Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Αντι-Φάσεις

Εφεξής οφείλουμε να σκεφτόμαστε με όρους πλανητικούς, λέει ο νομπελίστας Αμάρτυα Σεν (Ηθική και Οικονομία), καλώντας να επιστρέψουμε στο δυνατό κράτος. Το κράτος όμως είναι συνυφασμένο με το έθνος(κράτος-έθνος), δημιουργώντας τεράστια εμπόδια στο πλανητικώς σκέπτεσθαι. Αλλά αυτή η αντίφαση δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτή που επικαλείται ο Αλαίν Φινκελκρό και σύμφωνα με την οποία «Στο όνομα των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επιδοκιμάζουμε τον απεριόριστο χαρακτήρα (σ.σ. και την ικανοποίηση) όλων των επιθυμιών»(France Inter). Η αντίφαση αυτή καθίσταται έκδηλη στην περίπτωση των οικολόγων που μάχονται για την προστασία του περιβάλλοντος, δοξάζοντας συγχρόνως τις χωρίς όρια καταναλωτικές πρακτικές. Παραδόξως, οι διανοητές ανακαλύπτουν την «ηθική του περιορισμού» που προέβαλε από το 1981 ο Κ. Καστοριάδης, αλλά και την ύβριν ως υπέρβαση των ορίων για την οποία είχαν μιλήσει οι αρχαίοι Έλληνες πριν χιλιάδες χρόνια. Εκείνο που προβάλλεται, τώρα, ως νέο είναι η… σπουδαιότητα της ηθικής(Ζαν Κλωντ Μισεά) και η «common decency» του Όργουελ. Με άλλα λόγια προτείνουν τη «σεμνότητα και την ταπεινότητα» ως μία ορισμένη ηθική πολιτική πρακτική! Αυτή τη σχέση ηθικής και πολιτικής έχει αναλύσει και ο μακαρίτης Νορμπέρτο Μπόμπιο στο τελευταίο βιβλίο του «Εγκώμιο της πραότητας και άλλα κείμενα περί ηθικής». Ο συγγραφέας αναφέρεται στο «Μακάριοι οι πραείς» (όπως και ο Βόνεγκατ) και προτείνει την «πραότητα» (εμείς θα τη λέγαμε «μετριοπάθεια», αλλά τότε υπάρχει ο κίνδυνος να ταυτίσουμε τον Μπόμπιο με τον Κοντ) ως μία εναλλακτική στάση απέναντι στη βία της εξουσίας, ως μία μη-βία (Η Χάνα Άρεντ κάνει τη διάκριση μεταξύ δύναμης και βίας). Η «πραότητα» δεν σημαίνει υποχωρητικότητα, δεν σημαίνει θυσία, αλλά ενέχει δύναμη, αυτή της μη βίας. Αλλά τι είναι η πραότητα; «Ταυτίζω τον πράο με τον μη βίαιο, την πραότητα με την αποκήρυξη της χρήσης βίας εναντίον του οποιουδήποτε. Επομένως, η πραότητα είναι μη πολιτική αρετή. Και μάλιστα στον κόσμο αυτό που ματώνει από μίση μεγάλων (και μικρών) ισχυρών είναι η αντίθεση της πολιτικής» σημειώνει ο Μπόμπιο.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Τζάκσον Μάικλ

Ο Μάικλ Τζάκσον είναι ο πρώτος νεορατσιστής εναντίον του ξένου που ήταν ο ίδιος του εαυτός, το δικό του «μαύρο» σώμα. Είναι ο πρώτος που διαχώρισε το Εγώ από το Αυτό (id), δηλαδή το σώμα του. Είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που άλλαξε το χρώμα του δέρματός του. Αλλά αν ο Τζάκσον επιχείρησε τη λεύκανση του σώματός του, ο Ομπάμα και πολλοί άλλοι αφροαμερικανοί (το 10% της θετικής διάκρισης) πέτυχαν