Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008
Σφαγείς και νομιμοποιητές
Προσπαθείς να βρεις μια λογική αιτία για τον άδικο θάνατο αθώων ανθρώπων, να αποκρυπτογραφήσεις τα «γιατί;» στα απλανή μάτια των νεκρών παιδιών, να εξηγήσεις το παραλήρημα, το συμπυκνωμένο μίσος των βομβών· το μόνο που καταφέρνουν οι αναλύσεις είναι να σαρκάζουν τη λογική. Οι Ισραηλινοί σκοτώνουν και πάλι, γιατί θεωρούν ότι η βία τους θα εξαλείψει τη βία της Χαμάς! Χρόνια η ίδια καζουιστική του αίματος, η οποία αντί να νικήσει τη βία, την ανατροφοδοτεί με νέο αίμα, με ανανεωμένο μίσος. Το Ισραήλ επισήμως θέλει να αλλάξει την «εξίσωση», τον συσχετισμό δυνάμεων, ενισχύοντας τελικά την Χαμάς στα μάτια των Αράβων. Και επειδή δεν είναι τόσο ηλίθιοι οι ισραηλινοί, ο λόγος των βομβαρδισμών δεν είναι η Χαμάς, αντιθέτως είναι «εσωτερικός», είναι οι εκλογές του Φεβρουαρίου, είναι ενδεχομένως η ρεβάνς της ήττας του Λιβάνου. Ποιος θυμάται τον βουλευτή του εργατικού κόμματος του Ισραήλ Yossi Beilin; Όταν ο Σαρόν δολοφονούσε τους ηγέτες της Χαμάς ο βουλευτής έλεγε πως «Ο Σαρόν μιλάει για την αποχώρηση από τη Γάζα, αλλά αυτό που έκανε είναι να εγκαταστήσει τη Γάζα ανάμεσά μας. Η δολοφονία του σεΐχη Yassine είναι δυνάμει η έναρξη ενός νέου κύκλου βίας την τιμή της οποίας θα πληρώσει το Ισραήλ. Η πολιτική των στοχευμένων δολοφονιών είναι παράνομη και αναποτελεσματική. Αυτή μέχρι τώρα προκάλεσε το θάνατο εκατοντάδων Ισραηλινών αντί να εξαφανίσει την τρομοκρατία». Κι όμως, η ισραηλινή ηγεσία συνεχίζει την ίδια εγκληματική πρακτική. (Αλήθεια που είναι ο ευαίσθητος Ομπάμα;) Σοκαρισμένη ολόκληρη η ανθρωπότητα παρακολουθεί από τη μια την παραδοσιακή τρομοκρατία των Ισραηλινών ( ενώ οι ΗΠΑ καλούν τη Χαμάς να… παύσει πυρ!)) και από την άλλη την ιοβόλο τρομοκρατία των φονταμενταλιστών Ισλαμιστών. Ένας φαύλος κύκλος αίματος που τείνει να πνίξει τον κόσμο όλο, καθώς είναι ορατό πως ένας γενικευμένος πόλεμος μπορεί να αποτελέσει το πεδίο φυγής της αυτοκρατορίας από την οικονομική κρίση. Γιατί η ισραηλινο-παλαιστινιακή αντιπαράθεση δεν είναι μία περιορισμένη τοπική σύγκρουση. Οι ισλαμιστές «βλέπουν» το Ισραήλ ως το «στρατιωτικό χέρι» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και η Παλαιστίνη έχει αναχθεί σε σύμβολο της καταπίεσης της Δύσης και της βίαιης προσπάθειας επιβολής του δυτικού πολιτισμικού αρχέτυπου στο Ισλάμ. Αλήθεια, που είναι οι νοικοκυραίοι, που διαμαρτύρονταν για δέκα κατεστραμένα μαγαζιά; Ετοιμάζονται για το ρεβεγιόν, λέει ο Πάνος. Που είναι εκείνοι οι... πολιτισμένοι διανοούμενοι που έσκιζαν τα δημοκρατικά ιμάτιά τους για τη... βία των "απολίτιστων" φοιτητών δραματικών σχολών που διέκοπταν την απρόσκοπτη παρακολούθηση των θεατρικών παραστάσεων; Γι' αυτούς ενδεχομένως να μην φταίνε οι Ισραηλινοί αλλά οι Παλαιστίνιοι, τα θύματα! Μια ζωή με τους σφαγείς, με τους χασάπηδες, με τους ισχυρούς, γιατί κατά τη γνώμη τους ό,τι είναι δυνατό είναι και πολιτισμένο! Γιατί πάντα οι καθεστωτικοί γραφιάδες είναι αναγκαίοι για να νομιμοποιούν τα εγκλήματα των ισχυρών.
