Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Η ποίηση είναι η γλώσσα της αλλαγής

Κανείς πλέον στην Ευρώπη δεν μιλάει για τη βελτίωση του επιπέδου ζωής των ανθρώπων, για την κοινωνική ευημερία, για τη γενική ανάπτυξη και την εξασφάλιση της συλλογικής ευμάρειας. Όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί από τη δεξιά έως την αριστερά έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και όλοι αναφέρονται στη μείωση των μισθών και των συντάξεων, στις αποκρατικοποιήσεις, τη μείωση του κράτους, την πληρωμή με κάθε τρόπο του δημόσιου χρέους, την καθησύχαση των αγορών και την κατάργηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Γι’ αυτό όλοι και κυρίως οι νεοφιλελεύθεροι των Βρυξελλών που επιτάσσουν των ευρωπαϊκό οικονομικό μονόδρομο απορούν και εξίστανται γιατί στην Ελλάδα τα πολιτικά κόμματα διαφοροποιούνται και τολμούν να αρνούνται τη «συναίνεση». Αυτό όμως που προβάλλουν τα ελληνικά κόμματα της αντιπολίτευσης ως λόγο διαφοροποίησής τους από την πολιτική της ΕΕ, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της κυβέρνησης καθίσταται πλέον και η βάση της αμφισβήτησης της μονεταριστικής πολιτικής της ΕΕ από τους Ευρωπαίους. Κι αυτό γιατί όλοι πια διακρίνουν πως παρά τα άγρια μέτρα λιτότητας, το χρέος των περιφερειακών χωρών αυξάνεται όπως και η ανεργία. Αντίθετα, τα εισοδήματα και η αγοραστική δύναμη μειώνονται, δημιουργώντας συνθήκες μαζικής εξαθλίωσης καθώς και απονέκρωση της αγοράς. Το χειρότερο όλων είναι ότι τα μέτρα λιτότητας δεν συνοδεύονται από καμία προοπτική, από καμία βεβαιότητα για την έξοδο από το τούνελ. Έτσι, η κρίση τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες οξύνεται, χωρίς αυτό να σώζει το ευρώ. Οδεύοντας από κρίση σε κρίση καταλήγουμε στο περίφημο σπιράλ της ύφεσης και η οικονομική κρίση γίνεται κοινωνική και πολιτική κρίση. Αυτό βιώνουμε σήμερα. Όμως, οι Βρυξέλλες περί άλλων τυρβάζουν, καθώς η ηγεσία της ΕΕ είναι αδύνατο να αντιληφθεί ότι όχι μόνο η Ελλάδα και οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης αλλά και ολόκληρη η ΕΕ τείνει προς την καταστροφή. Η ελπίδα να τεθεί φρένο σ’ αυτόν τον κατήφορο επαφίεται πλέον στα ευρωπαϊκά κινήματα, που καλούνται να δημιουργήσουν την ποίησή τους, το νέο λόγο τους.
Κάποιοι είπαν πως η ποίηση δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Η αλλαγή όμως του κόσμου θέλει την ποίησή της, τη νέα γλώσσα της. Συνεπώς, το νέο είναι συνυφασμένο με την ποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πλάτωνας «καταδίκαζε» την τέχνη και δη αυτή της ποίησης. Ο Πλάτωνας έβλεπε κάθε τέχνη και μαζί την ποίηση με κριτήριο την προσδιορισμένη θέση της στην «οργάνωση της πόλης». Αλλά ο λόγος της ποίησης είναι ουσιαστικά ο αντίπαλος του λόγου της πόλης, καθώς εισάγει την «απομαγικοποίηση» και τη σύγκρουση των αντιθέτων ανάμεσα στις αντιτιθέμενες αξίες. Η ποίηση υπ’ αυτή την οπτική σημαίνει τον «πόλεμο των διαφορών», την απορύθμιση της πόλης και των αισθήσεων. Αυτά στον καιρό της ηρεμίας. Στην εποχή όμως τον ανακατατάξεων, το λόγο έχει η ποίηση και ακολουθεί ο λόγος που είναι το μέτρο, ο λογισμός, η σύνθεση των παράφωνων και συγκεχυμένων στοιχείων σ’ έναν ενιαίο και αρμονικό κόσμο.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Η λογοκρισία

Το κίνημα των Αγανακτισμένων της Ισπανίας και κυρίως της Ελλάδας λογοκρίνεται από τα ευρωπαϊκά, καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η καταγγελία γίνεται από τον διαδικτυακό τόπο AgoraVox, που σημειώνει ότι για την επίσκεψη του πάπα στην Κροατία γράφτηκαν 400 άρθρα, ενώ για τον ξεσηκωμό στην Ελλάδα μόλις 100. Επισημαίνεται, επίσης, ότι και σε αυτά τα εκατό δημοσιεύματα υπάρχει παραπληροφόρηση. Κι αυτό γιατί το κίνημα δεν πρέπει να εξέλθει από τα εθνικά σύνορα, δεν πρέπει να γίνει ευρωπαϊκό, γιατί τότε θα καταστεί ανεξέλεγκτο και άκρως επικίνδυνο για την καθεστηκυία υπερεθνική τάξη, καθώς ο «δρόμος», εν προκειμένω οι «πλατείες», ακυρώνει τη χειραγώγηση των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης και αναμοχλεύει τις συνειδήσεις, οι οποίες ξανασκέφτονται τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος και τη σημασία της δημοκρατίας αλλά και της ολιγαρχίας. Για να πετύχει συνεπώς το κίνημα των Αγανακτισμένων πρέπει να εξέλθει από τα ελληνικά σύνορα και να γίνει κίνημα ευρωπαϊκό, το οποίο θα αμφισβητήσει τη νεοφιλελεύθερη υπερεθνική τάξη των Βρυξελλών. Εν άλλοις λόγοις, το κίνημα θα πρέπει να γίνει ο φορέας του μηνύματος για μία Ευρώπη των πολιτών και των λαών, εναντίον της Ευρώπης των τραπεζιτών.