τη «λεύκανση» του πνεύματός τους. Αλλά πέρα από την τρομερή αυτή σύγκρουση με το χρώμα ενός μισητού σώματος, ο Μάικλ Τζάκσον είναι το κατ’ εξοχήν πρότυπο ενός νέου τύπου ανθρώπου που είναι πάντα νέος και δεν γερνάει ποτέ. Είναι η ιδεοληψία της παντοτινής νεότητας και του συνδρόμου του Πήτερ Παν, που παύει να είναι σύνδρομο από τη στιγμή που γίνεται γενικευμένη μόδα ως τρόπος ζωής. Ναι, ο Τζάκσον είχε ένα βάναυσο πατέρα που τον έλεγε «χονδρομύτη» και αυτό του δημιούργησε το παιδικό τραύμα και τις εκατοντάδες πλαστικές στη μύτη του ώσπου δεν είχε πια μύτη. Αυτή, όμως, είναι μια ψυχαναλυτική προσέγγιση που μπορεί να εξηγεί κάποια σημεία από την τραγωδία του θανόντα, αλλά δεν εξηγεί την τεράστια πίεση μιας γιγαντιαίας βιομηχανίας που εκτός από μουσική παρήγαγε και πρότυπα ζωής. Γιατί πριν ο Τζάκσον καταστρέψει το σώμα είχε καταστρέψει την ψυχή του. Κι όπως επισημαίνει ο καθηγητής Μπ. Μπάρμπερ
«Οι καινούριες εταιρείες του τηλετομέα της πληροφόρησης-ψυχαγωγίας δεν αγνοούν και δεν καταστρέφουν την ψυχή, αλλά μάλλον την απορροφούν, την αποσυνθέτουν και στη συνέχεια την ανασυνθέτουν. Μετατρέπουν την ψυχή σ’ ένα μηχανισμό που είναι πιο επιρρεπής στην κατανάλωση...». Ο Τζάκσον ήταν συνεπώς ένα εργαλείο απορρόφησης, αποσύνθεσης και ανασύνθεσης ψυχών.
Θυμάμαι πριν κάποια χρόνια έγινε στην Αθήνα μια έκθεση με τίτλο «Νέο είναι κάθε τι ενδιαφέρον». Εκεί είδα και την περίφημη κατασκευή του Jeff Koons, Michael Jackson and Bubbles. Τότε είχε ξεσηκωθεί μεγάλος θόρυβος για τον ιδεολογικό χαρακτήρα των εκτεθειμένων έργων που θεωρήθηκε καταναλωτικός, ψυχογραφικός και εφιαλτικά κιτς. Όλα γενικά τα στοιχεία παρέπεμπαν στην τέχνη όπως την εννοεί η Αμερική, δηλαδή ότι ενδιαφέρον είναι μόνο το νέο! Αυτή η άποψη έχει ήδη κυριαρχήσει παντού παρά της επί μέρους αντιστάσεις. Βέβαια, και η ευρωπαϊκή καλλιτεχνική πρωτοπορία του 19ου αιώνα ήταν μία φυγή προς τα εμπρός, αλλά με την έννοια ότι η θέαση του παρόντος γίνεται μέσω του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος. Και τότε το κριτήριο της νεωτερικότητας ήταν πολλές φορές ο μόνος και ενίοτε παράλογος όρος της καλλιτεχνικής αξίας. Σήμερα, η λεγόμενη μεταμοντέρνα αισθητική κινείται μεταξύ πρωτοτυπίας και μνήμης. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι διακρίνεται από το ΑΓΧΟΣ του ΝΕΟΥ, ως μοναδικού κριτηρίου της δημιουργίας. Συνεπώς, το «παλιό» είναι πλήρως απαξιωμένο από αισθητική και κατ’ επέκταση από πολιτισμική και εσχάτως από ανθρωπολογική άποψη. Ένας καλλιτέχνης αν θέλει να παρουσιάζει «ενδιαφέρον» πρέπει να είναι «νέος», όχι από την άποψη του έργου του, δηλαδή του περιεχομένου, αλλά από την άποψη της εικόνας του, της μορφής του. Αυτό μπορεί κανείς να το