«Η ηθική εξόντωση του άλλου είναι το πρώτο βήμα προς τον φασισμό», είπε από το βήμα της Βουλής ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και για να προσδώσει κύρος στην απόφανσή του την απέδωσε στην Χάνα Άρεντ. Αυτό του έγραψαν αυτό είπε. Αλί κι αν έχει διαβάσει σελίδα από Χάνα Άρεντ.

Η Άρεντ εξηγεί πώς η έλλειψη ενσυναίσθησης και η «αδυναμία σκέψης» (thoughtlessness) επιτρέπουν την ηθική αποσύνθεση μιας κοινωνίας. Όταν ο «άλλος» παύει να αναγνωρίζεται ως άνθρωπος με ηθική υπόσταση, ο δρόμος προς τον αυταρχισμό και τη βαρβαρότητα ανοίγει.

Αλλά έχει τάχα «ενσυναίσθηση» ο Κυρ. Μητσοτάκης; Δυστυχώς όχι.

«Ενσυναίσθηση» δεν είναι να μπαίνεις στη θέση του ομοίου σου (του δικού  σου, του εαυτού σου), αλλά του «άλλου», του διαφορετικού, του αντιπάλου, ακόμα και του εχθρού. Έχει αλήθεια ο Κυρ. Μητσοτάκη την «ενστικτώδη, ζωική αντίδραση οίκτου που προκαλεί σε κάθε φυσιολογικό άνθρωπο η παρουσία σωματικής οδύνης» όπως λέει η Χάνα Άρεντ; Όχι, δεν την έχει. Αν την είχε, θα καταδίκαζε την γενοκτονία στη Γάζα. Θα καταλάβαινε τον πόνο των μανάδων των δεκάδων χιλιάδων παιδιών που δολοφονήθηκαν. Αλλά ο κυρ. Μητσοτάκης θεωρεί τον… όρο «γενοκτονία βαρύ»! Αν είχε ενσυναίσθηση θα αποδοκίμαζε τον ρατσιστικό λόγο των υπουργών του, που επιτίθενται λεκτικά σε δυστυχισμένες υπάρξεις που ξεσπιτώνονται βίαια, θα αντιμετώπιζε αλλιώς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και θα καταργούσε τα φρικτά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αν ένιωθε, θα είχε ένα λόγο αυτοκριτικής και συμπάθειας για τους γονείς των νεκρών των Τεμπών, για τους ευάλωτους πολίτες που πετάγονται στο δρόμο από τα funds και τις τράπεζες.

Αυτός που επικαλείται την Άρεντ την αγνοεί παντελώς. Η Χάνα Άρεντ χαρακτήριζε λαϊκισμό τον πολιτικό τρόπο να μιλάς και να πράττεις στους δημόσιους χώρους χωρίς να σκέφτεσαι, χωρίς να διαλογίζεσαι και να διαλέγεσαι όχι επιχειρηματολογώντας, αλλά μόνο συνθηματολογώντας, χρησιμοποιώντας εκφράσεις κλισέ, ευφημισμούς, ψεύδη και λέξεις που δεν έχουν ως στόχο το διάλογο αλλά τον πόλεμο και την ψυχολογική εξόντωση του αντιπάλου (την «δολοφονία χαρακτήρα»). Γιατί είναι δολοφονία χαρακτήρα να κατηγορείς τους πολιτικούς σου αντιπάλους ως υπαίτιους για το εγκεφαλικό του συνεργάτη σου. Αυτό έκανε ο Κυρ. Μητσοτάκης: «δεν αναγνωρίζει τη σχετικότητα της δικής του αλήθειας, ...στην απολυτότητα της λεκτικής του βίας δεν αισθάνεται την ανάγκη να αποδώσει μια κάποια δικαιοσύνη στον αντίπαλο, αναγκαία προϋπόθεση για έναν μελλοντικό διάλογο, αναγκαίο όρο για τις δημοκρατικές συνθέσεις» επισημαίνει η Χ. Άρεντ.

 Γι’ αυτό ο λόγος του Κυρ. Μητσοτάκη είναι βαθιά διχαστικός. Επιχειρεί να συσπειρώσει τους δικούς του, σ’ αυτούς μόνο απευθύνεται. Σημασία έχουν «οι δικοί», οι ψηφοφόροι-πελάτες. Από εδώ εκκινεί η διαφθορά, η σήψη…