Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Ψηφιακή επανάσταση: Κόλαση ή παράδεισος;

Κάποιοι, συνήθως οι μισθωμένοι τηλεοπτικοί ιεροκήρυκες της εξουσίας και οι διανοούμενοι που σιτίζονται στα πρυτανεία της, λοιδωρούν όσους τολμούν να μιλήσουν για μία δυστοπική χρήση των νέων τεχνολογιών και της ψηφιακής επανάστασης. Μας χαρακτηρίζουν, λοιπόν, «λουδίτες», ότι δηλαδή αρνούμαστε την εξέλιξη! Αλήθεια, ο γνωστός Έλληνας επιστήμονας του ΜΙΤ, ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης που μίλησε για τρία πιθανά σενάρια για το μέλλον, το ένα εκ των οποίων είναι «δυστοπικό», είναι άραγε «λουδίτης»; Έλεος!

Να υπενθυμίσουμε στους κυρίους αυτούς τα τρία σενάρια για τα οποία μίλησε ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης:

Στο πρώτο σενάριο, που είναι το θετικό και έχει ως προϋπόθεση να κατακτήσει η επιστήμη τη γενική τεχνητή νοημοσύνη, ο άνθρωπος ωφελείται από την ύπαρξη των μηχανών. Οι μηχανές μπορούν να αναλάβουν τις χειρονακτικές εργασίες και να αφήσουν στους ανθρώπους τον χρόνο για τις πνευματικές.

 Στο δεύτερο σενάριο, γίνεται το άλμα από την ειδική στη γενική τεχνητή νοημοσύνη. Όμως αυτή δεν είναι προσβάσιμη απ’ όλους, αλλά μόνο από εργαστήρια εταιρειών ή κρατών, που τη χρησιμοποιούν για καπιταλιστική ή ιμπεριαλιστική επιρροή. Αυτό το σενάριο είναι το δυστοπικό.

Στο τρίτο σενάριο, ενώ έχουμε ολοένα και περισσότερες ειδικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης, δεν καταφέρνουμε να κάνουμε το άλμα που χρειάζεται για τη γενική νοημοσύνη και καθώς αυτή παραμένει άπιαστη, καπιταλιστές και κυβερνήσεις παίρνουν θέσεις ώστε να είναι έτοιμοι για μια μελλοντική εποχή, όποτε αυτή έρθει, είτε προς όφελος των πολλών είτε προς όφελος των λίγων. Αυτή είναι η εποχή της μετάβασης και του «πολέμου» για την κατάκτηση θέσεων ενόψει της νέας εποχής…

Ουσιαστικά βρισκόμαστε στην τρίτη φάση, δηλαδή αυτή της αναμονής. Σ’ αυτή τα κράτη οφείλουν να σκεφτούν το σχήμα μιας κοινωνίας όπου η εργασία θα γίνει ιδιαίτερα περιορισμένη λόγω της ψηφιακής και ρομποτικής επανάστασης: όπου όλοι πρέπει να έχουν ένα ελάχιστο εισόδημα. Όπου η πρόσβαση στα εργαλεία παραγωγής θα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Αυτές οι ιδέες μπορεί να φαίνονται σκανδαλώδεις ή υπερβολικές στην Ελλάδα της κρίσης ή της μετακρίσης, αλλά βρίσκονται στην καρδιά της σκέψης των οικονομολόγων που μελετούν τις συνέπειες της ψηφιακής και της ρομποτικής επανάστασης στα κάθε άλλο παρά «σοσιαλίζοντα» αμερικανικά πανεπιστήμια. Βεβαίως, μπορεί κανείς να αυξήσει την ποιότητα της κατάρτισης και να εντοπίσει την απασχόληση υψηλής προστιθέμενης αξίας (προγραμματιστές μηχανών και όχι χειριστές), αλλά μετά από λίγο θα πρέπει να επανεξετάσει ολόκληρη την οργάνωση των εταιρειών που προέρχονται από την «παλαιά βιομηχανική εποχή».

Όμως, όπως προείπαμε, για να οδηγήσει το κράτος την επανάσταση σε όφελος των πολλών πρέπει να έχει και τον ανάλογο πολιτικό χαρακτήρα. Είναι κρίσιμης σημασίας λοιπόν, αν ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό του κράτους και της Δημόσιας Διοίκησης θα είναι υπέρ εκείνων που εκφράζουν τους πολλούς και όχι υπέρ εκείνων που εκπροσωπούν τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές ελίτ.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αποκαλύψουμε τη φενάκη, το μασκάρεμα των δεξιών νεοφιλελεύθερων, ότι δήθεν υπάρχει και η περίπτωση των τεχνοκρατών που είναι ουδέτεροι και αντικειμενικοί. Ε, λοιπόν, είναι λάθος ότι οι περίφημοι τεχνοκράτες είναι απελευθερωμένοι από κάθε πολιτική και ιδεολογική υποχρέωση, αντιθέτως είναι υποταγμένοι στο χρήμα και δη σ’ αυτό που αφορά το κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την εξαρτημένη απ’ αυτό νεοφιλελεύθερη πολιτική εκδοχή του. Ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός και ο νεοφιλελευθερισμός έχουν αποχωριστεί πλήρως από εκείνη τη μορφή κριτικής σκέψης που έχει ως βασικό κριτήριο την ανθρωπιά. Γι’ αυτούς όλοι κι όλα είναι data, πληροφορίες και αριθμοί. Ο κόσμος είναι ένα συνονθύλευμα από τεχνικά γεγονότα, από ασήμαντα τεχνικά στοιχεία. Η κουλτούρα της αγοράς είναι σ’ αυτούς ολοκληρωτική, καθώς τους εμποτίζει πλήρως. Αλλά το πρόβλημα προκύπτει όταν η μάσκα του γενικού συμφέροντος πέφτει. Τότε αποκαλύπτεται ότι στην πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί και τεχνοκράτες υπηρετούν συμφέροντα. Και φαίνεται να επιβεβαιώνονται όσοι μιλούν για τους νέους ολοκληρωτισμούς, όπου οι άνθρωποι δεν θα είναι απλώς «άχρηστοι», όπως στους παλιούς ολοκληρωτισμούς, αλλά εντελώς «περιττοί».

