Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2021

Το τέλος του αμερικανικού αιώνα;

 Είκοσι χρόνια μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης και στο Πεντάγωνο με τους 3.000 νεκρούς, η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν σηματοδοτεί μια καμπή στην αμερικανική διεθνή πολιτική. Μέχρι πριν από λίγους μήνες, υπήρχαν αμερικανικές βάσεις σε όλο το Αφγανιστάν. Η ταχύτητα και η κλίμακα της ήττας με την οποία τελείωσε ο μακρύτερος πόλεμος στην ιστορία των ΗΠΑ εγείρει αναπόφευκτα ερωτήματα σχετικά με τη θέση τους στη σύγχρονη ιστορία και αν βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος του λεγόμενου «αιώνα της Αμερικής». Αυτό το ερώτημα αποτυπώνει και το σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού Courrier international που έχει τίτλο: «Το τέλος του αμερικανικού αιώνα;»*. Για το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια διεθνολόγοι όπως ο Τσαρλς Α. Κάπτσαν («Το τέλος της αμερικάνικης εποχής»).

Η φράση «American Century» επινοήθηκε το 1941 από τον εκδότη Henry Luce, σε ένα δοκίμιο στο οποίο πρότεινε τα εξής: «Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν πραγματικά αμερικανικό διεθνισμό και να τον κάνουμε κάτι τόσο φυσικό για εμάς όσο το αεροπλάνο ή το ραδιόφωνο». Σύμφωνα με τον «αμερικανικό διεθνισμό», οι ΗΠΑ θα ήταν ο «χωροφύλακας του κόσμου», διατηρώντας την παγκόσμια τάξη σύμφωνα με ένα καθορισμένο σύνολο κανόνων και επεμβαίνοντας όταν έκριναν απαραίτητο για να δοθεί τέλος στα «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», όπως αυτές τα αξιολογούσαν. Στην πραγματικότητα, ο «χωροφύλακας» του κόσμου ήταν εκεί όπου έπρεπε για να προστατεύει τα συμφέροντα των πετρελαϊκών πολυεθνικών, επιβάλλοντας μια σειρά κανόνων που είχαν σχεδιαστεί εξαρχής για να ωφελήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και μια χούφτα συμμάχων τους. Στη Λατινική Αμερική, η δράση των ΗΠΑ ήταν χωρίς προσχήματα: ο «χωροφύλακας» ενεργούσε ως ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας για τα συμφέροντα συγκεκριμένων πολυεθνικών. Αυτή ήταν η στρατηγική της ηγεμονίας των ΗΠΑ στον κόσμο, που έγινε απόλυτη μετά την πτώση της αντίπαλης υπερδύναμης, της ΕΣΣΔ. Αυτό διήρκεσε μέχρι τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, που επρόκειτο να κορυφώσουν την αμερικανική παρεμβατικότητα, εμπλέκοντας την Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της σε δύο ατελείωτους πολέμους, στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Παράλληλα, η πρόκληση της αραβικής άνοιξης άφησε πίσω της αιματηρό χάος τόσο εκεί που έπεσαν τα παλιά καθεστώτα, όπως η Λιβύη, όσο και εκεί που παρέμειναν, όπως στη Συρία.

Τελικά, η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν σημαίνει το τέλος αυτής της εποχής, το τέλος του ρόλου των ΗΠΑ ως πλανητικού «χωροφύλακα»; Ο Josef Joffe, ο βετεράνος συντάκτης του Die Zeit, καθηγητής διεθνών υποθέσεων στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, θεωρεί ότι το φιάσκο της Καμπούλ «σίγουρα βλάπτει», αλλά «Παρακμή, ωστόσο, αυτό δεν είναι. Οι μεγάλες δυνάμεις παραπαίουν όταν τα υλικά τους περιουσιακά στοιχεία μειώνονται - όπως στην περίπτωση της Βρετανίας τον 20ό αιώνα. Αντίθετα, οι ΗΠΑ παραμένουν η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη, υποστηριζόμενη από το συγκριτικό τους πλεονέκτημα στην τεχνολογία και τον πιο εξελιγμένο στρατό του κόσμου... για να μην μιλήσουμε για την τεράστια πολιτιστική επιρροή τους…». Ακόμη και μετά το Αφγανιστάν, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε όλο τον κόσμο θα εξακολουθήσει να είναι τρομακτική, με σχεδόν 800 βάσεις σε περισσότερες από 70 χώρες. «Οι ΗΠΑ είναι η πιο παρεμβατική μεγάλη δύναμη στη σύγχρονη ιστορία, έτσι ώστε ακόμη και όταν το αμερικανικό εκκρεμές στρέφεται περισσότερο προς τον μη παρεμβατισμό, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρεμβαίνουν σε όλο τον κόσμο», αναφέρει ο Ντόμινικ Τίρνεϊ, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Κολέγιο Swarthmore και συγγραφέας του The Right Way to Lose a War: America in a Age of Unwinnable Conflicts.

«Ένας από τους μεγάλους κινδύνους για την ανάλυση που επιδιώκει να ασκήσει κριτική στον ιμπεριαλισμό είναι η υπόθεση ότι μόνο η Δύση, και μόνο οι ΗΠΑ, έχουν αυτοκρατορικές φιλοδοξίες και εύρος. Αυτό είναι λάθος», δήλωσε η Priyamvada Gopal, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. «Μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα, αν ο κόσμος τα καταφέρει να φθάσει ως εκεί, το κέντρο της αυτοκρατορικής δύναμης θα έχει μετατοπιστεί εντελώς… το κέντρο βάρους του καπιταλισμού μετατοπίζεται προς τα νότια και εμφανίζονται παίκτες από τη Ρωσία και την Κίνα μέχρι την Ινδία».

Οι λόγοι της απόσυρσης από το Αφγανιστάν

Τι επίσπευσε την αλλαγή της παρεμβατικής στρατηγικής των ΗΠΑ; Ένα από τα λίγα κοινά σημεία που είχαν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζο Μπάιντεν ήταν η αποφασιστικότητά τους να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν. Ο Μπάιντεν ολοκλήρωσε την απόσυρση που συμφώνησε ο Τραμπ με τους Ταλιμπάν τον Φεβρουάριο του 2020 στη Ντόχα.

Σύμφωνα με την οπτική του Κάπτσαν οι λόγοι είναι οικονομικοί και έχουν σχέση με την αντιπαράθεση με την Κίνα. Κατ’ άλλους αναλυτές, η επίσπευση οφείλεται στη νέα απειλή που επικρέμεται πάνω από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως γράφει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πάκερ (The Atlantic): «Είκοσι χρόνια μετά τις 11 Σεπτεμβρίου, δεν είμαστε πλέον εκείνοι οι Αμερικανοί που πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε να τους συμβεί, και οι οποίοι, όταν ήταν απελπισμένοι, πέρασαν τον ωκεανό για να απαλλάξουν τον κόσμο από τα «τέρατα». Οι ειδικοί θεωρούν πλέον ότι οι «λευκοί» στο έδαφος των ΗΠΑ συνιστούν μεγαλύτερο κίνδυνο από την ισλαμική τρομοκρατία. Ο νέος αγώνας που διεξάγεται τώρα είναι να σωθεί η δημοκρατία μας». «Η 11η Σεπτεμβρίου δημιούργησε την ιδέα ότι η ασφάλεια στο αμερικανικό έδαφος εξαρτάται από την εδραίωση των δημοκρατικών αξιών στον μουσουλμανικό κόσμο…», γράφει ο Τζορτζ Πάκερ. Τελικά, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας «στοίχησε στη δημοκρατία μας», αναφέρει ο πρώην δημοσιογράφος της Guardian**, Σπένσερ Άκερμαν.

