[artinews/ 28.05.26 ]
Η πραγματικότητα νικά πάντα τη σημειολογία, «η πραγματολογία νικάει πάντα τη σημασιολογία» γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος στο artinews. Έτσι συμβαίνει, παρεκτός κι αν η σημειολογία γίνει πραγματικότητα!
Ο Ζαν Μποντριγιάρ διαπίστωσε έγκαιρα ότι το σοβαρότερο πρόβλημα της Δύσης δεν είναι η εμπορευματοποίηση του κόσμου αλλά η αισθητικοποίησή του, η κοσμοπολίτικη εκκοσμίκευσή του, ο μετασχηματισμός του σε εικόνες και η σημειολογική του οργάνωση. Η «δολοφονία της πραγματικότητας» σύμφωνα με τον Γάλλο στοχαστή είναι «το τέλειο έγκλημα», «το σπουδαιότερο γεγονός της σύγχρονης ιστορίας». Γι’ αυτό μην υποτιμάται την σημειολογία. Αυτή μπορεί να γίνει μια «πραγματικότητα» έστω και ως προσομοίωση. Έτσι κι ένας πολιτικός ηγέτης μπορεί να γίνει «αριστερός», ντυμένος τα «σύμβολα και τα σημεία» της αριστεράς.
Εξάλλου η κυκλοφορία, η αγορά, η κατανάλωση αντικειμένων-σημείων είναι ο κώδικας με τον οποίο ολόκληρη η κοινωνία μιλάει και επικοινωνεί.
Ο άνθρωπος-καταναλωτής, οφείλει να απολαμβάνει, οφείλει να είναι ευτυχισμένος, ερωτευμένος, ευφορικός, δυναμικός, συμμετοχικός, ενθουσιαστικός· ο πολλαπλασιασμός των σχέσεων και των επαφών του καθώς και η εντατική χρήση σημείων/αντικειμένων θα συστήσουν την αρχή της μεγιστοποίησης της ύπαρξής του, κατά το αντίστοιχο της μεγιστοποίησης του κέρδους και του παραδοσιακού καταναγκασμού για εργασία και παραγωγή.
Το περιβάλλον των ανθρώπων δεν είναι πλέον οι άλλοι άνθρωποι αλλά τα αντικείμενα και «όπως το λυκόπαιδο που γίνεται λύκος για να ζήσει μαζί με τους λύκους», έτσι κι εμείς γινόμαστε λειτουργικοί, όπως τα αντικείμενα. Η καταναλωτική κοινωνία συνιστά μία θεμελιώδη μετάλλαξη της οικολογίας του ανθρώπινου είδους, όπου όλα διέπονται πια από το νόμο της ανταλλακτικής αξίας. Δεν έχουμε πλέον φίλους, έχουμε μόνο ανάγκες.
Σύμφωνα με τον Μποντριγιάρ η νέα κοινωνική κατάσταση είναι η «υπερπραγματικότητα» των προσομοιώσεων που επιβάλλουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, όπου εικόνες και θέαμα αντικαθιστούν πλέον τον κόσμο του νοήματος, τις έννοιες της ταξικής σύγκρουσης και της παραγωγής.
Έτσι, ο μετανεωτερικός άνθρωπος, φυλακισμένος στο σύμπαν των θεαμάτων και των ομοιωμάτων, χάνει σε τέτοιο βαθμό την αίσθηση της εξωτερικής πραγματικότητας, ώστε η έννοια «πραγματικό» μοιάζει να μη σημαίνει πλέον τίποτε. Η ναρκωμένη και υπνωτισμένη συνείδηση, «σαγηνευμένη» από την εικόνα, βυθίζεται σ’ αυτόν τον ωκεανό του εικονικού όπου δεν ικανοποιείται με τίποτα, ούτε δεσμεύεται από τίποτα, καθώς ο καταναλωτισμός μας οδηγεί στα προϊόντα μιας χρήσης, στις εφήμερες ερωτικές σχέσεις «μιας χρήσης», καθώς η πραγματοποιημένη επιθυμία για ευτυχία αποδεικνύεται πάντα κατώτερη των προσδοκιών μας, μετακινούμενη συνεχώς και διαρκώς διαφεύγουσα από προϊόν σε προϊόν, από πρόσωπο σε πρόσωπο, από μόδα σε μόδα. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος πρέπει να (μετα)κινείται συνεχώς, ακολουθώντας κατά πόδας τον κάθε φορά νέο φορέα(«άλογο») της επιθυμίας του.