Αλλά πως βλέπουν οι ξένοι το ελληνικό κίνημα; Σύμφωνα με το AgoraVox υπάρχει πλέον μία ειδοποιός διαφορά στο ελληνικό κίνημα καθώς οι Έλληνες δεν διαδηλώνουν πλέον κατά των συνεπειών της οικονομικής κρίσης αλλά εναντίον της αιτίας της. Συνεπώς, η κινητοποίηση έχει ξεφύγει από την αμιγώς οικονομική διεκδίκηση και την αποδοκιμασία της άγριας λιτότητας του Μνημονίου και έχει λάβει άκρως πολιτικά χαρακτηριστικά, θέτοντας θέμα νομιμοποίησης όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά και ολόκληρου του πολιτικού συστήματος, που θεωρείται η αιτία της κρίσης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις κατά του Μνημονίου1 έγιναν από τα συνδικάτα, αλλά αυτά στη συνέχεια αποδοκιμάστηκαν ως μέρος του πολιτικού συστήματος με συνέπεια η διαδήλωση της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ το προηγούμενο Σάββατο στην Ομόνοια να συγκεντρώσει μόνο μερικές δεκάδες επαγγελματιών συνδικαλιστών. Γενικά, η πολιτική τάξη θεωρείται ότι είναι αυτή που επιτρέπει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα να λειτουργεί εν πλήρη ασυδοσία. Η ίδια η πολιτική τάξη είναι μία μικρή μειοψηφία που έχει όλη την εξουσία, ενώ ο λαός περιορίζεται στην επιλογή των ηγετών του χειραγωγούμενος από τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Εδώ, όμως, οι «ξένοι» κάνουν λάθος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξαρτάται και καθορίζεται από την οικονομία(διαπλοκή) και όχι το αντίστροφο. Σε κάθε περίπτωση όμως το κίνημα των Αγανακτισμένων ή θα γίνει διεθνές ή θα φυλλορροήσει. Πάντως, οι «έξυπνοι» εντός της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ προτείνουν την «ενσωμάτωση» του κινήματος. Δηλαδή την καταστολή του δια της απορρόφησης. Ήδη εντεταλμένη δημοσιογράφος κρατικού καναλιού ανέφερε ότι «και ο πρωθυπουργός αν ήταν πολίτης θα κατέβαινε στη διαδήλωση»! Δεν αποκλείεται συνεπώς απέναντι από τις σκηνές των Αγανακτισμένων να εγκατασταθούν τα βαν της τηλοψίας, που θα σκηνοθετήσουν το θέαμα της διαμαρτυρίας σύμφωνα με τους τηλεοπτικούς κώδικες, διαμορφώνοντας έτσι την ημερήσια διάταξη των θεμάτων του κινήματος. Θα το πετύχουν; Όχι. Γιατί η δύναμη του κινήματος δεν επιτρέπει πλέον τις γνωστές επικοινωνιακές ακροβασίες του συστήματος και της κυβέρνησης.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Πραγματική δημοκρατία τώρα

Το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και οι νέες θυσίες των μισθωτών και συνταξιούχων είναι μονόδρομος δηλώνουν οι κυβερνητικοί με την πλήρη έπαρση της ευήθειας κι εκείνων που είναι ικανοποιημένοι από την επιτέλεση του καθήκοντός τους. Η εθελοδουλεία τους μονόδρομος. Το αποδεδειγμένο λάθος τους μονόδρομος. Μονόδρομος ήταν και ο εκσυγχρονισμός του Κ. Σημίτη, μονόδρομος και η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, μονόδρομος τα τοξικά ομόλογα –γιατί έτσι παίζεται το «έξυπνο» παιγνίδι» έλεγαν!-, μονόδρομος και το σχέδιο Ανάν, μονόδρομος, μονόδρομος… όλα μονόδρομος. Μόνο που αυτοί οι μονόδρομοι μας οδήγησαν στο χείλος του γκρεμού. Όσο για τη νέα συμφωνία, το Μνημόνιο νο2 δεν επιλύει απολύτως τίποτα, απλώς συνιστά «αγορά χρόνου», καθυστερώντας την πτώση στο κενό. Για την ώρα εκείνο που θυσιάζεται είναι το «έρμα», ό,τι κρατάει την ισορροπία στο πλοίο, τα «σκουπίδια», οι περιττοί, δηλαδή οι εργαζόμενοι. Τα «σκουπίδια», όμως, τραγουδούν ακόμα, αντιπαραθέτοντας την πραγματική δημοκρατία στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η «άμεση δημοκρατία» των πολιτών στην πλατεία Συντάγματος αντιπαρατίθεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία του Κοινοβουλίου. Τι διεκδικεί, συνεπώς, το κίνημα των αγανακτισμένων που απαξιώνει τη Βουλή; Τίποτ’ άλλο εκτός από την