Από ποιον όμως κινδυνεύει η αμερικανική δημοκρατία; Ποιοι είναι οι «λευκοί» που την απειλούν; Η πρώτη απάντηση είναι συνυφασμένη με μία εικόνα: την εισβολή των οπλισμένων οπαδών του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο. Στο βιβλίο, Reign of Terror: How the 9/11 Epra Destabilized America and Produced Trump, ο πρώην δημοσιογράφος της Guardian, Spencer Ackerman, υποστηρίζει ότι η χειρότερη ζημιά προκλήθηκε από τον «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και τις υπερβολές του: βασανιστήρια, μαζική παρακολούθηση, μιλιταρισμός και αυταρχισμός. «Από όλα τα ατελείωτα κόστη της τρομοκρατίας, το πιο σημαντικό είναι το λιγότερο μετρημένο: τι στοίχησε ο πόλεμος στη δημοκρατία μας», γράφει ο Άκερμαν. Οι υπερβολές των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ από τα βασανιστήρια στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν έως και το Γκουαντάναμο προκάλεσαν αποστροφή στην διεθνή και κατ' επέκταση στην αμερικανική κοινή γνώμη. Πριν η εικόνα των ΗΠΑ στον κόσμο ως δημοκρατικής δύναμης "επέστρεφε" στο εσωτερικό, λειτουργώντας ως στοιχείο "περηφάνιας" και συνοχής, τώρα δημιουργούσε "ντροπή". Επιπλέον, η αμερικανική κοινωνία μαζί με την οικονομική και υγειονομική κρίση, παρουσίασε σημάδια αποσύνθεσης, που κορυφώθηκαν με την εμφύλια αντιπαράθεση μετά το θάνατο του Τζορτζ Φλόυντ.

Σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Άρλι Χόστσιλντ η προοπτική ανόδου των «κάτω», η «μηχανή ονείρων» που συνιστούσε το όραμα της κοινωνικής ανόδου των Αμερικανών έχει εκλείψει σήμερα τελεσίδικα. Οι συνεχώς αυξανόμενες ανισότητες διαλύουν τις «μεσαίες» τάξεις που συμπιέζονται προς τα κάτω. Αντί όμως η ενίσχυση των «από κάτω» να δημιουργήσει κι ένα ισχυρό «πολιτικό Εμείς», συμβαίνει το αντίθετο. Οι θετικές διακρίσεις (affirmative action), που αφορούν προνόμια για το 10% των «μη λευκών» Αμερικανών, λειτουργούν αρνητικά για τους φτωχούς λευκούς, που αισθάνονται να αδικούνται και έτσι στρέφονται εναντίον των Μαύρων, καθιστάμενοι ρατσιστές μέσω μιας κατευθυνόμενης κεντρικής πολιτικής***. Ένα μέτρο κατά του ρατσισμού, έφθασε να ενισχύει τον ρατσισμό. Αυτό εκμεταλλεύτηκε ο Τραμπ για να προσελκύσει τους λευκούς εργαζόμενους και να απελευθερώσει τα ρατσιστικά τους στερεότυπα. Παρουσίασε ως «εχθρούς», όχι βέβαια το οικονομικό σύστημα που δημιουργεί τις τεράστιες ανισότητες, τσακίζοντας τη μεσαία τάξη και τους εργαζόμενους, αλλά τους «Άλλους», πρωτίστως τους Μαύρους, και στη συνέχεια τους μετανάστες, τους ομοφυλόφιλους κ.ά. Αυτή η βαθειά κοινωνική διαίρεση ενισχύθηκε από την ακροδεξιά ρητορική του Τραμπ για τη δήθεν αλλοίωση της αμερικανικής ταυτότητας, αλλά και με το θετικό σύνθημα «να κάνουμε την Αμερική ξανά μεγάλη». Ως εάν για την παρακμή των ΗΠΑ να ευθύνονται οι Αφροαμερικανοί, οι Λατίνος, οι μετανάστες και οι ομοφυλόφιλοι! Τελικά, ο Τραμπ (έχοντας ως συμμάχους οικονομικά συμφέροντα αλλά κυρίως την προτεσταντική ακροδεξιά) ανέβασε την «ιδεολογική» θερμοκρασία της πολυεθνικής και πολυφυλετικής αμερικανικής κοινωνίας, δημιουργώντας συνθήκες τήξης και αποσύνθεσης. Γι’ αυτό ο Τζο Μπάιντεν παρά το γεγονός ότι δεν είναι κάτι ιδιαίτερο ως προσωπικότητα, θεωρείται από το σύστημα χρήσιμος. Ο Μπάιντεν θα προσπαθήσει «…πολιτισμικά να ‘ρίξει’ τη θερμοκρασία. Χρειάζεται μια ειλικρινής προσπάθεια για να επουλωθεί η βαθιά διαίρεση του κοινωνικού συνόλου», λέει ο Τζορτζ Στεφανόπουλος(«Καθημερινή», 25/10/2020). Ο στόχος είναι να σωθεί η "αμερικανική δημοκρατία" από τον απολυταρχισμό και τον νεοφασισμό, που εκφράζει ο "τραμπισμός"...

*https://www.courrierinternational.com/article/geopolitique-du-11-septembre-la-defaite-en-afghanistan-la-fin-du-siecle-americain

**https://www.theguardian.com/us-news/2021/aug/21/after-the-chaos-in-kabul-is-the-american-century-over

***Homo Americanus, 2008


Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2021

Εμείς και ο Μίκης

 Πώς να καταλάβουν; Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης έλεγε πως «ήθελα με χαρά να πεθάνω στη μάχη», έλεγαν «ο σαλός». Όταν ο Μίκης αφηγούνταν, έλεγαν «ο παραμυθάς». Μιλούν οι α-νόητοι για… «παραμυθάδες» την εποχή που η Εμπειρία είναι πλέον απόλυτα συναρτημένη με την αφήγησή της, όταν το «πολιτικό» δεν είναι παρά μία επινόηση, που η πολιτική δράση (το μόνο πραγματικό) «τρυπάει»(Μπαντιού). Τι απομένει όταν ο πομφόλυγας εξαερωθεί; «η συνάθροιση, ο δεσμός, η σχέση» (το συν-είναι). Αυτός ο δεσμός-ιστός είναι η ιδεολογική δοξασία. Δηλαδή όταν σκάσει ο μύθος, μέσα βρίσκουμε έναν άλλο μύθο (μπάμπουσκα), την ιδεολογία που συνέχει την κοινωνία(Alain Badiou, Η πολιτική και η λογική του συμβάντος, Πατάκης). 

Οι Μπαντιού και Ζίζεκ μιλούν για την «υπεραπόλαυση» της θυσίας(Λακάν). Μόνο έτσι μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί ο Μίκης Θεοδωράκης και οι σύντροφοί του πήγαιναν στη μάχη ευτυχισμένοι. Πίστευαν βαθιά σε μια δίκαιη κοινωνία, σε μια ελεύθερη Ελλάδα. Πίστευαν ότι ενέγραφαν με το θάνατο το όνομά τους στην Αθανασία.