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008
Αγάπη και Δύναμη
Χριστούγεννα. Ένας Θεός της Αγάπης γεννιέται. Αλλά είναι αυτός ένας Θεός των απόκληρων και των αποκλεισμένων; Όχι. Ο Θεός αυτός δεν είναι της αγάπης αλλά της δύναμης. Ο χριστιανισμός απώλεσε το πνεύμα της αγάπης και της συμπόνιας, αναπληρώνοντάς το με την ισχύ. Από πολύ παλιά, ο προτεσταντικός Θεός δεν θα εκφράζει πια τους «κάτω» αλλά τους «πάνω», τους πλούσιους, τους κατέχοντες. Παραδόξως, και η Ορθοδοξία, σήμερα, υιοθέτησε αυτή την αντιστροφή, μετακινούμενη προς το Θεό της Δύναμης. Γι’ αυτό η «συγγνώμη» από το Βατοπαίδι για είναι ειλικρινής οφείλει να αποποιηθεί τη δύναμη του πλούτου και να περιοριστεί στη «δύναμη» της Αγάπης. Αυτό ισχύει για ολόκληρο το θεσμικό κέλυφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ναι, τα παιδιά μας αποζητούν αγάπη, απορρίπτοντας ριζικά την κρατούσα αναγνώριση μέσω της δύναμης. Αυτό είναι το μήνυμά τους. Δεν θέλουν το φάντασμα της εγωπαθούς αγάπης, την αφόρητη αυτοαναφορικότητα, όπου ο άλλος είναι η κόλασή μας. Θέλουν η αγαπητική σχέση με το βλέμμα του Άλλου να συστήνει ποιήματα. Αλλά ποιος ηγούμενος και ποιος δεσπότης θυμάται το καταπληκτικό ποίημα της προς Κορινθίους επιστολής του Παύλου, αυτό που λέει πως «και εάν έχω πάσαν πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί...»; Τίποτα δεν είμαι χωρίς αγάπη. Η αγάπη ως προσφορά, η αγάπη ως δώρο χωρίς αντίδωρο, ως «πότλατς», η αγάπη ως θυσία του εαυτού. Η Αγάπη. Γιατί τίποτα δεν είναι η ζωή χωρίς αυτή. Γι’ αυτό, αν ο χριστιανισμός θέλει να επιστρέψει στο αυθεντικό του πνεύμα, πρέπει να χαρίσει όλους τους χιτώνες του και να απαλλαγεί από το θεσμικό του κέλυφος όπου παράγεται και αναπαράγεται η δύναμη της εξουσίας του. Η Εκκλησία να αυτοδιαλυθεί, χαρίζοντας την περιουσία της στους φτωχούς. Αυτό είναι το σωτήριο μήνυμα. Ο Σλαβόι Ζίζεκ μιλάει για ένα νέο πυρήνα της χριστιανικής θρησκείας που θα βασίζεται στη διάλυση της θεσμικής οργάνωσης ως μία «ύστατη ηρωική χειρονομία που περιμένει το Χριστιανισμό: προκειμένου να σώσει το θησαυρό του, πρέπει να θυσιάσει τον εαυτό του- σαν τον Χριστό, που έπρεπε να πεθάνει για να μπορέσει να αναδυθεί ο Χριστιανισμός».
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008
Τρόμος και θάνατος
Το 2009 θα είναι μία πολύ άσχημη χρονιά. Αυτό διατυμπανίζουν κάθε λίγο και λιγάκι ο πρώην σοσιαλιστής Στρος-Καν, νυν επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο ΟΟΣΑ (μιλάει για 25 εκατομμύρια ανέργους), η Κομισιόν και πολλοί άλλοι. Και διερωτάται κανείς, προς τι αυτή η τρομοκρατία; Άραγε, η χρονιά θα είναι άσχημη για όλους ή μόνο για τα συνήθη θύματα, τους εργαζόμενους; Τελικά, μήπως η υπερπροβολή του εφιάλτη της ανεργίας είναι απαραίτητη για να χρηματοδοτούνται οι τράπεζες, οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι άλλες μεγάλες και μικρότερες επιχειρήσεις; Ποιες ανακατατάξεις συμβαίνουν παγκοσμίως; Κάποιοι μιλούν για το «πόλεμο των καπιταλισμών» καθώς η Κίνα, η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία τείνουν να καλύψουν τις δυνατές θέσεις στην παγκόσμια οικονομία, που κατείχαν οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η ΕΕ. Σ’ αυτό τον «πόλεμο» οι εργαζόμενοι θα είναι το αναλώσιμο υλικό -περιττοί αλλά και καθηλωμένοι μπροστά στο μεγάλο τρόμο της ανεργίας. Ήδη οι πρώτοι «εμφύλιοι των κάτω» μεταξύ των παλιών και των νέων μεταναστών έχουν αρχίσει. Κάποιοι επωφελούνται, κι αυτοί είναι οι επιχειρηματίες καθώς προσλαμβάνουν εκείνους που δέχονται το πιο μικρό, το πιο εξευτελιστικό μεροκάματο. Σαν τα σκυλιά. Ή σαν τους underdog (χειρότερα και απ’ τα σκυλιά). Εν τω μεταξύ, ο Ομπάμα μεταφέρει το κέντρο βάρους του πολέμου από το Ιράκ στο Αφγανιστάν, όπου η παραγωγή ηρωίνης έχει αυξηθεί τρομακτικά. Το ίδιο αυξήθηκε και η παραγωγή κοκαΐνης στην Κολομβία, όπως και η καλλιεργήσιμη έκταση (+27%), παρά το ένα δις δολάρια που επένδυσαν οι ΗΠΑ για την… εξάλειψη της «βιομηχανίας» λευκού θανάτου! Επίσης, ένα δις δολάρια επενδύει η Ουάσινγκτον στην ανόρθωση της οικονομίας της Γεωργίας μετά την πολεμική σύγκρουση με τη Ρωσία. Εξ αυτών τα 30 εκατομμύρια δολάρια κατευθύνονται στην κατασκευή ενός υπερπολυτελούς ξενοδοχείου 127.000 τετραγωνικών μέτρων (Park Hyatt)! Από την άλλη πλευρά η Gazprom επεκτείνεται στην Αφρική (Νιγηρία) και με αγωγό(Λιβύη) κάτω από τη Μεσόγειο επιδιώκει να ελέγξει τις ενεργειακές πηγές της ΕΕ. Την ίδια ώρα στο Σουδάν δημιουργείται έναν νέο «Νταρφούρ», ενώ η χολέρα σκοτώνει τους πληθυσμούς της μαύρης ηπείρου. Γι’ αυτό, λέω ότι αυτός ο πολιτισμός είναι ένας πολιτισμός θανάτου.
Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008
Να σώσουμε τα παιδιά
«Χτυπήθηκε ο Γιωργάκης»! «Ποιος;». «Ο Γιωργάκης της Μίνας και του Κώστα». «Πως, τι;» Τα τσιγκέλια των ερωτημάτων καρφώνονται στο στόμα μου και ο λόγος μένει άναρθρος. Ο Γιώργος Παπλωματάς, ένας 16χρονος άγγελος, ένα παιδί χαμηλών τόνων, γλυκύτατο, αθλητής του πόλο, μαθητής στο 1ο Λύκειο Περιστερίου πυροβολήθηκε εν ψυχρώ, ενώ συζητούσε με τα άλλα μέλη του 15μελούς του σχολείου του για τις χθεσινές κινητοποιήσεις. Τηλεφωνώ στον Κώστα Παπλωματά τον πατέρα του Γιώργου. Την ώρα της αναμονής η Τατιάνα του μεσημεριανού κουτσομπολιού ωρύεται για αυτούς που χτυπούν τα… ΜΑΤ! Για τη Γαλλία δεν λέει κανείς τίποτα. Κανείς δεν αναφέρεται στις δεκάδες χιλιάδες Γάλλων μαθητών που κατέβηκαν χθες στους δρόμους. Στη Λυόν, δέκα χιλιάδες μαθητές συγκρούονται με την αστυνομία. Η νεαρή Αλεξία Πορτέν, συνδικαλίστρια των μαθητών, τραυματίζεται άσχημα. «Σκοτώνουν τα παιδιά μας» σκέφτομαι κι αναριγώ. Ο Γιωργάκης δεν έπαθε τα χειρότερα από τύχη. Ο Κώστας, ο πατέρας του και φίλος μου, μου λέει τις λεπτομέρειες: «Η βολή ήταν ευθεία. Δεν υπήρξε εξοστρακισμός. Είχαμε τύχη. Το πιστόλι ήταν 22αρι και η διάμετρος της βολίδας 9χιλιοστών. Είχαμε τύχη». Σκέφτομαι έναν ακόμη Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο και με πιάνει σύγκρυο. «Σκοτώνουν τα παιδιά μας, ποιοι, γιατί;». Ούτε ο Κώστας μπορεί να μου πει. Αλλά να, βλέπω τα ΜΑΤ στην Κοραή να επιτίθενται σ’ έναν νεαρό που τους κινηματογραφεί. Τον ρίχνουν κάτω, τον χτυπούν ανελέητα. Το παιδί σώζεται από την παρέμβαση των μέχρι εκείνη τη στιγμή πολιτών-θεατών. Είναι φανερό πως κάποιοι ανεγκέφαλοι νομίζουν ότι μπορούν να καταστείλουν την εξέγερση με το φόβο και τα χημικά. Αδυνατούν να αντιληφθούν τι συμβαίνει και γι’ αυτό είναι επικίνδυνοι. Κάποιοι δημιουργούν τις συνθήκες για νέες δολοφονίες παιδιών. Έχουμε να κάνουμε με διεστραμμένους, ανθρώπους που μισούν παιδιά, έχουμε να κάνουμε με εν δυνάμει παιδοκτόνους. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να σώσουμε τα παιδιά μας. Να κατεβούμε μαζί τους στο δρόμο.
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008
Εξέγερση
«Μια ορισμένη ελληνική νεολαία» ανησυχεί έντονα το σύνολο της ευρωπαϊκής πολιτικής τάξης. Αλλά επειδή αδυνατούν να κάνουν έστω και μισό βήμα πίσω από την ιδιοτέλειά τους, το αδιέξοδο είναι καθολικό. Η αδικία έχει αμπαρώσει όλες τις πύλες. Το παρόν δεν έχει οδό, το μέλλον δεν έχει αύριο. Μία υπόκωφη οργή απ’ όλο τον κόσμο εκπέμπει τα πρώτα ηλεκτρικά της σήματα. Όλοι περιμένουν την παγκόσμια καταιγίδα, την «εξέγερση που έρχεται». Ήδη το τραγούδι της εποχής αρχίζει να ακούγεται όλο και πιο δυνατά. Και καμία πολιτική και μιντιακή «αφήγηση» ή ομερτά δεν θα μπορέσει να το σταματήσει. Ας μη λησμονούμε ότι και στη Γαλλία το Νοέμβριο του 2005, το σύνθημα της κυρίαρχης ελίτ ήταν «Τα-προάστια-εναντίον-της-δημοκρατίας». Στην Ελλάδα οι νέοι που πετούν νεράντζια αποκλήθηκαν ομοίως… εχθροί της δημοκρατίας. Αλλά να, οι μαθητές της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας ακολουθούν. Ναι, 15χρονα παιδιά, αυτά που κάποιοι αποκαλούν «πατροκτόνους» και κάποιοι άλλοι τους κουνούν επιτιμητικά το δείκτη του χεριού τους, όταν δεν τα ψεκάζουν με χημικά. Ναι, είναι τα παιδιά μας που είναι φορείς σοφίας καθώς αντιδρούν σ’ ένα αδιέξοδο παρόν και σ’ ένα μέλλον χωρίς μέλλον. Αντιδρούν στη ατομικοποίηση όλων των όρων της ζωής, της εργασίας, της δυστυχίας. Δεν αποδέχονται το I Am What I Am, την παρανοϊκή, χυδαία ατομικότητα, ένα Εγώ που καταλήγει στο κενό, σε μία διάχυτη σχιζοφρένεια και κατάθλιψη (δείτε πόσοι ψυχολόγοι, ψυχίατροι, κοινωνιολόγοι, λογοτέχνες ρίχνονται στο κρεβάτι του κόσμου). Οι νέοι αρνούνται να γίνουν πλασιέ του εαυτού τους, να είναι ξένοι σε μία μεγάλη Αφαίρεση, που λέγεται κοινωνία, να είναι προσκεκλημένοι στην οικογένειά τους. Δεν δέχονται, τέλος, τον κλειστό κύκλο μιας πολιτικής αντιπροσώπευσης με πολιτικούς που μοιάζουν με κεφάλια-ακρόπρωρα, στρεφόμενα κάθε φορά στην κατεύθυνση που κελεύουν οι δημοσκοπήσεις και αλλάζοντας πολιτικό λόγο σύμφωνα με τις τακτικές των επικοινωνιολόγων. Δεν έχουν ακόμη κοινή γλώσσα. Δεν ξέρουν τι θέλουν. Ξέρουν τι δεν θέλουν. Ας τ’ αφήσουμε να βρουν μόνα τους τι θέλουν, χτίζοντας τον εαυτό τους και το δικό τους αύριο. Το ελάχιστο, που μπορούμε να κάνουμε οι ενήλικες και μεσήλικες, είναι να μη σταθούμε εμπόδιο στο δρόμο τους.
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008
Πετριά
Η πετριά στο κεφάλι της «συνήθειας»(habitus) ήταν γερή. Παντού συζητήσεις, αναλύσεις, συγχύσεις, έκπληξη, αλλά και φόβος. Τι θέλουν τα παιδιά; Το τέλμα του να δρούμε «ως εάν» να είμαστε δημοκράτες( ενώ φασίζουμε καθημερινά), «ως εάν» να έχουμε δημοκρατία (ενώ γνωρίζουμε ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται πέραν των νόμιμων θεσμών-διαπλοκή), να μιλάμε για «ηθική απαξίωση», χωρίς να κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη, ε, λοιπόν, αυτή η κρούστα υποκρισίας αναδεύτηκε δυνατά. Ναι, τα παιδιά δεν ξέρουν τι θέλουν, αλλά ξέρουν τι δεν θέλουν. Δεν θέλουν ένα άθλιο παρόν κι ένα μαύρο μέλλον. Δεν θέλουν τον κόσμο της χομπσιανής ζούγκλας, όπου ο χαμένος δεν είναι μόνο ο τελευταίος, αλλά όλοι, πλην του πρώτου (σε μία ακραία συσσώρευση πλούτου, που παρά την κρίση συνεχίζεται). Οι νέοι δεν θέλουν να παίρνουν πτυχία, να τρέφουν φρούδες ελπίδες, καταλήγοντας στην ανεργία. Αρνούνται τα όρια στην ελευθερίας τους, ακόμη και στη διαμαρτυρία, αρνούνται να είναι ελεύθεροι άνεργοι, ελεύθεροι να αυτοκαταστρέφονται(ναρκωτικά), όταν κάποιοι διάγουν με πλήρη ελευθεριότητα και ασυδοσία. Ασφαλώς δεν είναι καλό κανείς να σπάει, να καίει, να καταστρέφει, δεν είναι καλό πράγμα η βία, αλλά η βία είναι παντού. Με την ακραία μορφή βίας που επιλέγουν οι νέοι είναι σαν να κραυγάζουν μήπως και τους ακούσουν οι βαρήκοοι. Εμείς, που τους αντιμετωπίζουμε σαν… παιδιά, που δεν νιώθουν, που δεν καταλαβαίνουν, που δεν έχουν κρίση. Ποιος θα ασχολούνταν με τις διαμαρτυρίες, αν χιλιάδες, εκατομμύρια παιδιά διαδήλωναν ήσυχα, «γκαντιανά», μ’ ένα αναμμένο κεράκι στο χέρι; Κανείς. Ενδεχομένως, οι κάμερες να ζουμάριζαν σε κάποιο παιδικό πρόσωπο, πουλώντας συναίσθημα. Μόνο που τέτοιες διαδηλώσεις, -ακόμη και όσοι σπάνε τα πάντα(χούλιγκανς)- αφομοιώνονται εύκολα από την αγορά του θεάματος. «Η κουλτούρα της αγοράς είναι ολοκληρωτική. Παράγει αυτούς τους άντρες κι αυτές τις γυναίκες. Είναι απαραίτητοι στο σύστημα που περιφρονούν… Αποτελούν εμπόρευμα στην παγκόσμια αγορά. Και υπάρχουν ακριβώς για να αναζωογονούν και να διαιωνίζουν το σύστημα» (Ντελίλο, «Κοσμόπολις»). Αλλά να, ένα αγόρι δολοφονείται και η αγορά ακυρώνεται. Ο θάνατος ακυρώνει κάθε εξουσία και «μέσα από τον πόνο» δίνει στους ευαίσθητους (ευήκοους) την «αμετάφραστη γνώση του εαυτού του».
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008
Μια άλλη ανάγνωση της βίας
Η σφαίρα της θεσμικής βίας, που καρφώθηκε στην καρδιά ενός 16χρονου μαθητή, τίναξε στον αέρα το καπάκι της συσσωρευμένης οργής. Γιατί; Ποιος είναι ο κοινός τόπος του «θυμού» των νέων τόσο των «ευγενών προαστίων» όσο και των νέων των υποβαθμισμένων περιοχών, των αποκλεισμένων και των μεταναστών; Γιατί η προσφυγή στη λεγόμενη «τυφλή βία»; Τα ερωτήματα είναι εύκολο να απαντηθούν είτε μέσω της δαιμονοποίησης είτε μέσω της αναγωγής των πάντων σε συνομωσίες, που, όμως, αν και δυνατές, δεν εξηγούν το φαινόμενο. Η βία και δη των νέων δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο, αλλά κάθε κοινωνία έχει μία ειδική σχέση μαζί της. Άρα, αν θέλουμε να δούμε το φαινόμενο συγκεκριμένα, πρέπει να το δούμε τόσο στα γενικά όσο και ειδικά χαρακτηριστικά του.
Θεωρητικά, η έκρηξη της βίας οφείλεται στην απονομιμοποίηση του διαλόγου και της αντιπαράθεσης, που καταπνίγονται στα θολά νερά μιας κουλτούρας της συναίνεσης. Ποιοι, όμως, συναινούν και με ποιους; Γιατί όλο και περισσότεροι τείνουν να αποκλείονται από τον κύκλο της συναίνεσης; Είναι γεγονός ότι αυτή η κοινωνία της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη, της οικονομικής κρίσης με το άδηλο εργασιακό και ασφαλιστικό μέλλον, της κοινωνικής αποδόμησης και της αυξανόμενης καταστολής (ασφάλεια αντί ελευθερίας) από τη μια και της ασυδοσίας και των σκανδάλων από την άλλη, είναι εφιαλτική για τους νέους. Οι νέοι αντιδρούν στην ανοχή της θεσμοθετημένης βίας (ανοχή βιαιοτήτων από τα αστυνομικά όργανα με αποκορύφωμα το νεκρό μαθητή), ενώ, παράλληλα, δεν αποδέχονται τη σκληρή και βίαιη θεσμική αντιμετώπιση των ατομικών συμπεριφορών τους. Αντιδρούν με τους τρόπους που διαθέτουν σε μία «κανονικότητα» που θέλει τις πολιτικές και κοινωνικές σκοπιμότητες να επιδιώκονται με άνομα μέσα (ατιμώρητα σκάνδαλα). Αρνούνται την ιδεολογία του «απόλυτου σχετικισμού» που νομιμοποιεί τις αδικίες («το νόμιμο είναι και ηθικό») και τις κοινωνικές ανισότητες(οι άνεργοι και γενικά οι εργαζόμενοι πληρώνουν τη σκανδαλώδη συσσώρευση πλούτου δύο φορές). Και επειδή δεν έχουν άλλο τρόπο, επειδή νιώθουν άοπλοι, ειδικά στις περιόδους κρίσης, γίνονται νιχιλιστές. Τελικά, οι νέοι, αδυνατώντας να βρουν στο δημόσιο χώρο, ή στο σχολείο-πανεπιστήμιο τον τόπο της αντιπαράθεσης, εκεί όπου θα ακούγονταν και έτσι θα ανακάλυπταν μία συλλογική εξήγηση της κατάστασής τους, μια ελπίδα εξόδου, μια σχέση με τις άλλες γενιές, ένα γενικό στόχο που να προσανατολίζει την αμφισβήτησή τους, θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό αλλού και αλλιώς, μέσω δηλαδή της τυφλής βίας.
Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να κατανοήσει. Αρνείται να δεχτεί τα αιτήματα των νέων μέσω των διαφόρων μορφών έκφρασής τους –ειρηνικές διαδηλώσεις, καταλήψεις κ.ά. Αντιθέτως, εκλαμβάνει όλες αυτές τις μορφές δράσης ως πράξεις «καλής εκτόνωσης» κακομαθημένων παιδιών ή ψυχαναγκαστικών ατόμων, που γίνεται «κακή εκτόνωση» όταν μετατρέπεται σε τυφλή βία, που αποδίδεται σε… πράκτορες ή υποκινούμενους! Τόσο στην περίπτωση της ανοχής όσο και στην περίπτωση της δαιμονοποίησης ο διαμαρτυρόμενος λόγος απονομιμοποιείται. Η αμφισβήτηση δεν γίνεται δεκτή ως αποφασιστικής σημασίας λόγος στη λήψη και τη σύνθεση των αποφάσεων. Γι’ αυτό και η ακραία αντίδραση.
Υπ’ αυτή την οπτική είναι λάθος η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι νομιμοποιεί τους «ακραίους». Το πρόβλημα είναι η απονομιμοποίηση από το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα των ήπιων «συγκρούσεων» με τη μη ουσιαστική απάντηση στα κοινωνικά αιτήματα που αρθρώνονται εκεί, γεγονός που οδηγεί τελικά στην τυφλή βία. Παραδόξως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μόνος πολιτικός σχηματισμός, που ενστικτωδώς (κι αυτό είναι το πρόβλημα) διαισθάνεται ότι οι νέοι διεκδικούν τη δική τους θέση ως πολίτες, ως έχοντες δηλαδή λόγο στα ζητήματα που τους αφορούν, αντιπαρατιθέμενοι στα «ενηλικο-κεντρικά» όρια της πολιτικότητας. Το ΠΑΣΟΚ στηρίζει τη διαμαρτυρία μόνο στο βαθμό που το βοηθά να ανέλθει στην εξουσία (χωρίς δηλαδή να το κατανοεί και γι’ αυτό θα το βρει μπροστά του). Όλοι οι άλλοι εκλαμβάνουν τον ανήλικο, ακόμη και τον φοιτητή, ως ύπαρξη που «εκπαιδεύεται», όπως τα κυνηγόσκυλα, χωρίς να συνδέεται με τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, ή όταν συνδέεται αυτό να συμβαίνει κατ’ επίφαση, υποκριτικά. Δεν είναι τυχαίο, ότι τα παιδιά των βορείων και των δυτικών προαστίων αλλά και οι μετανάστες συναντήθηκαν σ’ αυτόν τον κοινό τόπο, που είναι η «μη ικανότητά τους» να είναι πολίτες, να έχουν λόγο, ακόμα και όταν η θεσμική εξουσία (οικογένεια, σχολείο, αστυνομία, εργασία) τους επιτίθεται και τους σκοτώνει συμβολικά (μη ορατότητα, ανεργία) ή και πραγματικά.
Κάναμε παραπάνω τη διάκριση μεταξύ «σύγκρουσης-βίας»(Said Bouamama), που παραπέμπει στη διάκριση της Χάνας Άρεντ σε «δύναμη-βία». Η δύναμη κατά την Άρεντ είναι «η δύναμη της σύνθεσης μέσω της ομιλίας και του πράττειν στους δημόσιους χώρους», ενώ αντίθετα η βία «αρχίζει εκεί που σταματάει ο λόγος» αλλά και ο δια-λογος καθώς δεν αρκεί η χρήση των λέξεων, αφού αυτές όταν «χρησιμοποιούνται για πολεμικούς σκοπούς παύουν να είναι ομιλία, γίνονται κλισέ»· ο λαϊκισμός συνεπώς, που είναι ο κυρίαρχος λόγος της ελληνικής πολιτικής σκηνής, είναι κι αυτός μορφή βίας. Διευκρινίζεται, παρ’ όλα αυτά, ότι και στην πολιτική σύνθεση, όταν αυτή συνιστά και εξισορρόπηση δυνάμεων, δύνανται να ενυπάρχουν «σπέρματα» βίας αλλά αυτό δεν είναι βία, διότι η βία δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με τη δημόσια σφαίρα. Αντιθέτως, η δύναμη είναι «ό,τι συντηρεί την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, τον δυνητικό χώρο της εμφάνισης μεταξύ ενεργούντων και ομιλούντων ανθρώπων», και η ενεργοποίησή της συμβαίνει εκεί που η ομιλία και η πράξη δεν έχουν χωριστεί, «όπου τα λόγια δεν είναι κενά και τα έργα δεν είναι βάναυσα». Όταν όμως «η δύναμη» χάνεται, όταν δεν υφίσταται ο δημόσιος χώρος διαλόγου και σύνθεσης, τότε τίποτα δεν μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την απώλεια, ούτε η βία. Διότι η βία μπορεί να καταστρέψει τη δύναμη αλλά δεν μπορεί να την υποκαταστήσει. Με άλλα λόγια η βία δεν είναι παρά αδυναμία και ασκείται είτε από τους ισχυρούς που κατέχουν τα μέσα της βίας και επιθυμούν το μονοπώλιο της δύναμης εναντίον των συνανθρώπων τους είτε από τους αδύνατους από τους οποίους έχουν υπεξαιρέσει τη δύναμη του λόγου τους.
Αν θέλουμε να βρούμε αναλογίες και διαφορές του ελληνικού φαινομένου, το τελευταίο δεν παραπέμπει στις διαμαρτυρίες των «αποκλεισμένων» νέων των γαλλικών προαστίων, αλλά συνιστά μια ιδιότυπη περίπτωση όπου συναντώνται οι αποκλεισμένοι νέοι των υποβαθμισμένων προαστίων της Αθήνας με αυτούς των «ευγενών» προαστίων. Μια αναλογία θα μπορούσε να υπάρξει σ’ ένα ιδιότυπο και νέο συνδυασμό της εξέγερσης των γαλλικών προαστίων και του αμερικανικού φοιτητικού κινήματος (των γόνων των μεσαίων τάξεων) τη δεκαετία του 1960.
Σύμφωνα με την Άρεντ (On Violence, 1969) η φοιτητική εξέγερση του 1960 ανήκει «στα απροσδόκητα γεγονότα» και έδωσε ένα μάθημα σχετικά με τα όρια της χειραγώγησης που ασκείται μέσω της τηλεόρασης της διαφήμισης και των άλλων μέσων ψυχολογικής πίεσης ή διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η αιτία της ανάφλεξης οφειλόταν κατά τη γνώμη της στο γεγονός ότι η τεχνολογική πρόοδος οδηγεί στην καταστροφή, ότι οι επιστήμες που διδάσκονται σ’ αυτή τη γενιά είναι ανίκανες να αναστρέψουν τις καταστροφικές συνέπειες της εφαρμογής τους. Η Άρεντ, πάντως, δεν αρνείται ότι σε ορισμένες περιστάσεις «η βία -το να ενεργεί κανείς χωρίς επιχειρήματα ή λόγια και χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες- είναι ο μόνος τρόπος να ισορροπήσει ξανά η πλάστιγγα της δικαιοσύνης». Γι’ αυτό η βία μπορεί να οδηγήσει σε μία νέα ισορροπία, αρκεί να διαβαστεί σωστά, χωρίς απλουστεύσεις και δαιμονοποιήσεις.
Σύμφωνα, τέλος, με τον Αλαίν Τουραίν (Pourrons-nous vivre ensemble? Εκδόσεις Fayard, 1997) η νέα ισορροπία θα συμβεί εφ’ όσον τα πολιτικά κόμματα και οι άλλοι θεσμοί ανοιχτούν στην επιρροή των αιτημάτων των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων και δώσουν στους «μη προνομιούχους» τα μέσα να συμμετάσχουν στη δημόσια ζωή, πράγμα αδύνατον χωρίς την ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας. Η απάντηση, συνεπώς, δεν είναι η καταστολή αλλά η μετατροπή της οργής και του ατομικού φόβου σε δύναμη μεταβολής των θεσμών σε μία νέα θέση δίκαιης ισορροπίας.