ανάγκη ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στις υποθέσεις της πόλης. Οι πολίτες αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της ψήφου κάθε τέσσερα χρόνια. Εξ άλλου αυτό αποδεικνύει το μεγάλο ποσοστό της αποχής από τις εκλογές. Οι Ισπανοί λένε «Δεν ψηφίζω, βγαίνω στο δρόμο». Γενικά, οι πολίτες αναζητούν ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή, αρνούμενοι τους επαγγελματίες της πολιτικής και το στημένο παιγνίδι τους. Κάποιοι μιλούν για το τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και ότι η πραγματική δημοκρατία δεν είναι ουτοπία. Άλλοι επαναφέρουν το αρχαίο δικαίωμα στην Ισηγορία και άλλοι θεωρούν ότι εισερχόμαστε στην εποχή της «αυτοοργανωμένης δημοκρατίας» που διαδέχεται την αντιπροσωπευτική. Όλα αυτά είναι θέσεις, οι οποίες απλώς φανερώνουν τις ζυμώσεις ως αποτέλεσμα της αποτυχίας της πολιτικής να διαχειριστεί την κρίση σύμφωνα με το γενικό συμφέρον.
Αλλά αν η πολιτική δεν ενδιαφέρεται για το λαό, δηλαδή για το γενικό συμφέρον, τότε γιατί ενδιαφέρεται; Για τα ειδικά συμφέροντα, για τα συμφέροντα των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και των εταιρειών. Ο «νέος νιτσεϊσμός», σύμφων με τον Χάμπερμας, τείνει να αποδομήσει όλα τα κριτήρια και να δείξει ότι η πολιτική «αναλώνεται αποκλειστικά με βρώμικες υποθέσεις», ενισχύοντας την απαξίωσή της. Αυτό επαυξάνεται από το γεγονός της οικονομικής κυρίως εξάρτησης των πολιτικών από το επιχειρείν λόγω του τεράστιου κόστους του πολιτικού ανταγωνισμού. Το «μαύρο πολιτικό χρήμα» αλλά και η έλλειψη συνείδησης εκ μέρους των πολιτικών για το άδικο του πράγματος είναι το μέγα σκάνδαλο της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το σκάνδαλο σε συνδυασμό με την κανονιστική αναισθησία των πολιτικών συντείνει στη δημιουργία δυσαρέσκειας στους πολίτες που αντέδρασαν αρχικά με την αποχή από την εκλογική διαδικασία και τώρα με τις δυναμικές διαδηλώσεις των Αγανακτισμένων. Οι διαμαρτυρίες αυτές συνιστούν ένα μεγάλο «όχι» στη μεταδημοκρατία, στη δημοκρατία δίκην προσομοίωσης, την ολιγαρχία με δημοκρατική μάσκα, όπου βιομήχανοι και πολιτικοί διαπραγματεύονται τα πακέτα των ψήφων.
Σήμερα οι πολίτες αρνούνται την ακύρωση των θεσμών της κοινωνίας των πολιτών από την κομματοκρατία και βρίσκουν το νόημα της πολιτικής, συμμετέχοντας ενεργά στο κίνημα των «πλατειών». Οι πολίτες αυτοί δεν εκφράζονται από τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης των σημερινών κομμάτων. Θεωρούν ότι τα κόμματα είναι επιχειρήσεις οικογενειών και παραγόντων ή επαγγελματιών που αναπαράγουν την προσωπική εξουσία τους. Και ότι γενικά το παιγνίδι είναι στημένο και γι’ αυτό αρνούνται να το νομιμοποιήσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκλωβίζονται στον ατομικό πυρήνα τους, αλλά επιχειρούν να διαμορφώσουν νέες πολιτικές δομές, νοηματοδοτώντας τες άλλοτε με ανθρωπιά και άλλοτε με οργή. Ναι με οργή, αλλά ποτέ με τυφλή βία…
Αυτή η σύγκρουση, αυτό το πνεύμα της αντίστασης «είναι η πρώτη βάση όλων των δημοκρατιών» λέει ο καθηγητής Μπ. Μπαντί στη Le Monde. Αλλά πέρα από την άμεση πραγματική δημοκρατία ως αντικατάσταση της χρεοκοπημένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, υπάρχει και μία ενδιάμεση πρόταση. Πρόκειται για το μοντέλο της «μεγάλης Δημοκρατίας», που είναι ένας συνδυασμός της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που ακυρώνει την «ονομαστική» λαϊκή κυριαρχία -δηλαδή την πλασματική λαϊκή κυριαρχία- υπέρ της «πραγματικής» κυριαρχίας, που αντικαθιστά τον καταμερισμό της εξουσίας με τον καταμερισμός της κυριαρχίας, παρέχοντας μια νέα διάσταση στην κυριαρχία του λαού. Αυτό όμως απαιτεί ένα νέο συνταγματικό χάρτη. Και για την ώρα μία καθολική αντίσταση έναντι αυτών που επιβουλεύονται την εθνικής μας ανεξαρτησία και ό,τι απέμεινε από τη δημοκρατία.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Εχθρός λαός και αυτοσυνειδησία