Ο Ρεζίς Ντεμπρέ έγραφε ότι μια κοινωνία χρειάζεται μια καταγωγή, ένα ιδεώδες, ένα τοτέμ, μια υπέρτατη αρχή, μια συνέχεια, μια αφήγηση(να πάλι η αφήγηση), μια γενεαλογία, περισσότερο ή λιγότερο φανταστικές(ιδού πάλι η μυθοπλασία) και τέλος μια εσωτερική ιεραρχία (το ιερό, το άβατο). Με άλλα λόγια, η πίστη συμβάλει στη φαντασιακή κατασκευή του Εμείς, που μπορεί να είναι μια κοινότητα ή ένα έθνος. Όμως χρειάζονται αποστάσεις τόσο από τους φονταμενταλιστές όσο και από τους φανατικούς, δηλαδή τους ανορθολογικούς, αποστάσεις από τους Ροβεσπιέρους του ορθού λόγου όσο και από τους ιεροεξεταστές ή τους τζιχαντιστές των λογής πίστεων. 

Οι βιογράφοι

Μετά τους «α-νόητους» έρχονται οι βιογράφοι, οι «κλέφτες βίων». Αυτοί που θα αναρτήσουν τη φωτογραφία τους με τον μεγάλο νεκρό. Που θα αφηγηθούν στιγμές μαζί του (το έκανα αυθόρμητα κι εγώ). Θυμήθηκα τον Ντάνιελ Κέλμαν (Εγώ και ο Καμίνσκι, Καστανιώτης). Ο βιογράφος κλέβει από τη δόξα του βιογραφούμενου. Αλλά συγχρόνως, ο κλέφτης (όπως οι κλέφτες της Βιέννης του Φρόυντ) αφήνει κάτι από την ψυχή στον τόπο της κλοπής. Είναι ο «βιογράφος του» ζωγράφου. Του ανήκει. Η ουσία του μυθιστορήματος είναι η σχέση εξουσίας του Καμίνσκι με τους γύρω του. Ο τίτλος «Εγώ και ο Καμίνσκι» απηχεί ακριβώς τη διαπάλη του Εγώ του βιογράφου με το Άλλο, που είναι ένα τεράστιο Εγώ. Ο βιογράφος νομίζει ότι απαγάγει τον Καμίνσκι και μέσα από μία περιπετειώδη προσπάθεια επιχειρεί να τον πάει κοντά στο μεγάλο του έρωτα. Ο μεγάλος έρωτας όμως του Καμίνσκι δεν ήταν παρά ένας απλός έρωτας, που έγινε «μεγάλος» γιατί το "θύμα" του είχε διαφύγει, είχε απελευθερωθεί από τη γοητεία του διάσημου καλλιτέχνη. Ο έρωτας έγινε «μεγάλος» γιατί διέλυσε την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του μεγάλου καλλιτέχνη. «Τότε είχα νομίσει ότι θα πέθαινα», λέει ο Καμίνσκι. «Νομίζεις ότι ζεις. Και, ξαφνικά, χάνονται τα πάντα. Η τέχνη δεν σημαίνει τίποτα. Όλα είναι ψευδαίσθηση. Και το ξέρεις, και δεν μπορείς παρά να συνεχίσεις». Η τέχνη δεν σημαίνει, λοιπόν, τίποτα αφού από την απόχη της μπορούν και διαφεύγουν κάποιες θαυμαστές πεταλούδες. Η τέχνη δεν είναι παντοδύναμη, δεν είναι ανίκητη. Άρα, μπορεί άνετα να νικηθεί από το χάρο. Η αθανασία μέσω της τέχνης είναι, τελικά, μία ψευδαίσθηση. Μόνο που η προσωπική ιστορία κάποιου, η βιογραφία του, η ζωή του η ίδια είναι η βίωση αυτών των ψευδαισθήσεων και ενδεχομένως η διάψευσή τους. Απέναντι στο μεγάλο Εγώ του γηραιού καλλιτέχνη βρίσκεται το μικρό Εγώ του βιογράφου και της κόρης. Αυτών που ζουν στη σκιά του μεγάλου Εγώ. Η φαινομενικά δυναμική κόρη του ζωγράφου «ζήλευε την Τερέζ», τον μεγάλο του έρωτα, «Επειδή δεν είχε ζήσει άλλη ζωή εκτός από τη ζωή του (διάσημου καλλιτέχνη πατέρα της), επειδή κι εκείνη ήταν χωρίς παρελθόν. Όπως κι εγώ (σ.σ. ο βιογράφος)», γράφει ο Κέλμαν.

Τελικά, όλα είναι ψευδαίσθηση; Και αν είναι, τότε τι είναι η πραγματικότητα; «Η πραγματικότητα μεταβάλλεται με κάθε βλέμμα, κάθε δευτερόλεπτο. Η προοπτική είναι μια συλλογή από κανόνες, για να μπορέσουμε κάπως να συμμαζέψουμε αυτό το χάος. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο», γράφει ο Μπαντιού. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο «το φως πρέπει να περάσει μέσα από πάρα πολλούς φακούς πριν θεωρήσουμε μια εικόνα ρεαλιστική». Αλλά θα το πιστεύατε ποτέ; Ένας ζωγράφος που ζωγράφισε τη θάλασσα, δεν την είχε δει ποτέ στη ζωή του! Λέτε γι’ αυτό να τη ζωγράφιζε όπως δεν την «έβλεπε» κανείς άλλος; Ίσως. Αλλά ο Μίκης ήταν πιο στοχευμένος, πιο πολιτικός. Δεν ήταν μόνο ένας "μυθοπλάστης", ήταν και πολιτικός. Και με την πολιτική του δράση διέλυε το μύθο του, αποκαλύπτοντας την ιδεολογία του, το βλέμμα του, το αντιφατικό ένδον του. Ο Μίκης μας έκανε να δούμε τον «άλλο» και εντέλει τον εαυτό μας με εργαλείο τις νότες, τη μουσική του, τη δική του οπτική, μέσα από την «όμορφη πόλη», τις «θαλασσινές σπηλιές», τον «καημό», τον «Επιτάφιο», τη «ρωμιοσύνη», το «άξιον εστί», το "χάθηκα". Ο Μίκης μας έδωσε τον τρόπο ν’ ανταμώνουμε, να ερωτευόμαστε, ν’ αγαπάμε αλλά και να χανόμαστε χαρούμενα, να γλεντάμε τις ήττες μας, να μοιραζόμαστε τις νίκες μας. Αυτό το τεράστιο Εγώ μας έμαθε τη χαρά να είμαστε Εμείς



Το «Εμείς» του Μίκη και ο ναρκισσισμός του Κυριάκου

 Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αποδοκιμάστηκε στην τελετή αποχαιρετισμού του Μίκη Θεοδωράκη. Θεώρησε ότι αυτό έγινε κατόπιν οργανωμένου σχεδίου. Γιατί δεν πιστεύει ότι μπορεί να υπάρχει κάποιος άνθρωπος στη χώρα που μπορεί να μην τον θαυμάζει. Του το λένε καθημερινά οι σύμβουλοι του. Αυτός είναι, εξάλλου, ο ρόλος των συμβούλων, όλων των συμβούλων, να τροφοδοτούν το Εγώ του «αρχηγού». Αυτός είναι ο ρόλος των εξωνημένων μίντια. Γι’ αυτό η αποδοκιμασία του κόσμου εξέπληξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Γιατί κανένας μετανεωτερικός νάρκισσος δεν "χωράει" στον ψυχισμό του την αυθόρμητη αποδοκιμασία. Γιατί κάθε παθολογικός νάρκισσος με εύθραυστη αυτοεκτίμηση είναι απόλυτα αρνητικός στην κριτική. Προβάλει παιδικές δικαιολογίες, κλείνεται μέσα στα ψεύδη και ρίχνει την ευθύνη στους άλλους. «Εσύ τους έφερες να με βρίσουν», λέει στον Δ. Κουτσούμπα! 