Ήδη πολλές επιχειρήσεις επιδιώκουν να εφαρμόσουν στους εργαζόμενους την τεχνολογία των μικροτσιπς. Είδαμε πρόσφατα την Amazon να επιχειρεί να επιβάλλει στους εργαζόμενους ένα «βραχιολάκι»(όπως οι φυλακισμένοι) με το οποίο θα τους ελέγχει αλλά και θα τους κατευθύνει. Αυτή η τάση θα μετατρέψει τους ανθρώπους σε cyborgs, οπότε δεν έχουμε να κάνουμε απλά με ένα μεγα-πρόβλημα, αλλά για μια δυστοπία στην οποία μας οδηγεί ο καπιταλισμός, αν φυσικά εμείς οι «από κάτω» και όσοι είμαστε με τους «αποκάτω» τον αφήσουμε να εφαρμόσει πάνω μας τέτοιες πολιτικές του βίου και της εργασίας. Αναφέρομαι στη βιοπολιτική που θα μας μετατρέψει σε «Μεταανθρώπους». Δηλαδή έναν άνθρωπο που θα είναι εύκολα και ολοκληρωτικά ελεγχόμενος από τις σημερινές πολιτικοοικονομικές ελίτ.

Συνεπώς, η ψηφιακή επανάσταση ή θα είναι υπέρ των πολλών ή θα είναι μια δυστοπία, μία κόλαση γι’ αυτούς και ο παράδεισος για τους λίγους, τις οικονομικές ελίτ. Γι’ αυτό οι τελευταίες, μαζί με τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς εκπροσώπους τους, θέλουν την εξαφάνιση του κοινωνικού κράτους και τον αποκλεισμό των πολλών από την ΠΡΟΣΒΑΣΗ. Γι’ αυτό η ΙΣΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ στις νέες τεχνολογίες είναι βασική προτεραιότητα.

Είναι στο χέρι τους και στο χέρι όλων μας να προασπίσουμε την προσβασιμότητα όλων των ανθρώπων στα οφέλη της προόδου, ώστε να μην υπάρχουν «αποκλεισμένοι» από τη δυνατότητα πρόσβασης.

Ψηφιοποίηση και Δημοκρατία

Ένα άλλο ερώτημα της ρομποτικής επανάστασης είναι αν θα έχουμε την απαλλαγή του Κεφαλαίου από την εργασία, και τους εργαζόμενους να αντιπαρατίθενται με τα ρομπότ που τους παίρνουν τις δουλειές σαν άλλοι Λουδίτες, ή θα έχουμε μια σύγχρονη Αθηναϊκή Δημοκρατία, της οποίας οι πολίτες θα έχουν άφθονο ελεύθερο δημιουργικό χρόνο καθώς ο χρόνος της ανάγκης και του άχθους θα καλύπτεται από εκατομμύρια και δισεκατομμύρια «ρομποτικούς δούλους».

Το δίλλημα, λοιπόν, είναι αν θα έχουμε τον κριτικό, τον στοχαστικό και δημοκρατικό πολίτη, ή ένα, όπως θέλουν οι νεοφιλελεύθερες ελίτ, φοβισμένο, καθηλωμένο άτομο, τόσο από τον σημερινό κορονοϊό όσο και από τους μελλοντικούς. Όχι, δεν θέλουν έναν άνθρωπο δημιουργό, αλλά έναν άνθρωπο «απελεύθερο δούλο»(δούλος δούλος θα είναι το ρομπότ), για τον οποίο η ζωή δεν θα έχει κανένα νόημα και νήμα. Μόνο που η αλλοτρίωση θα πλήξει και τους «από πάνω». Με άλλα λόγια θα συμβεί αυτό που έλεγε η Χάνα Άρεντ, ότι δηλαδή αν διαχωριστεί η γνώση από την κριτική σκέψη τότε ο άνθρωπος –ακόμα και αν πρόκειται για τους «πάνω»- κινδυνεύει «να γίνει δούλος των δημιουργημάτων του».