Ο μηχανισμός προπαγάνδας του φαιοπράσινου καθεστώτος βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, ενεργοποιώντας κρατικοδίαιτους έμμεσα ή άμεσα διανοούμενους, δημοσιογράφους, αναλυτές, διαμορφωτές της κοινής γνώμης, μέσα μαζικής ενημέρωσης και ολόκληρο το δίκτυο του πράσινου κομματικού κράτους σε μία πρωτοφανή επιχείρηση κατασυκοφάντησης του κινήματος των Αγανακτισμένων και απαξίωσης της μεγάλης αφύπνισης της ελληνικής κοινωνίας. Συνθήματα και επιχειρήματα του καθεστώτος είναι ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός κινήματος που δεν είναι ο λαός, αλλά μία «δυναμική μειοψηφία», η οποία ελέγχεται από κόμματα της αριστεράς, τείνουσα να εκτραπεί στα άκρα και να καταστεί άκρως επικίνδυνη. Η επίθεση αυτή εναντίον του «εχθρού λαού» επιδιώκει να στομώσει την οργή, να εμποδίσει την αυτοοργάνωσή της, καθιστώντας μία κενή και κάποτε βίαιη εκτόνωση. Φραστικές διαμαρτυρίες, ενίοτε και η ρήψη αντικειμένων διογκώνεται από τα καθεστωτικά μίντια, ιδίως την τηλοψία, που προσπαθεί να τα παρουσιάσει ως προφασιστικά φαινόμενα. Όμως, ο ζωντανός θάνατος εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων και ο φασισμός εναντίον των απολυμένων από τη ζωή αποσιωπάται ή αποκρύπτεται. Όχι δεν θεωρείται φασισμός και ολοκληρωτισμός η επιβολή «επιτροπείας» στην Ελλάδα, αλλά ορθολογισμός(το αντίθετο είναι ο λαϊκισμός). Συνεπώς, ο λαός λαϊκίζει όταν διαμαρτύρεται, όταν αγανακτεί, όταν οργίζεται, όταν διεκδικεί, όταν υπερασπίζεται την εθνική κυριαρχία, όταν θέλει πίσω τα δικαιώματά του και το μέλλον των παιδιών του. Αντιθέτως, είναι ορθολογισμός τα δισεκατομμύρια των δανείων που καταλήγουν στις τράπεζες, και ορθή πολιτική λογική αυτά να τα πληρώνουν ως μη όφειλαν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Επίσης είναι φασισμός κατά την άποψη των διανοούμενων, των γνωστών κι από την υποστήριξή τους στο σχέδιο Ανάν, η αγανάκτηση, αυτός ο τελευταίος σπασμός αξιοπρέπειας των εργαζομένων, ενώ η υπεράσπιση της οργής θεωρείται «λαϊκισμός».
Πέρα απ’ αυτούς που επιτίθενται στο κίνημα των Αγανακτισμένων, ευρισκόμενοι σε διατεταγμένη υπηρεσία, είναι και οι άλλοι, οι έχοντες «επιφυλάξεις». Επιφυλάξεις αφορούν στην εξέλιξη του κινήματος των Αγανακτισμένων, για το ποια κατεύθυνση θα λάβει ανάλογα με το ποιες απόψεις θα επικρατήσουν, οι μετριοπαθείς ή οι ακραίες. Όποιες θέσεις, όμως, κι αν επικρατήσουν, ο «βρασμός» είναι ήδη ένα γεγονός. Μάλιστα, αν επικρατήσουν κάποιες πολιτικές θέσεις, αυτό σημαίνει ότι το κίνημα θα αποκτήσει την εγελιανή «αυτοσυνειδησία» του, θα δημιουργήσει το Λόγο του. Θ’ αλλάξει, όμως, ο ρους της ιστορίας; Εν προκειμένω υπάρχουν δύο απόψεις: Σύμφωνα με τους Ελεάτες και τον Μπρωντέλ, «όλα τριγύρω αλλάζουνε (τα γεγονότα), αλλά πάντα (η ιστορία) τα ίδια μένουν»! Υπάρχει λοιπόν μια δυναμική των συστατικών στοιχείων του κόσμου, τα οποία κινούνται, άλλα με μικρομετρική ταχύτητα (σ.σ: γεωιστορικό περιβάλλον), άλλα με συγκρατημένα βήματα (σ.σ: οικονομία) και άλλα, τέλος, με μια αέναη περιδίνηση (σ.σ.: διπλωματική ιστορία, στρατιωτική ιστορία, ιστορία των πολιτικών σχέσεων). Υπάρχει συνεπώς μια ιστορία δομική, η οποία διαμορφώνεται από παράγοντες γεωγραφικούς και κλιματολογικούς, μια ιστορία περιοδική, που διαμορφώνεται από παράγοντες κοινωνικούς και οικονομικούς και μια ιστορία των συμβάντων, των γεγονότων (evenementielle) που αποτελείται από πολιτικά και στρατιωτικά στοιχεία. Η ιστορία είναι όπως ακριβώς το παιγνίδι του σκακιού με τις χίλιες δυο βαριάντες(μεταβλητές) του.