Όμως το φαινόμενο του αυξημένου ναρκισσισμού δεν περιορίζεται στον Κυρ. Μητσοτάκη ούτε μόνο στους πολιτικούς, είναι γενικευμένο αποτέλεσμα της «ναρκισσιστικοποίησης» της κοινωνίας, όπως λένε οι μελετητές. Παλιότερα μιλούσαμε για "ατομικισμό". Η σημερινή καπιταλιστική καταναλωτική κοινωνία παράγει νάρκισσους, που ψηφίζουν τους εκπροσώπους τους. Αυτό εξηγεί γιατί οι εκλογείς αφήνονται να σαγηνευθούν από ανθρώπους ανοιχτά ρατσιστές, σεξιστές και ικανούς να ψεύδονται ανοιχτά, όπως ο Τραμπ, ή όπως ο Μπολσονάρου,  ο Όρμπαν κ.ά.

Υπήρξε, έγραφε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, «μια αλλαγή στην καπιταλιστική κοινωνία, η οποία ήταν, την ίδια στιγμή, μια αλλαγή του τύπου ατόμων που παρήγαγε όλο και περισσότερο αυτή η κοινωνία. Αυτή η αλλαγή των ατόμων προήλθε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης –συνδικάτα, κόμματα κ.λπ.-, ...προήλθε όμως και από την ικανότητα του καπιταλισμού, αυτή την περίοδο, να προσφέρει ένα αυξανόμενο επίπεδο ζωής, με την είσοδό του στην περίοδο του καταναλωτισμού. Οι άνθρωποι γύριζαν την πλάτη, για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση, στα κοινά συμφέροντα, στις κοινές δραστηριότητες, στις δημόσιες δραστηριότητες –αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη…». Θα προσθέσουμε εδώ και τον ουσιώδη ρόλο των μίντια, ειδικά της τηλεόρασης. Ριάλιτι και εμπομπές τροφοδοτούν την κουλτούρα της Εγωπάθειας και του ναρκισσισμού, της αναγνώρισης μέσω της έκθεσης ακόμη και μέσω της αυτοξεφτίλας.  
Ο Κρίστοφερ Λας(1978) ανέλυσε τους κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες που δημιούργησαν την «κουλτούρα του ναρκισσισμού». Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πλέον να επενδύσει σε τίποτα έξω από τον εαυτό του. Η πολιτική δεν αποτελεί πλέον γι' αυτόν σημείο αναφο­ράς, στο οποίο θα μπορούσε να αφιερωθεί με πάθος και να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του. Τί απομένει; Η υπερεπένδυση στο Εγώ, η αυτολατρία, η Εγωπάθεια, ο ναρκισσισμός και η ιδιώτευση. Για την ιδιώτευση, για την «απόσυρση από την πολιτική» των πολιτών μιλούσε και ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο παλαιός νάρκισσος τραγουδώντας Ελύτη, Ρίτσο και Λειβαδίτη, βυθιζόταν στη θάλασσα του Εμείς. Ο σύγχρονος νάρκισσος ζει σ' ένα αδιάστατο παρόν, σ’ ένα εδώ και τώρα, ακούγοντας μόνο τον εαυτό του. «Σπίτι μου ακούω τον εαυτό μου» έλεγε ο Mad Clip. Αυτός που εξέφραζε τον σύγχρονο αυτοαναφορικό ιδιώτη με τα… ακριβά γούστα: «Θέλω κότερα, ελικόπτερα, θέλω οικόπεδα/Γούστα ακριβά, έχω γούστα ακριβά…/Mix-άρω τη κόκα με τη σόδα βγάζω έσοδα/Με γουστάρουν τα μ* φορτώνω τα ξέκωλα, ξέκωλα/AK σκάμε σα το Hezbollah/Δε μασάμε μες το VIP με τα περίστροφα/Μεσ’ σε λίγα χρόνια έχω κάνει τα απίστευτα…». Αυτή η καταναλωτική, σεξιστική, υπερεγωτική ναρκοκουλτούρα εξαλείφει την αίσθηση της συνέχειας, της «διαδοχής των γενεών που είναι ριζωμένες στο παρελθόν και επεκτείνονται στο μέλλον»(Κρίστοφερ Λας) και ενισχύει τη λογική του στιγμιαίου, του «εδώ και τώρα» και, βεβαίως, την ιδεολογία του νεοφασισμού. 

Οι συνέπειες του ναρκισσισμού (άλλοι μιλούν για υπερ-ατομικισμό) είναι εμφανείς πλέον παντού. Για να «επιτύχεις» επαγγελματικά ή στην ιδιωτική ζωή, πρέπει να βγεις μπροστά. Αυτό είναι έκδηλο στα κοινωνικά δίκτυα και στα τηλεριάλιτι, ή στις οικογένειες όπου τα ζευγάρια είναι όλο και περισσότερο εφήμερα, και πολύ περισσότερο στους εργασιακούς χώρους, όπου υπάρχει όλο και μεγαλύτερη πίεση και μία ψυχική οδύνη συνδεδεμένη με την «ηθική παρενόχληση» και το burn out(«εγκεφαλικό κάψιμο»). Οι κοινωνικοί κανόνες είναι επικεντρωμένοι στο "φαίνεσθαι" γι’ αυτό διευκολύνουν τη συκοφαντία και τις απάτες, καθώς καθένας οφείλει να κάνει την αυτοπροώθησή του, ακόμα και σε βάρος της αλήθειας, ακόμα και σε βάρος του άλλου, «σκοτώνοντάς» τον συμβολικά, δολοφονώντας τον χαρακτήρα του, δηλαδή την εικόνα του.

Το έχουμε ξαναγράψει πως η πολιτιστική αλλαγή είναι καίριας σημασίας για την πολιτική αλλαγή. Απέναντι στην κουλτούρα του άκρατου ατομικισμού και του παθολογικού ναρκισσισμού, η απάντηση είναι η κουλτούρα της συλλογικότητας, του μοιράσματος και της αλληλεγγύης. Αυτό το "Εμείς" μας έμαθε ο Μίκης Θεοδωράκης. Η κουλτούρα της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης είναι η απάντηση στο ναρκισσισμό που εκφράζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και, ασφαλώς, το παράδειγμα πολιτικών, όπως ο Χοσέ Μουχίκα, ο φτωχός πρόεδρος της Ουρουγουάης(2010-2015), που δεν έπεσε στην παγίδα του ναρκισσισμού της εξουσίας…


Κυριακή, 29 Αυγούστου 2021

Κλείνουν σχολές κι αλλάζουν τον χαρακτήρα της Παιδείας

 «Έμειναν εκτός σχολών 40.229» υποψήφιοι γράφει η φιλοκυβερνητική ΕΣΤΙΑ. Fake news απαντά το υπουργείο Κεραμέως. Η αρχιτεκτονική σχολή Ξάνθης και πολλές άλλες σχολές δεν έχουν κανέναν ή έχουν ελάχιστους πρωτοεισερχόμενους φοιτητές λόγω της ελάχιστης βάσης εισαγωγής. Fake news επιμένει επίσημα το υπουργείο Κεραμέως. Ανεπίσημα διακινούνται στα φιλικά μέσα ενημέρωσης οι επερχόμενες αλλαγές: Το κλείσιμο πανεπιστημιακών τμημάτων και σχολών. Το προαναγγέλλει ο πρωτοσέλιδος τίτλος της Καθημερινής: «Οι βάσεις φέρνουν ανατροπές στα ΑΕΙ-Αναδιάταξη τμημάτων…». «Η αναγκαιότητα επανασχεδιασμού του ακαδημαϊκού χάρτη των 450 τμημάτων ΑΕΙ αναδείχθηκε εμφατικά μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής», γράφει η εφημερίδα. Όμως σ' αυτή την εξέλιξη οδήγησε η κυβερνητική πολιτική.