Σε κάθε περίπτωση, η ανθρώπινη ύπαρξη έγινε πολύ σύνθετη και η εξάρτησή μας από τις νέες τεχνολογίες αυξάνεται ολοένα και περισσότερο χωρίς να ξέρουμε αν αυτές είναι αληθινά χρήσιμες ή αν ο άνθρωπος έγινε δούλος του τεχνικού συστήματος, κι αυτό οδηγεί σ' έναν νέο ολοκληρωτισμό(η Άρεντ μιλούσε γενικά για ολοκληρωτισμό). Η πολιτική πλέον δεν θα είναι παρά μία μετα-πολιτική, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική, καθώς αποσκοπεί σε μια τρομαγμένη σύμπραξη τρομαγμένων ανθρώπων. Ο φόβος είναι η κινητήρια αρχή αυτής της μεταπολιτικής: φόβος των μεταναστών, φόβος της εγκληματικότητας, φόβος της ανεργίας, φόβος του λουκέτου, φόβος των άλλων και του άλλου, φόβος του ιού, ο φόβος παντού κι από παντού. Φόβος όλων για όλους. Ο φόβος και το μίσος είναι τα στοιχεία συνοχής και όχι η αγάπη και η αλληλεγγύη. Κοινωνία του φόβου και του τρόμου. Μία τρομοκρατική κοινωνία που τρομοκρατεί και τρομοκρατείται. Αυτή είναι η κοινωνία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στην εποχή της μετάβασης στη ρομποτική επανάσταση.
Μία πραγματικά δημοκρατική πολιτική οφείλει να προάγει μαζί με την γνώση και την κριτική σκέψη, να προάγει την κριτική συνείδηση και τη διαρκή επιλογή εναλλακτικών λύσεων, να βοηθάει την καταγραφή της θεωρίας μαζί με ό,τι αντιστέκεται, και να ενισχύει την πεποίθηση για τη δυνατότητα δημιουργίας μιας μη καταπιεστικής ανθρώπινης κοινότητας. Δηλαδή μιας κοινωνίας της αγωνιστικής αλληλεγγύης και της αγαπητικής συνύπαρξης…

Ελλάδα-Ευρώπη-κόσμος στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης

Σήμερα καμία αλλαγή δεν μπορεί να μη λάβει υπόψη την ψηφιακή και ρομποτική επανάσταση. Καμία αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Γι’ αυτό έχει σημασία σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η περιοχική ένωση που λέγεται ΕΕ. Έχει σημασία ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη. Αλλιώς, η όποια ουσιαστική πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα -και οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη χώρα- θα είναι καταδικασμένη. Αυτή είναι μία βασική διαπίστωση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης.

Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών διαθέτει ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το ίντερνετ είναι «κοινωνικό δικαίωμα». Η εκπαίδευση και η επικοινωνία παιδιών, γονιών, δασκάλων γίνεται μέσω διαδικτύου. Στις εφορίες, στα ταμεία ή στα υπουργεία δεν «υποβάλλονται χαρτιά», αλλά ηλεκτρονικά αιτήματα. Επιχειρηματίες-«νομάδες» μπορούν να αποκτήσουν ηλεκτρονική έδρα στην Άρτα και στην  Ήπειρο γενικότερα και να διαχειρίζονται την επιχείρησή τους απ’ οπουδήποτε ηλεκτρονικά. Όλα αυτά έχουν επιταχυνθεί στην εποχή του κορονοϊού.

Για την εκπλήρωση βασικών αποστολών όπως η εσωτερική ή εξωτερική ασφάλεια, η έκδοση νομισμάτων, η μείωση των ανισοτήτων, η οργάνωση της αγοράς εργασίας, η λειτουργία του συστήματος υγείας, ο πολεοδομικός σχεδιασμός ή πολλές άλλες λειτουργίες, οι ψηφιακές τεχνολογίες θα μπορούσαν να είναι ασύγκριτα πιο αποτελεσματικές από αυτές που γνωρίζουμε, πιο ευαίσθητες, πιο εξατομικευμένες, και προφανώς πιο οικονομικές. Αλλά για να καταστεί δυνατή η εμφάνιση αυτής της δυναμικής, πρέπει να αλλάξει η ίδια η φύση των κρατών. Πρώτα-πρώτα, επειδή το κράτος υιοθετεί με δυσκολία την κουλτούρα της καινοτομίας, απαιτείται ρήξη με συνήθειες και μία ορισμένη κουλτούρα της κρατικής γραφειοκρατίας. Κι αυτό ώστε οι πολίτες να αποκτήσουν ανοιχτή και άμεση αλληλεπίδραση με τους δημόσιους οργανισμούς, ενισχύοντας έτσι τη συμμετοχή των πολιτών και ασφαλώς την πολιτικοποίησή τους. Οι συζητήσεις, οι αποφάσεις, η κατανομή των πόρων και η μέτρηση της αποτελεσματικότητας των δημοσίων πολιτικών μπορεί κατ’ αυτό τον τρόπο –εκτός από διαφανείς- να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα αλλά πάνω από όλα να πραγματώσουν ουσιαστικά τη δημοκρατική συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις για τις πολιτικές του δημοσίου. Αυτό θα ενισχύεται ολοένα και περισσότερο στην πορεία προς τη ρομποτοποίηση και γιατί όχι σ’ ένα μοντέλο αθηναϊκής δημοκρατίας!

Παραδόξως, ενώ στην οικονομία έχουμε συνεταιριστικές μορφές και εταιρείες που συνομιλούν και συνδημιουργούν, ενώ το διαδίκτυο ενισχύει τη συλλογικότητα, στο κράτος – και για την ακρίβεια σε πολλά κράτη– η συνεργασία είναι ελάχιστα παρούσα. Οι υπηρεσίες Διαδικτύου χρησιμοποιούν την ελεύθερη δουλειά εκατομμυρίων πελατών για να έχουν σχόλια προϊόντων, για να υπάρξει η ανατροφοδότηση, το feed back, ή ακόμα και να αναπτύξουν εμπορικές προσφορές, που πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου από τους χρήστες. Γιατί δεν πρέπει να το κάνουν αυτό και οι δημόσιοι οργανισμοί; Στην πραγματικότητα, η συνεργασία θεωρείται ως απειλή επειδή απαιτεί ένα βαθμό ανοικτότητας και, προπάντων, προσωποποιημένης ευθύνης για να λειτουργήσει. Αυτό το άνοιγμα θα θέσει υπό αμφισβήτηση τα ίδια τα θεμέλια της οργάνωσης του κράτους όπως είναι σήμερα δομημένο.