διαπιστώσει από τη διαρκεί ανάγκη των καλλιτεχνών -ιδιαίτερα των ποπ- να αλλάζουν «λουκ», να μεταμορφώνονται. Το πρόβλημα, όμως, συνίσταται στη συνεχή επιτάχυνση. Παλιά ένα πολιτιστικό προϊόν είχε μια μεγάλη διάρκεια, σήμερα όμως λόγω της ταχύτητας παραγωγής και κατανάλωσης η διάρκεια αυτή τείνει στο βαθμό μηδέν. Σε λίγο ένας καλλιτέχνης θα παράγει το «νέο» μόνο μία φορά. Με άλλα λόγια με όρους κατανάλωσης κάθε καλλιτεχνικό προϊόν αλλά και κάθε καλλιτέχνης θα είναι μίας χρήσης. Αυτή η αντίληψη καταλήγει σε μια ρατσιστική αντιμετώπιση κάθε τι παλιού, ακόμη κι αν πρόκειται για ανθρώπους. Τα γηρατειά εκλαμβάνονται ως προσωπική προσβολή. Η αγωνία της φθοράς του σώματος αρχίζει από όλο και μικρότερες ηλικίες. Ο πανικός καθίσταται μέγας μπροστά στη δυναστευτική θεά της «νεότητας». Ο χρόνος εκείνος που ξαποστάζει μέσω της σοφίας την ψυχή στην άκρη του βίου, δεν υπάρχει. Το «Ωραίο», ως συνδεδεμένο με την ώρα-εποχή, όπου ο καθένας είναι καλά στην «ώρα» του έχει εξαφανισθεί. Ο χρόνος ακυρώνεται. Η μέση ηλικία ή τα γηρατειά είναι πια συνώνυμα της παρακμής, της μελαγχολίας, της απόσυρσης και γι’ αυτό εξορίζονται. Γι’ αυτό ο Τζάκσον δεν άντεξε να ζήσει παραπάνω.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

CGT και μετανάστες

Όχι, δεν ήταν οι ακροδεξιοί ρατσιστές οπαδοί του Λε Πεν, αλλά οι άντρες της CGT, του ιστορικού συνδικάτου του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος, που επιτέθηκαν με ξύλα και δακρυγόνα εναντίον των εκατοντάδων παράνομων μεταναστών που εδώ και 14 μήνες είχαν καταφύγει σ’ ένα κτίριο του συνδικάτου στο Παρίσι. Το έργο των «κουκουλοφόρων»(ναι, τα «χοντρά μπράτσα» της CGT φορούσαν μάσκες) ολοκληρώθηκε από την αστυνομία! Αυτός είναι ο «εμφύλιος των κάτω». Η πολιτική και κοινωνική σύγκρουση, η ένταση που υπάρχει ανάμεσα στο δομημένο κοινωνικό σώμα, όπου κάθε μέρος έχει τη θέση του, και στο μέρος που «δεν χωρά πουθενά», που αναστατώνει αυτή την τάξη για χάρη της αρχής της καθολικότητας, της egaliberte, της ηθικής ισότητας των ανθρώπων. Το αν το βραχυκύκλωμα θα προκαλέσει κοινωνικό μπλακ άουτ ή όχι εξαρτάται από την ένταση ανάμεσα στο σύνολο και σ’ αυτό το υπεράριθμο στοιχείο (το καταραμένο απόθεμα) καθώς και από τους κοινωνικούς αυτοματισμούς που θα περιορίσουν το πρόβλημα στην περιφέρεια με ελεγχόμενες κρίσεις-συσκοτίσεις. Γενικά, στο δομημένο κοινωνικό σώμα θα αναπτυχθεί η «οργανική συνεργασία» των υπό κανονικές συνθήκες αντιτιθέμενων μερών της κοινωνίας στο όνομα του «κοινού εισβολέα-εχθρού», που είναι ο Ξένος, στο όνομα αυτού που υποτίθεται ότι εισάγει την αναστάτωση. Εδώ οφείλονται οι ιδεολογικά φανατικές συντηρητικές αναδιπλώσεις της αμερικανικής κοινωνίας παλαιότερα και σήμερα