Κι έρχεται η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ να «χρωματίσει» την εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης: «Προς λουκέτο δεκάδες πανεπιστημιακές σχολές που ιδρύθηκαν επί υπουργίας Γαβρόγλου». Το θέμα, λοιπόν, ήταν να χτυπηθεί η πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης; Αστειότητες. Απλώς η κυβέρνηση στέλνει τους υποψήφιους στους παραδοσιακούς πελάτες της, στα ιδιωτικά ΙΕΚ και στα ιδιωτικά κολέγια των οποίων τα πτυχία εξομοίωσε, πέρυσι, με αυτά των δημόσιων πανεπιστημίων.

«Κατάργηση τμημάτων-Προτάσεις με βάση τις ανάγκες της αγοράς-αλλαγές στην ελάχιστη βάση εισαγωγής» είναι το τρίπτυχο της κυβερνητικής πολιτικής στην Παιδεία, σημειώνει η καλά πληροφορημένη «Καθημερινή». Η κατάργηση τμημάτων θα γίνει εκ των πραγμάτων, αφού δεν θα έχουν φοιτητές. Αλλά τι σημαίνουν οι «αλλαγές στην ελάχιστη βάση εισαγωγής»; Ότι οι φετινές βάσεις ήταν λάθος; Κατόπιν τούτου όσοι φέτος απέτυχαν(για την ακρίβεια σφαγιάστηκαν) που θα βρουν το δίκιο τους; Όσο για τις «προτάσεις με βάση τις ανάγκες της αγοράς», αυτές ανάγονται στην ιδεοληπτική αγκύλωση των νεοφιλελεύθερων σύμφωνα με την οποία όλα πλέον διέπονται από την θεότητα «Αγορά», μια αγορά χωρίς όρια και «ηθική». Αυτή είναι η βασική διαφορά του φιλελευθερισμού από τον νεοφιλελευθερισμό. Ο πρώτος έχει όρια και "ηθική", ο δεύτερος όχι. Ο επινοητής της «αόρατης χείρας» της αγοράς, ο Άνταμ Σμιθ ήταν καθηγητής της Ηθικής Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Σύμφωνα με τον Αμάρτυα Σεν και τον Σκοτ Μηκλ, η ηθική παράδοση της οικονομικής σκέψης ξεκινάει από τον Αριστοτέλη («Ηθικά Νικομάχεια») που συσχέτιζε το αντικείμενο των οικονομικών (τον πλούτο) με τους ανθρώπινους σκοπούς. Με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, όμως, η «ηθική» αυτή παράδοση απωθήθηκε υπέρ της «μηχανικής» παράδοσης που δεν αφορά τελικούς σκοπούς και ερωτήματα, όπως για το «πως πρέπει κάποιος να ζει» ή «πως μπορεί να αναπτυχθεί ο αγαθός άνθρωπος», αλλά ενδιαφέρεται μόνο για τα ζητήματα διαχείρισης (logistics). Γι’ αυτό στους νεοφιλελεύθερους, όπως ο Μητσοτάκης και η Κεραμέως, η εκπαίδευση δεν έχει ως στόχο να φτιάξει καλούς ανθρώπους και πολίτες, αλλά να κάνει καλούς λογιστές, καλούς μηχανικούς, καλούς τεχνίτες, εξειδικευμένους τουριστικούς υπαλλήλους κ.ά. Η αγοραία αντίληψη για την εκπαίδευση είναι συνυφασμένη με την κυρίαρχη ιδεολογία της αγοράς, αυτή που έχει καταντήσει την Ελλάδα και τον κόσμο στο σημερινό χάλι, καθώς έχει μετασχηματίσει την αστική δημοκρατία σε στυγνή ολιγαρχία. Γι' αυτό δεν μπορούν τα ΑΕΙ και η εκπαίδευση εν γένει να τίθενται στην υπηρεσία της ηγεμονίας μιας πολιτικής κουλτούρας που είναι γητεμένη από τον πιο βάρβαρο καπιταλισμό, στη μανιακή νεοφιλελεύθερη εκδοχή του.

Ήδη από το 1958 η Χάνα Άρεντ έλεγε πως «Αν αποδεικνυόταν αλήθεια πώς η γνώση και η σκέψη έχουν χωρίσει οριστικά, τότε θα γινόμαστε πράγματι ανίσχυροι δούλοι... αστόχαστα πλάσματα στο έλεος της κάθε συσκευής που είναι τεχνικά δυνατή, αδιάφορο πόσο είναι φονική…». Επιπροσθέτως, αν θέλουμε πραγματικά ελεύθερους ανθρώπους και όχι χειραγωγημένους εργάτες που συναινούν ακόμα και στο βιασμό τους, θα πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας αυτό που έλεγε ο Λέων Τολστόι, ότι δηλαδή «Οι κυβερνήτες και οι πλούσιοι εξουσιάζουν τους εργάτες μόνο επειδή και οι εργάτες επιθυμούν το ίδιο, με αυτούς τους ίδιους τρόπους να εξουσιάζουν τον αδελφό τους εργάτη. Για τον λόγο αυτόν –επειδή ταυτίζονται μαζί τους απέναντι στη ζωή- οι εργάτες δεν μπορούν να εξεγερθούν σε μία πραγματική επανάσταση εναντίον των καταπιεστών τους… (γιατί) μέσα του(σ.σ. στον εργάτη) υπάρχει η συναίσθηση ότι κι αυτός θα έκανε το ίδιο, ή το κάνει κιόλας έστω σε μικρότερο βαθμό απέναντι στ’ αδέλφια του… Αν οι εργάτες δεν ήταν το ίδιο καταπιεστές… ζούσαν αδελφικά… θυμούνταν και βοηθούσαν τους άλλους, κανείς δεν θα μπορούσε να τους σκλαβώσει…». Να, λοιπόν, πως μπορεί η παιδεία να λειτουργήσει υπέρ της ελευθερίας και της δημοκρατίας, διαμορφώνοντας μια κουλτούρα αδελφοσύνης και αλληλεγγύης, μία κουλτούρα αγάπης και μετριοπάθειας, αλλά και γνωρίζοντας ο καθένας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του, γιατί, όπως έλεγε ο Etienne de la Boetie το 1549, «Οι τύραννοι είναι μεγάλοι, επειδή εμείς είμαστε στα γόνατα»(Περί εθελοδουλείας). Τι θέλει, όμως, η κυβέρνηση; Όχι ασφαλώς το κριτικό, στοχαστικό και δημοκρατικό πολίτη, αλλά ένα φοβισμένο, καθηλωμένο άτομο. Όχι έναν άνθρωπο δημιουργό, αλλά έναν άνθρωπο-εξάρτημα της μηχανής, έναν άνοα δούλο, για τον οποίο η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και νήμα.