Αργά ή γρήγορα, και το κράτος οφείλει να ακολουθήσει την επανάσταση, έτσι ώστε οι πολίτες να μπορούν τελικά να προσαρμόσουν αυτό το εργαλείο παραγωγής – το οποίο παραδοσιακά ανήκει στους λίγους, ή στους έχοντες πρόσβαση(δομική διαπλοκή) – στα δικά τους προσωπικά, πολιτικά και οικονομικά εγχειρήματα, εκδημοκρατίζοντας έτσι και μάλιστα επί της ουσίας τη λειτουργία του κράτους…

Ρομποτική επανάσταση και ανθρώπινη εργασία

Ήδη σήμερα έχουμε πολύ επισφαλείς εργασιακές σχέσεις. Η τάση αυτή ενισχύεται από την τεχνολογική πρόοδο ακόμα περισσότερο, αφού τα ρομπότ και τα προγράμματα λογισμικού αντικαθιστούν ολοένα και πιο πολύ την ανθρώπινη εργασία. Όταν οι άνθρωποι ως εργαζόμενοι δεν είναι πλέον σημαντικοί, η διαπραγματευτική τους θέση στις συλλογικές συμβάσεις θα είναι ασθενέστερη. Και αν θα πρέπει στο μέλλον ο καθένας να γίνει αφεντικό του εαυτού του, όπως προωθείται ήδη μέσω της ψηφιοποίησης της εργασίας, ποιος θα ενδιαφέρεται για τον υπερβολικό φόρτο εργασίας στον οποίο υποβάλουμε τους εαυτούς μας εμείς οι ίδιοι ή αν πληρωνόμαστε με το μπλοκάκι για κάποιες ώρες που θα μας χρειάζονται οι επιχειρήσεις;

Από τώρα δε θα πρέπει να σκεφθούν οι καινούργιες γενιές εργαζομένων, ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις εργασίας που προωθούνται με αυτό τον τρόπο, θέτουν σε κίνδυνο τα κοινωνικά δικαιώματα που έχουν σήμερα, έστω και αν αυτά, στην τωρινή περίοδο της κρίσης, περικόπτονται όλο και περισσότερο; Τι πρέπει να συμβεί; Τι θα χρειασθεί να κάνουν οι νέες γενιές που θα ζήσουν τις νέες εξελίξεις από την ρομποτοποίηση και την αυτοματοποίηση της εργασίας, ώστε να μην εξοστρακισθούν από την «αγορά εργασίας», σαν άχρηστες και άρα χωρίς μισθούς και συντάξεις;

Οι προβλέψεις λένε- σε περίπτωση που τις εξελίξεις στο επίπεδο τις εργασίας θα συνεχίζουν να τις καθορίζουν οι καπιταλιστικές σχέσεις-ότι μέχρι τα μέσα του αιώνα το 60% των σημερινών μισθωτών θέσεων εργασίας θα εκλείψουν. Σε μερικά επαγγέλματα μάλιστα τα ρομπότ και οι αλγόριθμοι αντικαθιστούν από τώρα σε μεγάλο βαθμό τους εργαζόμενους. Όλο και περισσότερο εμπλέκονται τα ρομπότ στη ζωή μας. Ήδη σήμερα μηχανές και λογισμικά είναι σε θέση να αντικαταστήσουν τους εργαζόμενους. Σε διάφορα σημερινά επαγγέλματα στη Γερμανία για παράδειγμα, έχουμε ήδη μεγάλο ποσοστό αναπλήρωσης από τις μηχανές.

Και ενώ αυτή την κατάσταση θα μπορούσαμε να την υποδεχτούμε με χαρά, γιατί θα χρειαζόταν ο καθένας μας 20 μόνο ώρες μισθωτής εργασίας για τα προς το ζην, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο θα μπορούσαμε να τον χρησιμοποιήσουμε για το ευ ζην, αντίθετα θα πρέπει να μας ανησυχήσει, γιατί την ανάπτυξη προς αυτή την κατεύθυνση την καθοδηγούν οι ιδιωτικές εταιρείες και το ιδιωτικό κεφάλαιο, που θέλει να κερδίσει όσο γίνεται περισσότερα από την ψηφιοποίηση.
Κατά συνέπεια, όσο θα επικρατεί ο καπιταλισμός, που προτιμά την ανεργία αντί για τη δίκαιη κατανομή της ανθρώπινης εργασίας, τα πλεονεκτήματα της ψηφιοποίησης θα είναι  μόνο για τους επενδυτές-κεφαλαιούχους, ενώ για τους εργαζόμενους θα είναι μειονεκτήματα.  Γι’ αυτό, σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο η άνοδος της ακροδεξιάς δημιουργεί τις συνθήκες ώστε η ρομποτική επανάσταση να λειτουργήσει υπέρ των λίγων και όχι των πολλών, υπέρ του 1% και όχι υπέρ του 99% του ανθρώπινου πληθυσμού. Κι είναι παράδοξο που οι αντικαπιταλιστικές συλλογικότητες αγκυρώνουν σε λογικά αλλά παρωχημένα προτάγματα, ενώ η νέα επανάσταση προσφέρει νέες δυνατότητες για την πολιτική και κοινωνική οικολογία καθώς και τη δημοκρατία.

