Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Για τον Μπίλι: «Κι ας μην νικήσουμε ποτέ. Θα πολεμάμε πάντα»

«Κι ας μην νικήσουμε ποτέ. Θα πολεμάμε πάντα.» Αυτή η φράση του Βασίλειου Μάγγου συνιστά τρόπο σκέψης και ζωής ενός ελεύθερου ανθρώπου. 

Γιατί σε αυτή την μεταηρωική εποχή κάθε άνθρωπος οφείλει να αποτινάξει το φόβο και να μετατραπεί σε υποκείμενο. Στην «Φαινομενολογία του Πνεύματος», κύριος του εαυτού του είναι εκείνος που δεν φοβάται να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του, που είναι πρόθυμος να πεθάνει για την ελευθερία του. Αντίθετα, ο σκλάβος τρέμει για τη ζωή του και δέχεται, προκειμένου να παραμείνει ζωντανός, το καθεστώς του δούλου. Η δράση είναι η θεραπεία για κάθε είδους φόβο. Όπου ως δράση εννοούμε την Κίνηση προς το αντικείμενο του φόβου.

Το ζήτημα της ελευθερίας του πολίτη, λοιπόν, είναι σήμερα επίκαιρο όσο ποτέ. Και όχι μόνο στην Ελλάδα. Ο καθηγητής David Runciman (άρθρο στην The Gaurdian) θεωρεί ότι «οι μεγαλύτερες ερωτήσεις σε οποιαδήποτε δημοκρατία είναι πάντα για το πώς θα ασκούν οι κυβερνήσεις τις εξαιρετικές εξουσίες που τους δίνουμε. Και πώς θα ανταποκριθούμε όταν τις εφαρμόσουν». Αυτά μπορεί να ήταν μέχρι τώρα θεωρητικά ζητήματα, αλλά τώρα τα ζούμε, επισημαίνει ο Runciman. Και συνεχίζει: Σήμερα, όπως έγραφε ο Χόμπς, «η εξουσία του πολιτικού καθεστώτος είναι να έχει τη δύναμη ζωής και θανάτου πάνω στους πολίτες. Ο μόνος λόγος που θα μπορούσαμε να δώσουμε σε κάποιον αυτή την εξουσία είναι επειδή πιστεύουμε ότι είναι το τίμημα που πληρώνουμε για τη συλλογική μας ασφάλεια. Αλλά σημαίνει επίσης ότι αναθέτουμε αποφάσεις για τη ζωή και το θάνατο σε ανθρώπους που τελικά δεν μπορούμε να ελέγξουμε.» Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο, ο έλεγχος της κρατικής βίας και αυθαιρεσίας. Αυτό δεν αφορά μόνο την δράση των δυνάμεων της κρατικής καταστολής, αλλά και την «αυθαιρεσία της ατομικής πολιτικής κρίσης». Όταν δηλαδή ένας πολιτικός, όπως ο Χρυσοχοΐδης, ή ο Τραμπ και ο Μπολσονάρου, δεν «βλέπει» την πραγματικότητα της αστυνομικής αυθαιρεσίας, όταν η κρατική βία στην πιο άγρια μορφή της θεωρείται κανονικότητα, τότε "μπάτσοι-δολοφόνοι" θα σκοτώνουν παντού: στη Χιλή, στο Παρίσι, στη Μινεάπολη, στο Χονγκ Κονγκ, στο Βόλο, στην Αθήνα...

Γι' αυτό «Ο αγώνας… κατά της αυταρχικής σκληρότητας θα διαμορφώσει το μέλλον όλων μας. Είμαστε πολύ μακριά από τον τρομακτικό και βίαιο κόσμο από τον οποίο ο Χομπς προσπάθησε να ξεφύγει σχεδόν πριν από 400 χρόνια. Αλλά ο πολιτικός μας κόσμος είναι ακόμα αυτός που Χομπς θα αναγνώριζε», σημειώνει ο Runciman.

Συνεπώς, ο αγώνας κατά της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας είναι αγώνας για τη δημοκρατία και τον κόσμο μας, την ίδια την κοινωνία και τη ζωή μας. Και όπως έγραφε ο Βασίλειος Μάγγος, ο ίδιος ο αγώνας, ανεξάρτητα από την έκβασή του, δίνει περιεχόμενο και ποιότητα στη ζωή του καθενός.

Γι’ αυτό: «Κι ας μην νικήσουμε ποτέ. Θα πολεμάμε πάντα.» 


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Ο Άδωνις κι ο Κώστας, η ντροπή και η ελπίδα...

«Κώστα, Κώστα, πέρασες Νομική Αθήνας, ρε»! Η φωνή του πατέρα του Κώστα Καλαμπόκα, την ώρα που οι δυνάμεις της κρατικής βίας τον μετέφεραν σιδεροδέσμιο στα δικαστήρια της Ευελπίδων, διέλυσε το αφήγημα της δεξιάς. Απέδειξε ότι τα παιδιά που διαδηλώνουν, τα παιδιά που αγωνίζονται, που είναι αλληλέγγυα στον πόνο των προσφύγων και των απελπισμένων, τα παιδιά των Εξαρχείων, τα παιδιά της συντροφικότητας και του «Εμείς», δεν είναι "ότι κι ότι", δεν είναι κάποιοι «αποτυχημένοι», είναι οι «άριστοι», της πραγματικής και όχι της αγορασμένης «αριστείας». Αυτή η γεμάτη περηφάνια φωνή του πατέρα του Κώστα τους στοίχειωσε. Γι' αυτό βγήκε σήμερα ο γνωστός αδιάντροπος, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης για να αποδομήσει την ηθική νίκη του Κώστα και να μιλήσει για «ντροπή»! «Πήγε –λέει- ο άλλος και του είπε ότι πέρασε στη Νομική αντί να του πει ότι ντρόπιασε το σπίτι μου».

Μιλάει για ντροπή ο Άδωνις Γεωργιάδης, αυτός που δήλωσε, ενώ δεκάδες μετανάστες πνίγονταν στο Ιόνιο, «…πόσο καλά προετοιμασμένοι είναι που γνώριζαν ότι λειτουργεί και το 112 και πήραν τηλέφωνο.»! Μιλάει για ντροπή αυτός που έλεγε ότι «Έχουμε πέσει θύματα ομαδικής προσπάθειας αλλοίωσης της χώρας(σ.σ. από τους πρόσφυγες και τους μετανάστες!)…».

Αυτός που πουλάει βιβλία, δεν διάβασε ποτέ τον Ν. Καζαντζάκη, ο οποίος έλεγε, πως ντροπή είναι «Αν έστω και ένα παιδί σε κάποια άκρη του κόσμου πεθαίνει από την πείνα ή από τον πόλεμο…». Ότι ντροπή είναι αν ένα παιδί πνίγεται στη Μεσόγειο, επειδή οι ομοϊδεάτες νεοφιλελεύθεροι του κ. Γεωργιάδη, θέλουν να κάνουν πολέμους με σκοπό την πώληση όπλων, την εκμετάλλευση των πόρων, για το κέρδος. Ότι ντροπή είναι η ανεργία, η άγρια εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η ματαίωση των ονείρων των νέων, ότι ντροπή είναι μια ζωή που έχει δύο χρονολογίες με μία παύλα ανάμεσα. Αυτή τη ντροπή δεν την ξέρει ο Γεωργιάδης, αυτός γνωρίζει μόνο «νοικοκυραίους», αυτό είναι το ακροατήριο, οι ψηφοφόροι του.

Η «ντροπή», όμως, δεν χρησιμοποιείται τυχαία. Ο Λακάν χρησιμοποίησε τον όρο «Hontologie» συνενώνοντας τη λέξη honte, η οποία στα γαλλικά σημαίνει ντροπή, με το φιλοσοφικό όρο «ontologie», που σημαίνει οντολογία, για να καταδείξει ότι η ντροπή είναι ένα κοινωνικό συναίσθημα που πηγάζει από την αίσθηση ότι μας βλέπουν και συνδέεται άμεσα με το περιφρονητικό βλέμμα των άλλων, είτε γιατί όντως μας βλέπουν αρνητικά είτε γιατί εμείς το φανταζόμαστε. Μοιάζει πολύ με την ενοχή αλλά η ενοχή προέρχεται από την αίσθηση της παραβίασης, ενώ η ντροπή είναι σύγκρουση του εγώ με το υπερεγώ. Και τα δύο, όμως, είναι ιδιαίτερα δυσάρεστα συναισθήματα και χρησιμοποιήθηκαν δυστυχώς ως παιδαγωγικά «εργαλεία», με άσχημα πολύ συχνά αποτελέσματα. Ο θεσμός της οικογένειας -και του σχολείου- έκανε χρήση των συναισθημάτων αυτών ως μέσο για να επιβάλλει την εξουσία στα μέλη της. Αυτά ξέρει ο Γεωργιάδης, αυτά τα παρωχημένα «παιδαγωγικά εργαλεία» αναφέρει. Η ντροπή λοιπόν είναι ο μπάτσος στο κεφάλι των παιδιών, των μαθητών, των γυναικών, των "αμαρτωλών", των φτωχών.

Αλλά να, έρχεται η στιγμή που η αντίληψη αυτή ανατρέπεται. «Οι άνθρωποι καταριούνται τον αμαρτωλό», έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ, κι όμως «δεν είναι ο αμαρτωλός που είναι η ντροπή μας, αλλά ο ηλίθιος. Δεν υπάρχει καμιά άλλη αμαρτία πέρα απ’ την ηλιθιότητα».