Ο Χέγκελ από την άλλη πλευρά κάνει τη διάκριση μεταξύ της «αληθινής ιστορίας» και της «επιφαινόμενης ιστορίας». Η πρώτη βαίνει προς την ανάπτυξη του Λόγου, ενώ η δεύτερη δεν είναι παρά το θέαμα της ασυνάφειας, του πάθους και της βίας. Θα είναι, λοιπόν, το κίνημα των Αγανακτισμένων ένα θέαμα του αυθόρμητου πάθους και της βίας, όπως ισχυρίζονται οι «επιφυλακτικοί», δηλαδή μία επιφαινόμενη ιστορία; Ή μήπως οι ασυνείδητες πράξεις των δρώντων υποκειμένων, χωρίς να το γνωρίζουν, θα επιτελέσουν τους λογικούς σκοπούς της ιστορίας; Πάντα, οι ατομικές συνειδήσεις βρίσκονται, ακουσίως, στην υπηρεσία εκείνου το οποίο τις υπερβαίνει, λέει ο Χέγκελ. Στη Γαλλική Επανάσταση είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που οι άνθρωποι πραγματοποίησαν την ελευθερία, περνώντας από το στάδιο της «συνείδησης καθ’ εαυτής» -της συνείδησης ως αίσθηση- στο στάδιο της «αυτοσυνειδησίας», μιας αυτοσυνείδησης, που μέσω της Γνώσης υπερβαίνει τις ψευδοδιαμεσολαβήσεις, εξέρχεται από τον εαυτό της και το υποκείμενο γίνεται, συγχρόνως, και αντικείμενο, τουτέστιν Λόγος.
Σε κάθε, συνεπώς, περίπτωση, αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα ή θα παραμείνει μία «σπηλιάδα», μία ριπή ανέμου στη θάλασσα της Ιστορίας ή, εφόσον καταστεί «αυτοσυνειδησία», θα δημιουργήσει θαλασσοταραχή, δημιουργώντας μια νέα κατάσταση, ένα νέο Λόγο, ήτοι μια «αληθινή ιστορία».

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Η πολιτικοποιημένη πλατεία και ο χαοτικός δρόμος

Μερικοί ήπιοι, πλην καταδικαστέοι, προπηλακισμοί βουλευτών από πολίτες (που θα μπορούσαν να είναι και προβοκάτορες) έξω από τη Βουλή και το σύμπαν εσχίσθη στα δύο. Οιμωγές, κραυγές και διαμαρτυρίες για την ενέργεια τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τα φιλικά της μίντια. Για «ακρότητες» μίλησαν τα αλαλάζοντα τηλεοπτικά και έντυπα κύμβαλα σε μία προσπάθεια κατασυκοφάντησης του κινήματος των αγανακτισμένων πολιτών αλλά και εκφοβισμού όλων εκείνων που θα ήθελαν να πλαισιώσουν την πρωτόγνωρη διαμαρτυρία. Ειρωνείες από τον γνωστό κ. Πάγκαλο και χαρακτηρισμοί περί «χαοτικού» και μη ορθολογικής ερμηνείας φαινομένου από άλλους που θα μπορούσαν να είναι και καλοπροαίρετοι. Απ’ όλους αυτούς κανείς δεν πέρασε από το Σύνταγμα. Γιατί αν είχε περάσει θα καταλάβαινε αυτό που έχουν αντιληφθεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, ότι δηλαδή στο δρόμο, στη Λεωφόρο Αμαλίας το αυθόρμητο φαινόμενο είναι όντως «χαοτικό», ίσως και «γηπεδικό», ακόμη και χουλιγκανικό. Όμως στην πλατεία το αυθόρμητο και το συναισθηματικό εξορθολογίζονται μέσα από πρωτοφανείς διαδικασίες αμεσοδημοκρατίας. Θα επιβληθεί η πλατεία στο δρόμο, ή θα συμβεί το αντίστροφο; Αυτό είναι το ερώτημα-στοίχημα της καταπληκτικής αυτής διαμαρτυρίας-αφύπνισης της ελληνικής κοινωνίας.