http://artinews.gr/%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%AE-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%82.html


Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Το υποκείμενο της ιστορίας

Πρωτομαγιά. Ημέρα συνυφασμένη με τους αγώνες των εργαζομένων. Κάποτε, ο ταπεινωμένος και κατακερματισμένος εργαζόμενος έβρισκε την ισορροπία του, καταφεύγοντας στους οργανωμένους ομοίους του, στο σωματείο. Εκεί στο συνδικάτο και μέσα από τους αγώνες επανοικειοποιούνταν την απολεσθείσα αξιοπρέπειά του και έτσι μπορούσε να επανασυστήσει τον εαυτό του. Σήμερα, όμως, τα συνδικάτα δεν παίζουν το ρόλο της ανάκτησης του χαμένου εαυτού λόγω της εργασιακής αλλοτρίωσης, ούτε αμφισβητούν την κυρίαρχη πολιτισμική συνθήκη. Η τελευταία επιβάλλεται από τους φορείς της κουλτούρας του νέου καπιταλισμού(Ρ. Σένετ), κομίζοντας στον εργασιακό βίο το τέλος της ισόβιας απασχόλησης. Σύμφωνα με την τελευταία, οι εργαζόμενοι θα πηγαίνουν από δουλειά σε δουλειά, αλλάζοντας διαρκώς επαγγέλματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν θα υπάρχει μία ενιαία αίσθηση ταυτότητας ούτε η δυνατότητα βιοαφήγησης, κανένα μακροπρόθεσμο Εγώ, κανένας εαυτός, καμία μακροπρόθεσμη δέσμευση.
Οι εργαζόμενοι, έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ, προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Όλα, ο πόλεμος, ο ιοβόλος θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι’ αυτό αδιάφορα.
Σήμερα, ισχύει ό,τι έλεγε πριν πάρα πολλά χρόνια ο Λέων Τολστόι: «Οι κυβερνήτες και οι πλούσιοι εξουσιάζουν τους εργάτες μόνο επειδή και οι εργάτες επιθυμούν το ίδιο, με αυτούς τους ίδιους τρόπους να εξουσιάζουν τον αδελφό τους εργάτη. Για τον λόγο αυτόν –επειδή ταυτίζονται μαζί τους απέναντι στη ζωή- οι εργάτες δεν μπορούν να εξεγερθούν σε μία πραγματική επανάσταση εναντίον των καταπιεστών τους… (γιατί) μέσα του(σ.σ. στον εργάτη) υπάρχει η συναίσθηση ότι κι αυτός θα έκανε το ίδιο, ή το κάνει κιόλας έστω σε μικρότερο βαθμό απέναντι στ’ αδέλφια του…»(Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα). Να, λοιπόν, γιατί χρειάζεται μία αντικαταναλωτική κουλτούρα, μία κουλτούρα αδελφοσύνης και αλληλεγγύης, μία κουλτούρα συντροφικότητας, γενικά μια νέα συμβολική τάξη αξιών και αντιλήψεων ικανή να λειτουργήσει χειραφετητικά και απελευθερωτικά για τους εργαζόμενους.
 Πάντως, οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης για την ώρα ελλείπουν. Έχουμε «από-ρομαντικοποιήσει» τις ζωές μας. Η συγκίνηση, βέβαια, υπάρχει, αλλά είναι στιγμιαία, καθώς περνάμε αμέσως σε κάτι άλλο: στην καθημερινή μας αγριότητα. Στο πολιτικό πεδίο, η πολιτική ως εξουσιαστική δύναμη, την οποία υφίστανται οι «κάτω», είναι μια χειραγώγηση από τους "πάνω", κάτω από τη μάσκα του γενικού συμφέροντος και με τη χρήση ενός καθολικής φύσεως οργάνου, του κράτους. Αλλά για να χειραγωγήσουν και να φενακίσουν οι πλανητικοί ή οι εγχώριοι επικυρίαρχοι την υπόλοιπη κοινωνία με μία ορισμένη ιδεολογία, πρέπει την ίδια στιγμή να φενακίζονται και οι ίδιοι. Γιατί σε μία κοινωνία ξένωσης η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση ξένωσης. Η ξένωση(αυτή που ο Μαρξ αποκαλεί «αλλοτρίωση») παρουσιάζεται ως ξένωση των θεσμών έναντι της κοινωνίας. Γι’ αυτό οι θεσμοί αυτονομούνται έναντι της κοινωνίας, όπως σημείωνε ο Καστοριάδης.
Η αυτονόμηση αυτή των θεσμών είναι το πρώτο βήμα για να καταστεί ένας θεσμός αδιαφανής και φυτώριο διαφθοράς, αφού παύει να είναι τόπος αντιπαράθεσης των κοινωνικών δυνάμεων και, συνεπώς, επιχείρησης αλλαγής των συσχετισμών με δημοκρατικό τρόπο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί η πολιτική να γίνει κάτι άλλο από μία τεχνική της εξουσίας; Ναι, στο μέτρο που θα γινόταν η συνειδητή έκφραση των προσδοκιών και των συμφερόντων της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η πάλη των «κάτω» δεν θα αφορά μόνο την άμυνα των δικών τους συμφερόντων αλλά και την υπεράσπιση ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς θα επιδιώκουν την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Αλλά ποιοι είναι σήμερα οι «κάτω»; Ποιοι είναι αυτοί που αγωνίζονται για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας; Η αγωνιστική ευαισθησία και η υπεράσπιση της καθολικότητας κατοικεί στους απόκληρους, στο πλεονασματικό, υπεράριθμο και διαθέσιμο προς ανάλωση στοιχείο των αποκλεισμένων, των άνεργων και των ανέστιων, των προσφύγων και των μεταναστών, των γυναικών και των διαφορετικών, των νέων και των θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό το «καταραμένο απόθεμα» εκφράζει τη νέα ριζοσπαστική καθολικότητα, το Όλον σε αντίθεση με τους «πάνω» που εκφράζουν τους "λίγους" και τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Το θέμα, όμως, είναι, αν μπορεί να υπάρξει η πολιτική οργάνωση και αντίσταση των απόκληρων, αν αυτό το ιστορικό υποκείμενο θα δράσει "για τον εαυτό του", αν θα πάψει δηλαδή να σκέφτεται με τον τρόπο των αφεντικών…http://artinews.gr/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BA%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1.html