Ο Μπένγιαμιν συνδέει τη ντροπή με τη φτώχεια και την εξέγερση. «Η φτώχεια δεν είναι ντροπή», γράφει, «Ωστόσο τον φτωχό τον ντροπιάζουν. Το κάνουν, και τον παρηγορούν μ’ αυτή τη φρασούλα… εκείνο το βάναυσο «ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω».  

Η ντροπή τέλος, σύμφωνα με τον Λακάν, αποτελεί  προϊόν ενός καπιταλιστικού λόγου. Ενεργοποιεί την πράξη της εξέγερσης και αποδεικνύει ότι το υποκείμενο υπάρχει. Ντρέπομαι, άρα υπάρχω, υπάρχω άρα εξεγείρομαι. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει με τον Κώστα Καλαμπόκα και τους άλλους νέους, την ελπίδα αυτής της κοινωνίας…


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Ιδού η «τυφλή βία» και ο φασισμός κ. Μητσοτάκη

Ναι, είναι φασισμός «η τυφλή βία» κ. Μητσοτάκη. Και είναι «τυφλή βία» το πισώπλατο χτύπημα ενός πολίτη από το όργανο «του νόμου και της τάξης» σου. Είναι «τυφλή βία» οι τόνοι χημικών και οι άγριοι ξυλοδαρμοί αδιακρίτως, από τα ΜΑΤωμένα όργανα της τάξης σου. Ναι, είναι φασισμός, κ. πρωθυπουργέ, να αρπάζεις μικρά προσφυγόπουλα δίκην ομήρων για να υποχρεώσεις τις μανάδες τους να μπουν στις αστυνομικές κλούβες. Είναι φασισμός και απανθρωπιά να πετάς στο δρόμο πρόσφυγες και να ξηλώνεις τα παγκάκια της πλατείας για να μην βρουν ν’ ακουμπήσουν οι ξεριζωμένοι. Είναι φασισμός τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μόρια, στην Αμυγδαλέζα και τα κρατητήρια-κολαστήρια στα αστυνομικά τμήματα και την Πέτρου Ράλλη. Είναι φασισμός να εκδικείσαι τον Βασίλη Δημάκη και τώρα τον Αθ. Κυριαζή επειδή θέλουν να ξεφύγουν, να αλλάξουν, να μορφωθούν. Είναι φασισμός η κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, ο μισός μισθός με ολόκληρη και ανασφάλιστη δουλειά, είναι φασισμός η ανεργία, οι νέοι που συνεχίζουν να ξενιτεύονται για να βρουν εργασία, οι συνταξιούχοι που περιμένουν χρόνια τη σύνταξη και ελπίζουν να την πάρουν πριν πεθάνουν. Είναι υποκρισία να χειροκροτείς τους γιατρούς και τους νοσηλευτές στα δύσκολα και είναι φασισμός όταν δεν τους πληρώνεις της εφημερίες, ενώ φροντίζεις να «ρουπώσεις» με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ τα φερέφωνά σου.

Είναι φασισμός να πετάς στο δρόμο ηλικιωμένους ανθρώπους και να αποκαλείς «τραμπούκους και δολοφόνους» τους νέους και τις νέες που μπαίνουν μπροστά, που τους συμπαραστέκονται με τον αγώνα, το κορμί και τη ζωή τους, δεχόμενοι τις άγριες και εφ' όρου ζωής τιμωρητικές συνέπειες του αστυνομικό-φασιστικού κράτους σου.

Φασισμός είναι η κατάργηση των πολιτικών δικαιωμάτων και η επί της ουσίας απαγόρευση της διαμαρτυρίας και των διαδηλώσεων.

Ο πιο ακραίος φασισμός, σήμερα, είναι αυτός των κυρίαρχων ελίτ που θέλουν την Ελλάδα και τον κόσμο ένα απέραντο Μπούχενβαλντ, εκεί όπου οι άνθρωποι δεν πέθαιναν στους θαλάμους αερίων αλλά στα καταναγκαστικά έργα. Γιατί είναι φασισμός το πρεκαριάτο, η επισφαλής εργασία, η ουμπεροποιημένη οικονομία και η στρατιωτικοποιημένη κοινωνία. Το είδαμε στη Χιλή, το βλέπουμε στο Χονγκ Κονγκ, στο Παρίσι, παντού. Αυτόν τον φασισμό δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει ο «ηρωισμός της λογικής», τον οποίο επικαλούνταν για την αντίστοιχη κρίση του 1935 ο γερμανός φιλόσοφος Ε. Χούσερλ, αλλά η καρδιά. Και οι νέοι και οι νέες έχουν «καρδιά» και βγαίνουν στους δρόμους, μπαίνουν μπροστά από τα ματ που κάνουν εξώσεις ηλικιωμένων, συμπαραστέκονται στους ξεριζωμένους και τους ανέστιους, στους περιττούς του κανιβαλικού καπιταλιστικού κυρίαρχου μοντέλου, δημιουργούν συλλογικότητες και τις αντιστάσεις του «Εμείς» απέναντι στην ακραία ατομικότητα, τον κακοήθη ναρκισσισμό, την αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος, αυτό που οι "νεοδεξιοί" του κ. Μητσοτάκη προσπαθούν να επιβάλλουν.

Ο πληθωρισμός από υπερβολικό εαυτό, από υπερδιόγκωση του Εγώ, από υπερσυσσώρευση και υπερκατανάλωση, από άγρια ναρκισσιστική ατομικότητα, που καταλήγει στον αυτισμό και στον αντίστοιχο υπερ-εθνικισμό, είναι το αξιακό πρότυπο της «νέας δεξιάς». Η απάντηση σ’ αυτό το αξιακό μοντέλο είναι μία νέα συλλογικότητα, συνδυασμένη με έναν νέο ουμανισμό και μια νέα αγωνιστική αλληλεγγύη. Αυτή είναι η διαφορά της αριστερής από τη δεξιά αλληλεγγύη. Η πρώτη είναι αγωνιστική και πολιτική, που ανυψώνει τον ταπεινωμένο, ενώ η "δεξιά αλληλεγγύη" είναι εκείνη η ατομική συμπόνια του φιλόπτωχου ταμείου της ενορίας που ταπεινώνει τον λήπτη και διαφθείρει τον δωρητή.

Με άλλα λόγια, ο δημοκρατικός τόπος που ενώνει στον κοινό στόχο της καταπολέμησης της ανεργίας, της πείνας, των πολέμων, που οδηγούν στους ξεριζωμούς, και όλων των άλλων κοινωνικών αδικιών, είναι ο πολιτικός τόπος της κοινής δράσης των προοδευτικών δυνάμεων και των αντιφασιστών, εκεί όπου υφαίνεται πιο αποτελεσματικά το αίσθημα του εαυτού μας με το αίσθημα του άλλου, εκεί όπου εξαλείφεται ο μεγάλος φόβος και ανασυστήνεται ο χαμένος εαυτός, το θρυμματισμένο πρόσωπο του άνεργου, του απόκληρου, του πρόσφυγα, του επισφαλώς εργαζόμενου. Για να υπάρξει, όμως, ο πολιτικός τόπος της κοινής δράσης απαιτείται ένα κοινό πολιτικό πλαίσιο, που θα επιτρέπει τη δημιουργία πραγματικών και διαρκών αποτελεσμάτων και συνεπώς την ολοκλήρωση της «ανθρωπιάς» μας.



Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020

Ο Μπολσονάρου, ο Τραμπ, οι εκλογές στις ΗΠΑ και τα καρπούζια που ακούν Μπετόβεν

Η πραγματικότητα έκλεισε το στόμα του Μπολσονάρου. Εξαερώθηκαν ο φασιστικός ανορθολογισμός, οι συνομωσιολογίες και η ακροδεξιά «τυφλότητα», για την οποία οι 65.000 νεκροί στη Βραζιλία λόγω του κορονοϊού δεν ήταν παρά... εφεύρημα των «εχθρών», των αντιπάλων του νεοφιλελευθερισμού και της οικονομίας, δηλαδή των αριστερών! Αίφνης οι «αόρατοι» νεκροί από τις φαβέλες, οι περιττοί, οι άχρηστοι, τα σκουπίδια «φωτίστηκαν» από τους προβολείς των συστημικών μίντια. Μόνο ο Τραμπ επιμένει. «Είναι πολλοί οι νεκροί γιατί κάνουμε πολλά τεστ» λέει. Έτσι, ό,τι έχει απομείνει από φαιά ουσία «καίγεται».

Αν τα συστημικά μίντια δεν λογοκρίνουν την είδηση "σκεπάζοντάς τη" με άλλες ειδήσεις του τύπου «Τα καρπούζια ωριμάζουν καλύτερα ακούγοντας Μότσαρτ και Μπετόβεν», τότε μπορεί να καταδειχθεί η γελοιότητα και να ακούσουμε και κάποιες σοβαρές αναλύσεις. Γιατί ούτε ο Μπολσονάρου ούτε ο Τραμπ είναι "τρελοί". Είναι στην υπηρεσία της παράνοιας αλλά είναι εντελώς ορθολογικοί. Ό,τι λέει και κάνει ο Τραμπ είναι απολύτως μελετημένο. Δεν κάνει τίποτα χωρίς σχεδιασμό κι ας φαίνεται αυθόρμητο ή ότι προέρχεται από «ναρκισσιστική του διαταραχή»! 

