[artinews.gr/ 17.05.26 ]
«Unite the Kingdom» (Ενώστε το Βασίλειο), «Θέλουμε πίσω τη χώρα μας» («We want our country back»), «Σταματήστε τα πλοία» με τους μετανάστες («Stop the boats»), «Απελάστε τους όλους» / «Στείλτε τους πίσω» («Deport them all», «Send them back»), «Ο Χριστός είναι Βασιλιάς» («Christ is king»), «Έλον-Μασκ ευχαριστούμε». Αυτοί που κραυγάζουν αυτά τα συνθήματα, ξερνώντας δηλητηριώδες μίσος που κυλάει στους δρόμους του Λονδίνου, οι δεκάδες χιλιάδες οπαδοί του ακροδεξιού Βρετανού ακτιβιστή Τόμι Ρόμπινσον, είναι εργάτες! Είναι η «Λευκή εργατική τάξη» (Working Class), είναι οι λευκοί Βρετανοί από υποβαθμισμένες οικονομικά περιοχές ή πρώην βιομηχανικές πόλεις εκτός Λονδίνου, που νιώθουν οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι. Είναι τα μικροαστικά στρώματα (Lower Middle Class) των αυτοαπασχολούμενων ( τεχνίτες, οδηγοί, ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων), που νιώθουν ότι απειλούνται ταυτόχρονα από τις μεγάλες πολυεθνικές, την κρατική φορολογία αλλά και τις κοινωνικές αλλαγές που επιφέρει η μετανάστευση.
Γιατί οι εργάτες αυτοί κατέφυγαν στον ακροδεξιό ακτιβιστή Τόμι Ρόμπινσον και όχι στο στρατόπεδο των συμπολιτών τους που διαδηλώνουν στο Λονδίνο κατά της Γενοκτονίας στη Γάζα, για την 78η επέτειο της Nakba, εναντίον του φασισμού;
Την απάντηση στο ερώτημα την βρήκα σε άρθρο του Γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί. Η Αριστερά δεν προσφέρει (εδώ και καιρό) ένα ξεκάθαρο, φιλόδοξο σχέδιο οικονομικής δικαιοσύνης και οι εργατικές τάξεις νιώθουν εγκαταλελειμμένες και γι’ αυτό στρέφονται προς τον εθνικισμό και την ακροδεξιά, σημειώνει ο Πικετί. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές χώρες οι πολίτες που πριν ψήφιζαν Αριστερά, τώρα ψηφίζουν ακροδεξιά. Για να αναστραφεί αυτό «Η αριστερά πρέπει να επανασυνδεθεί με την φιλοδοξία της ισότητας του παρελθόντος και να ενώσει τις εργατικές τάξεις από όλες τις περιοχές», όλων των χωρών, των φυλών, των πολιτισμών και των «χρωμάτων», γράφει ο Γάλλος οιονομολόγος (www.lemonde.fr).
Η αποστασιοποίηση των εργατών από τα προοδευτικά κόμματα μπορεί να εξηγηθεί και από το γεγονός ότι οι κάτοικοι των μικρών πόλεων και των αγροτικών περιοχών υφίστανται το κύριο βάρος του διεθνούς ανταγωνισμού, ενώ παράλληλα συνδέονται όλο και λιγότερο με σημαντικές δημόσιες υπηρεσίες, όπως πανεπιστήμια και νοσοκομεία. Επίσης, ο κύριος μοχλός αυτής της ρήξης παραμένει η πολιτική επιλογή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων να εγκαταλείψουν τις πολιτικές προοδευτικής φορολογίας και αναδιανομής, ωθώντας το μη προνομιούχο και λιγότερο μορφωμένο εκλογικό σώμα προς την εθνικιστική ψήφο ή την μαζική αποχή, σημειώνει ο Πικετί.
Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε μία βασική παρατήρηση για την σταδιακή μετατροπή των κομμάτων της Αριστεράς σε κόμματα των ιδιαίτερα μορφωμένων και των προνομιούχων. Πρόκειται για την «Βραχμανική Αριστερά», όπως την αποκαλεί ο Πικετί, όπου έχουμε ένα «χάσμα» επικοινωνίας μεταξύ των μορφωμένων και των λιγότερο μορφωμένων μελών. Συχνά το «χάσμα» αυτό μετατρέπεται σε «περιφρόνηση», σε ρήξη και αποκλεισμό ή αποχώρηση των λιγότερο μορφωμένων που γι’ αυτό το λόγο ενσωματώνονται εύκολα στον «αντιδιανοουμενισμό» της ακροδεξιάς.
Η ιστορία σήμερα φαίνεται να επαναλαμβάνει ένα μοτίβο ανταγωνισμού μεταξύ των ελίτ γράφει ο Πικετί. Από τη μία πλευρά είναι μια εμπορική, πολεμοχαρής, εθνικιστική δεξιά που αρέσκεται να παρουσιάζεται ως αντιδιανοούμενη και "πρακτική", την οποία ενσαρκώνει στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Ντόναλντ Τραμπ και οι Ρεπουμπλικάνοι. Από την άλλη, έχουμε μια «βραχμανική» αριστερά, μορφωμένη, φιλελεύθερη και διεθνιστική, την οποία εκπροσωπούν οι Δημοκρατικοί. Η αντίθεση μεταξύ της εμπορικής δεξιάς και της βραχμανικής Αριστεράς σε μεγάλο βαθμό είναι τεχνητή. Και επιτρέπει στις εθνικιστικές και φιλελεύθερες ελίτ να μοιράζονται την εξουσία και να εδραιώνουν την κυριαρχία τους επί των εργατικών τάξεων. Το παράδειγμα αυτό αναπαράγεται και σε σε μας με διάφορες αποχρώσεις.
Γι' αυτό απαιτείται το ξεπέρασμα της «Βραχμανικής Αριστεράς», η υπέρβαση του γεωγραφικού χάσματος (ανάμεσα στους εργαζόμενους των μεγάλων αστικών κέντρων και της επαρχίας) και του πολιτισμικού χάσματος και η αποδοχή του γεγονότος ότι τη στιγμή της μεγάλης κοινωνικής ρήξης οι οικονομικές και πνευματικές ελίτ αναπόφευκτα θα ενωθούν…
Η αριστερά οφείλει να προτείνει ριζοσπαστικές αλλά εφαρμόσιμες μεταρρυθμίσεις για την αναδιανομή του πλούτου. Να προτείνει φορολόγηση του μεγάλου πλούτου για τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους. Να απαιτήσει την παροχή ενός βασικού κεφαλαίου σε κάθε πολίτη μόλις ενηλικιωθεί. Να απαιτήσει αυξημένους φορολογικούς συντελεστές για τα ανώτατα εισοδήματα και τις μεγάλες περιουσίες. Να συνδεθεί η οικολογική μετάβαση με την κοινωνική δικαιοσύνη για να μην επιβαρύνονται οι φτωχότεροι. Να υπάρξουν ισχυρές επενδύσεις στην παιδεία, την υγεία και τις υποδομές προπάντων εκτός των μεγάλων πόλεων. Και κυρίως να υπάρξει ένας παγκόσμιος φόρος περιουσίας για τις πολυεθνικές. Τέλος να επανέλθει στο επίκεντρο το θέμα της οικονομικής ισότητας...