Σαραμάγκου: Το φονικό μίσος των ομοίων

Ο νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας Ζ. Σαραμάγκου(1922-2010) είναι από τους αγαπημένους μου, καθώς είναι από εκείνους που ασχολήθηκαν με την ανθρώπινη «τύφλωση», την οποία προσέγγισε ως ένα ακραίο όριο των εκκεντρικοτήτων, των αυταπατών της φιλαυτίας και των παθών μας, που αλλιώς ονομάζεται τρέλα. Ο πλανήτης Γη, έγραφε, κατάντησε ένα «πλοίο των τρελών», που ροκανίζουν χάριν παιδιάς το σκαρί του, ενώ σκέφτονται με όρους σκοταδιού και λόγο θαμπωμένο. Παραδόξως, οι «τυφλοί» νομίζουν πως βλέπουν ό,τι φαντάζονται και λογίζουν την τρέλα τους ως λογική.
Όλα, βέβαια, ξεκίνησαν από ένα είδος επιστήμης, βασισμένο στην καρτεσιανή φυσική –ένα είδος ορθού λόγου σαν το κρεβάτι του Προκρούστη- που έγινε μία δήθεν μάθηση του φωτός, που, όμως, κόβει ό,τι περισσεύει, θεωρώντας το παράλογο, ως κάτι σκοτεινό και μεταφυσικό. Αυτός ο ακραίος διαχωρισμός της «μέρας από τη νύχτα» αποκλείει κάθε διαλεκτική και κάθε συμφιλίωση, απορρίπτει τα μισόφωτα, τις αποχρώσεις, το λυρισμό, την άρρηκτη ενότητα της φύσης και το ασυμβίβαστο μοίρασμα της τραγικής ύπαρξης, αποκλείει την Τραγωδία, που συντελείται μέσα στην ενότητα του χρόνου και των πραγμάτων. Όλα εδώ είναι ή Φως ή Σκοτάδι. Ή το ένα ή το άλλο. Έτσι, η αλήθεια περιχαρακώνεται, το ίδιο και η τάξη, αποκλείοντας όλες τις ενδιάμεσες καταστάσεις από την επικράτειά της. Ζούμε στην εποχή του homo mente captus (παράφρονος ανθρώπου) μας είπε ο Σαραμάγκου πριν αναχωρήσει από τη ζωή. Ζούμε στον καιρό εκείνου του είδους ανθρώπου, του φασιστάνθρωπου που επιχειρεί να λύσει το αίνιγμα των επιλογών του, εμβαθύνοντας ακραία την αρνητικότητά του και φιλοσοφώντας με σφυριά, τσεκούρια και μαχαίρια.
 Έχει πλέον εξοριστεί η δυνατότητα ενός Λυρισμού της Επιθυμίας και η δυνατότητα μιας Ποίησης του Κόσμου και της Καρδιάς, χάθηκε εκείνη η θετική, «μερική τρέλα» που μέσα στην τελειωτική, παροξυμμένη μοναξιά του λυρισμού της, έβρισκε μέσα από μια άμεση αντιστροφή, το αρχικό τραγούδι του κόσμου. Γι’ αυτό πλέον πορευόμαστε «τυφλοί» χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς νόστο, κατευθείαν στο τίποτα, χωρίς καν την κραυγή του τέλους. «Λένε, έγραφε ο Σαραμάγκου, πως μισεί κανείς τον άλλο μόνο όταν μισεί τον εαυτό του, το χειρότερο όμως απ’ όλα τα μίση είναι αυτό που βαραίνει όταν δεν μπορείς ν’ αντέξεις την ομοιότητα του άλλου…». Ο άνθρωπος συνεχίζει την ιστορία του εσωτερικού μαρασμού, των συνεχών μεταμορφώσεων, από σκουλήκι σε πεταλούδα, από ανόργανος σε οργανικό, από σαλιγκάρι σε χρυσαλίδα, αλλά κάποιες φορές όταν η αντίδραση στο μαρασμό εξωτερικεύεται, τότε η μεγάλη οργή των πράων οδηγεί στις μεγάλες εκπυρώσεις και αλλαγές.
