. Έτσι η Ουάσινγκτον έκανε χρήση στρατιωτικής βίας κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου τόσο στην Καραϊβική εναντίον της Βενεζουέλας όσο και στη Μέση Ανατολή με την υποστήριξή τους στο Ισραήλ στον πόλεμό του στη Γάζα και στον πόλεμο εναντίον του Ιράν.
"...η εύθραυστη ηγεμονία των ΗΠΑ και η αυξανόμενη παγκόσμια επιρροή της Κίνας έχουν δώσει περιθώρια στις περιφερειακές δυνάμεις να διαδραματίσουν έναν ισχυρό ρόλο, τουλάχιστον εντός των αντίστοιχων περιφερειακών τους σφαιρών – τέτοιο ρόλο διαδραματίζουν η Τουρκία, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Ινδία και η Νότια Αφρική. Τα έθνη του BRICS σχηματίζουν μια ετερογενή συμμαχία - αυτό που τα ενώνει είναι το αμοιβαίο συμφέρον να λειτουργούν ως αντίβαρο στην κυριαρχία των χωρών της G7 και να επιτυγχάνουν μεγαλύτερη επιρροή στην παγκόσμια σκηνή. Η συμμαχία αυτή δεν είναι «αντιιμπεριαλιστική» ούτε «αντιαποικιακή», αλλά απλά συγκεντρώνει μια ομάδα κρατών-μελών με ένα ευρύ φάσμα εθνικών και γεωοικονομικών συμφερόντων, που αντικατοπτρίζει την τάση για τον κατακερματισμό της παγκόσμιας αγοράς....
Μια άλλη δύναμη είναι η Ρωσία, που έχει το ισχυρότερο πυρηνικό οπλοστάσιο, αλλά έχει ισχνή οικονομική ανάπτυξη, παρά τον "πολιτικό ολιγαρχικό καπιταλισμό" που εγκαθίδρυσε ο Πούτιν. Αντίθετα η Κίνα, η οποία κατάφερε να κάνει μια ελεγχόμενη μετάβαση από τον κρατικό σοσιαλισμό σε ένα κρατικοκαπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης, έχει αναδειχθεί σε μια καινοτόμο οικονομική δύναμη."
Σ' αυτό τον νέο πολυπολικό κόσμο , "Οι κυρίαρχες ελίτ της Ευρώπης ανταποκρίνονται στη νέα παγκόσμια τάξη πάνω απ' όλα ενισχύοντας τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και στρατιωτικοποιώντας την εξωτερική τους πολιτική." επισημαίνει το άρθρο στο LuXembourg...
"Οι επιθετικές πράξεις της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας αξιοποιούνται από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ απαιτεί την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης έχει ως στόχο..., σύμφωνα με τον πρώην επίτροπο εξωτερικών υποθέσεων της ΕΕ, Ζ. Μπορέλ, η Ευρώπη να μάθει «τη γλώσσα της ισχύος», να είναι καλύτερα εξοπλισμένη για να διαφυλάξει τα ευρωπαϊκά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα με στρατιωτικά μέσα...."
Εδώ φθάνουμε σ' ένα κρίσιμο σημείο: πώς "διαβάζει" η "Αριστερά" τις αλλαγές στο πλανητικό πεδίο και τι προτείνει ως εαναλλακτική;
Στο άρθρο επισημαίνεται η διαπίστωση ότι η κοινή γνώμη έχει αυξημένο ενδιαφέρον για την "εθνική ασφάλεια". "Αντιμέτωπη με έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από συνεχώς αυξανόμενες κρίσεις και ανασφάλεια, η κοινή γνώμη δείχνει επίσης αυξανόμενο ενδιαφέρον για την εθνική ασφάλεια, και αυτό είναι κάτι που η αριστερή πολιτική πρέπει να λάβει υπόψη...“, σημειώνει το άρθρο. Αυτό το πέρασμα από το παγκόσμιο στο εθνικό "γδέρνει" κυριολεκτικά το δέρμα της "Αριστεράς" και την αφήνει "γυμνή". Η θέση του Μπορέλ ότι η ευρωπαϊκή στρατιωτικοποίηση γίνεται για να υπηρετούνται “τα ευρωπαϊκά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα με στρατιωτικά μέσα” χάνεται μέσα στον κουρνιαχτό από “το αυξανόμενο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την εθνική ασφάλεια”.