Εξυπακούεται, βέβαια, ότι δεν επιχαίρουν όλοι γι’ αυτή την αντίδραση πολιτικής υγείας των πολιτών. Πρόκειται για όλους αυτούς που πριν ένα χρόνο μυκτήριζαν και χαρακτήριζαν γραφικούς όσους τολμούσαν να επικρίνουν το Μνημόνιο. Είναι οι ίδιοι που προωθούν σήμερα μία τεράστια επιχείρηση τρομοκρατίας του ελληνικού λαού με φήμες περί χρεωκοπίας και επιστροφής στη δραχμή έτσι ώστε να επιβάλλουν τα νέα μέτρα οριστικής εξόντωσης των εργαζομένων και των συνταξιούχων καθώς και της ελληνικής οικονομίας. Είναι οι ίδιοι που κορυβαντιούν για την «απαξίωση των θεσμών και των προσώπων», αλλά δεν αρθρώνουν λέξη για το ζωντανό θάνατο που επιβάλλουν σε εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους, σε χιλιάδες νέους ανθρώπους, τη γενιά των 500 ευρώ. Όλοι αυτοί μαζί και η κυβέρνηση θα ήθελαν μία αφορμή για να διαλύσουν με τη βία το κίνημα των αγανακτισμένων πολιτών. Ήδη αυτό φαίνεται να προετοιμάζεται. Στην ηλεκτρονική σελίδα της γαλλικής εφημερίδας Le Monde διαβάζαμε χθες ότι «Η διαμαρτυρία μπορεί να πάρει ένα πιο βίαιο δρόμο, όπως με τις αναρχικές ομάδες που οργανώνουν μια σειρά τρομοκρατικών ενεργειών…». Οι γνωστοί προβοκάτορες ενδέχεται να λειτουργήσουν και πάλι. Όπως στη Marfin ή στις άλλες μεγάλες διαδηλώσεις. «Το κίνημα του Δεκεμβρίου του 2008 παραμένει στις μνήμες, τότε που οι ειρηνικές συγκεντρώσεις μετατράπηκαν σε βίαιες διαδηλώσεις» επιμένει η γαλλική εφημερίδα, δείχνοντας το δρόμο για την κατάπνιξη του κινήματος.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Επιχείρηση τρομοκρατίας των αγανακτισμένων απ' αυτούς που μας εκτελούν με τον "ζωντανό θάνατο" της ανεργίας

«Αυτοοργάνωση παντού». Το σύνθημα γραμμένο στον τοίχο νοσοκομείου στα Κάτω Πατήσια. Η αυτοοργάνωση στο Σύνταγμα διαχέεται παντού, απλώνεται στις γειτονιές, στους τόπους δουλειάς, στα πανεπιστήμια. Το Εμείς θριαμβεύει. Η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη επικρατούν πλήρως. Κι όμως κάποιοι απαξιώνουν το γεγονός, επιμένοντας να το χαρακτηρίζουν απολιτικό. Ίσως γιατί είναι ειρηνικό. Ίσως γιατί παραπέμπει περισσότερο στον Γκάντι και λιγότερο στον Ροβεσπιέρο και την ευρωπαϊκή παράδοση.
Αν, συνεπώς, πρέπει να μιλάμε για την κληρονομιά του Μάη που εμπεριέχεται στο κίνημα των Αγανακτισμένων, αυτή δεν μπορεί να είναι η δημιουργία των νέων ελίτ της εξουσίας, δηλαδή η αναπαραγωγή της εξουσίας, αλλά το ανεπανάληπτο βίωμα κάποιων στιγμών κατάλυσης κάθε μορφής εξουσίας, η στιγμιαία κατάργηση των ταξικών διαφορών, το πανηγύρι της ισότητας, της αλληλεγγύης και της αποθέωσης του έρωτα για όλο τον κόσμο, για τη ζωή, για το παν, για τον ένα. Γιατί και ο Μάης του 1968 ήταν μία αντίδραση στην επιχείρηση αλλαγής των πολιτιστικών κωδίκων, που τελικά συνέβη. Ήταν η άμυνα μιας έννοιας της «αναγνώρισης» ως ηθικής της δράσης για έναν καλύτερο κόσμο, απέναντι στην «αναγνώριση» μέσω της δύναμης, του χρήματος, της οικονομική ισχύος και της εικόνας. Η συσσώρευση ήταν ακόμη τότε μία περιφρονητέα και απαξιωμένη πράξη, γι’ αυτό και κάθε εξέγερση είχε και έχει τα χαρακτηριστικά της γιορτής και της καταστροφής.
Και στο κίνημα των Αγανακτισμένων ισχύει το vox populi, vox dei(φωνή λαού, φωνή θεού), αλλά δεν ισχύουν τα λόγια του Ροβεσπιέρου ότι «Η αλήθεια… έχει τη δύναμή της, έχει την οργή της, τον δεσποτισμό της…». Γι’ αυτό κάποιοι, κυρίως αριστεροί, εγκλωβισμένοι σ’ αυτή την παράδοση θεωρούν το όλο κίνημα «απολιτικό», αδυνατώντας να αντιληφθούν μια εξανάσταση χωρίς τη βία της.