Είναι φορές που το σαλιγκάρι συρρικνώνεται και κλείνεται στο καβούκι του έξω από τη χαρά και πέρα από τη θλίψη. Πλήρης μαρασμός και αφυδάτωση από συναισθήματα, δηλαδή τρέλα. Ο κίνδυνος είναι εκεί έξω, απροσδιόριστος, πραγματικός, ή μη, πάντως ανάλογος με την ψυχική διάθεση. Η συρρίκνωση, η κατάθλιψη, το κλείσιμο στο καβούκι είναι η έσχατη άμυνα απέναντι στην απώλεια ταυτότητας, στην απώλεια νοήματος, στην απώλεια πραγματικής, δηλαδή αγαπητικής επικοινωνίας, να ’χεις κάποιον να σ’ αγαπά, να μπορείς να βλέπεις σ’ αυτόν τον εαυτό σου(και τώρα η άμυνα απέναντι σ' έναν ιό). Στην εκούσια ή ακούσια μοναξιά ο εχθρός είναι πάντα εκεί έξω, είναι πάντα εκεί μέσα, είσαι εσύ “όμοιέ μου, αδελφέ μου”, είναι ο άλλος ως κόλαση, είναι ο εντός μας ξένος, ο άλλος μας εαυτός. Αυτός ο εαυτός με τη μορφή του άλλου που απορρίπτεται, ή μάλλον έχει απορριφθεί προ πολλού από ανάγκη, επιλογή ή τύχη. Το σαλιγκάρι απορρίπτει με το να μαζεύεται. Το κλείσιμο, η καφκική συρρίκνωση σημαίνει το φόβο απέναντι στον άλλο, τον ξένο πλην τόσο οικείο εαυτό, τον απωθημένο και εξορισμένο εαυτό που κάποτε –όχι πάντοτε- επιστρέφει από την υπερορία για να απαγγείλει τις κατηγορίες του. Και τότε, υπάρχει το ενδεχόμενο να αρχίσει η ρώσικη ρουλέτα μεταξύ των δύο εαυτών, το έσχατο και πιο δραματικό παιχνίδι που μπορούν να παίζουν μόνο οι άνθρωποι της άκρας ευαισθησίας.
“Ο άνθρωπος αντίγραφο”, λοιπόν, του Ζοζέ Σαραμάγκου είναι ακριβώς η συνάντηση με τον άλλο μας εαυτό. Ο καθηγητής της ιστορίας Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο, αυτός που προτείνει το μάθημα της ιστορίας να διδάσκεται όχι από πίσω προς τα μπρος, αλλά από μπροστά προς τα πίσω –σαν το ταξίδι της πέστροφας προς τις πηγές-, ο παντρεμένος που δεν ξέρει γιατί παντρεύτηκε, ο διαζευγμένος που δεν ξέρει γιατί χώρισε, ο δεσμευμένος που δεν γνωρίζει τι είναι αυτό που τον συνδέει με τη Μαρία Ντα Παζ, αυτός που ζει και δεν θυμάται πια γιατί ζει, αυτός που δέχεται ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο ως την πλέον ακραία παραβίαση της ελευθερίας του και ως πατερναλισμό (από εδώ προκύπτει η τρομερή οργή των πράων), ο Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο είναι ένας τυπικός σαραντάρης κι ένας απέραντα μοναχικός άνθρωπος, που ανακαλύπτει τυχαία, αλλά την κατάλληλη στιγμή, βλέποντας μία βιντεοκασέτα, τον άλλο του εαυτό, έναν όμοιό του, έναν σωσία, ένα πανομοιότυπο αντίγραφό του, το διπλό του, την αρμονική του εαυτού του. Τότε αρχίζει η αναζήτηση και η ανακάλυψη του άλλου εαυτού, του πανόμοιου που είναι ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός, ο Αντόνιο Κλάρο, που ζει στην ίδια πόλη. Ο ήρωας θα ξεκινήσει την “εκστρατεία” παρά τις προειδοποιήσεις της μάνας-Κασσάνδρας για τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει αυτός ο Δούρειος Ίππος για την Τροία. Οι δύο όμοιοι εαυτοί συγκρούονται διεκδικώντας ο καθένας για τον… εαυτό του την πρωτοτυπία, όπως ο Κάιν από τον Άβελ την πρωτοκαθεδρία. Ο άλλος δεν αναγνωρίζεται παρά ως το αντίγραφο, μια απλή μίμηση της φύσης! Τελικά, η ανθρώπινη περιπέτεια της αναζήτησης νοήματος και του άλλου μας εαυτού οδηγεί σε μια επιγραφή που γράφει: “Άβυσσος”.