Η βιομηχανική παραγωγή και η συνακόλουθη αφθονία θα επιφέρουν την «καπιταλιστική διόγκωση της επιθυμίας», αλλά αυτό δεν εξηγεί και τη ματαίωση που προκαλεί όχι η απώθηση αλλά η πραγματοποίηση της επιθυμίας, δηλαδή η κτήση. Αυτό το ανικανοποίητο, που κατατείνει στην απληστία, θα εκφραστεί στο όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο πολύ της διαφήμισης και εν γένει του εμπορικού μάρκετινγκ. Εφεξής, η «μόδα» και η «προγραμματισμένη απαρχαίωση» θα μικραίνουν διαρκώς τη διάρκεια ζωής ενός προϊόντος ώστε οι άνθρωποι-καταναλωτές να αγοράζουν καινούργια. Τα αυτοκίνητα πλέον δεν κατασκευάζονται με την προοπτική να διαρκέσουν μια ζωή, το ίδιο και η ένδυση, το ίδιο όλα. Αλλά το αυτοαναλωνόμενο πάθος δεν εξαντλείται σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Σένετ στην αγορά καταναλωτικών προϊόντων, καθώς έχει γίνει και αυτοσκοπός των επιχειρήσεων, που «αυτοκαταστρέφονται» διαρκώς για να ανασυσταθούν με νέες μορφές, με νέες διαρθρώσεις (αυτή είναι η περίφημη «δημιουργική καταστροφή» του Σουμπέτερ).
Τελικά, αυτό το νέο κυνήγι της απόλαυσης και της ευτυχίας στο δάσος της καταναλωτικής κοινωνίας θα γίνει ένα μανιακό κυνήγι φαντασμάτων. Η φαντασία και η επιθυμία θα διογκωθούν ακόμη περισσότερο λόγω της αυξημένης «αποξένωσης» των καταναλωτών-παραγωγών από το προϊόν. Αυτό από πρακτική άποψη σημαίνει ότι ο καταναλωτής δεν ξέρει πια την «ιστορία ενός προϊόντος»-δηλαδή την κοινωνική αφήγηση της πολιτισμικής παράδοσης από την οποία προέρχεται το προϊόν, κενό το οποίο θα καλύπτει κατά το δοκούν κάθε φορά η διαφήμιση-, δεν έχει αίσθηση των ιδιοτήτων του και των τεχνικών όρων παραγωγής του. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα όλα τα αυτοκίνητα αλλά και όλα τα προϊόντα κατασκευάζονται με βάση την «πλατφόρμα» (σκελετό, μηχανή και αμάξωμα). Έχουμε δηλαδή τον ίδιο τύπο αυτοκινήτου στο οποίο επιβάλλονται κάθε φορά ελάχιστες διαφορές είτε για να καταστεί επώνυμο, προϊόν τουτέστιν μιας συγκεκριμένης εταιρίας, είτε ένα νέο μοντέλο. Αυτές οι «βελτιστοποιήσεις» αποκαλούνται από τις ίδιες της βιομηχανίες «χρύσωμα»(του ίδιου πάντα χαπιού). Ένα τέτοιο «χρύσωμα του χαπιού» έχουμε και με την δημιουργία των πολιτικών κομμάτων, όπου οι διαφορές σημειολογικά φαίνονται μεγάλες, αλλά πραγματολογικά είναι ασήμαντες