Για κάποιους στη διάζευξη «ανθρωπισμός ή τρομοκρατία» ο θετικός όρος δεν είναι ο ανθρωπισμός αλλά η τρομοκρατία. Ο ανθρωπισμός θεμελιωμένος στο «αγάπα τον πλησίον σου» απορρίπτεται, καθώς στην ευρωπαϊκή αριστερά αναδύεται ο λακανικός «απάνθρωπος πυρήνας του πλησίον». Με άλλα λόγια, έχουμε την απάνθρωπη διάσταση όταν από ένα άτομο αφαιρείται η «προσωπικότητα». Γι’ αυτό όλοι οι αριστεροί αναλυτές μιλούν για την εξέγερση του δημοσκοπικού «Κανένα», ως εάν οι Αγανακτισμένοι να μην έχουν κανένα πρόσωπο και καμία ταυτότητα. Σ’ αυτό θα συναντηθούν με τον Θ. Πάγκαλο που χαρακτηρίζει χωρίς αιτήματα την εξέγερση λες και στην Ελλάδα δεν τίθεται θέμα εθνικής ανεξαρτησίας(διεθνής επιτροπεία), κοινωνικής δικαιοσύνης(ανεργία, φτώχεια), παιδείας, ελευθερίας. Οι κύριοι αυτοί δεν μπορούν να υπερβούν το Εγώ τους. Ή αλλιώς, η συλλογικότητα και η άμεση δημοκρατία που αναπτύσσεται στην πλατεία Συντάγματος τους υπερβαίνει. Και ό,τι τους υπερβαίνει απορρίπτεται. Αντιθέτως, ο αυθεντικός επαναστάτης μιλάει σαν τον Σαιν Ζυστ που σιχαίνεται «τη σκόνη που με αποτελεί και σας μιλά». Γι’ αυτό αν θέλουμε να είμαστε δίπλα στα παιδιά μας, τότε η αλήθεια της συνήθειας με βάση την οποία κρίνουμε το σωστό ή το λάθος, το δίκαιο και το άδικο πρέπει να υπερκεραστεί. Με άλλα λόγια, κάθε τι πρέπει να κρίνεται ανατρέχοντας «στα θεμέλια της οικονομική τάξεως(ιδιωτική ιδιοκτησία κλπ)», ότι το πρόβλημα της ελευθερίας εμπεριέχεται στις κοινωνικές σχέσεις, που δεν είναι καθόλου «απολιτικές» και πολύ περισσότερο δεν είναι «φυσικές».
Κάποιοι μιλούν περί «αποτελεσματικότητας», που, όμως, παραπέμπει στη λογική του Στάλιν. Σύμφωνα μ’ αυτή, η κρίση με βάση το αποτέλεσμα, δηλαδή την «προοπτική της τελικής κρίσεως», του κομμουνισμού, δημιουργεί την «αντικειμενική ενοχή», το αντικειμενικό νόημα των πράξεων ενός ατόμου, που μπορεί να είναι έντιμο αλλά παρά ταύτα «αντικειμενικά ένοχος», αφού αντικειμενικά οι πράξεις του εξυπηρετούν τις αντιδραστικές δυνάμεις. Έτσι, σύμφωνα με τον κ. Πάγκαλο «όλοι μαζί τα φάγαμε», όλοι είμαστε ένοχοι! Αυτή η ενοχή καταρρίπτεται τώρα στην πράξη. Γιατί η εξέγερση αποενοχοποιεί.
Τέλος, εδώ δεν έχουμε μία επανάσταση κατ’ εξουσιοδότηση, αλλά μία επανάσταση που εξουσιοδοτείται μόνο από τον εαυτό της. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας πραγματικά χειραφετητικής πολιτικής και μία πολιτικής του στάτους κβο και της βιοπολιτικής του φόβου(που ζητάει εγγυήσεις για την επανάσταση).

Επιχείρηση τρομοκρατίας των αγανατκισμένων

«Αυτοοργάνωση παντού». Το σύνθημα γραμμένο στον τοίχο νοσοκομείου στα Κάτω Πατήσια. Η αυτοοργάνωση στο Σύνταγμα διαχέεται παντού, απλώνεται στις γειτονιές, στους τόπους δουλειάς, στα πανεπιστήμια. Το Εμείς θριαμβεύει. Η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη επικρατούν πλήρως. Κι όμως κάποιοι απαξιώνουν το γεγονός, επιμένοντας να το χαρακτηρίζουν απολιτικό. Ίσως γιατί είναι ειρηνικό. Ίσως γιατί παραπέμπει περισσότερο στον Γκάντι και λιγότερο στον Ροβεσπιέρο και την ευρωπαϊκή παράδοση.
Αν, συνεπώς, πρέπει να μιλάμε για την κληρονομιά του Μάη που εμπεριέχεται στο κίνημα των Αγανακτισμένων, αυτή δεν μπορεί να είναι η δημιουργία των νέων ελίτ της εξουσίας, δηλαδή η αναπαραγωγή της εξουσίας, αλλά το ανεπανάληπτο βίωμα κάποιων στιγμών κατάλυσης κάθε μορφής εξουσίας, η στιγμιαία κατάργηση των ταξικών διαφορών, το πανηγύρι της ισότητας, της αλληλεγγύης και της αποθέωσης του έρωτα για όλο τον κόσμο, για τη ζωή, για το παν, για τον ένα. Γιατί και ο Μάης του 1968 ήταν μία αντίδραση στην επιχείρηση αλλαγής των πολιτιστικών κωδίκων, που τελικά συνέβη. Ήταν η άμυνα μιας έννοιας της «αναγνώρισης» ως ηθικής της δράσης για έναν καλύτερο κόσμο, απέναντι στην «αναγνώριση» μέσω της δύναμης, του χρήματος, της οικονομική ισχύος και της εικόνας. Η συσσώρευση ήταν ακόμη τότε μία περιφρονητέα και απαξιωμένη πράξη, γι’ αυτό και κάθε εξέγερση είχε και έχει τα χαρακτηριστικά της γιορτής και της καταστροφής.