της ευρωπαϊκής. Διότι αυτό που συμβαίνει με τη ρατσιστική αντιπαλότητα είναι ότι παραμορφώνεται η αναπαράσταση του κοινωνικού ανταγωνισμού. Έτσι, ο Ξένος γίνεται ένα φετίχ που αρνιέται και συγχρόνως ενσαρκώνει τη δομική αδυναμία της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, καθώς για «όλα φταίει ο ξένος», καλύπτεται στη φαντασίωση των μελών της κοινωνίας η πραγματική ανταγωνιστική κοινωνική ρωγμή. Οι μετανάστες δεν έχουν άλλο δρόμο ειμή μόνο αυτόν της μαφίας και της παρανομίας, δηλαδή ή τη Σκύλα ή τη Χάρυβδη. Όπως συνέβη με το διεθνές κύκλωμα εκμετάλλευσης αφρικανών γυναικών που είχε έδρα την Ανκόνα.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Ντροπή

«Κουράστηκα να κυβερνώ σκλάβους» δήλωσε ο Φρειδερίκος της Πρωσίας και έκλεισε τα μάτια του. Άλλοι, σήμερα, κλείνουν εφημερίδες! Γιατί η σύγχρονη σκλαβιά είναι συνυφασμένη με τα μυαλά και τη χειραγώγηση των συνειδήσεων. Γιατί αν το κλείσιμο μιας εφημερίδας είναι κακό για τους δημοσιογράφους, χειρότερο κακό για τη δημοκρατία και τους πολίτες είναι η κατασκευή των ειδήσεων, όπως συνέβη με τα δημοσιευμένα ρεπορτάζ της συνάντησης Καραμανλή-Ερντογάν! Που είναι, άραγε, τα όργανα δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ; Γιατί δεν επιλαμβάνονται του θέματος; Ή μήπως η συνάντηση έγινε (που δεν έγινε) αφού την περι-έγραψαν οι εφημερίδες; Τελικά, η πραγματικότητα δεν είναι η είδηση αλλά το προϊόν της ενημέρωσης που, μάλιστα, φετιχοποιείται, καθιστάμενο πιο ισχυρό και από το πραγματικό γεγονός. Ως εκ τούτου δεν έχουμε πια μόνο ένα πρόβλημα δεοντολογίας αλλά και αλλαγή της δομής της σκέψης. Λίγοι μπορούν να αντισταθούν στη σύγχρονη «βιομηχανία της συνείδησης» που δεν περιορίζεται απλώς στην ενημέρωση, αλλά επιδιώκει να καθορίζει και το πλαίσιό της. Η βιομηχανία αυτή οδηγεί την πολιτική εξουσία στην εξαφάνισή της και, μάλιστα, άνευ λαϊκής εντολής. Παρόλα αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν πολίτες και κάποιοι πολιτικοί, «αυτοί οι πεισματάρηδες οπαδοί της λαϊκότητας»(Ρ. Ντεμπρέ), που προσπαθούν να διακρίνουν μεταξύ ορθολογισμού και πίστης και να δώσουν στην εκκοσμικευμένη εξουσία τον αναγκαίο χώρο, χωρίς να κάνουν μεταφυσικές παραχωρήσεις ειδωλολατρικού τύπου. Υπάρχουν τάχα και δημοσιογράφοι «πεισματάρηδες» της λαϊκότητας; Δυστυχώς, όχι. Το όνειρο κάθε νέου δημοσιογράφου είναι να γίνει όπως οι παλιοί-μεγαλοδημοσιογράφοι, ήτοι μ’ ένα σπίτι στα βόρεια προάστια, μία βίλα στις Κυκλάδες, ένα κότερο, ίσως κι ένα διαμέρισμα στο Μανχάταν. Αυτά είναι τα σύμβολα της επιτυχίας αλλά και της εξαγοράς. Μπορεί να ανατραπεί αυτός ο συσχετισμός των αξιών; Για μία τέτοια ανατροπή απαιτείται ένα σθεναρό κίνημα που θα υπερβαίνει τα ιδιοτελή και σχισματικά κομματικά πλαίσια, που θα επαναξιώνει την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την αντικειμενικότητα. Και, προπάντων, που θα «τρομοκρατεί» μ’ αυτό που κάποτε λεγόταν ΝΤΡΟΠΗ και ΤΣΙΠΑ.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