Η νέα δημοσκόπηση του Gallup σχετικά με την πολιτική κατάσταση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, δείχνει δύο πράγματα, γράφει ο αναλυτής του CNN:

1) Την απόφασή του να ενισχύσει την πολιτική σύγκρουση, εστιάζοντας στην αφαίρεση των μνημείων. Αυτό έχει συσπειρώσει την εκλογική του βάση.

2) Αυτή η απόφαση, όμως, αποστασιοποίησε έτι περαιτέρω τους ανεξάρτητους(μη ρεπουμπλικανούς) και άλλους ψηφοφόρους τους οποίους χρειάζεται απεγνωσμένα ο Τραμπ για να έχει μια πραγματική ευκαιρία να κερδίσει τη δεύτερη θητεία.

Με την όξυνση της πολιτικής σύγκρουσης, περισσότεροι από 9 στους 10 (91%) Ρεπουμπλικάνοι έφθασαν να εγκρίνουν την διακυβέρνηση Τραμπ. Εδώ παρατηρείται μία αύξηση της συσπείρωσης των ρεπουμπλικανών από το 85% που είχε στην τελευταία δημοσκόπηση του Gallup, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές Ιουνίου. Για να το πετύχει αυτό ο Τραμπ άλλαξε στρατηγική(εξαιτίας της ελεύθερης πτώσης του) εγκαταλείποντας την διεύρυνση και αναζήτηση ανεξάρτητων στηριγμάτων, στραφόμενος στη συγκράτηση της εκλογικής του βάσης. Γι’ αυτό άρχισε να μιλάει ασταμάτητα εναντίον της ανομίας και των αναρχικών διαδηλωτών μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ, ενώ συγχρόνως άρχισε να απευθύνει εκκλήσεις για την υπεράσπιση της «κληρονομιάς μας», να επιτίθεται στην φιλελεύθερη ορδή (ριζοσπάστες αριστερούς αποκαλεί τους Δημοκρατικούς!) που προτίθενται να καταστρέψουν ό, τι έκανε την Αμερική μεγάλη, που θέλουν να εξαλείψουν «την ιστορία μας, (και) να δυσφημίσουν τους ήρωές μας, να διαγράψουν τις αξίες μας και να καταστρέψουν τα παιδιά μας»(Ομιλία 3 Ιουλίου στο Όρος Ρούσμορ). 

Κι ενώ ο Τραμπ συγκρατεί τους δικούς του, δεν κερδίζει από τις άλλες πλευρές τα κρίσιμα ποσοστά που θα του επιτρέψουν να νικήσει.

Αυτό που κάνει ο Τραμπ αυτή τη στιγμή - κρίνοντας από τους αριθμούς του Gallup - είναι ότι διεξάγει μια πολύ αποτελεσματική κύρια εκστρατεία. Εδραιώνει τη βάση του χρησιμοποιώντας το φόβο και τις ρατσιστικές αναφορές (υπεροχή λευκών κ.ά.), αλλά χάνει αυτούς που έχει ανάγκη για να κερδίσει, τους «ανεξάρτητους». Στις εκλογές του 2016 κέρδισε επειδή οι άνθρωποι -συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων, ακόμη και ορισμένων Δημοκρατών - ήθελαν να αλλάξουν σελίδα. Η αλλαγή αυτή, γράφει ο αναλυτής του CNN, δεν έγινε. Η ικανότητα του Τραμπ να την κάνει θεωρείται πολύ μειωμένη. Επίσης, η εκλογική βάση του Τραμπ δεν είναι αρκετά μεγάλη για να του δώσει μια δεύτερη θητεία. Το ποσοστό έγκρισής του στη νέα δημοσκόπηση του Gallup είναι μόλις 38% - κοντά στο πιο χαμηλό σημείο (35%) της προεδρίας του. Οι προηγούμενοι πρόεδροι που είχαν ποσοστά έγκρισης παρόμοια με του Τραμπ δεν κέρδισαν δεύτερη θητεία.

Με απλά λόγια: Ο Τραμπ μπορεί να έχει ποσοστό έγκρισης 90% μεταξύ των Ρεπουμπλικανών και να χάσει - ενδεχομένως με μεγάλη διαφορά - στις 3 Νοεμβρίου εάν τα ποσοστά του στους ανεξάρτητους (και τους Δημοκράτες) παραμένουν εκεί που είναι σήμερα. Αυτή τη στιγμή, στην πραγματικότητα, αυτό είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα.

Ο κακοήθης ναρκισσισμός του Τραμπ

Ο Sander Thomaes, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, είναι πολύ ευχαριστημένος με τον Τραμπ. «Τον χρησιμοποιώ συχνά κατά τη διάρκεια των μαθημάτων μου. Η έρευνά μου επικεντρώνεται κυρίως στον ναρκισσισμό. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τον Τραμπ: είναι ένας πρωτότυπος ναρκισσιστής», λέει. Αυτός ο εμπειρογνώμονας του ναρκισσισμού μπορεί να στοιχηματίσει για το τι θα συμβεί αν ο Τραμπ κερδίσει τις εκλογές. Ή ακόμα πιο ενδιαφέρον: τι θα συμβεί στον Τραμπ, αν χάσει.

Ο Τραμπ προσφέρει μερικά χαρακτηριστικά του κλασικού ναρκισσιστή. Μια μεγαλοπρεπή αυτο-εικόνα. Ένα πολύ διογκωμένο εγώ. Έχει συνεχή ανάγκη προσοχής. Μια μεγάλη επιθυμία να τον θαυμάσουν. Και αν αυτός ο θαυμασμός λείψει ή τον χαρακτηρίσουν ναρκισσιστή, που είναι ακόμη χειρότερο, τότε χτυπάει στο σωρό. Εδώ οφείλεται η έλλειψη πειθαρχίας και η εκρηκτικότητά του, που φθάνει στο σημείο να τον γελοιοποιεί.

«…ο ναρκισσιστής (θεωρείται) καλός ηγέτης. Είναι το παράδοξο της ναρκισσιστικής ηγεσίας. Είναι παράδοξο γιατί μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ο ναρκισσιστής σχεδόν πάντα θα απορριφθεί από τους άλλους. Επειδή αποδεικνύεται ότι ο ναρκισσιστής δεν έχει ηγετικές ιδιότητες και σκέφτεται τον εαυτό του υπερβολικά συχνά, όχι για το δημόσιο συμφέρον, όχι για το συλλογικό καλό. Και πάντα περιαυτολογεί. Αυτό κάνει και ο Τραμπ: υπερεκτιμά τον εαυτό του.». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Γκράχαμ συμβουλεύει τον Τραμπ «να λειτουργεί πολιτικά και όχι προσωπικά»!  

 Οι πολιτικοί αναλυτές φοβούνται μια δεύτερη θητεία του Τραμπ, καθώς θεωρείται άκρως επικίνδυνος ακόμα και να κηρύξει πυρηνικό πόλεμο. Αντίθετα, για τους ειδικούς της ψυχολογίας το ενδιαφέρον έγκειται στην ενδεχόμενη ήττα του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές. «Γνωρίζουμε ότι οι ναρκισσιστές που αποτυγχάνουν, θα χτυπήσουν τους άλλους. Τα παιδιά το κάνουν κυριολεκτικά. Οι ναρκισσιστές κατηγορούν τους άλλους για τις αποτυχίες τους… Δεν είναι ασυνήθιστο να λένε τα πιο φρικτά πράγματα για τους αντιπάλους τους, αφού έχουν χάσει ή όταν υποστούν κριτική. Τι θα συμβεί, λοιπόν, αν ο Τραμπ χάσει τις εκλογές; Πώς θα νιώσει; «Νομίζω ότι, όταν είναι μόνος του στον Πύργο του ο Τραμπ, θα αμφιβάλλει πάρα πολύ. Μην ξεχνάτε: ένας ναρκισσιστής θέλει να σκέφτεται για τον εαυτό του με θετικό τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πετυχαίνουν πάντα σ’ αυτό. Εάν ένας ναρκισσιστής αποτυγχάνει, θα βλέπει συχνά ένα πλήγμα στην αυτοεκτίμηση του.» Η πραγματικότητα ενός ναρκισσιστή, αποτελείται από νικητές και ηττημένους. Εάν χάσει, ενώ παρακολουθεί ολόκληρος ο κόσμος, αυτό θα έχει μεγάλο αντίκτυπο σε αυτόν.

 Μια πολιτική προσέγγιση

Πέρα από τις ναρκισσιστικές παρορμήσεις, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι άνους, ξέρει ότι χάνει. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει φτάσει ο ίδιος σε αυτήν τη ζοφερή συνειδητοποίηση τις τελευταίες ημέρες, όπως πολλοί άνθρωποί του είπαν στην POLITICO 2. Κι αυτό εν μέσω πλήθους κακών δημοσκοπήσεων και προειδοποιήσεων από ορισμένους από τους πιο ένθερμους συμμάχους του ότι πρόκειται να είναι πρόεδρος μιας θητείας.

Ο Τραμπ υφίσταται αυτό που οι συνεργάτες του περιγράφουν ως τη χειρότερη περίοδο της προεδρίας του, η οποία αμαυρώνεται από μία εκτεταμένη κριτική για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού και των ταραχών για την αστυνομική βία εναντίον των Αφροαμερικανών. Η προεκλογική εκστρατεία του στην Οκλαχόμα το περασμένο Σαββατοκύριακο, η πρώτη του από τον Μάρτιο, ήταν μια μεγάλη ήττα καθώς απέτυχε να γεμίσει το γήπεδο.