Τρίτη, 17 Αυγούστου 2021

Αφγανιστάν: Συμμαχία ΗΠΑ-Ταλιμπάν;

 Χάος στην Καμπούλ. Οι Αμερικανοί στρατιώτες αποχωρούν. Ο πρόεδρος της χώρας Γκανί διέφυγε σε γειτονική χώρα παίρνοντας μαζί του ένα ελικόπτερο και μερικά αυτοκίνητα γεμάτα χρήματα. Οι ηγέτες των Ταλιμπάν, αυτά τα άσπαγα πρόσωπα, φωτογραφίζονται στο προεδρικό μέγαρο. Παντού πανικός. Γυναίκες και άντρες προσπαθούν να φύγουν με κάθε τρόπο, ακόμα και κρεμασμένοι από τις ρόδες μεταγωγικών αεροπλάνων. Πέφτουν. Οι εικόνες μεταδίδονται σε όλο τον κόσμο και προκαλούν φρίκη. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν επιστρέφει από τις διακοπές του για να διαχειριστεί την μεγαλύτερη κρίση της υπερδύναμης μετά την ήττα στο Βιετνάμ και την πτώση της Σαϊνγκόν στα χέρια των Βιετκόγκ. Μιλάει για κόστος σε χρήματα και ζωές στρατιωτών. 2,6 τρισεκατομμύρια δολάρια κόστισε μέχρι σήμερα στις ΗΠΑ ο 20ετής πόλεμος στο Αφγανιστάν, ενώ σκοτώθηκαν εκεί 2.400 Αμερικανοί στρατιώτες.

Η μόνη αυτοκριτική του Αμερικανού προέδρου αφορούσε στη μη πρόβλεψη της ταχύτητας με την οποία κατέλαβαν το Αφγανιστάν η Ταλιμπάν, ενώ συγχρόνως επέρριψε την ευθύνη στον Αφγανικό στρατό (και κατ’ επέκταση στον λαό του Αφγανιστάν) ότι ήταν απρόθυμοι να «πολεμήσουν» τους Ταλιμπάν! «Τα αμερικανικά στρατεύματα δεν μπορούν και δεν πρέπει να πολεμήσουν και να πεθάνουν σε έναν πόλεμο που οι αφγανικές δυνάμεις δεν είναι διατεθειμένες να διεξάγουν από μόνες τους», είπε ο Τζο Μπάιντεν. Ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ακόμα ότι ήταν αντιμέτωπος με μια επιλογή: είτε να συνεχίσει την απόσυρση είτε να οδηγήσει τη σύγκρουση στην τρίτη δεκαετία της και, τελικά, να θυσιάσει περισσότερες αμερικανικές ζωές. Κατά τη γνώμη του ο σκοπός του πολέμου είχε επιτευχθεί και ήταν καιρός να γίνει η αποχώρηση. «Η αποστολή μας στο Αφγανιστάν δεν προοριζόταν ποτέ να οικοδομήσει έθνος», είπε, υποστηρίζοντας ότι είχε σκοπό να αποτρέψει την πραγματοποίηση τρομοκρατικών επιθέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πόσο κοντά στην αλήθεια είναι όλα αυτά; Όσο η απόσταση της Ουάσιγκτον από την Καμπούλ. Οι Αμερικανοί αποφάσισαν (η απόφαση ήταν της κυβέρνηση Τραμπ) αντί να ξοδεύουν τόσα χρήματα ότι είναι καλύτερα να συμμαχήσουν με τους Ταλιμπάν, όπως έκαναν και στο παρελθόν. Τότε είχαν χρησιμοποιήσει τους φανατικούς μουσουλμάνους εναντίον των Σοβιετικών, τώρα θέλουν να τους χρησιμοποιήσουν εναντίον των Κινέζων. 

Και για όποιον αμφιβάλλει: Ο εικονιζόμενος στη φωτογραφία Αμπντούλ Γκάνι Μπαραντάρ, είναι ο επικεφαλής των Ταλιμπάν, που ήταν φυλακισμένος στο Πακιστάν και αφέθηκε ελεύθερος από τον επιτετραμμένο των ΗΠΑ στην περιοχή το 2018. Είναι πολύ γνωστός στην προηγούμενη κυβέρνηση Τραμπ αφού ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, τον συνάντησε στη Ντόχα τον Νοέμβριο του 2020, στο πλαίσιο των δια-αφγανικών ειρηνευτικών συνομιλιών. 

 Σύμφωνα με την Le Monde Diplomatique (https://www.monde-diplomatique.fr/2016/02/SOUCHON/54701), το Αφγανιστάν έχει συχνά χρησιμεύσει ως θερμοκοιτίδα μουσουλμάνων τζιχαντιστών που υποστηρίχτηκαν από τις ΗΠΑ εναντίον των Σοβιετικών. Ο Ιορδανός Abu Moussab Al-Zarkaoui, που θεωρείται ως «πατέρας » του ISE, παρέμεινε στο Αφγανιστάν μέχρι το 1993. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, ιδρυτής της Αλ Κάιντα, εστάλη από τις μυστικές υπηρεσίες της Σαουδικής Αραβίας στο Πεσαβάρ, στο Πακιστάν, για να υποστηρίξει τον αγώνα των Μουτζαχεντίν. Ο Αλγερινός Μοχτάρ Μπελμοχτάρ, ηγέτης της Αλ Κάιντα στο Ισλαμικό Μαγκρέμπ (AQIM), κυνηγούσε τους Αφγανούς συμμάχους της Σοβιετικής Ένωσης ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, στη συνέχεια επέστρεψε στην Αλγερία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και πολέμησε με τη GIA, ενώ στη συνέχεια εντάχθηκε στην Αλ Κάιντα. Όλοι αυτοί και οι οργανώσεις τους «αντιμετωπίζονταν ευνοϊκά από τη Δύση, εφόσον εξυπηρετούσαν τους στρατηγικούς σκοπούς της», γράφει η Le Monde Diplomatique. Μετά, όταν πλέον δεν τους χρειάζονταν, τονίστηκε ο θρησκευτικός φανατισμός τους και η βαρβαρότητά τους. Τώρα που τους χρειάζονται, ξανά, θα τους αναγνωρίσουν(ήδη συμβαίνει) και θα τους ενισχύσουν. Το έκαναν στην Αφρική, όπου η εδώ και πολλά χρόνια υπάρχει η άτυπη σύγκρουση Δύσης και Κίνας. Η ανατροπή του Καντάφι έγινε σε συμμαχία των δυτικών μ’ ένα παρακλάδι της Αλ-Κάιντα στη Λιβύη! Η ρεαλιστική πολιτική ή αλλιώς ο «αμερικανικός Πραγματισμός» με κριτήριο τον πιο κυνικό οικονομικό ωφελιμισμό, επικρατεί οποιασδήποτε άλλης αξίας και ηθικής. Ακολουθώντας το «δρόμο» του χρήματος φθάνει κανείς πολύ εύκολα στο άριστης ποιότητας πετρέλαιο της Λιβύης. Είναι όμως δυνατόν οι δυτικοί να συμμαχήσουν με την Αλ Κάιντα γι’ αυτό το λόγο; Εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε ότι είναι. Δύο χιλιάδες κινέζοι εργαζόμενοι που δούλευαν σε εταιρίες συμφερόντων της Κίνας έφυγαν. Η Κίνα ηττήθηκε στη Λιβύη.