Η αποδοχή από την "Αριστερά" της "εθνικής ασφάλειας" ως κρίσιμης παραμέτρου της πολιτικής της, σημαίνει αποδοχή και νομιμοποίηση των τεράστιων στρατιωτικών δαπανών και βεβαίως της λογικής της ισχύος στην επίλυση των διεθνών διαφορών. Η νομιμοποίηση αυτή δεν σώζεται ούτε από την εφεύρεση της έννοιας “μη επιθετική άμυνα”(Το «Πρόγραμμα της Ερφούρτης» του Die Linke υποστηρίζει την αρχή της «ικανότητας για μη επιθετική άμυνα»). Ούτε "χρυσώνεται το χάπι" με το αίτημα για ισχυροποίηση της κοινωνίας -και πάλι με στρατιωτικούς όρους.
Μ' αυτές τις θέσεις η “Αριστερά” αποδέχεται ουσιαστικά το γήπεδο της (ακρο)δεξιάς εκπαιδεύοντας τον κόσμο της στην εθνική ανωτερότητα έναντι των υποδεέστερων "άλλων" (είτε οι "άλλοι" είναι ο ευρωπαϊκός νότος είτε οι αποικίες στην Αφρική και στην Ασία). Το ίδιο συνέβαινε πάντα, ο Άγγλος εργάτης εκπαιδεύονταν στην ιδέα ότι ήταν μέλος του «κυρίαρχου έθνους» (της Βρετανικής Αυτοκρατορίας), έγραφε ο Μαρξ (στο Ιρλανδικό ζήτημα).
Σήμερα, η άνοδος της ακροδεξιάς στηρίζεται στην ίδια αντίληψη της "λευκής υπεροχής", ή της εθνικής ανωτερότητας («Πρώτα οι Έλληνες», «America First» κ.λπ.). Έτσι στρέφονται κατά των μεταναστών, αντί να στραφούν κατά των πολιτικών λιτότητας, της εργοδοτικής αυθαιρεσίας ή της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας.
Ξεχνώντας στα σύνορα τον ιμπεριαλισμό και αφαιρώντας από την εξίσωση "τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και τα στρατιωτικά μέσα για την εξυπηρέτησή τους" , η "Αριστερά," δεν θα μπορεί να εξηγήσει στη συνέχεια το μεταναστευτικό κύμα, που θα εισπραχθεί από την κοινή γνώμη ως "απειλή", ρίχνοντας κι άλλο νερό στο μύλο της ακροδεξιάς.
Έτσι θα βραχυκυκλώνει διαρκώς, καθώς η δικαιωματική πολιτική θα συρρικνώνεται και η Αλληλεγγύη της θα παραπέμπει στην “αλληλεγγύη” της ενορίας της γειτονιάς που βοηθά μόνο τους “δικούς”. Την ίδια αλληλεγγύη όμως επιδεικνύουν και οι φασίστες προς τους “δικούς”. Γι’ αυτό η εκλογική μεταπήδηση από το ένα “Εμείς” στο άλλο γίνεται με μοναδική ευκολία...
Η “βραχυκυκλωμένη Αριστερά του ιλίγγου” αδυνατεί να "δει" ότι η γενοκτονία στη Γάζα έγινε υπόθεση της παγκόσμιας κοινής γνώμης κόντρα στις εθνικές κυβερνήσεις, δείχνοντας ότι η στάση της Αριστεράς θα έπρεπε να είναι αυτή που έλεγε ο Ε. Σαΐντ: Ότι δηλαδή κανένας “...οικονομικός ή εθνικός δεσμός να μην είναι ικανός να στομώσει το κριτήριο της αλήθειας”...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου