Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Προκρούστεια λογική

Οι αντιθέσεις «άγιου/αγιογδύτη» δημοσιογράφου ή της παραδοσιακής και ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας, της ανεύθυνης και ανώνυμης μορφής δημοσιογραφίας και της επώνυμης και υπεύθυνης, του «αστυνομικού» τύπου και του αναλυτικού-συνθετικού τρόπου του δημοσιογραφείν, μία μία και όλες μαζί οι αντιθέσεις αυτές παρέλκουν μπροστά στο βάρος της αξίας μιας ανθρώπινης ζωής, που αφαιρέθηκε βίαια. Γι’ αυτό όσοι επιχειρούν να ανακαλύψουν αιτίες της δολοφονίας του Σ. Γκιόλια στον τρόπο που δημοσιογράφησε κάνουν μέγα λάθος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τεθεί επί ίσοις όροις ο γραπτός ή προφορικός λόγος, ακόμα κι αν είναι συκοφαντικός και λαϊκίστικος, με τον «λόγο» του αίματος. Ομοίως, εκείνοι που μέμφονται την «αγιοποίηση» του νεκρού, φοβούμενοι την «αγιοποίηση» μέσω αυτού της «δημοσιογραφίας» των μπλογκς, κάνουν λάθος. Τα μπλογκς δεν έχουν καμία σχέση με τη σχολή δημοσιογραφίας των «κρυφών καμερών» και του ξεσκίσματος διαταραγμένων ή μη ανθρώπων. Η δημοσιογραφία αυτή αναπτύχθηκε στην κίτρινη τηλοψία και εξακολουθεί να ασκείται στα «μεσημεριανάδικα». Αντίθετα, στο διαδίκτυο αυτή τη στιγμή φύονται όλα τα λουλούδια. Τα κείμενα και ο διάλογος που αναπτύσσεται εκεί είναι εκπληκτικός. Όμως υπάρχουν και χυδαία ιστολόγια, τα οποία ωστόσο λιγοστεύουν όλο και περισσότερο. Αλλά, όπως είπαμε, η συζήτηση για την έντυπη(παραδοσιακή) και ηλεκτρονική δημοσιογραφία δεν είναι της ώρας. Κατά τη γνώμη μας, μάλιστα, και εδώ θα υπάρξει μια σύνθεση, μία συνύπαρξη των δύο ειδών. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα ιστολόγια ανήκουν σε δημοσιογράφους, κυρίως νέους. Γιατί συμβαίνει ότι ακριβώς και με τον προφορικό, το γραπτό πολιτισμό και τον πολιτισμό της εικόνας. Πολλοί αρχικά είχαν μιλήσει για την εξαφάνιση των δύο πρώτων. Τελικά, όμως, είχαμε τη συνύπαρξη και των τριών πολιτισμών.

Αλλά σήμερα το πρόβλημα είναι η τρομοκρατία και όχι η δημοσιογραφία. Εκτός και αν οι τρομοκράτες είναι και «δημοσιογράφοι» και μάλιστα της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας. Όμως, μοιάζουν τόσο ανορθόγραφοι και τόσο αμόρφωτοι ώστε να μην έχουν άλλο τρόπο να επιβληθούν πάρεξ των σφαιρών. Η άναρθρη αυτή βία τους, που σκέφτεται μόνο με σφυριές και σφαίρες, έχει εγκλωβιστεί στο δόκανο της μόδας και του στυλ, αδυνατώντας να αποδυθεί σε εμβαθύνσεις για τα αίτια της κρίσης (οικονομικής και πολιτισμικής) και να ενδυθεί έναν επεξεργασμένο πολιτικό λόγο με στόχους και πρόγραμμα. Τα κείμενά τους είναι μνημεία κυνισμού και ρηχότητας. Με άλλα λόγια, το τέρμα στα λόγια οφείλεται στο ότι έχουν φτωχό λεξιλόγιο. Έχουν νομιμοποιήσει συνεπώς την απαιδευσιά τους μέσω της δήθεν επαναστατικής και οπωσδήποτε μαφιόζικης πράξης(προκρούστεια λογική). Η σκέψη τους τροχοδρομείται εύκολα στις «γραμμές» μιας παρωχημένης αριστεράς ή, ακόμη χειρότερα, υιοθετώντας ένα αφηρημένο «ταξικό μίσος», αφομοιώνεται από το ισχύον status quo και το κανονιστικό του πλαίσιο, εξωθούμενη τελικά σ’ έναν «βίαιο λόγο», που ταυτίζεται με το απολιτικό, κοινό έγκλημα. Προς επίρρωση τούτου, οι πάντες θεωρούν ότι η «Σέχτα επαναστατών» ταυτίζεται με πληρωμένους δολοφόνους από κάποιον επιχειρηματία. Η σύγχυση των τρομοκρατών μεταφέρεται. Μάλιστα, ακόμα κι ένας δημοσιογράφος της «μαύρης εργασίας» μπορεί να αποτελέσει στόχο, καθώς σύμφωνα με το συγκεχυμένο «λόγο» τους, ο αποκλεισμένος, ο απόκληρος είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Ακριβώς όπως «Οι νταβάδες στο Μετρέ είναι θεότητες του κακού και απόλυτα θύματα»(Ζενέ). Εδώ εδράζεται η κουλτούρα του μίσους των αποκλεισμένων που θα θεωρητικοποιηθεί από τη «λόγια αριστερά» της Ευρώπης. Από εδώ απορρέει η αποθέωση του «κακού», που δεν είναι παρά η κόλαση των απόκληρων όπως την έχει οριοθετήσει η αστική ηθική, το αστικό, κυρίαρχο, κανονιστικό «καλό». Σ’ αυτή τη λογική, το «κακό» θα γίνει η ηθική των μειοψηφιών, ενώ η οργάνωση της «πειθαρχικής κοινωνίας» ως αποτέλεσμα του Διαφωτισμού θα συγκεντρώσει τα πυρά της κριτικής. Αλλά το μίσος των απόκληρων για τους αστούς, αυτό που αργότερα θα χαρακτηριστεί «ταξικό μίσος» υπάρχει ήδη στον πυρήνα του φασισμού. Γι’ αυτό η μαρξιστική αριστερά θα κρατήσει το οργανωμένο «ταξικό μίσος», απορρίπτοντας τη λόγια εκδοχή του και τους λαϊκούς φορείς του, χαρακτηρίζοντάς τους «λούμπεν». Απέναντι στις δύο αυτές εκδοχές βρίσκεται η θέση του Καμύ που αντιτάσσεται στην τρομοκρατία και το φετιχισμό της βίας είτε της αριστοκρατικής, ακαδημαϊκής αριστεράς, είτε της μαρξιστικής, στρεφόμενος εναντίον της καζουιστικής του αίματος και δηλώνοντας «ούτε θύτες ούτε θύματα».

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Κάφκα

Διαμάχη για τα χειρόγραφα του Κάφκα. Το Ισραήλ τα διεκδικεί. Το ίδιο και οι κληρονόμοι του Μαξ Μπροντ, του φίλου του Κάφκα, στον οποίο έδωσε εντολή να τα κάψει. Εκείνος δεν τα έκαψε και να τώρα, ημερολόγια, σχέδια ζωγραφικά και επιστολές, όλα στο παζάρι. Πριν λίγο καιρό δημοσιεύτηκε και στην Ελλάδα η ερωτική αλληλογραφία του Κάφκα με την αρραβωνιαστικιά του, Φελίτσε. Το συνώνυμο της ευτυχίας ερχόταν προς αυτόν κουβαλώντας τις αλυσίδες της δυστυχία του. Να τι έγραφε ο ίδιος ο συγγραφέας: «Γράφω σημαίνει ανοίγω τον εαυτό μου σε υπέρτατο βαθμό... Γι’ αυτό δεν μπορείς ποτέ να είσαι αρκετά μονάχος όταν γράφεις, γι’ αυτό δεν είναι αρκετή η ησυχία που σε περιβάλλει... Ο χρόνος που σου προσφέρεται δεν είναι ποτέ αρκετός, γιατί οι δρόμοι είναι ατελείωτοι και είναι εύκολο να παραπλανηθείς (...) Εγώ δεν υποχωρώ από την απαίτησή μου για μια ιδεατή ζωή που να ταιριάζει στη δουλειά μου, εκείνη θέλει, άκαμπτη καθώς είναι στις βουβές μου ικεσίες, το μέσο όρο, το άνετο σπίτι.... τοποθετεί το ρολόι μου, που εδώ και τρεις μήνες πηγαίνει μιάμιση ώρα μπροστά στη σωστή ώρα με την ακρίβεια λεπτού...». Η ανάγκη του συγγραφέα Φρ. Κάφκα καθώς συγκρούεται μετωπικά με τον τρόπο ζωής των επιθυμιών της γυναίκας, με αυτά τα «ασήμαντα πράγματα» που είναι ο γάμος, τα παιδιά, το γραφείο και η εξουσία τους. Ο Κάφκα βιώνει την τρομώδη αγωνία των «αυθεντικών» του Χάιντεγκερ, που νιώθουν τις πληγές εκ των προτέρων. Αυτή την εμφύλια αμάχη περιγράφει ο Ελίας Κανέττι μέσα από τις 716 επιστολές της αλληλογραφίας του Κάφκα με την αρραβωνιαστικιά του. Εντέλει, η ειρήνη θα επέλθει με την εμφαντική διαφυγή πίσω από το θάνατο μέσω της «ηρωοποιημένης» φυματίωσης. Γιατί στους εμφύλιους σπαραγμούς «η ευχή για ειρήνη απευθύνεται μόνο στις στάχτες».

ΔΝΤ και ολοκληρωτισμός

Όταν η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας τολμά, εκτός από τα μέτρα λιτότητας και τη φορολόγηση των εργαζομένων, να φορολογήσει και τις τράπεζες, τότε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο(ΔΝΤ) της κόβει την επόμενη δόση. Απ’ αυτό τεκμαίρεται ότι το ΔΝΤ, στο οποίο επικεφαλής ως γνωστόν είναι ένας σοσιαλιστής, υποστηρίζει ανεπιφύλακτα τις τράπεζες, αυτές που δημιούργησαν τη σημερινή οικονομική κρίση. Η πολιτική της κυβέρνησης της Ουγγαρίας, συνεπώς, αυτή που υποσχέθηκε προεκλογικά, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί. Γιατί δεν κυβερνά η ουγγρική κυβέρνηση, όπως δεν κυβερνά και η ελληνική. Αντιθέτως, κυβερνά ένας υπερεθνικός θεσμός, το ΔΝΤ, το οποίο ελέγχεται από τις μεγάλες οικονομίες της παγκοσμιοποίησης και πάνω απ’ όλες από τις ΗΠΑ. Κατά συνέπεια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ουγγαρία έχουμε ελευθερία και δημοκρατία κατά 99% και κατά 1% έχουμε σκλαβιά και μη δημοκρατία, αλλά αυτό το 1% είναι το καθοριστικό καθώς αφορά στη λήψη αποφάσεων για τη ζωή και το μέλλον μας. Τελικά, ο Όργουελ επιβεβαιώνεται αφού «η ελευθερία είναι σκλαβιά» και «η αμάθεια δύναμη». Επιβεβαιώνεται και η Χάνα Άρεντ που μιλούσε για τους νέους ολοκληρωτισμούς όπου οι άνθρωποι δεν θα είναι «άχρηστοι», όπως στους παλιούς ολοκληρωτισμούς, αλλά εντελώς «περιττοί». Είναι περιττοί οι εργαζόμενοι, είναι περιττοί οι νέοι, είναι περιττοί οι γέροντες. Τα νέα κρεματόρια είναι οι καιάδες της ανεργίας και της ημι-ανεργίας(κατ’ ευφημισμό «ημι-απασχόλησης), συνώνυμα και τα δύο της εξαθλίωσης, της απώλειας του προσώπου, του νοήματος της ζωής. Γιατί η εργασία δεν είναι μόνο μόχθος και ανάγκη για τη βιοτή είναι και δημιουργία, είναι μια ολόκληρη προσωπική ιστορία, μια βιο-ιστορία. Το σημερινό μοντέλο ολοκληρωτισμού παραπέμπει στην εποχή του «Μεγάλου Γκάτσμπι» του Φιτζέραλντ, τη δεκαετία του 1920. Τότε που υπήρχαν οι πολύ πλούσιοι και οι πολλοί φτωχοί. Ενδιάμεση κατάσταση δεν υπήρχε. Οι μεσαίες τάξεις που σήμαιναν τη μείωση της απόστασης μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών θα εμφανιστούν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960, αλλά θα αρχίσουν να αφανίζονται επί Ρήγκαν και Θάτσερ το 1980. Τότε που το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επικράτησε πλήρως επί της πραγματικής οικονομίας. Κι ενώ η χρηματοπιστωτική φούσκα έσκασε πρόσφατα, η εξάρτηση της πολιτικής από την χρηματοπιστωτική οικονομία οδήγησε στη μετακύλιση του κόστους της κρίσης στην πραγματική οικονομία και την εργασία. Ακόμη χειρότερα, η μετακύλιση έγινε προς τις πιο αδύνατες και περιφερειακές οικονομίες με τη μορφή του ντόμινο. Για την ακρίβεια η αμερικανική οικονομική κρίση μετακυλίθηκε στην Ευρώπη και δη στην πιο ισχυρή της οικονομία, τη γερμανική. Η Γερμανία από την πλευρά της μετακύλισε ένα μεγάλο μέρος της κρίσης προς τις πιο αδύνατες οικονομίες του μεσογειακού νότου. Έτσι, το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας έναντι χωρών, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία, αυξήθηκε σημαντικότατα. Το πρόβλημα θα χειροτερέψει, αφού το οικονομικό μοντέλο της ανάπτυξης, ήτοι της καπιταλιστικής συσσώρευσης, παραμένει κυρίαρχο. Και τούτο γιατί δεν είναι δυνατή η άπειρη οικονομική ανάπτυξη-συσσώρευση σ’ έναν πεπερασμένο κόσμο. Ήδη οι παγκόσμιες οργανώσεις ενέργειας θεωρούν πως τα διαθέσιμα αποθέματα πετρελαίου, που θα αντληθούν στο μέλλον, φθάνουν μέχρι το 2030. Μετά τι; Η «πράσινη ενέργεια» θα μπορέσει να αντικαταστήσει το πετρέλαιο; Ποιες θα είναι οι νέες συγκρούσεις; Πολλοί μιλούν για τους πολέμους του νερού. Να και οι άλλοι δύο άξονες από τον ολοκληρωτικό κόσμο του Όργουελ: Ο πόλεμος θα είναι ταυτόσημος με την ειρήνη και η ελευθερία με τη σκλαβιά!

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Σέχτα

Στις 19 Ιουνίου 2009, πριν δηλαδή ένα χρόνο κι ένα μήνα, με αφορμή τη δολοφονία του αστυνομικού της αντιτρομοκρατικής από τη «Σέχτα επαναστατών» σημειώναμε ότι το χτύπημα μας επιβάλλει να αναγνώσουμε το φαινόμενο μέσα από τα πραγματικά γεγονότα αλλά και το θεωρητικό πλαίσιο της σκέψης των τρομοκρατών. «Η «σέχτα επαναστατών», γράφαμε,είναι το κομμάτι που αποσπάστηκε από τον «Επαναστατικό Αγώνα» καθώς θεώρησε ότι μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 ήρθε η ώρα της επανάστασης και δεν χρειάζονται θεωρητικές αναλύσεις αλλά να «μιλήσουν τα όπλα». Πρόκειται για τη γνωστή θέση του Τρότσκι(1940) σύμφωνα με την οποία η θεωρητική επεξεργασία της ατελούς μαρξιστικής θεωρίας θα έπρεπε να συνεχισθεί, αλλά όταν η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη, τότε αυτό το καθήκον τίθεται σε αναστολή. Γι’ αυτό στην πρώτη προκήρυξή της η «σέχτα» δηλώνει: «Τώρα μιλούν τα όπλα». Αυτή η θέση φαίνεται να είναι και η αιτία αποσκίρτησης από τον «Επαναστατικό Αγώνα». Με άλλα λόγια, η «σέχτα επαναστατών» είναι «σέχτα» όχι διότι είναι μία ολιγομελής-μειοψηφική ομάδα που διαχωρίστηκε απλώς από την πλειοψηφία των «επαναστατών-αγωνιστών», αλλά γιατί ανήγαγε μία από τις πλευρές της επαναστατικής διαδικασίας, την «επαναστατική κατάσταση» σε απόλυτη αλήθεια της. Δεν είναι τυχαία η διαμάχη για το αν τα γεγονότα του Δεκεμβρίου ήταν «εξέγερση» ή όχι. Η «σέχτα» πιστεύει ότι ήταν «εξέγερση». Αυτή η θέση έγινε η κεντρική «αλήθεια» του «σεχταριστικού» δόγματός της. Μάλιστα, για να διατηρήσει την πίστη της, ζει και λειτουργεί με βάση αυτή την «απόλυτη αλήθεια». Υπ’ αυτή την οπτική, η δολοφονία του αστυνομικού της αντιτρομοκρατικής είναι η καθυστερημένη απάντηση στη δολοφονία του μικρού Αλέξη Γρηγορόπουλου, είναι η συνέχεια του Δεκεμβρίου, είναι η προσπάθεια οικειοποίησης εκείνης της «εξέγερσης» και η διαιώνισή της με τον τρόπο που οι ίδιοι γνωρίζουν, τους φόνους. Η επίκληση της λαϊκής επανάστασης ή της «Ανατροπής» επιτρέπει στις ομάδες(σέχτες) να παρουσιάζουν τον εαυτό τους σαν κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή σαν το μελλοντικό επαναστατικό κόμμα του εργαζόμενου λαού, ενώ είναι μία ομάδα δολοφόνων. Αλλά εκεί που νομίζει κανείς ότι έχουμε μία τυπική τροτσκιστική σέχτα, έρχεται η δεύτερη προκήρυξη(επίθεση στο ALTER), γραμμένη θαρρείς όχι από έναν τροτσκιστή αλλά από έναν «καταστασιακό»(situationiste) του Γκυ Ντεμπόρ. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: αφ’ ενός ότι κάτω από την ομπρέλα της «εξέγερσης» και της «επαναστατικής κατάστασης» έχουμε τη συνάντηση ατόμων με διαφορετικές καταγωγικές(δογματικές) πολιτικές προσεγγίσεις και αφ’ ετέρου ότι διαφαίνεται ένα ρήγμα στην ίδια τη «σέχτα» που προβαίνει πλέον και σε θεωρητικές αναλύσεις, που σημαίνει υποχώρηση από τη θέση της «εξέγερσης», της «επαναστατικής κατάστασης», όπου, όπως προείπαμε, οι θεωρητικές αναλύσεις αναστέλλονται. Πιο συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι η «εξέγερση» υποχώρησε λόγω της μιντιακής χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Η νέα αυτή θέση αποτρέπει προς το παρόν μία νέα διάσπαση της «σέχτας» στους κυνικούς εκτελεστές που θα καλύπτουν την πολιτική στειρότητά τους με σφαίρες και φόνους στο όνομα της «εξέγερσης» και στους λιγότερο κυνικούς και περισσότερο θεωρητικούς, που θα υποχρεωθούν να αναγνώσουν διαφορετικά τη γενικευμένη λαϊκή καταδίκη των φόνων και των έωλων συμβολισμών τους. Συνεπώς, ο νέος στόχος θα είναι ένας μεγαλοδημοσιογράφος».
Όμως ο Σωκράτης Γκιόλιας δεν ανήκε στους μεγαλοδημοσιογράφους, αλλά στους δημοσιογράφους, εχθρούς αφού μέσω του μπογκ «τροκτικό», όπως θεωρούν οι τρομοκράτες, αποπροσανατολίζει. Ταυτίζεται, μάλιστα, όπως υποστηρίζουν με την «Χρυσή Αυγή». Τελικά, η «εκδίκηση» είναι ο κοινός τόπος, ο κύκλος της κοινής φαυλότητας. Οι τρομοκράτες νόμισαν ότι εκδικήθηκαν το φόνο του Γρηγορόπουλου. Αυτή η ιδιότυπη βεντέτα συνιστά τη νομιμοποιητική βάση για την αναπαραγωγή της κάθε είδους τρομοκρατίας. Διαβάζουμε επί παραδείγματι στο «τροκτικό»: «Καλό ταξίδι Σωκράτη, το παιδί σου… να αποδωσει την εκδικιση του κανωντας αυτό που εκανε και εσυ μεχρι τωρα(sic)»! Στο αντίπαλο μπλογκ, το Indymedia, επιτίθενται στον Γκιόλια που τον ταυτίζουν με τη «Χρυσή Αυγή»(λόγω και της θέσης του στην περίπτωση του αφγανόπουλου που σκοτώθηκε από τη βόμβα στα Πατήσια) και τον χαρακτηρίζουν «αρχιχαφιέ της ΓΑΔΑ» και φασίστα. Αλλά ποιος ωφελείται από αυτό το κλίμα γενικευμένης τρομοκρατίας (αν συνυπολογίσουμε μετανάστες, ανεργία, εγκληματικότητα); Μόνο η καθεστηκυία τάξη που μεταθέτει την κεντρική σύγκρουση σ’ έναν πόλεμο μεταξύ των «κάτω» για δευτερεύοντες λόγους. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι οι τρομοκράτες δεν χτυπούν «υψηλούς στόχους», όπως η 17Ν, αλλά «χαμηλούς», συμβολικούς(μη ουσιαστικούς) στόχους, δηλαδή τους πιο «κάτω», τις τελευταίες ή τις προτελευταίες τρύπες του ζουρνά! Όπως τον αρχιφύλακα της αντιτρομοκρατικής ή τον Σωκράτη Γκιόλια. Για να αποδειχθεί εντέλει ότι αυτή η αλληλοτροφοδοτούμενη τρομοκρατία έχει μόνο ένα πολιτικό αποτέλεσμα, τη συντηρητικοποίηση του πληθυσμού.

ΒΙΑ

Γκιόλιας
Δεν τον γνώριζα. Ήξερα πως είχε συνεργασθεί με τον Μ. Τριανταφυλόπουλο. Ακόμη πως είχε στοχοποιηθεί. Αλλά είμαι απόλυτα αντίθετος στην καζουιστική του αίματος, στην αφαίρεση ανθρώπινης ζωής είτε πρόκειται για τον Γκιόλια είτε για τον Φούντα είτε για οποιονδήποτε.

Επιστροφή στη βαρβαρότητα
«Να προσέξει την πλάτη του» -την πισώπλατη μαχαιριά- προειδοποιεί η υπουργός Παιδείας τον συνάδελφό της επί των Οικονομικών. Στο κέντρο της Αθήνας οι πισώπλατες μαχαιριές ισχύουν κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά. Στη Γκρενόπλ, ομοίως, ο φόνος ενός 27χρονου ληστή καζίνου προκαλεί ξεσηκωμό και έκρηξη της βίας. Στην Καμπούλ και στη Βαγδάτη ο θάνατος εξακολουθεί να θερίζει ασταμάτητα. Ζούμε την επιστροφή στη βαρβαρότητα, όπως την εννοούσε η Ντόρις Λέσσινγκ στο μυθιστόρημα «οι αναμνήσεις μιας επιζήσασας»; Ενδεχομένως. Η βία κυριαρχεί παντού και οι άνθρωποι μοιάζουν ανίκανοι να εξηγήσουν την εμφάνισή της. Κάποιοι θα την αποδώσουν στον οικονομικό παράγοντα, στις απολύσεις, στην ανεργία και στην εξαθλίωση. Κάποιοι άλλοι, όπως η Λέσσινγκ, μιλούν για την επιστροφή στη βαρβαρότητα που δεν οφείλεται σ’ έναν πυρηνικό ή βακτηριολογικό πόλεμο αλλά στην έκπτωση των αξιών του ανθρώπινου πολιτισμού. Η έκπτωση αυτή είναι ικανή να ανοίξει το δρόμο στους βαρβάρους, στην αγριότητα και το σαδισμό. Ποιος όμως έχει όφελος από αυτή την υποχώρηση; Το ισχύον οικονομικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που συναντά η διείσδυση του καπιταλισμού στις ισλαμικές χώρες είναι η απουσία οικονομικών κινήτρων και καπιταλιστικής νοοτροπίας, δηλαδή μία ορισμένη δέσμη αξιών. Και παλαιότερα, η αποικιοκρατία έπρεπε πρώτα να καταστρέψει τις αξίες, τις σημασίες του πολιτισμού και της ζωής των ιθαγενών για να επιβληθεί. Δεν ισχύει, πια, το «δώρο» ως διαδικασία που σώζει από τη συσσώρευση, αλλά η αρπαγή, η λεηλασία.
Ο ατομικιστής νάρκισσος της μετανεωτερικής εποχής, ο αυτοαναφορικός, ο ερωτευμένος με τον εαυτό του, που έχει χάσει κάθε ιδέα για το κακό που κάνει, καθώς δεν βλέπει μέσα στον κόσμο παρά μόνο τον εαυτό του ως δυνάμενο να απολαμβάνει ή να υποφέρει είναι το κυρίαρχο πρότυπο της σημερινής εποχής. Αλλά ένα ωραίο βράδυ ο μανιοκαταθλιπτικός νάρκισσος στέκει σαστισμένος σαν τον Άμλετ, διαπιστώνοντας ότι έχει κορεστεί από «γκάτζετ» είτε πρόκειται για κατακτημένα αντικείμενα είτε για κατακτημένα πρόσωπα(που αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα και όχι ως υποκείμενα), ενώ η ευτυχία δεν βρίσκεται πουθενά μέσα σ’ αυτά. Ένα κατακτημένο πρόσωπο όσο υποτακτικό και να είναι, μετά από λίγο, ακόμη και η παρουσία του καθίσταται φορτική. Μέχρι να συμβεί η απομύθευση, που είναι ο μεγάλος αιφνιδιασμός και η κατάρρευση.
Όσο για την κοινωνία, αυτή μοιάζει με τις γυναίκες του Σταντάλ κατά την εποχή της ανερχόμενης αστικής τάξης, οι οποίες πρέπει να έχουν ένα «σύζυγο πεζό» (σ.σ. δηλαδή πλούσιο) και έναν «μυθιστορηματικό εραστή»(σ.σ. δηλαδή εύφανταστο και ποιητικό). Εδώ συνδυάζεται η ανία της μαντάμ Μποβαρύ λόγω του «έρωτα» από υπολογισμό με τον έρωτα από πάθος. Το ερωτικό πάθος, η πραγματική ζωή με τις απολαύσεις της, δεν είναι για τους ανθρώπους της ανάγκης αλλά γι’ αυτούς που είναι πλούσιοι σε ελεύθερο χρόνο, για τους «τεμπέληδες», για τους flaneurs. Αλλά και όπου υπάρχει η φαντασία που εκτρέφει τον έρωτα-πάθος, αυτή είναι παρορμητική, ανυπόμονη, παράφορη, του εδώ και τώρα, που ανάβει γρήγορα και σβήνει επίσης γρήγορα. Η εποχή της ταχύτητας και του στιγμιαίου δεν επιτρέπουν εκείνη την αργόσυρτη φαντασία που λειτουργεί με την αναγκαία βραδύτητα και σταθερότητα. Οι άνθρωποι φοβούνται πλέον ν’ αγαπήσουν και προτιμούν να φθονούν, δημιουργώντας τη χαοτική βία όλων εναντίον όλων.



Εφήμερα

Των δασών ημών εμπιπραμένων υμείς άδετε. Ποιοι χαίρονται όταν καίγεται το Καπανδρίτι, ο Κάλαμος, ο Βαρνάβας, η Μεσσηνία; Ποιοι ωφελούνται; Γιατί και πως οι καμένες περιοχές που κρίνονται αναδασωτέες κτίζονται; Ε, λοιπόν, για τις φωτιές δεν φταίνε μόνο τα καναντέρ, δεν ευθύνεται η αργοπορημένη επέμβαση της πυροσβεστικής, δεν φταίει μόνο ο περίφημος κρατικός μηχανισμός, πίσω από τον οποίο κρύβεται ο «αθώος» και στο απυρόβλητο ευρισκόμενος «πολίτης», πιο πολύ ευθύνεται η «μαγκιά» που πετάει το αναμμένο τσιγάρο από το παράθυρο του αυτοκινήτου, φταίει η αδηφαγία του λαμόγιου που έχει τις άκρες της στο τοπικό κύκλωμα, στην εν πολλοίς διακομματική τοπική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει πολιτικούς, οικονομικούς και περιφερειακούς κρατικούς παράγοντες. Φταίει και η ευήθεια εκείνων που αφήνουν τα ξερόχορτα στην αυλή του σπιτιού τους, πρώτη ύλη και προσάναμα για την πυρπόλησή του. Ποιον περιμένει ο… νοικοκύρης, αυτός που ωρύεται φωνάζοντας «καίγεται το σπίτι μου!», να κόψει τα ξερόχορτα του εξοχικού του; Ποιον περιμένει ο δήμος ή το δασαρχείο να κόψουν τα ξερόχορτα και τα ξερά δέντρα της περιοχής τους; Κάποτε θυμάμαι στο χωριό μου υπήρχε η «προσωπική εργασία». Όλοι οι άντρες κάτοικοι του χωριού άνοιγαν το φθινόπωρο τα αυλάκια και καθάριζαν την αρχή του καλοκαιριού τα ξερά χόρτα. Σήμερα, ο μόνος ισχύων κανόνας στην ελληνική κοινωνία είναι ο κανιβαλισμός. Στην περίπτωση, μάλιστα, των πυρκαγιών ισχύει ο αυτοκανιβαλισμός, η βλακώδης αυτοχειρία. Γιατί έχουμε διαφθαρεί τόσο πολύ που το φιλότιμο έχει γίνει στάχτη. Κι όταν μας βρει ο κακό, τότε η ευθύνη μετατίθεται στο απρόσωπο κράτος, στον απρόσωπο «άλλο». Πάντα θα φταίει κάποιος άλλος. Εμείς ποτέ. Έτσι, τα δάση και σπίτια μας θα καίγονται αδιαλείπτως ελλείψει φιλοτίμου και προσωπικής ευθύνης…