"Σέχτα" και "Χρυσή Αυγή"

Το δολοφονικό-τρομοκρατικό χτύπημα της «σέχτας επαναστατών» μας επιβάλλει να αναγνώσουμε το φαινόμενο μέσα από τα πραγματικά γεγονότα. Είναι γνωστό ότι ο μαρξισμός από θεωρία μιας ιστορικά συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας κατέστη ιδεολογία, δηλαδή ένα δόγμα-πλέγμα ιδεών που αναφέρεται σε μία πραγματικότητα, όχι για να την διαυγάσει ή να την αλλάξει, αλλά για να τη νομιμοποιήσει στα μυαλά των ανθρώπων. Επειδή όμως ο μαρξισμός απώλεσε την ελκυστική του δύναμη ως ιδεολογία αντικαταστάθηκε από την ιδεολογία της Επανάστασης με βάση τη διάζευξη του Κ. Καστοριάδη: Είτε μαρξιστές είτε επαναστάτες («φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας»). Γι’ αυτό παλαιότερα οι προκηρύξεις της 17Ν δεν συνιστούσαν παρά ένα «πομπώδες συμπλήρωμα δικαίωσης» των φόνων στο όνομα της λαϊκής επανάστασης -άνευ βέβαια εξουσιοδοτήσεως. Το ίδιο συμβαίνει και με τις νέες τρομοκρατικές οργανώσεις. Η «σέχτα επαναστατών» είναι το κομμάτι που αποσπάστηκε από τον «Επαναστατικό Λαϊκό Αγώνα» καθώς θεώρησε ότι μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 ήρθε η ώρα της επανάστασης και δεν χρειάζονται θεωρητικές αναλύσεις αλλά να «μιλήσουν τα όπλα». Πρόκειται για τη γνωστή θέση του Τρότσκι(1940) σύμφωνα με την οποία η θεωρητική επεξεργασία της ατελούς μαρξιστικής θεωρίας θα έπρεπε να συνεχισθεί, αλλά όταν η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη, τότε αυτό το καθήκον τίθεται σε αναστολή. Γι’ αυτό στην πρώτη προκήρυξή της η «σέχτα» δηλώνει: «Τώρα μιλούν τα όπλα». Αυτή η θέση φαίνεται να είναι και η αιτία αποσκίρτησης από τον «Επαναστατικό Αγώνα». Με άλλα λόγια, η «σέχτα επαναστατών» είναι «σέχτα» όχι διότι είναι μία ολιγομελής-μειοψηφική ομάδα που διαχωρίστηκε απλώς από την πλειοψηφία των «επαναστατών-αγωνιστών», αλλά γιατί ανήγαγε μία από τις πλευρές της επαναστατικής διαδικασίας, την «επαναστατική κατάσταση» σε απόλυτη αλήθεια της. Δεν είναι τυχαία η διαμάχη για το αν τα γεγονότα του Δεκεμβρίου ήταν «εξέγερση» ή όχι. Η «σέχτα» πιστεύει ότι ήταν «εξέγερση». Αυτή η θέση έγινε η κεντρική «αλήθεια» του «σεχταριστικού» δόγματός της. Μάλιστα, για να διατηρήσει την πίστη της, ζει και λειτουργεί με βάση αυτή την «απόλυτη αλήθεια». Υπ’ αυτή την οπτική, η δολοφονία του αστυνομικού της αντιτρομοκρατικής είναι η καθυστερημένη απάντηση στη δολοφονία του μικρού Αλέξη Γρηγορόπουλου, είναι η συνέχεια του Δεκεμβρίου, είναι