Ο ηγέτης, το πολιτικό κόμμα, όπως και κάθε άνθρωπος στην καταναλωτική κοινωνία αναγνωρίζεται από τους άλλους, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό, με βάση τις επιφανειακές, αλλά υπερτιμημένες, «βελτιστοποιήσεις» του ίδιου αμαξώματος. Τη διαφορά δεν θα την κάνει ο χαρακτήρας, η προσωπικότητα (το… αμάξωμα) του ατόμου αλλά το ντύσιμο, τα παπούτσια που φοράει, τα ρούχα, το αυτοκίνητο, το σπίτι. Η επιθυμία, όμως, αλλάζει συνεχώς φορέα. Για την ακρίβεια το προϊόν-ξενιστής θα γίνει μία Φεράρι, ή πιο χαμηλά ένα Άουντι ή ένα ζευγάρι παπούτσια. («Κατάλαβα ότι έπαψα να είμαι ερωτευμένη μαζί του όταν είδα τα φθηνά του παπούτσια», λέει η ηρωίδα της Ρεβέκας Μίλερ για τον μέχρι τότε σύντροφό της)
Από ένα σημείο και ύστερα γινόμαστε θεατές του θεάματος των συνεχώς μετακινούμενων επιθυμιών μας, του συνεχώς διαφεύγοντος εαυτού μας. Τα «κομμάτια» μας δεν συνδέονται με κάτι, δεν γίνονται ένα όλον, δηλαδή ένας ενιαίος εαυτός, αλλά επικεντρώνονται κάθε φορά σ’ ένα κομμάτι, ενώ τα υπόλοιπα, ο υπόλοιπος εαυτός μένει απ’ έξω ή αποκρύπτεται. Από εδώ προέρχεται η αποξένωση και η ανισορροπία.
Η διαρκής αλλαγή της επιθυμίας δεν επιτρέπει τη «δέσμευση» ούτε με πράγματα ούτε με πρόσωπα. Συνεπώς, όταν κάποιος επιβραδύνει ή στέκει ακίνητος, δηλαδή δεσμεύεται με διάρκεια σε κάτι ή κάποιον, μένει εκτός, απορρίπτεται, χάνεται, όντας πλέον αόρατος χωρίς τα κάθε φορά νέα σημεία και σύμβολα της ορατότητας που έχει ανάγκη το άτομο στην καταναλωτική κοινωνία. Η διαπροσωπική μας δέσμευση με κάποιον/α και η επιθυμία γι’ αυτόν συνυφαίνεται με τη συμβολική του βαρύτητα, η απώλεια της οποίας σημαίνει και την εξαφάνιση της επιθυμίας γι’ αυτόν/ήν. Αυτή η διαρκής κίνηση της επιθυμίας εξαφανίζει την οικειοποίηση της απώλειας, το πένθος και ενδεχομένως τον αναστοχασμό, καθώς το κενό καλύπτεται από νέες δέσμες επιθυμιών, που καλύπτονται με νέα σύμβολα και σημεία. Αυτή η συνεχώς επιταχυνόμενη μετακίνηση, αυτός ο ίλιγγος της επιθυμίας οδηγεί στη βουλιμία, αλλά και στην άλλη όψη της, την ανορεξία. Το άτομο οδηγείται έτσι είτε στην κρίση ταυτότητας, στο κενό, στην άβυσσο ασύνδετων, αδόμητων επιθυμιών είτε στη σύγχυση φαντασιακού και πραγματικού, δηλαδή στην τρέλα (όπου η πραγματικότητα και το φαντασιακό συμφύρονται και συγχέονται συνεχώς).
Τι απομένει; Τι θα μας σώσει;
Μια αντικαταναλωτική κουλτούρα που θα ισορροπήσει και θα εξορθολογίσει τις επιθυμίες, που θα μας απελευθερώσει από τα σημεία και τα σύμβολα, αλλά και τα αλαλάζοντα κύμβαλα. Γι’ αυτό μια πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει χωρίς μια πολιτισμική αλλαγή, χωρίς μια νέα πολιτική και κοινωνική οικολογία…