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Το σημείο μηδέν

Το κράτος, ο «κανένας», ο Ωκεανός, «άνθρωποι κυνηγημένοι», πρόσφυγες... Όλοι κι όλα σε μία θεατρική παράσταση μιας ομάδας από το Βερολίνο. Από εδώ οι Προμηθείς κι από εκεί τα κοράκια. Γιατί ακόμη και η εποχή της απομύθευσης και της προσομοίωσης, η εποχή της παντοκρατορίας του αμφιβληστροειδούς, όπου τι επίπεδο συν-ειδήσεως του ανθρώπου εξέπεσε στη χαμηλή γραμμή της αισθαντικότητας, της απλής πληροφόρησης των αισθήσεων, έχει ανάγκη από τους αρχαίους μύθους. Και οι αρχαίοι μύθοι είναι παντού, δίκην παλίμψηστου και προσχώσεων, όπως ακριβώς το καράβι που βρέθηκε κάτω από τα θεμέλια των δίδυμων πύργων, στο σημείο μηδέν της Νέας Υόρκης. Ασκούν μία ανεξήγητη γοητεία τα σημεία μηδέν, όπως του Παρισιού μπροστά από την Παναγία των Παρισίων ή της Ομόνοιας στην Αθήνα. Το σημείο μηδέν η ο κανένας δηλωτικά του Τίποτα αλλά και της πολυμήχανης σοφίας, του πολύτροπου ανθρώπου που βρίσκει πάντα πόρο και διέξοδο. Ακόμη και σήμερα, όπου ο Λόγος νοείται ως η νηπιακή βαθμίδα του έλλογου, η απλή λογιστική-στατιστική των πραγμάτων και των πραγμοποιημένων ανθρώπων, ακόμη και στον καιρό της βασιλείας του περίφημου «μέσου τύπου ανθρώπου», του ούτινος, αυτού που τυφλά και ανερώτητα ακολουθεί ό,τι «λέγεται», που σκέφτεται ό,τι σκέφτονται, και πράττει ό,τι «συνηθίζεται», ακόμη και σήμερα η ελπίδα για την υπέρβαση είναι εδώ. Γιατί στην εποχή της Μέδουσας, των σπαραγμάτων και της φτηνής αναπαραγωγής η ενήδονη οδύνη της γέννησης νέων ιδεών και της επινόησης διοδεύσεων δεν έχουν εκλείψει. Κι ας είναι η ανάγκη και η δυσανεξία κυρίαρχες, κι ας έχει πάθει το συκώτι βλάβη μη αναστρέψιμη, ο κόσμος μοιάζει καλύτερος όταν βλέπεις τη θάλασσα, όταν αγναντεύεις το Ιόνιο, ακόμα και τον Αμβρακικό με τα δελφίνια αλλά και τα κοράκια του Καρυωτάκη.
Και είναι περίεργο που αυτή η θάλασσα μου ανακαλεί τον Καμύ παρά τον Καρυωτάκη. Γιατί τον Καμύ ακούω κάθε καλοκαίρι να μου αφηγείται την αντίφαση του κόσμου και των ανθρώπων: «Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται το καλοκαίρι; (...) Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δε θέλω να επιλέξω...». Ανάμεσα στην Κορωνησία και την Αλγερία, την Πρέβεζα και το Δουβλίνο, το Λονδίνο και το Νταρφούρ, την τραγικότητα των χωρών της ομίχλης και των χωρών του μεσογειακού ήλιου, δεν θέλω να διαλέξω. Γιατί πάντα υπάρχει η χλιδή της φτώχειας με θάλασσα και η αβάσταχτη μιζέρια της γκριζωπής και χωρίς θάλασσα πολυτέλειας. Μόνο ένας κάτοικος της Μεσογείου θα μπορούσε να δει αυτές τις αποχρώσεις. Μόνο αυτός θα μπορούσε να απολαύσει τις χαρές εντός της ανέχειας, έτσι όπως τις παρέχει αφειδώλευτα η θάλασσα, να «καλοσκαιρίσει» το καλοκαίρι. Ανάμεσα, όμως, στη ζωή και στο θάνατο, αυτές τις δύο σκιές που σχηματίζουν ορθή γωνία, ένα παιδί δεν «βλέπει» ακόμα τίποτ’ άλλο πάρεξ τον ορίζοντα των απροσδιοριστιών που αργότερα θα σχηματοποιήσει σε μορφές. Πρώτα ριζώνεται ο χώρος μέσα στην ύπαρξη και ακολουθεί η εγγραφή του σώματος της ύπαρξης στον κόσμο. Μόνο που αυτό το παιδί, ο Ισμαήλ είναι ένα από τα δεκάδες χιλιάδες παιδιά-στρατιώτες της Αφρικής. Ο οικείος τόπος του είναι το στρατόπεδο και τροφή του το μίσος. Ο Ισμαήλ από τα δώδεκά του χρόνια σκοτώνει με την ίδια ευκολία που «πίνει κανείς ένα ποτήρι νερό». Στην παραλία τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα. Το κύμα τα διαλύει. Φτιάχνουν άλλα. Ο Ισμαήλ δεν ξέρει τι είναι να είσαι παιδί. Δεν ξέρει τι είναι θάλασσα, τι είναι αγάπη, τι είναι καλοκαίρι. Το συκώτι του είναι πρησμένο από μαύρο αίμα κι ανακουφίζεται μόνο με το φόνο, με την εκδήλωση του μίσους.