η προσπάθεια οικειοποίησης εκείνης της «εξέγερσης» και η διαιώνισή της με τον τρόπο που οι ίδιοι γνωρίζουν, τους φόνους. Η επίκληση της λαϊκής επανάστασης ή της «Ανατροπής» επιτρέπει στις ομάδες(σέχτες) να παρουσιάζουν τον εαυτό τους σαν κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή σαν το μελλοντικό επαναστατικό κόμμα του εργαζόμενου λαού, ενώ είναι μία ομάδα δολοφόνων. Αλλά εκεί που νομίζει κανείς ότι έχουμε μία τυπική τροτσκιστική σέχτα, έρχεται η δεύτερη προκήρυξη(επίθεση στο ALTER), γραμμένη θαρρείς όχι από έναν τροτσκιστή αλλά από έναν «καταστασιακό»(situationiste) του Γκυ Ντεμπόρ. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: αφ’ ενός ότι κάτω από την ομπρέλα της «εξέγερσης» και της «επαναστατικής κατάστασης» έχουμε τη συνάντηση ατόμων με διαφορετικές καταγωγικές(δογματικές) πολιτικές προσεγγίσεις και αφ’ ετέρου ότι διαφαίνεται ένα ρήγμα στην ίδια τη «σέχτα» που προβαίνει πλέον και σε θεωρητικές αναλύσεις, που σημαίνει υποχώρηση από τη θέση της «εξέγερσης», της «επαναστατικής κατάστασης», όπου, όπως προείπαμε, οι θεωρητικές αναλύσεις αναστέλλονται. Πιο συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι η «εξέγερση» υποχώρησε λόγω της μιντιακής χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Η νέα αυτή θέση αποτρέπει προς το παρόν μία νέα διάσπαση της «σέχτας» στους κυνικούς εκτελεστές που θα καλύπτουν την πολιτική στειρότητά τους με σφαίρες και φόνους στο όνομα της «εξέγερσης» και στους λιγότερο κυνικούς και περισσότερο θεωρητικούς, που θα υποχρεωθούν να αναγνώσουν διαφορετικά τη γενικευμένη λαϊκή καταδίκη των φόνων και των έωλων συμβολισμών τους. Συνεπώς, ο νέος στόχος θα είναι ένας μεγαλοδημοσιογράφος. Όσο για την «αστυνομική ανάλυση» περί της συνάντησης της τρομοκρατίας με το κοινό έγκλημα είναι για γελοία, καθώς αποδεικνύει όχι μόνο την προσπάθεια να ταυτιστεί η τρομοκρατία με το κοινό έγκλημα και έτσι να αποδοκιμασθεί αλλά και την αντιστοίχησή της μ’ έναν απολιτικό τρόπο σκέψης, που «βλέπει» παντού τρομοκράτες, όπως στην περίπτωση του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η αντίληψη αυτή είναι άκρως επικίνδυνη εάν προσοικειωθεί πολιτικά από φασιστικά μορφώματα τύπου «Χρυσής Αυγής», όπως συνέβη στο τρισάγιο για τον δολοφονημένο αστυνομικό και το τρομερό σύνθημα «το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει»! Τελικά, η «εκδίκηση» είναι ο κοινός τόπος, ο κύκλος της κοινής φαυλότητας. Οι τρομοκράτες εκδικήθηκαν το φόνο του Γρηγορόπουλου. Οι «χρυσαυγίτες» (και κάποιοι αστυνομικοί!) δηλώνουν ήδη εκδίκηση στο όνομα του δολοφονημένου αστυνομικού. Αυτή η ιδιότυπη βεντέτα συνιστά τη νομιμοποιητική βάση για την αναπαραγωγή της κάθε είδους τρομοκρατίας. Ποιος ωφελείται από αυτό το κλίμα γενικευμένης τρομοκρατίας (αν συνυπολογίσουμε μετανάστες, ανεργία, εγκληματικότητα); Μόνο η καθεστηκυία τάξη που μεταθέτει την κεντρική σύγκρουση σ’ έναν πόλεμο μεταξύ των «κάτω» για δευτερεύοντες λόγους. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι οι τρομοκράτες δεν χτυπούν «υψηλούς στόχους», όπως η 17Ν, αλλά «χαμηλούς», συμβολικούς(μη ουσιαστικούς) στόχους, δηλαδή τους πιο «κάτω», τις τελευταίες ή τις προτελευταίες τρύπες του ζουρνά! Για να αποδειχθεί εντέλει ότι αυτή η αλληλοτροφοδοτούμενη τρομοκρατία έχει μόνο ένα πολιτικό αποτέλεσμα, τη συντηρητικοποίηση του πληθυσμού.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Αριστερός Φασισμός

Όποιος αφαιρεί μια ζωή, ασκώντας τυφλή και άνανδρη βία, για λόγους πολιτικού συμβολισμού είναι φασίστας. Δεν μπορεί η απάντηση στη βία να είναι η βία, η απάντηση στον αιματηρό φασισμό να είναι ο φασισμός. Διαβάζοντας κανείς τις προηγούμενες προκηρύξεις των δολοφόνων, διακρίνει την αλαζονεία, τα υπερτροφικά Εγώ, που επέλεξαν να σφραγίσουν το πέρασμά τους απ’ αυτή τη ζωή με μίσος και αίμα. Γι’ αυτό δεν είναι επαναστάτες, αλλά μανιακοί που έχουν ανάγκη ψυχίατρου. Ο αυθεντικός επαναστάτης πρέπει να είναι ο de l’ un, η εξαίρεση που σιχαίνεται το Εγώ του, «τη σκόνη που με αποτελεί και σας μιλά», όπως έλεγε ο σύντροφος του Ροβεσπιέρου, ο Σαιν-Ζυστ, κι όχι ένας ακραία εγωπαθής, ένας «χάνιμπαλ λέκτερ» που τρέφει τον υπερμεγέθη ναρκισσισμό του με αίμα. Στις προκηρύξεις τους κατηγορούν τη «μηντιακή δημοσιογραφία» (λες και υπάρχει μη μιντιακή) για «φασιστικό μονόλογο», για το φασισμό των λέξεων, παραγνωρίζοντας ότι οι ίδιοι είναι οι φασίστες των κουμπουριών, φασίστες δολοφόνοι. Λένε πως ακολουθούν «την τακτική της μόνιμης απειλής», του φόβου και του τρόμου. Αλλά «Ο τρόμος χωρίς την αρετή είναι ολέθριος»(Ροβεσπιέρος). Και η αρετή είναι η «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» που οι αριστεροί(κατά τον αυτοπροσδιορισμό τους)-φασίστες τρομοκράτες έχουν γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων τους. Σημειώνουν ακόμη πως «Το οργανωμένο αντάρτικο πόλης είναι ο μόνος δρόμος των επαναστατικών δυνάμεων για την Ανατροπή». Ο μεγάλος στόχος τους είναι η «Ανατροπή» του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς όμως να ξέρει κανείς τι θα βάλουν στη θέση του. Η πράξη, πάντως, δείχνει ότι θα βάλλουν στη θέση του καλάσνικοφ, σκόρπιονς και πιστόλια. Οι δολοφόνοι, την ώρα που καταγγέλλουν τη χειραγώγηση της συνείδησης από την τηλεόραση, το σχολείο, την κοινωνία του θεάματος κ.ά., την ίδια στιγμή στήνουν το δικό τους αιματηρό θέαμα, προσφέροντας στην τηλεόραση άφθονη ύλη, έτσι ώστε να εκτιμά εύλογα κανείς ότι οι «σεχταριστές» (υπό την προτεσταντική μάλλον έννοια) παίζουν το παιγνίδι των μίντια και της καθεστηκυίας τάξης.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Ο ξένος μέσα μας