Υπενθυμίζουμε πως η CIA χαρακτήριζε τον Καντάφι ως «ισχυρό σύμμαχο στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας»(Wikileaks). Γι’ αυτό όταν ο Καντάφι τόνιζε αρχικά ότι πίσω από τους διαδηλωτές κρυβόταν η ισλαμική Αλ Κάιντα του Μαγκρέμπ, δεν παραλογιζόταν. Τι συνέβη και αναστράφηκε η κατάσταση, με τους δυτικούς να συμμαχούν με την Αλ-Κάιντα; Η απάντηση είναι εύκολη, αν θυμηθεί κανείς ότι οι δυτικοί συμμάχησαν με τους Ταλιμπάν εναντίων των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν! Τώρα ενδεχομένως συμμαχούν με την Αλ-Κάιντα στην Αφρική σ’ ένα πόλεμο θέσεων –προμήνυμα μιας γιγαντιαίας σύγκρουσης- με την Κίνα, η οποία είχε αναπτυχθεί δυναμικά στη Λιβύη και στην Αφρική(σ.σ. από κείμενο στο gpapaso.blogspot.com 29/08/2011). Τώρα δεν αποκλείεται να υπάρξει μια συμμαχία με τους Ταλιμπάν εναντίον της Κίνας στην ίδια την Ασία. 

 Όπως σημείωνε ο Τσαρλς Α. Κάπτσαν («Το τέλος της αμερικάνικης εποχής»), οι ΗΠΑ εξαναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο από την αμυντική βιομηχανία και τους τραπεζίτες, όπως απέδειξε το πόρισμα της κοινοβουλευτικής επιτροπής, που συστήθηκε για να εξετάσει την ανάμειξη σ’ αυτόν. Έτσι, αποδεικνύεται ότι τα οικονομικά συμφέροντα καθορίζουν πρωταρχικά την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, ενώ η ιδεολογία έπεται για να τη νομιμοποιήσει. ο Κάπτσαν (Homo Americanus, 2008) ανησυχούσε για τον τρόπο μετάβασης στη νέα κατάσταση. Αν δηλαδή η μετάβαση από την ηγεμονία των ΗΠΑ στην ηγεμονία της Κίνας θα είναι ειρηνική, όπως συνέβη με τη μετάβαση από τη βρετανική στην αμερικανική ηγεμονία (αυτοκρατορία) ή θα είναι συγκρουσιακή. Όμως η σύγκρουση συμβαίνει ήδη παντού. Η προπαγάνδα εναντίον της Κίνας όσο κι αν φαίνεται για τους μη Αμερικανούς πρωτόγονη και στηριζόμενη σε ψέματα, στους Αμερικανούς "πιάνει", καθώς έχει ιστορικό υπόβαθρο. Ο "αμερικανισμός", δηλαδή ο αμερικανικός εθνικισμός, θα ταυτιστεί πλέον με την εχθρική στάση απέναντι στην Κίνα. Στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, ο κοινός εχθρός για τους Αμερικανούς ήταν οι «κόκκινοι», τώρα είναι οι «κίτρινοι»! Σ’ αυτόν τον πόλεμο η Δύση θα συμμαχήσει ακόμα και με τους Ταλιμπάν. Ο θρησκευτικός φανατισμός, το φασιστικό πολιτικό πλαίσιο, η σαρία, η τραγική θέση των γυναικών στο καθεστώς των Ταλιμπάν, δεν έχουν καμία αξία μπροστά στην τεράστια γεωοικονομική και γεωπολιτική σύγκρουση με την Κίνα. Υπέρτατη αξία είναι το Χρήμα...


Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2021

Διέγραψαν τον Κεν Λόουτς

 Η σοσιαλδημοκρατία δεν αντέχει ούτε τον ελάχιστο αριστερό λόγο.  Ο νέος πρόεδρος του κόμματος των Εργατικών διέγραψε τον σπουδαίο σκηνοθέτη Κεν Λόουτς. Σε ανάρτησή του στο Twitter, ο 85χρονος σκηνοθέτης, νικητής του Χρυσού Φοίνικα για την ταινία «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», ανέφερε: «Η διοίκηση των Εργατικών αποφάσισε τελικά ότι δεν είμαι κατάλληλος να είμαι μέλος του κόμματός τους, καθώς δεν θα αποκηρύξω όσους έχουν ήδη διαγραφεί. Λοιπόν ... είμαι περήφανος που στέκομαι στο πλευρό των καλών φίλων και συντρόφων που έπεσαν θύματα της εκκαθάρισης. Υπάρχει πράγματι ένα κυνήγι μαγισσών ... Ο Στάρμερ και η κλίκα του δεν θα ηγηθούν ποτέ ενός κόμματος του λαού. Εμείς είμαστε πολλοί, αυτοί είναι λίγοι. Αλληλεγγύη».

Ο Κεν Λόουτς, αναφερόμενος πρόσφατα στη μάστιγα του καπιταλισμού, δήλωνε: «Μεγάλωσα τη δεκαετία του '40 και του '50 όταν η συνείδηση των ανθρώπων επέβαλε ότι καθένας έπρεπε να εργάζεται για το κοινό καλό. Αυτό δεν ισχύει πια. Όταν έφτασε η Μ. Θάτσερ και επέβαλε τη νεοφιλελεύθερη συνείδηση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τώρα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνετε είναι να αναζητήσετε τον εαυτό σας, να σκεφτείτε ότι είστε μόνοι, ότι πρέπει να φροντίσετε τον εαυτό σας. Να θεωρήσετε τους άλλους ως ανταγωνιστές, εχθρούς, να σκεφτείτε τι μπορείτε να κάνετε καλύτερα από αυτούς. Όταν μεγαλώναμε, είμαστε όλοι μαζί, τώρα είναι ο ατομικισμός που επικρατεί. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα.»(Repubblica). Και κατέληγε: «Πιστεύω ότι  μια μέρα θα νικήσουμε. Ο καπιταλισμός, για να επιβιώσει, είναι υποχρεωμένος να αυξάνει όλο και περισσότερο τις δόσεις εκμετάλλευσης, και αυτό θα οδηγήσει στο τέλος του».

Η μεγάλη ήττα της αριστεράς συνέβη σύμφωνα με τον βρετανό σκηνοθέτη κατά τη μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων το 1980. «Χάσαμε από τους δεξιούς και τους σοσιαλδημοκράτες της Δεξιάς. Αν είχαμε κερδίσει, ίσως να είχαμε δώσει τέλος στο νεοφιλελευθερισμό όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά ίσως σε όλη την Ευρώπη», τονίζει μεταξύ άλλων ο Κεν Λόουτς. Οι σοσιαλδημοκράτες της δεξιάς βρέθηκαν και πάλι στην ηγεσία του Εργατικού κόμματος και διέγραψαν τον Κεν Λόουτς…

Η Ταλιμπάν στην Καμπούλ, μεγάλο κύμα προφύγων

 Η εσπευσμένη αναχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν λόγω της κατάληψης της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν, παραπέμπει σύμφωνα με την γαλλική εφημερίδα Le Monde στην πτώση της Σαϊγκόν, το 1975, και την εκκένωσή της από τους Αμερικανούς στρατιώτες. Αυτή είναι η πρώτη διεθνής κρίση που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν. Ο Λευκός Οίκος αιφνιδιάστηκε από την ταχύτατη προέλαση των Ταλιμπάν, που ήδη έχουν εισέλθει στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν. Πριν από μερικές εβδομάδες, οι Αμερικανοί ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν μια λύση με τους Ταλιμπάν. Στην πραγματικότητα, το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η αποχώρηση των 10.000 Αμερικανών και των Αφγανών συνεργατών τους. Οι Αμερικανοί ζητούν από τους Ταλιμπάν σύμφωνα με τους New York Times να καθυστερήσουν την προέλασή τους ώστε να μπορέσουν να μεταφέρουν το προσωπικό τους(Αμερικανούς και Αφγανούς συνεργάτες).