Σε μια εύκολη συνέντευξη με οικοδεσπότη στο φιλικό Fox News, τον Sean Hannity, την Πέμπτη, οι τρομοκρατημένοι σύμβουλοί του τον άκουσαν να απαντάει χωρίς αυτοπεποίθηση για τους στόχους μιας δεύτερης θητείας και σιωπηρά να παραδέχεται ότι μπορεί να χάσει όταν είπε ότι ο Τζο Μπάιντεν θα είναι «πρόεδρος σας, επειδή μερικοί άνθρωποι δεν με αγαπούν, ίσως».

Ο Τραμπ, γράφει ο  Alex Isenstadt στο Politico, έχει χρόνο να ανακάμψει και το πολιτικό περιβάλλον θα μπορούσε να βελτιωθεί γι 'αυτόν. Όμως, έχει πρόβλημα γιατί δεν έχει «μπούσουλα» και ο ίδιος υπονομεύει επανειλημμένα τον εαυτό του. Εδώ υπεισέρχονται οι ψυχολόγοι και οι ειδικοί του «μεγαλοπρεπούς ναρκισσισμού» και οι συγγραφείς όπως ο Σκοτ Φιντζέραλντ.

Ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε μια από τις χειρότερες εκλογικές ήττες σε προεδρικές εκλογές, δήλωσε ο πρώην πολιτικός σύμβουλος του Τραμπ, Σαμ Νάνμπεργκ, ο οποίος παραμένει υποστηρικτής του.

Ο Nunberg επισήμανε ότι οι εθνικές δημοσκοπήσεις που δημοσιοποιήθηκαν από το CNBC και τους New York Times/Siena την περασμένη εβδομάδα, δείχνοντας ότι ο Τραμπ βρίσκεται κάτω από το 40% έναντι του Μπάιντεν.

Εάν τα ποσοστά του Τραμπ διαμορφωθούν στις 35 ποσοστιαίες μονάδες τις επόμενες δύο εβδομάδες, πρόσθεσε ο Νάνμπεργκ, τότε «Θα αντιμετωπίσει ρεαλιστικά την απώλεια της επανεκλογής του και ο πρόεδρος θα πρέπει να επανεξετάσει έντονα αν θέλει να συνεχίσει να είναι ο προεδρικός υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών».

Στα παρασκήνια, ο Τραμπ και η ομάδα του κάνουν προσπάθειες για να διορθώσουν την πορεία τους. Την εβδομάδα μετά την προεκλογική συγκέντρωση στην Τάλσα, ο πρόεδρος παραδέχτηκε ότι είναι πίσω.  Ο γαμπρός του Τραμπ, Jared Kushner, ο οποίος επιβλέπει την εκστρατεία από τον Λευκό Οίκο, αναμένεται να διαδραματίσει ακόμη πιο ενεργό ρόλο.

Ωστόσο, αυτές οι κινήσεις δεν έχουν ηρεμήσει τους Ρεπουμπλικάνους σχετικά με τις προσωπικές επιδόσεις του προέδρου. Ο οικοδεσπότης του Fox News και ο αγαπημένος του Τραμπ, Τάρκερ Κάρλσον εξέδωσε μια οξεία προειδοποίηση στην εκπομπή του αυτή την εβδομάδα ότι ο πρόεδρος «θα μπορούσε κάλλιστα να χάσει αυτές τις εκλογές». Ο γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας Lindsey Graham, ένας άλλος στενός σύμμαχος του Τραμπ, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ο πρόεδρος πρέπει να κάνει τον αγώνα «περισσότερο πολιτικό και λιγότερο προσωπικό».

Η ομάδα του Τραμπ επιμένει ότι το ποσοστό του προέδρου θα βελτιωθεί καθώς αυξάνει τις δημόσιες εμφανίσεις του και εντείνει τις επιθέσεις του εναντίον του Μπάιντεν. Οι άνθρωποι που εμπλέκονται στην εκστρατεία λένε ότι έχουν δύο κύρια σημεία επίθεσης εναντίον του Μπάιντεν: Πρώτον ότι υποστηρίζει τους φιλελεύθερους που θέλουν να καταργήσουν το νόμο και την τάξη, και δεύτερον ότι είναι ανεπαρκής για την Ουάσιγκτον.

Η διαφημιστική τηλεοπτική εκστρατεία έχει ξεκινήσει και σ’ αυτή χρησιμοποιούνται τα πάντα, ακόμη και η ψυχική καταλληλότητα! [...]

Οι βετεράνοι της πρώτης προεδρικής εκστρατείας του Τραμπ παρομοιάζουν τη σημερινή του κατάσταση με το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2016, όταν τον έπληξαν μια σειρά από σκάνδαλα - από την κριτική του για μια οικογένεια Gold Star έως την επίθεσή του σε έναν ομοσπονδιακό δικαστή μεξικανικής καταγωγής.

Τότε, όπως και τώρα, λένε οι παλιοί σύμβουλοί του, ο Τραμπ είχε μια πολύ άσχημη πτώση των ποσοστών του. «Υπήρξε παρόμοια ανησυχία το 2016 και αν επαληθεύονταν, η Χίλαρι Κλίντον θα ήταν στο Λευκό Οίκο αυτήν τη στιγμή. Ο Τζο Μπάιντεν είναι ο πιο αδύναμος υποψήφιος των Δημοκρατικών σε μια γενιά και τον προσδιορίζουμε με αυτόν τον τρόπο», δήλωσε ο εκπρόσωπος της εκστρατείας του Τραμπ, Τίμ Μουρτάου. «Είμαστε τέσσερις μήνες από την ημέρα των εκλογών και στο τέλος θα είναι μια σαφής επιλογή μεταξύ του απίστευτου ρεκόρ του Προέδρου Τραμπ και του μισού αιώνα αποτυχίας του Τζο Μπάιντεν στην Ουάσιγκτον»

Ακόμα, οι σύμβουλοι του Τραμπ αναγνωρίζουν ότι η καταστροφή του Μπάιντεν θα απαιτήσει ένα επίπεδο πειθαρχίας που δεν επιδεικνύει ο τωρινός ένοικος του λευκού Οίκου. Έκαναν έκκληση στον Τραμπ - ο οποίος έχει χρησιμοποιήσει τον λογαριασμό του στο Twitter για να επιτεθεί στους επικριτές από τον οικοδεσπότη του MSNBC Joe Scarborough μέχρι τον πρώην Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον - να σταματήσει να επικεντρώνεται σε πρακτικές που δεν έχουν σημασία για τους ψηφοφόρους.

Το χαμηλό προφίλ του Μπάιντεν κατά τη διάρκεια της πανδημίας τον έκανε πολύ πιο δύσκολο για τον Τραμπ, ανέφεραν οι σύμβουλοί του…

Η ψυχική ακαταλληλότητα του Τραμπ

Αν και τα κύρια μέσα ενημέρωσης αρνήθηκαν σε μεγάλο βαθμό να μιλήσουν ανοιχτά για το διαταραγμένο μυαλό του Τραμπ, μια ομάδα επαγγελματιών ψυχικής υγείας το έλεγε. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016, τρεις ψυχίατροι έγραψαν στον τότε Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα προειδοποιώντας τον για τα ευρέως αναφερόμενα συμπτώματα ψυχικής αστάθειας του Τραμπ που τους οδήγησαν να αμφισβητήσουν την καταλληλότητά του για το αξίωμα. Μάλιστα, από τη στιγμή που ο Τραμπ ορκίστηκε πρόεδρος, ο ένας εξ αυτών, ο ψυχίατρος του Γέιλ Μπάντι Λι ηγείται μιας ομάδας επαγγελματιών ψυχικής υγείας που κάνει μια συντονισμένη εκστρατεία για να ευαισθητοποιήσει σχετικά με τους κινδύνους που δημιουργεί η παθολογική ψυχική κατάσταση του Τραμπ.

Σύμφωνα με Ίαν Χιουζ (Συγγραφέα και ανώτερο ερευνητς στο MaREI Center, University College Cork) ο όρος στον οποίο συγκλίνουν αυτοί οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας για να εξηγήσουν το ευρύ φάσμα μη φυσιολογικών συμπεριφορών του Τραμπ είναι μια διαταραχή γνωστή ως κακοήθης ναρκισσισμός. Ενώ τα μεμονωμένα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του Τραμπ παρουσιάζονται από τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν έχει γίνει μια συντονισμένη προσπάθεια για να συνδεθούν και να εξηγηθούν τα συμπτώματα αυτά με βάση την υποκείμενη παθολογική κατάσταση. Ωστόσο, η κατανόηση του επικίνδυνου μυαλού του Τραμπ απαιτεί από εμάς να ενώσουμε τις κουκίδες μεταξύ των διαφόρων πτυχών των ακραίων συμπεριφορών του. Ιδιαίτερα τον ναρκισσισμό του, την παράνοιά του και την ανικανότητά του να δεχτεί την πραγματικότητα.

Ακραία ναρκισσιστική συμπεριφορά

Άτομα με παθολογικό ναρκισσισμό βλέπουν τους άλλους ως «υποδεέστερα όντα» που αξίζουν να αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση, μια περιφρόνηση που βελτιώνεται μόνο στο βαθμό που αυτά μπορούν να αποβούν καθοριστικής σημασίας για τον ναρκισσιστή (να είναι ψηφοφόροι του).

Ένα σύνολο «κουκκίδων» που απεικονίζει την περιφρόνηση του Τραμπ για τους άλλους ως «υποδεέστερα όντα» είναι η περιφρόνησή του απέναντι στις γυναίκες, τους μετανάστες και τους αλλοδαπούς, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και τους μη λευκούς Αμερικανούς. Για να πάρουμε μόνο ένα παράδειγμα, οι επιθέσεις του Τραμπ σε γυναίκες δημοσιογράφους είναι συνεχείς και μακροχρόνιες. Αυτή η συμπεριφορά έχει νόημα δεδομένου ότι η ναρκισσιστική παθολογία του τον αναγκάζει να δει τις γυναίκες ως κατώτερες. Κάθε γυναίκα (ιδιαίτερα μια μη λευκή γυναίκα) που θέτει μια «ατελή» ερώτηση προσβάλει την «ανωτερότητά» του. Η προσαρμοσμένη του απάντηση σε αυτήν την παραβίαση της… φυσικής τάξης είναι οργή και περιφρόνηση. Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι υπάρχει ένας έντονος «ψυχολογισμός», καθώς παραβλέπεται η «ιδεολογική» νομιμοποίηση-αιτιολόγηση της στάσης «ανωτερότητας» μέσα από ρατσιστικές, σεξιστικές, ομοφοβικές και άλλες θεωρήσεις. Υπάρχει συνεπώς μια τροφοδότηση της ναρκισσιστικής προσωπικότητας με ανάλογες ιδεολογικές επενδύσεις ανωτερότητας(των λευκών κ.ά.).

Ο παθολογικός ναρκισσισμός εξηγεί επίσης δύο άλλες «πλευρές» στη συμπεριφορά του Τραμπ, δηλαδή τη σκληρότητα και την εγκληματική του τάση. Η σκληρότητα είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Τραμπ, είναι ένα κεντρικό θέμα των συγκεντρώσεων του Τραμπ και, όπως έγραψε ο Adam Sewer, είναι αναμφισβήτητα η μόνη πραγματική, αυθεντική απόλαυση του Τραμπ. Έτσι εξηγείται η εικόνα της «κατάρρευσής του» μετά την αποτυχημένη πολιτική συγκέντρωση στο στάδιο της Τάσλα. Ο σκληρός πυρήνας του ναρκισσισμού του τσακίσθηκε. Στο αμιγώς πολιτικό επίπεδο, οι πολιτικές μετανάστευσης του Τραμπ είναι σαφή παραδείγματα αυτής της σκληρότητας, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής του για τον διαχωρισμό των παιδιών μεταναστών από τις οικογένειές τους στα σύνορα, την εντολή του για απέλαση των 800.000 «ονειροπόλων» που ήρθαν στις ΗΠΑ ως παιδιά και το σχέδιό του να τερματίσει ένα πρόγραμμα που ανέστειλε την απέλαση για μετανάστες που πάσχουν από ανίατη ασθένεια σε χώρες όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες.

Η «εγκληματικότητα» του Τραμπ αντικατοπτρίζει επίσης τη ναρκισσιστική του εκτίμηση για τον εαυτό του ως «ειδικό ον». Αυτό το είδαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορονοϊού όταν πολλές φορές θέλησε να επισκιάσει τους ειδικούς και συγκρούσθηκε πολλές φορές μαζί τους. Ανάλογη στάση είχαμε και από τον φίλο του πρόεδρο της Βραζιλίας Ζ. Μπολσονάρου. Εδώ, αν και πολλοί θεωρούν ότι και ο Μπολσονάρου είναι ναρκισσιστής, το ζήτημα αφορά στην επιλογή της Υγείας ή της Οικονομίας. Αν θα πρέπει δηλαδή να συνεχιστεί η καραντίνα που θα κοστίσει στις επιχειρήσεις, ή θα πρέπει να σταματήσει με κόστος δεκάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Ουσιαστικά πρόκειται για πολιτική επιλογή. Οι συνωμοσιολογίες και οι άλλες μυθολογίες των οπαδών του Τραμπ και του Μπολσονάρου απλώς επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν αυτή την επιλογή.  

Οξεία παράνοια

Τα άτομα με οξεία παράνοια χαρακτηρίζονται από μια κοσμοθεωρία που βλέπει τους άλλους ως εγγενώς αναξιόπιστους, μαζί με μια αμετάβλητη πεποίθηση ότι οι άλλοι είναι εκεί έξω για να τους βλάψουν. Γι’ αυτό ο Έλληνας πρωθυπουργός φρόντισε να δηλώσει κατά την πρώτη του επίσκεψη στην Ουάσινγκτον ότι «εμείς είμαστε αξιόπιστοι»!

Οι παρανοϊκές θεωρίες συνωμοσίας αποτελούν εξέχον χαρακτηριστικό της νοοτροπίας του Τραμπ. Ως πρόεδρος των ΗΠΑ, έχει στη διάθεσή του τα συστήματα πληροφοριών και γνώσεων της ισχυρότερης χώρας του κόσμου, αλλά ξανά και ξανά, έχει αποδείξει ότι είναι ψυχολογικά ανίκανος να δεχτεί αυτά που του λένε. Η ψυχοπαθολογία του Τραμπ σημαίνει ότι οι πληροφορίες νοημοσύνης που δεν αντιστοιχούν στην κοσμοθεωρία του απλά δεν μπορούν να υποστούν επεξεργασία. Διαχωρισμένος από την ικανότητα να ελέγχει την πραγματικότητα γύρω του, ο εσωτερικός του κόσμος είναι γεμάτος από συνωμοσίες χωρίς γεγονότα, αλλά οι οποίες απλώς ταιριάζουν με τις συναισθηματικές του ανάγκες.

Η παραμορφωμένη, παρανοϊκή άποψη του Τραμπ για την πραγματικότητα διαμορφώνει τις πολιτικές του, κυρίως την εξωτερική πολιτική. Ένας παθολογικά παρανοϊκός ηγέτης αναμένεται να απομακρυνθεί από τις συμμαχίες καθώς τις θεωρεί εγγενώς αναξιόπιστες και να επιδιώξει να οχυρώσει την επικράτειά του ενάντια σε εσωτερικές και εξωτερικές απειλές. Οι κύριες θέσεις της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ είναι συνεπείς με την ακραία παράνοια. Οι επιθέσεις του Τραμπ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ βασίζονται στην παρανοϊκή πεποίθηση ότι τέτοιες συμμαχίες δεν μπορούν να είναι άξιες εμπιστοσύνης και θα χρησιμεύουν μόνο για να εξαφανίσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σχέση του Τραμπ με τους βίαιους αυταρχικούς ηγέτες(Μπολσονάρου, Ερντογάν κ.ά.) είναι επίσης σύμφωνη με την ερμηνεία ότι αυτοί είναι πιο συντονισμένοι με τη ναρκισσιστική και παρανοϊκή κοσμοθεωρία του Τραμπ, σε αντίθεση με τους «αδύναμους» ηγέτες των μεγάλων δημοκρατικών συμμάχων της Αμερικής.

Ναρκισσιστική φαντασία

Ένα τρίτο χαρακτηριστικό του κακοήθους ναρκισσισμού είναι ίσως το πιο επικίνδυνο.  Οι ηγέτες αυτοί τείνουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως παγκόσμιες προσωπικότητες ικανές να κάμπτουν την ιστορία στη θέλησή τους και υιοθετούν απλοϊκές παθολογικές φαντασιώσεις για την αναμόρφωση του κόσμου με βάση τη δική τους διαταραγμένη εικόνα. Αυτό συνέβαινε για παράδειγμα, με τον Χίτλερ, ο παθολογικός ναρκισσισμός τροφοδότησε το όραμά του για τη Γερμανία που έπρεπε να «καθαριστεί» από τα «μικρόβια» των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των ξένων και των Εβραίων. 

Το περίγραμμα μιας τέτοιας πιθανής φαντασίας μπορεί να διακριθεί έτσι: Ο Τραμπ πιστεύει σαφώς ότι ο κόσμος είναι ένα επικίνδυνο και απειλητικό μέρος, ότι οι συμμαχίες είναι προδοτικές και ότι μόνο ισχυρά έθνη που στέκονται μόνα τους μπορούν να επιβιώσουν. Φαίνεται να πιστεύει ότι σε αυτόν τον επικίνδυνο κόσμο ο «ανώτερος» λευκός, χριστιανικός πολιτισμός απειλείται υπαρξιακά από «εισβολή» «κατώτερων» πολιτισμών, κυρίως μη λευκών ανθρώπων, του Ισλάμ και της Κίνας. Οι πολιτικές του συνάδουν με ένα όραμα ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, οι ΗΠΑ πρέπει να «καθαρίσουν» τον εαυτό τους από τους μετανάστες, να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους δύναμη και να αναζητήσουν νέες συμμαχίες με «ισχυρές» δυνάμεις στη θέση των «αδύναμων» εθνών με τις οποίες είναι σήμερα ευθυγραμμισμένος.

Οι πολιτικές του συνάδουν με την πεποίθηση ότι η Αμερική πρέπει επομένως να επιδιώξει τη διάλυση των συμμαχιών της με το ΝΑΤΟ και τους μικρούς συμμάχους της στην Ανατολική Ασία, μαζί με τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να δημιουργήσει μια νέα και ισχυρότερη συμμαχία με τη λευκή, χριστιανική Ρωσία. Μια συμμαχία των ΗΠΑ και της Ρωσίας, θα είχε υπό έλεγχό το 92% των παγκόσμιων πυρηνικών όπλων… Με βάση αυτή την παθολογική ναρκισσιστική φαντασία, ο Ντόναλντ Τραμπ θα γίνει «Βασιλιάς του Κόσμου».

Εδώ ισχύει η Όουτς… που γράφει πως οι Χίτλερ, Τραμπ και άλλοι δεν είναι τρελοί. Είναι στην υπηρεσία της παράνοιας αλλά απόλυτα ορθολογικοί (δες σχετικό άρθρο στο arti).

1)Albert H. Teich / Shutterstock.com

2)από άρθρο του Alex Isenstadt https://www.politico.com/news/2020/06/27/Τραμπ-losing-2020-election-342326


Naomi Klein: «Μην αφήσετε τους γίγαντες του διαδικτύου να πάρουν τον έλεγχο της ζωής μας!»


«Καθώς ο κορονοϊός συνεχίζει να σκοτώνει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά, οι εταιρείες τεχνολογίας εκμεταλλεύονται την ευκαιρία για να επεκτείνουν την εμβέλεια και την ισχύ τους», γράφει η Naomi Klein σε ένα εκτενές άρθρο της στο The Intercept, που αναδημοσιεύει η βρετανική εφημερίδα The Guardian.

Στις 6 Μαΐου, για μια φευγαλέα στιγμή κατά τη διάρκεια της καθημερινής «ενημέρωσης για τον κορονοϊό» από τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Andrew Cuomo, τα απαίσια στοιχεία που έχουν γεμίσει τις οθόνες μας για εβδομάδες έδωσαν τη θέση τους σε αυτό που έμοιαζε με ένα χαμόγελο. Η αιτία του συγκρατημένου χαμόγελου ήταν μια εμφάνιση σε βίντεο του πρώην γενικού διευθυντή της Google, Έρικ Σμιντ, ο οποίος έκανε παρέμβαση στην συνέντευξη Τύπου του κυβερνήτη προκειμένου να ανακοινώσει ότι μόλις ανέλαβε την αποστολή να διαμορφώσει το μετα-Covid μέλλον της Νέας Υόρκης [το επίκεντρο της επιδημίας Covid-19 στις Ηνωμένες Πολιτείες], με έμφαση στη συστηματική ολοκλήρωση της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς της τοπικής ζωής.

«Η προτεραιότητα, είπε ο Σμιντ, είναι η τηλεϊατρική, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση και η υψηλή ταχύτητα ... Πρέπει να αναζητήσουμε λύσεις που μπορούμε να προτείνουμε τώρα, να τις εφαρμόσουμε το συντομότερο δυνατό και να χρησιμοποιήσουμε αυτή την τεχνολογία για τη βελτίωση της κατάστασης.»...

Την προηγούμενη μέρα, ο Andrew Cuomo είχε ανακοινώσει μια παρόμοια συνεργασία με το Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέητς, με στόχο τη δημιουργία ενός «διασυνδεδεμένου εκπαιδευτικού συστήματος». Ο Andrew Cuomo εξήγησε ότι η πανδημία άνοιξε «ένα ιστορικό παράθυρο για την ολοκλήρωση και την προώθηση των ιδεών [του Μπιλ Γκέητς]», τον οποίο αποκάλεσε «οραματιστή». «Όλα αυτά τα κτίρια, όλες αυτές οι αίθουσες διδασκαλίας, τι νόημα έχουν με όλη αυτή την τεχνολογία που έχουμε στη διάθεσή μας;» ρώτησε ρητορικά.

Πείραμα...

Χρειάστηκε λίγος χρόνος, αλλά αυτό που μοιάζει με την πανδημική εκδοχή της «στρατηγικής του σοκ» αρχίζει να διαμορφώνεται [σ.σ. σύμφωνα με τη «στρατηγική σοκ», οι καπιταλιστές επωφελούνται από μεγάλες καταστροφές για να περάσουν εξαιρετικά νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις]. Ας την ονομάσουμε «Ψηφιακή Νέα Συμφωνία» [σ.σ. όπως το μοντέλο του «Νιου Ντηλ» του Προέδρου Ρούσβελτ που ξεκίνησε το 1933 μετά την κρίση του 1929, και την «Πράσινη Νέα Συμφωνία», που υποστηρίζει σήμερα ένα μέρος των Αμερικανών Δημοκρατικών]. Πολύ πιο τεχνολογικό από οτιδήποτε έχουμε δει μετά από προηγούμενες καταστροφές, το μοντέλο στο οποίο πηγαίνουμε πλησίστιοι, ενώ το μακελειό συνεχίζεται, παρουσιάζεται αυτούς τους μήνες φυσικής απομόνωσης όχι ως κάτι κακό αλλά ως κάτι καλό (για τη διάσωση των ζωών).

Ο Anuja Sonalker, γενικός διευθυντής της Steer Tech, μιας εταιρείας με έδρα το Μέρυλαντ που σχεδιάζει λογισμικό αυτόματης στάθμευσης, συνοψίζει ως εξής την κατάσταση: «Υπάρχει μια ξεκάθαρη τρέλα για ανέπαφες τεχνολογίες. Οι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν έναν βιολογικό κίνδυνο. Ενώ το μηχάνημα όχι.»

Είναι ένα μέλλον στο οποίο τα σπίτια μας δεν θα είναι ποτέ ξανά εντελώς ιδιωτικοί χώροι, αλλά θα λειτουργούν επίσης, χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία, ως σχολείο, ιατρικό γραφείο, γυμναστήριο και, εάν το κράτος το διατάξει, και ως φυλακή. Προφανώς, για πολλούς από εμάς, το σπίτι ήταν ήδη μια επέκταση του γραφείου και του χώρου διασκέδασης, ακόμη και πριν από την πανδημία, ενώ η παρακολούθηση των κρατουμένων σε ένα ανοιχτό περιβάλλον [χάρη στο ηλεκτρονικό βραχιόλι] ήταν γενικευμένη. Το γεγονός παραμένει ότι, κάτω από την επίδραση της φρενίτιδας λόγω της πανδημίας, όλες αυτές οι τάσεις θα πρέπει να ακολουθήσουν μια ιλιγγιώδη επιτάχυνση.

«Ένα μέλλον στο οποίο για τους προνομιούχους, σχεδόν τα πάντα θα φτάνουν σπίτι τους με delivery, είτε εικονικά μέσω του streaming και της cloud τεχνολογίας, είτε κυριολεκτικά μέσω οχημάτων χωρίς οδηγούς ή μέσω drones για να "διαμοιραστούν" ακολούθως στην οθόνη μιας διαμεσολαβητικής πλατφόρμας. Ένα μέλλον όπου δεν θα γίνονται αποδεκτά ούτε τα μετρητά ούτε οι πιστωτικές κάρτες (με την πρόφαση του ελέγχου των ιών) και που δεν θα υπάρχει παρά μόνο ελάχιστη κυκλοφορία μέσων μαζικής μεταφοράς και ακόμα λιγότερη ζωντανή τέχνη».  

«Ένα μέλλον που, όπως μας λένε, θα λειτουργεί με καύσιμο την "τεχνητή νοημοσύνη", αλλά στην πραγματικότητα θα στηρίζεται στα δεκάδες εκατομμύρια ανώνυμων εργατών, στριμωγμένων σε αποθήκες, σε "κέντρα πληροφορίας", σε εργοτάξια συντονισμού και εποπτείας ψηφιακού περιεχομένου, σε ηλεκτρονικά sweatshops, σε ορυχεία λιθίου, σε βιομηχανικές φάρμες και σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας κρέατος, όπου θα μένουν απροστάτευτοι από τις ασθένειες και από την υπερ-εκμετάλλευση. Ένα μέλλον όπου κάθε μας κίνηση, κάθε μας λέξη και κάθε μας σχέση θα είναι ανιχνεύσιμη και εκμεταλλεύσιμη ως πληροφορία από ένα σύστημα που θα έχει προκύψει από μια άνευ προηγουμένου διαπλοκή ανάμεσα στο κράτος και στους γίγαντες της τεχνολογίας». «Αν όλα αυτά δεν μοιάζουν τόσο ανοίκεια, είναι επειδή, πριν από την πανδημία, αυτό ακριβώς το γεμάτο ψηφιακές εφαρμογές μέλλον μας το πουλούσαν στο όνομα της ευκολίας και της εξατομίκευσης...».  

«Αυτό όμως συνέβαινε στο αρχαίο παρελθόν, δηλαδή μέχρι και τον Φεβρουάριο. Σήμερα, όλες οι προηγούμενες ανησυχίες μας έχουν σκεπαστεί από ένα παλιρροϊκό κύμα πανικού, καθώς αυτή η ξαναζεσταμένη δυστοπία έχει μπει σε ταχεία διαδικασία rebranding και μας σερβίρεται πλέον με την υπόσχεση ότι αυτές οι τεχνολογίες είναι ο μόνος τρόπος να ασφαλίσουμε τις ζωές μας από τις επιδημίες». «Τώρα, εν μέσω αυτής της σφαγής, αλλά και εν μέσω του φόβου και της αβεβαιότητας για το μέλλον που έχει σπείρει η πανδημία, είναι ξεκάθαρο ότι οι εταιρείες αυτές έχουν διαπιστώσει πως τώρα είναι η στιγμή για να αποκτήσουν αντίστοιχη εξουσία με εκείνη που απολαμβάνουν οι Κινέζοι ανταγωνιστές τους, οι οποίοι έχουν την πολυτέλεια να λειτουργούν απερίσπαστοι από ενοχλήσεις όπως οι δημοκρατικοί θεσμοί και τα εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα». 

Τα συμφέροντα του Έρικ Σμιντ

Όλα περιστρέφονται γύρω από τον Ερικ Σμιντ. Πολύ πριν τον Covid-19, ο Eric Schmidt διεξήγαγε μια επιθετική εκστρατεία λόμπινγκ και επικοινωνίας με στόχο την προώθηση του οράματος της κοινωνίας «Black Mirror» για το οποίο έλαβε εντολή εφαρμογής από τον Andrew Cuomo. Στην καρδιά αυτού του οράματος βρίσκεται η στενή σχέση μεταξύ του κράτους και μιας χούφτας από γίγαντες της Silicon Valley – που θα αναλάβουν με μεγάλο κέρδος τα δημόσια σχολεία, τα νοσοκομεία, τα ιατρικά γραφεία, την αστυνομία και το στρατό…

Είναι ένα όραμα που ο Σμιντ προώθησε ως πρόεδρος του Συμβουλίου Καινοτομίας στην Άμυνας, το οποίο συμβουλεύει το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ σχετικά με την αυξημένη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον στρατό, καθώς και ως πρόεδρος της ισχυρής Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας για την Τεχνητή Νοημοσύνη(NSCAI), που συμβουλεύει το Κογκρέσο για την «πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη…» με στόχο την αντιμετώπιση των «εθνικών και οικονομικών αναγκών ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού κινδύνου». Και τα δύο διοικητικά συμβούλια είναι γεμάτα με ισχυρούς διευθύνοντες συμβούλους της Silicon Valley και ανώτερα στελέχη εταιρειών όπως η Oracle, η Amazon, η Microsoft, το Facebook και φυσικά, οι πρώην συνάδελφοι του Σμιντ στην Google.

Ο Σμιντ εξακολουθεί να κατέχει περισσότερα από 5,3 δισεκατομμύρια δολάρια σε μετοχές της Alphabet (μητρική εταιρεία της Google), καθώς και μεγάλες επενδύσεις σε άλλες εταιρείες τεχνολογίας… Ο κύριος σκοπός των δύο διοικητικών συμβουλίων στα οποία προΐσταται ο Σμιθ είναι να απαιτήσουν εκθετικές αυξήσεις των κυβερνητικών δαπανών για έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη και σε υποδομές τεχνολογίας όπως το 5G - επενδύσεις που θα ωφελούσαν άμεσα τις εταιρείες στις οποίες ο Σμιντ και άλλα μέλη αυτών των συμβουλίων έχουν εκτεταμένες συμμετοχές.

Πρώτα σε κλειστές παρουσιάσεις σε βουλευτές και ύστερα σε άρθρα και συνεντεύξεις, το επιχείρημα του Σμιντ είναι ότι από τη στιγμή που η κινεζική κυβέρνηση είναι πρόθυμη να δαπανήσει απεριόριστα χρήματα για την κατασκευή της υποδομής παρακολούθησης υψηλής τεχνολογίας, επιτρέποντας παράλληλα σε κινεζικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, όπως η Alibaba, η Baidu και η Huawei να κερδίζουν από τις εμπορικές εφαρμογές, η κυρίαρχη θέση των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει να καταρρεύσει. (Ο ανταγωνισμός με την Κίνα χρησιμοποιείται από τους κολοσσούς της Σίλικον Βάλεϊ για την απορρόφηση κρατικού χρήματος στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και της κβαντικής πληροφορικής). […]

Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, ωστόσο, η NSCAI επισημαίνει την προθυμία της Κίνας να προωθήσει τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα στον τομέα της μαζικής παρακολούθησης και τη συλλογή δεδομένων ως τον λόγο που της παρέχει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η παρουσίαση επισημαίνει την «ρητή κυβερνητική υποστήριξη και συμμετοχή της Κίνας, π.χ. στην ανάπτυξη αναγνώρισης προσώπου»… [σ.σ. «Η επιτήρηση» είναι στην πρώτη θέση της ιεράρχησης]

Η μητρική εταιρεία της Google, Alphabet, προωθούσε το ακριβές όραμα μέσω του τμήματος Sidewalk Labs, επιλέγοντας ένα μεγάλο μέρος του Τορόντο ως μοντέλο «έξυπνης πόλης». Αλλά το έργο στο Τορόντο σταμάτησε μετά από δύο χρόνια αδιάκοπης διαμάχης σχετικά με τον τεράστιο όγκο προσωπικών δεδομένων που θα συλλέγει η Alphabet, την έλλειψη προστασίας της ιδιωτικής ζωής και τα αμφισβητήσιμα οφέλη για την πόλη στο σύνολό της. […]

Τώρα, εν μέσω της σφαγής αυτής της συνεχιζόμενης πανδημίας, και της αβεβαιότητας για το μέλλον, αυτές οι εταιρείες βλέπουν ότι ήρθε η στιγμή για να εξαλείψουν τη δημοκρατική δέσμευση. Να έχουν το ίδιο είδος δύναμης με τους Κινέζους ανταγωνιστές τους, οι οποίοι έχουν την πολυτέλεια να λειτουργούν χωρίς να παρεμποδίζονται από τα εργατικά ή τα πολιτικά δικαιώματα.

Να είμαστε σαφείς, η τεχνολογία είναι σίγουρα ένα βασικός τρόπος με τον οποίο πρέπει να προστατεύσουμε τη δημόσια υγεία τους επόμενους μήνες και χρόνια. Το ερώτημα είναι: αυτή η τεχνολογία θα υπόκειται στους κανόνες της δημοκρατίας και της δημόσιας εποπτείας, ή θα υπόκειται στην κατάσταση εξαίρεσης, χωρίς να μπορούμε να θέσουμε κρίσιμα ερωτήματα για το πως θα διαμορφώσουν τη ζωή μας τις επόμενες δεκαετίες; Ερωτήσεις όπως για παράδειγμα: αν πράγματι βλέπουμε πόσο κρίσιμη είναι η ψηφιακή συνδεσιμότητα σε περιόδους κρίσης, θα πρέπει αυτά τα δίκτυα και τα δεδομένα μας να βρίσκονται πραγματικά στα χέρια ιδιωτικών παικτών όπως η Google, η Amazon και η Apple; Εάν τα κράτη πληρώνουν τόσο μεγάλο μέρος, δεν θα πρέπει το κοινό να τα κατέχει και να τα ελέγχει; Εάν το Διαδίκτυο είναι απαραίτητο για τόσα πολλά στη ζωή μας, όπως είναι σαφές, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία μη κερδοσκοπική δημόσια υπηρεσία;

Μετά την δημοσιοποίηση της νέας συνεργασίας της πολιτείας της Νέας Υόρκης με το Ίδρυμα Γκέιτς, ο Andy Pallotta, πρόεδρος της ένωσης εκπαιδευτικών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, αντέδρασε άμεσα λέγοντας πως «Αν θέλουμε να επαναπροσδιορίσουμε την εκπαίδευση, ας αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την ανάγκη για περισσότερους κοινωνικούς λειτουργούς, συμβούλους ψυχικής υγείας, νοσηλευτές σχολείων, μαθήματα εμπλουτισμού των τεχνών, προχωρημένα μαθήματα και μικρότερα μεγέθη τάξεων...». 

Το ζήτημα δεν είναι εάν τα σχολεία πρέπει να αλλάξουν ενόψει ενός εξαιρετικά μεταδοτικού ιού για τον οποίο δεν έχουμε ούτε θεραπεία ούτε εμβόλιο. Όπως κάθε ίδρυμα όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε ομάδες, θα αλλάξουν. Το πρόβλημα, όπως πάντα σε αυτές τις στιγμές συλλογικού σοκ, είναι η απουσία δημόσιου διαλόγου σχετικά με το πώς θα πρέπει να μοιάζουν αυτές οι αλλαγές και ποιος πρέπει να ωφεληθεί – οι ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας ή οι σπουδαστές;

Οι ίδιες ερωτήσεις πρέπει να τεθούν για την υγεία… πρέπει να διεξαγάγουμε μια συζήτηση βασισμένη σε στοιχεία σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δαπάνης δημόσιων πόρων στην τηλε-υγεία…

Σε κάθε περίπτωση, αντιμετωπίζουμε πραγματικές και δύσκολες επιλογές μεταξύ επενδύσεων σε ανθρώπους και επενδύσεων σε τεχνολογία. Επειδή η βάναυση αλήθεια είναι ότι, ως έχουν τα πράγματα, είναι απίθανο να κάνουμε και τα δύο… Δημόσια σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία και διαμετακόμιση αντιμετωπίζουν υπαρξιακά ερωτήματα σχετικά με το μέλλον τους. Εάν οι εταιρείες τεχνολογίας κερδίσουν την άγρια ​​εκστρατεία τους για την εξ αποστάσεως μάθηση, την τηλεϋγείας, τα 5G και τα οχήματα χωρίς οδηγό - η Screen New Deal τους - απλά δεν θα απομείνουν χρήματα για επείγουσες δημόσιες προτεραιότητες, όπως η Πράσινη Νέα Συμφωνία που χρειάζεται ο πλανήτης μας επειγόντως.

 Αντιθέτως:

Η τεχνολογία μας παρέχει ισχυρά εργαλεία, αλλά δεν είναι κάθε λύση τεχνολογική. Και το πρόβλημα είναι η ανάθεση βασικών αποφάσεων σε άντρες όπως οι Bill Gates και Schmidt που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα που δεν μπορεί να επιλύσει η τεχνολογία.

Για αυτούς, και για πολλούς άλλους στη Silicon Valley, η πανδημία είναι μια χρυσή ευκαιρία να λάβουν όχι μόνο την ευγνωμοσύνη, αλλά την σεβασμό και την εξουσία που αισθάνονται ότι στερήθηκαν..