Θεωρητικά, η έκρηξη της βίας οφείλεται στην απονομιμοποίηση του διαλόγου και της αντιπαράθεσης, που καταπνίγονται στα θολά νερά μιας κουλτούρας της συναίνεσης. Ποιοι, όμως, συναινούν και με ποιους; Γιατί όλο και περισσότεροι τείνουν να αποκλείονται από τον κύκλο της συναίνεσης; Είναι γεγονός ότι αυτή η κοινωνία της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη, της οικονομικής κρίσης με το άδηλο εργασιακό και ασφαλιστικό μέλλον, της κοινωνικής αποδόμησης και της αυξανόμενης καταστολής (ασφάλεια αντί ελευθερίας) από τη μια και της ασυδοσίας και των σκανδάλων από την άλλη, είναι εφιαλτική για τους νέους. Οι νέοι αντιδρούν στην ανοχή της θεσμοθετημένης βίας (ανοχή βιαιοτήτων από τα αστυνομικά όργανα με αποκορύφωμα το νεκρό μαθητή), ενώ, παράλληλα, δεν αποδέχονται τη σκληρή και βίαιη θεσμική αντιμετώπιση των ατομικών συμπεριφορών τους. Αντιδρούν με τους τρόπους που διαθέτουν σε μία «κανονικότητα» που θέλει τις πολιτικές και κοινωνικές σκοπιμότητες να επιδιώκονται με άνομα μέσα (ατιμώρητα σκάνδαλα). Αρνούνται την ιδεολογία του «απόλυτου σχετικισμού» που νομιμοποιεί τις αδικίες («το νόμιμο είναι και ηθικό») και τις κοινωνικές ανισότητες(οι άνεργοι και γενικά οι εργαζόμενοι πληρώνουν τη σκανδαλώδη συσσώρευση πλούτου δύο φορές). Και επειδή δεν έχουν άλλο τρόπο, επειδή νιώθουν άοπλοι, ειδικά στις περιόδους κρίσης, γίνονται νιχιλιστές. Τελικά, οι νέοι, αδυνατώντας να βρουν στο δημόσιο χώρο, ή στο σχολείο-πανεπιστήμιο τον τόπο της αντιπαράθεσης, εκεί όπου θα ακούγονταν και έτσι θα ανακάλυπταν μία συλλογική εξήγηση της κατάστασής τους, μια ελπίδα εξόδου, μια σχέση με τις άλλες γενιές, ένα γενικό στόχο που να προσανατολίζει την αμφισβήτησή τους, θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό αλλού και αλλιώς, μέσω δηλαδή της τυφλής βίας.
Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να κατανοήσει. Αρνείται να δεχτεί τα αιτήματα των νέων μέσω των διαφόρων μορφών έκφρασής τους –ειρηνικές διαδηλώσεις, καταλήψεις κ.ά. Αντιθέτως, εκλαμβάνει όλες αυτές τις μορφές δράσης ως πράξεις «καλής εκτόνωσης» κακομαθημένων παιδιών ή ψυχαναγκαστικών ατόμων, που γίνεται «κακή εκτόνωση» όταν μετατρέπεται σε τυφλή βία, που αποδίδεται σε… πράκτορες ή υποκινούμενους! Τόσο στην περίπτωση της ανοχής όσο και στην περίπτωση της δαιμονοποίησης ο διαμαρτυρόμενος λόγος απονομιμοποιείται. Η αμφισβήτηση δεν γίνεται δεκτή ως αποφασιστικής σημασίας λόγος στη λήψη και τη σύνθεση των αποφάσεων. Γι’ αυτό και η ακραία αντίδραση.
Υπ’ αυτή την οπτική είναι λάθος η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι νομιμοποιεί τους «ακραίους». Το πρόβλημα είναι η απονομιμοποίηση από το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα των ήπιων «συγκρούσεων» με τη μη ουσιαστική απάντηση στα κοινωνικά αιτήματα που αρθρώνονται εκεί, γεγονός που οδηγεί τελικά στην τυφλή βία. Παραδόξως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μόνος πολιτικός σχηματισμός, που ενστικτωδώς (κι αυτό είναι το πρόβλημα) διαισθάνεται ότι οι νέοι διεκδικούν τη δική τους θέση ως πολίτες, ως έχοντες δηλαδή λόγο στα ζητήματα που τους αφορούν, αντιπαρατιθέμενοι στα «ενηλικο-κεντρικά» όρια της πολιτικότητας. Το ΠΑΣΟΚ στηρίζει τη διαμαρτυρία μόνο στο βαθμό που το βοηθά να ανέλθει στην εξουσία (χωρίς δηλαδή να το κατανοεί και γι’ αυτό θα το βρει μπροστά του). Όλοι οι άλλοι εκλαμβάνουν τον ανήλικο, ακόμη και τον φοιτητή, ως ύπαρξη που «εκπαιδεύεται», όπως τα κυνηγόσκυλα, χωρίς να συνδέεται με τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, ή όταν συνδέεται αυτό να συμβαίνει κατ’ επίφαση, υποκριτικά. Δεν είναι τυχαίο, ότι τα παιδιά των βορείων και των δυτικών προαστίων αλλά και οι μετανάστες συναντήθηκαν σ’ αυτόν τον κοινό τόπο, που είναι η «μη ικανότητά τους» να είναι πολίτες, να έχουν λόγο, ακόμα και όταν η θεσμική εξουσία (οικογένεια, σχολείο, αστυνομία, εργασία) τους επιτίθεται και τους σκοτώνει συμβολικά (μη ορατότητα, ανεργία) ή και πραγματικά.