Για τους υπόλοιπους Αφγανούς η κατάσταση είναι απελπιστική. Μια 22χρονη Αφγανή δημοσιογράφος περιγράφει στην βρετανική εφημερίδα The Guardian τον πανικό στην προσπάθειά της να κρυφτεί καθώς οι πόλεις σε όλο το Αφγανιστάν πέφτουν η μία μετά την άλλη στα χέρια των Ταλιμπάν. «Πριν από δύο ημέρες έπρεπε να εγκαταλείψω το σπίτι και τη ζωή μου στο βόρειο Αφγανιστάν αφού οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την πόλη μου, -γράφει-… Την περασμένη εβδομάδα ήμουν δημοσιογράφος. Σήμερα δεν μπορώ να γράψω με το όνομά μου ή να πω από πού είμαι ή πού βρίσκομαι. Όλη μου η ζωή έχει εξαφανιστεί μέσα σε λίγες μέρες. […] Δεν είμαι ασφαλής επειδή είμαι 22χρονη γυναίκα και ξέρω ότι οι Ταλιμπάν αναγκάζουν τις οικογένειες να δώσουν τις κόρες στους μαχητές τους. Επίσης δεν είμαι ασφαλής επειδή είμαι δημοσιογράφος και ξέρω ότι οι Ταλιμπάν θα έρθουν να με αναζητήσουν… Το Σαββατοκύριακο ο διευθυντής μου με κάλεσε και μου ζήτησε να μην απαντήσω σε κανένα άγνωστο αριθμό. Είπε ότι εμείς οι γυναίκες πρέπει να κρυφτούμε και να φύγουμε από την πόλη αν μπορούμε. […] Ένας θείος μου προσφέρθηκε να με βοηθήσει να πάω σε ένα ασφαλές μέρος, οπότε πήρα το τηλέφωνό μου και μία μπούρκα και έφυγα…».

Ένα νέο κύμα Αφγανών προσφύγων δημιουργείται. Ο πρόεδρος της χώρας έχει ήδη καταφύγει στο Τατζικιστάν(άλλες πληροφορίες αναφέρουν το Ουζμπεκιστάν).

Ποιος, αλήθεια, θυμάται ότι οι φανατικοί Ταλιμπάν ήταν δημιούργημα των ΗΠΑ προκειμένου να χτυπήσουν τους Σοβιετικούς, που είχαν εισβάλει στο Αφγανιστάν;

Ποιος θυμάται την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση και τον Τζορτζ Μπους Τζούνιορ που ισχυριζόταν ότι θα «έκανε εισαγωγή δημοκρατίας» στο Αφγανιστάν και στη συνέχεια στο Ιράκ;

Η Δύση τώρα θα αναγνωρίσει τους φανατικούς Ταλιμπάν, ενώ χιλιάδες γυναίκες και άνδρες θα αναγκαστούν να γίνουν πρόσφυγες για να γλυτώσουν, καταλήγοντας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Ερντογάν, του Όρμπαν, του Μηταράκη κ.ά. που ζητούν από την ΕΕ να αποτρέψει τη φυγή των Αφγανών από τη χώρα τους!

Χρηματοδότηση από το εμπόριο ναρκωτικών

Στις 3 Φεβρουαρίου 1980, λίγες εβδομάδες μετά τη στρατιωτική επέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν, ο κ. Zbigniew Brzezinski, σύμβουλος των υποθέσεων ασφαλείας του προέδρου των ΗΠΑ Τζέιμς Κάρτερ, επισκέφθηκε το Πακιστάν. Μιλώντας στους πρόσφυγες μουτζαχεντίν στην άλλη πλευρά των συνόρων, τους υπόσχεται: « Αυτή η γη, εκεί πέρα, είναι δική σας. Θα επιστρέψεις εκεί μια μέρα γιατί ο αγώνας σου θα θριαμβεύσει. Στη συνέχεια θα βρείτε τα σπίτια και τα τζαμιά σας. Η αιτία σας είναι δίκαιη. Ο Θεός είναι δίπλα σου.». Αυτό και έγινε με τη βοήθεια του Θεού(για την ακρίβεια του θείου Σαμ)! Μετά περίπου είκοσι χρόνια και την επίθεση στους δίδυμους πύργους οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στους Ταλιμπάν θεωρώντας τους συνεργάτες του Μπιν Λάντεν και των άλλων μουσουλμανικών τρομοκρατικών δικτύων. Τώρα όμως αποδέχονται την εξουσία τους!

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Αφγανιστάν τάιμς» η χώρα είναι για άλλη μια φορά «το θύμα του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων». Η απόσυρση των στρατευμάτων του ΝΑΤΟ, που επικυρώθηκε με «τη διμερή συμφωνία» μεταξύ Ουάσινγκτον και Ταλιμπάν στις 29 Φεβρουαρίου 2020, είναι «ανεύθυνη», σημειώνει η εφημερίδα και καταλήγει: «όλος ο κόσμος γύρισε την πλάτη του στο Αφγανιστάν», ενώ θα μπορούσε να υπάρξει πολιτική διευθέτηση, αν πιέζονταν «το Πακιστάν, το οποίο κατέχει την πραγματική εξουσία επί των ανταρτικών ομάδων».

Μια άλλη εφημερίδα, οι Kabul Times αναρωτιούνται για τα οικονομικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι Ταλιμπάν για να πραγματοποιήσουν την επίθεση αστραπή που τους επέτρεψε να ανακτήσουν την εξουσία. Οι Ταλιμπάν απέκτησαν «εκατομμύρια, αν όχι δισεκατομμύρια δολάρια», για την ακρίβεια εισπράττουν «300 εκατομμύρια έως 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως». Σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ από τον Ιούνιο του 2021 με βάση τις πληροφορίες που παρείχαν τα κράτη μέλη, «τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες όπως η παραγωγή οπίου…». Μόνο το εμπόριο ναρκωτικών θα μπορούσε να αποφέρει στους Ταλιμπάν «460 εκατομμύρια δολάρια» το χρόνο.

Εκτός λοιπόν από τη φυγή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από το Αφγανιστάν και την όξυνση του προσφυγικού, θα υπάρξει και αύξηση του εμπορίου ναρκωτικών…

Τρομοκρατία

Η αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν θα έχει σοβαρές συνέπειες για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον κόσμο, επισημαίνει ο δημοσιογράφος Debasish Roy Chowdhury σε ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Time. «Η επιστροφή των Ταλιμπάν ενέχει νέους κινδύνους για την ασφάλεια σε ολόκληρη την περιοχή. Σηματοδοτεί τη δημιουργία μιας νέας εστίας τζιχαντιστικού τρόμου στην καρδιά της Ασίας, προσελκύοντας ισλαμιστές μαχητές από όλη τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, αυξάνοντας ακόμη και το φάντασμα μιας ανασύνταξης του Daesh(Ισλαμικό Χαλιφάτο)», καταλήγει. Η κριτική του αμερικανικού Τύπου στον Τζο Μπάιντεν είναι σφοδρή, ενώ τονίζεται η εκμετάλλευση της κατάστασης από την Κίνα.

Κι ανάμεσα στις μυλόπετρες των γεωπολιτικών ανταγωνισμών αλέθονται εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές...

 

Το τέλος του αμερικανικού αιώνα;

  Είκοσι χρόνια μετά τις  επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου   στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης και στο Πεντάγωνο με τους 3.000 νεκρούς, η...