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Απελπισία

Ακούω τον ηγήτορα και ανακαλώ κατ’ αντιστροφή εκείνο το έκτρωμα, το νιτσεϊκό μικροαστό του Μπουρντιέ που έχει κεφάλι διανοούμενου και σώμα γκαρσονιού. Ακούω το λυγμό της 52χρονης μάνας που βάζει αγγελία στην τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων, την πώληση του νεφρού της «σε καλή τιμή» για να μην πάνε φυλακή τα χρεωμένα παιδιά της και βλέπω το πρόσωπο της δυστυχίας που ουρλιάζει σ’ όλους τους καιρούς, βλέπω την έκλειψη της ανθρωπιάς, βλέπω τους δολοφόνους αλλά και τους αυτόχειρες, βλέπω τους απελπισμένους, τους εξόριστους από την ίδια την ουσία της ζωής, όσους είναι ήδη νεκροί πριν πεθάνουν. Εξήντα χιλιάδες απόπειρες αυτοκτονίας έγιναν πέρυσι. Δεκατρείς άνθρωποι αυτοκτόνησαν λόγω χρεών τον τελευταίο ενάμισι χρόνο στην Κρήτη.
Ο κόσμος των ανθρώπων είναι πλέον ένα βασίλειο νεκρών, νεκρο-ζώντανων, απέθαντων, ζόμπι. Ακόμη και ο πόνος έχει εξοριστεί. Παρά το γεγονός ότι ο Χέγκελ στην «Αισθητική» του μιλούσε για την αναγκαιότητα των εκδηλώσεων του πόνου μας με δάκρυα και πόσο ωραίος θεσμός ήταν οι μοιρολογίστρες, τώρα κανείς δεν κλαίει. Κανείς δεν πονά, κανείς δεν συμπονά, κανείς δεν συμπάσχει πια. Μόνο οι νεκροί μας λυπούνται. Κι από τους ζωντανούς μόνο η Μάνα.
Από μία ωμή και απροκάλυπτη βία, όπως είναι η πτώχευση και η ανεργία, οδεύουμε στο άλλο άκρο του εκκρεμούς, στην ήπια, συμβολική βία, που «είναι ανεπαίσθητη και αφανής ακόμη και στα θύματά της» (Μπουρντιέ). Θύματα αυτής της ήπιας βίας είναι τα παιδιά μέσω της κοινωνικοποίησης, του «λιώσε πριν σε λιώσουν», είμαστε όλοι μέσω των κριτηρίων και των αξιών που εισάγει η τηλεόραση, όπως τα σημεία κύρους(αναγνωρισημότητα!) του καταναλωτικού μανιοκαταθληπτικού καπιταλισμού. Τελικά, οι κοινωνικές νόρμες «εγγράφονται» ανεπαίσθητα και… ειρηνικά, σχεδόν «μαγικά» στα σώματα των ανθρώπων, παράγοντας «μια μόνιμη διάθεση, ένα διαρκή τρόπο να στέκεται, να μιλάει, να βαδίζει και, ως εκ τούτου, να αισθάνεται και να σκέπτεται κανείς» (η έννοια habitus). Γι’ αυτό ο εξωνισμός, ο εκμαυλισμός, η διαφθορά, η σήψη, ο εκφοβισμός εκλαμβάνονται πλέον ως συνήθη φαινόμενα, όπως μία καταιγίδα, που περνούν και εμφανίζονται ανάλογα με τη συγκυρία και τις ανάγκες της εποχής. Τα κόμματα, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι είναι μεν διεφθαρμένοι, αλλά δεν είναι παρά οι μαριονέτες μιας αόρατης εξουσίας που βρίσκεται πίσω απ’ όλα και όλους (εκούσια ή ακούσια) και «κινεί» τα γεγονότα. Λευκή Μαγεία! Το ίδιο μαγικός είναι και ο ακρωτηριασμός των επιθυμιών, η «αυτοεγκατάλειψη», η «αδράνεια» και η αποπολιτικοποίηση. Υπ’ αυτή την οπτική έχουμε μία εκούσια συμμόρφωση και ενδεχομένως και μία συνέργια καταπιεστών και καταπιεζόμενων. «Οι πιο κραυγαλέες μορφές ανισοτήτων κι εκμετάλλευσης διαιωνίζονται στον κόσμο χάρη σε συμμαχίες (της εξουσίας) με στερημένους κι εκμεταλλευόμενους» (Αμάρτυα Σεν). Και τούτο διότι «Η δυσφορία αντικαθίσταται από την αποδοχή, η απελπισμένη εξέγερση από την κομφορμιστική ηρεμία… και τα βάσανα κι ο θυμός από την εύθυμη καρτερία». Εδώ τα θύματα του Ντε Σαντ συναινούν μαζοχιστικά στη σαδιστική διαφθορά, που στρέφεται εναντίον τους. Έτσι, τα νομοσχέδια που επαναφέρουν τον μεσαίωνα στις εργασιακές σχέσεις, και οι νόμοι πλέον για τις συντάξεις, οι οποίοι σχεδόν τους καταργούν, δεν βρήκαν ουσιαστικά αντίσταση. Ποιοι συνεργάστηκαν για να συμβεί αυτό; Πρώτοι οι συνδικαλιστές. Δεύτεροι και τελευταίοι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που παρέμειναν αδρανείς, μοιραίοι κι άβουλοι. Ενδεχομένως η έκρηξη να συμβεί το φθινόπωρο. Ακριβώς τότε που θα εκραγεί και η απελπισία. Τότε που θα ειπωθεί το «φτάνει πια». Άραγε θα ειπωθεί; Η απελπισία τάχα θα εκραγεί; Και αν ναι, σε ποια κατεύθυνση; Γιατί δεν είναι βέβαιο ότι η δυστυχία οδηγεί σε προοδευτικές πολιτικές λύσεις. Ας μη λησμονούμε ότι η μεγάλη οικονομική κρίση του μεσοπολέμου (μεταξύ Πρώτου Και Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου) οδήγησε στην άνοδο του ναζισμού και του φασισμού. Δεν αποκλείεται εντέλει να έχουμε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, πολύ χειρότερες από αυτές του Δεκέμβρη του 2008. Πάντως αυτή τη στιγμή το κέντρο της Αθήνας έχει καταληφθεί από το έγκλημα, έχει καταληφθεί από αυτούς που δεν έχουν να εκθέσουν κάτι στην αγορά παρά τη βία του σώματος, των μαχαιριών και των πιστολιών τους. Ο Δήμαρχος της Αθήνας θέλει να ανακαταλάβει το κέντρο της πόλης του. Αλλά τότε που θα πάνε οι απελπισμένοι; Συνήθως «υποχωρούν» πέριξ του κέντρου και στη συνέχεια επανέρχονται. Η αιτία του προβλήματος είναι η αναδουλειά και η φτώχεια και συνεπώς η λύση είναι η δουλειά και η εξεύρεση των αναγκαίων για την επιβίωση.

Ο Αλμοδόβαρ και ο Εγωισμός

“Ο συγγραφέας από τη φύση του είναι εγωιστής, κάτι που μας κάνει επικίνδυνους για τους ανθρώπους γύρω μας. Δεν είναι πολύ ωραίο, αλλά έτσι ε...