Αποσπάσματα από The Guardian ( The Intercept)

Επιμέλεια artinews

Οι νάρκισσοι της εξουσίας και ο ακροδεξιός Χρυσοχοΐδης

Μικρά παιδιά κλαίνε, μανάδες φωνάζουν, τα ΜΑΤ τους τραβολογούν από έναν άγνωστο τόπο σ' άλλον άγνωστο τόπο. Εξάρχεια, Δερβενίων, πλατεία Βικτωρίας ή Εζάντι. Μικρά προσφυγόπουλα κουβαλούν την ύπαρξή τους σ' ένα μικρό σάκκο και πορεύονται ανάμεσα από σιδερόφρακτα όντα. Μπαλάκι του πινκ πονγκ ανάμεσα στο φόβο και τη βία ο βίος τους. Χημικά, φωνές, ανοιγμένα κεφάλια, συλλήψεις. Ο Κωσταντίνος Φουρλάνος με τη ματωμένη λύρα του και ο Μοχάμεντ με τα 45 χρόνια του κρεμασμένα στο υπόστεγο. Κι αυτός ο άθλιος να εξανίσταται γιατί τον είπαν αυτό που είναι: "ακροδεξιό"!

Ακροδεξιά χαρακτήρισαν την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στους πρόσφυγες τα μέλη της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών(LIBE), του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδης, Μετανάστευσης και Ασύλου Ν. Μηταράκης και ο υφυπουργός Γ. Κουμουτσάκος κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις για τις καταγγελίες σχετικά με τις παράνομες επαναπροωθήσεις προσφύγων αλλά και για πυροβολισμούς εναντίον προσφύγων στα ελληνοτουρκικά σύνορα. 

Ένας Ισπανός ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών κατηγόρησε την ελληνική κυβέρνηση για ακροδεξιά πολιτική και ο Μ. Χρυσοχοΐδης εξανέστη: «είναι απαράδεκτο να μιλάτε για ακροδεξιά. Παρακαλώ πολύ να το πάρετε πίσω», είπε. Το ίδιο και ο Γ. Κουμουτσάκος, υποστήριξε ότι «πρώτη φορά στη ζωή μου κάποιος τολμά να με χαρακτηρίσει ακροδεξιό». Ο Μηταράκης δεν αντέδρασε!

Οι αντιδράσεις των υπουργών της κυβέρνησης παραπέμπουν στην περίφημη «ευαισθησία» των ρατσιστών και των ακροδεξιών, που ενώ ακολουθούν μια ξενοφοβική και πολλές φορές φασιστική πολιτική, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους λέγοντας πως δεν είναι φασίστες!

Όπως γράφει η κοινωνιολόγος Robin DiAngelo στο βιβλίο της «White Fragility: Why It's So Hard for White People to Talk About Racism», κάποιος διαμαρτύρεται ότι δεν είναι ρατσιστής, ενώ στην πραγματικότητα είναι διαποτισμένος με τη ρατσιστική ιδεολογία που την αποκτά μέσω της κοινωνικοποίησης. Αυτό η συγγραφέας το χαρακτηρίζει «υποκρισία». Γιατί είναι υποκρισία, τα ΜΑΤ με εντολή Χρυσοχοΐδη να πετάνε στο δρόμο οικογένειες προσφύγων με μικρά παιδιά, και ο υπουργός να εξανίσταται όταν τον αποκαλούν ακροδεξιό! Είναι απύθμενη υποκρισία ο Μ. Χρυσοχοΐδης να μιλά για «το νόμο και την τάξη», όπως ο Τραμπ και ο Όρμπαν, αλλά να αρνείται να χαρακτηριστεί ομοϊδεάτης τους, δηλαδή φασίστας. Είναι απίστευτη υποκρισία και εμπαιγμός οι «σερίφηδες» του υπουργού Προστασίας του Πολίτη να δέρνουν, να γυμνώνουν, να εξευτελίζουν, να τραυματίζουν αθώους, να προπηλακίζουν και να φασίζουν, έχοντας την κάλυψή του, και αυτός να εξεγείρεται όταν κάποιος τον αποκαλέσει «ακροδεξιό»! Αλλά γιατί δεν μπορεί να το αποδεχθεί; Ποιος ναρκισσισμός, σαν μελισσόκερο, βουλώνει τα αυτιά και ακυρώνει την ενσυναίσθηση των ανθρώπων της εξουσίας;  Μήπως, τελικά, η πολιτική μοιάζει με αντιπαράθεση διαταραγμένων ναρκισσισμών. Αλλά πως φθάσαμε ως εδώ; Γιατί αυτή η υπερεπένδυση στον εαυτό; Και γιατί ο πληθυσμός ακολουθεί αυτούς τους «μεγαλομανιακούς»;

Σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη υπήρξε «μια αλλαγή στην καπιταλιστική κοινωνία, η οποία ήταν, την ίδια στιγμή, μια αλλαγή του τύπου ατόμων που παρήγαγε όλο και περισσότερο αυτή η κοινωνία. Αυτή η αλλαγή των ατόμων προήλθε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης –συνδικάτα, κόμματα κ.λπ.-, ...προήλθε όμως και από την ικανότητα του καπιταλισμού, αυτή την περίοδο, να προσφέρει ένα αυξανόμενο επίπεδο ζωής, με την είσοδό του στην περίοδο του καταναλωτισμού. Οι άνθρωποι γύριζαν την πλάτη, για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση, στα κοινά συμφέροντα, στις κοινές δραστηριότητες, στις δημόσιες δραστηριότητες –αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη…». 
Από την πλευρά του ο Κρίστοφερ Λας(1978), αναλύοντας τους κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες, αναφέρει ότι οι τελευταίες δεκαετίες προήγαν την δημιουργία της «κουλτούρας του ναρκισσισμού». Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει να επενδύσει σε τίποτα έξω από τον εαυτό του. Η πολιτική δεν αποτελεί πλέον γι' αυτόν σημείο αναφο­ράς, όπου θα μπορούσε να αφιερωθεί με πάθος και να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του. Τί απομένει; Η υπερεπένδυση στο Εγώ, η αυτολατρία, η Εγωπάθεια, ο καλοήθης και ο κακοήθης ναρκισσισμός. Εξ ού και η λατρεία της νεότητος και ο τρόμος για το γήρας. Εξ ού και η υπερβολική φροντίδα τού σώματος, η προσπάθεια να διατηρηθεί νέο και ακμαίο, παρά την φυσιολογική φθορά τού χρόνου. Οι ρυτίδες εξαφανίστηκαν. Τα άσπρα μαλλιά επίσης. Ο σύγχρονος νάρκισσος ζει σ' ένα αδιάστατο παρόν αποκομμένος από τις ιστορικές του ρίζες και δίχως προοπτική και μέριμνα για το μέλλον. Αδιαφορεί για οτιδήποτε του κληροδότησε το παρελθόν και για οτιδήποτε θα κληρο­δοτήσει αυτός στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η έλλειψη ιστορικής συνέχειας, η εξά­λειψη της αίσθησης ότι ανήκουμε σε μία «διαδοχή γενεών που είναι ριζωμένες στο παρελθόν και επεκτείνονται στο μέλλον» χαρακτηρίζει και γεννά την ναρκισσιστι­κή κοινωνία, όπως σημειώνει ο Κρίστοφερ Λας. Να ζούμε στο παρόν, μόνο στο παρόν και να καρπωνόμαστε άπλη­στα οτιδήποτε αυτό μας προσφέρει αδιαφορώντας για τους προγενέστερους και τους μεταγενέστερους είναι το σύνθημα της σύγχρονης ναρκισσιστικής κοινωνίας. Ο μετανεωτερικός νάρκισσος άνθρωπος έχει μειωμένη έως παντελώς μηδενισμέ­νη πολιτική συνείδηση, ενώ παρουσιάζει υπερτροφικά αναπτυγμένη καταναλωτική συνείδηση.

 Οι νάρκισσοι, λοιπόν, έχουν την βεβαιότητα ότι είναι ξεχωριστοί και μοναδικοί και διατηρούν μια αίσθηση ότι για κάποιο λόγο δικαιούνται να έχουν παράλογες προσδοκίες από τους άλλους, κυρίως σε ότι αφορά μια ειδική αντιμετώπιση/μεταχείριση ή/και μια αυτόματη συμμόρφωση των άλλων προς τις δικές τους απαιτήσεις και προσδοκίες. Τα άτομα αυτά παρουσιάζουν έλλειψη ενσυναίσθησης, δηλαδή είναι απρόθυμοι ή ανίκανοι να αναγνωρίσουν ή να ταυτιστούν με τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων και να δείξουν κατανόηση. Επίσης, αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσο απομονωμένοι και εγωκεντρικοί είναι. Έτσι, ενώ όλοι ξέρουν ότι είναι ακροδεξιοί, αυτοί το αρνούνται, το αγνοούν, δεν το πιστεύουν… Κι έτσι νάρκισσοι και κουφοί καθώς είναι δεν ακούν τον ήχο των κτιστών που ανεπαισθήτως τους κλείνουν από τον κόσμο έξω, όπως λέει ο Αλεξανδρινός.


Ο ακραίος ατομικισμός και οι άλλοι

  Η πανσέληνος, εμείς, οι άλλοι και το λαβράκι με πληγουροσαλάτα [ Γιώργος X. Παπασωτηρίου /artinews.gr/ 29.08.26 ] Η πανσέληνος του Αυγούσ...