Ποιος είναι ο «ξένος» σήμερα; Όλοι μας. Παραδόξως, το ξένο μας κατοικεί, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητάς μας, ο τόπος όπου ερημώνεται η κατοικία μας, ο χρόνος όπου ναυαγεί η συμπάθεια. Ο ξένος, σύμπτωμα που κατά κύριο λόγο καθιστά ανέφικτο το «εμείς», αρχίζει να υπάρχει όταν αναδύεται η συνείδηση της διαφοράς, και ολοκληρώνεται όταν αναγνωρίζουμε ότι όλοι μας είμαστε ξένοι(Κρίστεβα). Στο πλαίσιο, μάλιστα, της πλανητικής οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης διαμορφώνονται νέες μορφές ετερότητας και το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορούμε να ζήσουμε «εσωτερικά, υποκειμενικά» μαζί με τους άλλους, αν μπορούμε να είμαστε άλλοι, χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς την εξάλειψη των διαφορών μας. Κάποιοι διατείνονται ότι η ξενοφοβία των ημερών μας αντλεί την έντασή της από την κρίση των ηθικών και θρησκευτικών συστημάτων. Αυτή η οπτική παραβλέπει την οικονομική και πολιτική παράμετρο και αποκλείει τη δυνατότητα μιας πιο ουσιαστικής ανάγνωσης του φαινομένου. Εν προκειμένω, αξίζει να σημειωθεί η παρατήρηση της Κρίστεβα που αφορά τους ναζί, αλλά και τους σύγχρονους φανατικούς. Οι ναζί, λοιπόν, «επειδή έχασαν την απόλυτα συμβολική, υψηλή και αφηρημένη έννοια της ανθρωπότητας (την αξίωση μιας διιστορικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας) και την αντικατέστησαν με μία τοπική, εθνική, ιδεολογική ένταξη, η αγριότητα έγινε το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα και μπόρεσε να ασκηθεί ενάντια σ’ εκείνους που δεν μοιράζονταν αυτή την ένταξη». Συνεπώς, η ξενοφοβία γίνεται ρατσισμός και φασισμός, όταν συνδέεται με την ιδέα της ανωτερότητας της φυλής και του έθνους. Ας μη συγχέουμε, άρα, την ανθρώπινη και σε κάθε περίπτωση ψυχολογική ανασφάλεια των κατοίκων του Άγιου Παντελεήμονα με τον ρατσισμό. Η μη διάκριση των αποχρώσεων αυτών και ο χαρακτηρισμός κάποιου ως ρατσιστή, μπορεί να τον κάνει ρατσιστή, ρίχνοντάς τον στην αγκαλιά της εγχώριας Κου Κλουξ Κλαν. Κατά συνέπεια, το ίδιο επικίνδυνοι με τους ρατσιστές και τους φασίστες είναι και οι φανατικοί της άλλης πλευράς, της αριστεράς, που συναντούν τον ρατσισμό μέσα από τον «αντιθετικό προσδιορισμό» του Χέγκελ, δηλαδή μέσω της φανατικής άρνησης ακόμη και του απλού ανθρώπινου φόβου ενός κατοίκου των γκέτο.

ο φασισμός και ο ναζισμός επελαύνουν

  [ ARTI news / Κόσμος / 07.09.26 ] Σε όλη την Ευρώπη, ακροδεξιοί ρατσιστές κάνουν πολιτικές προόδους, όπως είδαμε ξανά αυτό το Σαββατοκ...