Και στο κίνημα των Αγανακτισμένων ισχύει το vox populi, vox dei(φωνή λαού, φωνή θεού), αλλά δεν ισχύουν τα λόγια του Ροβεσπιέρου ότι «Η αλήθεια… έχει τη δύναμή της, έχει την οργή της, τον δεσποτισμό της…». Γι’ αυτό κάποιοι, κυρίως αριστεροί, εγκλωβισμένοι σ’ αυτή την παράδοση θεωρούν το όλο κίνημα «απολιτικό», αδυνατώντας να αντιληφθούν μια εξανάσταση χωρίς τη βία της.
Για κάποιους στη διάζευξη «ανθρωπισμός ή τρομοκρατία» ο θετικός όρος δεν είναι ο ανθρωπισμός αλλά η τρομοκρατία. Ο ανθρωπισμός θεμελιωμένος στο «αγάπα τον πλησίον σου» απορρίπτεται, καθώς στην ευρωπαϊκή αριστερά αναδύεται ο λακανικός «απάνθρωπος πυρήνας του πλησίον». Με άλλα λόγια, έχουμε την απάνθρωπη διάσταση όταν από ένα άτομο αφαιρείται η «προσωπικότητα». Γι’ αυτό όλοι οι αριστεροί αναλυτές μιλούν για την εξέγερση του δημοσκοπικού «Κανένα», ως εάν οι Αγανακτισμένοι να μην έχουν κανένα πρόσωπο και καμία ταυτότητα. Σ’ αυτό θα συναντηθούν με τον Θ. Πάγκαλο που χαρακτηρίζει χωρίς αιτήματα την εξέγερση λες και στην Ελλάδα δεν τίθεται θέμα εθνικής ανεξαρτησίας(διεθνής επιτροπεία), κοινωνικής δικαιοσύνης(ανεργία, φτώχεια), παιδείας, ελευθερίας. Οι κύριοι αυτοί δεν μπορούν να υπερβούν το Εγώ τους. Ή αλλιώς, η συλλογικότητα και η άμεση δημοκρατία που αναπτύσσεται στην πλατεία Συντάγματος τους υπερβαίνει. Και ό,τι τους υπερβαίνει απορρίπτεται. Αντιθέτως, ο αυθεντικός επαναστάτης μιλάει σαν τον Σαιν Ζυστ που σιχαίνεται «τη σκόνη που με αποτελεί και σας μιλά». Γι’ αυτό αν θέλουμε να είμαστε δίπλα στα παιδιά μας, τότε η αλήθεια της συνήθειας με βάση την οποία κρίνουμε το σωστό ή το λάθος, το δίκαιο και το άδικο πρέπει να υπερκεραστεί. Με άλλα λόγια, κάθε τι πρέπει να κρίνεται ανατρέχοντας «στα θεμέλια της οικονομική τάξεως(ιδιωτική ιδιοκτησία κλπ)», ότι το πρόβλημα της ελευθερίας εμπεριέχεται στις κοινωνικές σχέσεις, που δεν είναι καθόλου «απολιτικές» και πολύ περισσότερο δεν είναι «φυσικές».
Κάποιοι μιλούν περί «αποτελεσματικότητας», που, όμως, παραπέμπει στη λογική του Στάλιν. Σύμφωνα μ’ αυτή, η κρίση με βάση το αποτέλεσμα, δηλαδή την «προοπτική της τελικής κρίσεως», του κομμουνισμού, δημιουργεί την «αντικειμενική ενοχή», το αντικειμενικό νόημα των πράξεων ενός ατόμου, που μπορεί να είναι έντιμο αλλά παρά ταύτα «αντικειμενικά ένοχος», αφού αντικειμενικά οι πράξεις του εξυπηρετούν τις αντιδραστικές δυνάμεις. Έτσι, σύμφωνα με τον κ. Πάγκαλο «όλοι μαζί τα φάγαμε», όλοι είμαστε ένοχοι! Αυτή η ενοχή καταρρίπτεται τώρα στην πράξη. Γιατί η εξέγερση αποενοχοποιεί.
Τέλος, εδώ δεν έχουμε μία επανάσταση κατ’ εξουσιοδότηση, αλλά μία επανάσταση που εξουσιοδοτείται μόνο από τον εαυτό της. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας πραγματικά χειραφετητικής πολιτικής και μία πολιτικής του στάτους κβο και της βιοπολιτικής του φόβου(που ζητάει εγγυήσεις για την επανάσταση).

Πώς κέρδισε ο Λούλα;

  Τι συνέβη στην Βραζιλία; Πώς το φαβορί, ο Μπολσονάρου που είχε κερδίσει 56,1 εκατομμύρια ψήφους στον πρώτο γύρο, έλαβε μόλις 3,7 εκατομμύρ...