Κάναμε παραπάνω τη διάκριση μεταξύ «σύγκρουσης-βίας»(Said Bouamama), που παραπέμπει στη διάκριση της Χάνας Άρεντ σε «δύναμη-βία». Η δύναμη κατά την Άρεντ είναι «η δύναμη της σύνθεσης μέσω της ομιλίας και του πράττειν στους δημόσιους χώρους», ενώ αντίθετα η βία «αρχίζει εκεί που σταματάει ο λόγος» αλλά και ο δια-λογος καθώς δεν αρκεί η χρήση των λέξεων, αφού αυτές όταν «χρησιμοποιούνται για πολεμικούς σκοπούς παύουν να είναι ομιλία, γίνονται κλισέ»· ο λαϊκισμός συνεπώς, που είναι ο κυρίαρχος λόγος της ελληνικής πολιτικής σκηνής, είναι κι αυτός μορφή βίας. Διευκρινίζεται, παρ’ όλα αυτά, ότι και στην πολιτική σύνθεση, όταν αυτή συνιστά και εξισορρόπηση δυνάμεων, δύνανται να ενυπάρχουν «σπέρματα» βίας αλλά αυτό δεν είναι βία, διότι η βία δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με τη δημόσια σφαίρα. Αντιθέτως, η δύναμη είναι «ό,τι συντηρεί την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, τον δυνητικό χώρο της εμφάνισης μεταξύ ενεργούντων και ομιλούντων ανθρώπων», και η ενεργοποίησή της συμβαίνει εκεί που η ομιλία και η πράξη δεν έχουν χωριστεί, «όπου τα λόγια δεν είναι κενά και τα έργα δεν είναι βάναυσα». Όταν όμως «η δύναμη» χάνεται, όταν δεν υφίσταται ο δημόσιος χώρος διαλόγου και σύνθεσης, τότε τίποτα δεν μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την απώλεια, ούτε η βία. Διότι η βία μπορεί να καταστρέψει τη δύναμη αλλά δεν μπορεί να την υποκαταστήσει. Με άλλα λόγια η βία δεν είναι παρά αδυναμία και ασκείται είτε από τους ισχυρούς που κατέχουν τα μέσα της βίας και επιθυμούν το μονοπώλιο της δύναμης εναντίον των συνανθρώπων τους είτε από τους αδύνατους από τους οποίους έχουν υπεξαιρέσει τη δύναμη του λόγου τους.
Αν θέλουμε να βρούμε αναλογίες και διαφορές του ελληνικού φαινομένου, το τελευταίο δεν παραπέμπει στις διαμαρτυρίες των «αποκλεισμένων» νέων των γαλλικών προαστίων, αλλά συνιστά μια ιδιότυπη περίπτωση όπου συναντώνται οι αποκλεισμένοι νέοι των υποβαθμισμένων προαστίων της Αθήνας με αυτούς των «ευγενών» προαστίων. Μια αναλογία θα μπορούσε να υπάρξει σ’ ένα ιδιότυπο και νέο συνδυασμό της εξέγερσης των γαλλικών προαστίων και του αμερικανικού φοιτητικού κινήματος (των γόνων των μεσαίων τάξεων) τη δεκαετία του 1960.
Σύμφωνα με την Άρεντ (On Violence, 1969) η φοιτητική εξέγερση του 1960 ανήκει «στα απροσδόκητα γεγονότα» και έδωσε ένα μάθημα σχετικά με τα όρια της χειραγώγησης που ασκείται μέσω της τηλεόρασης της διαφήμισης και των άλλων μέσων ψυχολογικής πίεσης ή διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η αιτία της ανάφλεξης οφειλόταν κατά τη γνώμη της στο γεγονός ότι η τεχνολογική πρόοδος οδηγεί στην καταστροφή, ότι οι επιστήμες που διδάσκονται σ’ αυτή τη γενιά είναι ανίκανες να αναστρέψουν τις καταστροφικές συνέπειες της εφαρμογής τους. Η Άρεντ, πάντως, δεν αρνείται ότι σε ορισμένες περιστάσεις «η βία -το να ενεργεί κανείς χωρίς επιχειρήματα ή λόγια και χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες- είναι ο μόνος τρόπος να ισορροπήσει ξανά η πλάστιγγα της δικαιοσύνης». Γι’ αυτό η βία μπορεί να οδηγήσει σε μία νέα ισορροπία, αρκεί να διαβαστεί σωστά, χωρίς απλουστεύσεις και δαιμονοποιήσεις.
Σύμφωνα, τέλος, με τον Αλαίν Τουραίν (Pourrons-nous vivre ensemble? Εκδόσεις Fayard, 1997) η νέα ισορροπία θα συμβεί εφ’ όσον τα πολιτικά κόμματα και οι άλλοι θεσμοί ανοιχτούν στην επιρροή των αιτημάτων των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων και δώσουν στους «μη προνομιούχους» τα μέσα να συμμετάσχουν στη δημόσια ζωή, πράγμα αδύνατον χωρίς την ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας. Η απάντηση, συνεπώς, δεν είναι η καταστολή αλλά η μετατροπή της οργής και του ατομικού φόβου σε δύναμη μεταβολής των θεσμών σε μία νέα θέση δίκαιης ισορροπίας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Ναόμι Κλάιν... Μια απάντηση στον φασισμό
[ ARTI news / Κόσμος / 14.09.26 ] Διαβάζω αποσπάσματα* από το βιβλίο της Ν. Κλάιν και της Α. Τέηλορ: Ο φασισμός των έσχατων καιρών... ( En...
-
Μικρά παιδιά κλέβουν κεριά για να διαβάσουν γιατί τους έκοψαν το ηλεκτρικό στο σπίτι. Βαρύς ακούγεται ο στεναγμός των εκατομμυρίων φτωχών τη...
-
Σαν παγκόσμιος γκάγκστερ, χρησιμοποιώντας τη δύναμη των αεροπλανοφόρων του, απαίτησε από τον πρόεδρο της Βενεζουέλας να φύγει από τη χώρα το...
-
[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου /artinews.gr / 07.06.25 ] Η συμμαχία και η «λυκοφιλία» Τραμπ-Μασκ τελείωσε γρήγορα. Πίσω από το MAGA και το ...