Α. Καμύ: Η πτώση

Ο Γερμανός φιλόσοφος Ε. Χούσερλ ήταν εκείνος που έκανε τη διάκριση μεταξύ του «θέλω να πω» του συγγραφέα -ή όπως αλλιώς λέμε, της πρόθεσης του κειμένου- και της «σημασίας» με την έννοια του νοήματος που διαπερνά το απλό παιχνίδι της γλώσσας του κειμένου. Η διάκριση αυτή είναι απολύτως αναγκαία στην περίπτωση της «Πτώσης» του Αλμπέρ Καμύ, διότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο κείμενο που αναφέρεται σ’ ένα επίσης πολύπλοκο «πρόσωπο», το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως «διπρόσωπο»!
«Αποδέχτηκα τη διπροσωπία αντί να λυπάμαι γι’ αυτήν... βολεύτηκα σ’ αυτήν και βρήκα τη γαλήνη που έψαχνα σ’ όλη μου τη ζωή. Είχα άδικο, κατά βάθος, που σας είπα ότι η ουσία είναι ν’ αποφύγεις να σε κρίνουν. Η ουσία είναι να μπορείς να επιτρέπεις τα πάντα στον εαυτό σου, έστω κι αν χρειάζεται να παραδέχεσαι που και που, επίμονα, ότι είσαι ανάξιος». Η «διπροσωπία» είναι η λύση του προβλήματος, το οποίο προέκυψε από την όλη «αρνητική» πορεία και την παρακμή του Γιάννη Βαπτιστή Κλαμάνς. Ενός λαμπερού «γητευτή» -η γοητεία λειτουργεί κατά την περίοδος της ακμής- αλλά και εγωπαθούς παριζιάνου δικηγόρου που τελικά έγινε δικηγόρος των λωποδυτών και των εκδιδομένων γυναικών του Άμστερνταμ.
Η «Πτώση» του Κλαμάνς επικαθορίζεται από την πτώση ενός άλλου προσώπου που εμφανίζεται φευγαλέα, αλλά καθοριστικά για το μέλλον του πρωταγωνιστή. Πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα που πέφτει και πνίγεται στα νερά του Σηκουάνα χωρίς ο Κλαμάνς να προσπαθήσει να τη σώσει, γεγονός που σημαδεύει τη μετέπειτα ζωή του. Η "προδοσία" θα τον κυνηγά, έστω κι αν πρόκειται για μια παθητική και όχι ενεργητική προδοσία. Με άλλα λόγια δεν ευθυνόμαστε μόνο για τις πράξεις μας αλλά και για την παθητικότητά μας, δηλαδή τις παραλήψεις μας. Ο Κλαμάνς είναι «προδότης» λόγω της φοβίας και της παθητικότητάς του, της μη εμπλοκής του, της άρνησής του να επενδύσει στην πραγματικότητα και, ακόμη, λόγω της αγάπης μόνο για τον εαυτό του. Η στιγμή της κρίσης θα είναι πάνω στη γέφυρα των Τεχνών και θα επισυμβεί μ’ ένα γέλιο. Το γέλιο αυτό θα ξεσκίσει την εικόνα, τη μάσκα του θεατρίνου, του υποκριτή Κλαμάνς και θα αποκαλύψει το κενό, την έλλειψη μιας πίστης, μιας ταυτότητας.
Πέραν της αφήγησης και της κατάληξης του πρωταγωνιστή της, η έννοια της Πτώσης έχει τη συνδηλωτική δύναμη της εκ-πτωσης του Αδάμ από τον παράδεισο. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο το ψευδώνυμο του «Ιωάννη του Βαπτιστή», αλλά εν προκειμένω έχουμε έναν αντι-Ιωάννη Βαπτιστή καθώς δεν προαναγγέλλει τη σωτηρία και τη «χάρη», αλλά μόνο την τιμωρία. Ο Κλαμάνς τοποθετεί την ανθρωπότητα πίσω από τα σύμβολα της ενοχής και της αδυναμίας συγχώρεσης. Εξάλλου, η Δευτέρα Παρουσία επισυμβαίνει καθημερινά καθώς δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από «την κρίση των ανθρώπων». Συνεπώς, η Πτώση για την ανθρωπότητα είναι διαρκής και αποστερημένη της προοπτικής της «χάριτος».
Τι θέλει να μας πει με την «Πτώση» ο Καμύ; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να δούμε τις ιδιαίτερες συνθήκες στις οποίες βρίσκονταν ο συγγραφέας όταν έγραψε αυτό το κείμενο. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στη χρονική περίοδο του πολέμου της Αλγερίας (γενέθλιο τόπο του Καμύ) και την έκκληση του συγγραφέα για ανακωχή (μεταξύ των Γάλλων αποικιοκρατών και των εξεγερμένων Αλγερινών) που πέρασε απαρατήρητη. Την ίδια εποχή οι «υπαρξιστές» με τους οποίους ο Καμύ μοιράζονταν τις ίδιες αρχές του επιτίθενται μέσα από το περιοδικό «Μοντέρνοι καιροί»(δηλαδή ο Σαρτρ) για το «παράλογο της φιλοσοφίας του», την οποία χαρακτήριζαν αστική και αντιδραστική. Όλα τούτα σήμαναν, μια αλλαγή, την «Πτώση», τη διάρρηξη σχέσεων και δεσμεύσεων, αλλά και τη συνεπαγόμενη απελπισία. Ίσως, λοιπόν, η «Πτώση» να είναι η απάντηση του Καμύ σ’ αυτές τις επιθέσεις. Πίσω από τις μηδενιστικές θέσεις δεν πρέπει να δούμε τον Καμύ αλλά τους υπαρξιστές και τη φιλοσοφία της ενοχής. Εξάλλου, όπως γράφει στις «σημειώσεις» του ο συγγραφέας: «Οι ‘’Μοντέρνοι καιροί’’, αποδέχονται το προπατορικό αμάρτημα, αλλά αρνούνται τη χάρη».
Στο παρόν αφήγημα όταν ο Καμύ γράφει «προσκαλώ τον καλό λαό να υποταχτεί και να επιδιώξει ταπεινά τις ανέσεις της δουλείας, έστω κι αν χρειάζεται να την παρουσιάσω σαν την ελευθερία», αναφέρεται στους υπαρξιστές. Τους ίδιους, τέλος, μέμφεται όταν τονίζει πως «αφού δεν γινόταν να καταδικάσουμε τους άλλους χωρίς να κρίνουμε τον εαυτό μας, θα πρέπει να ρίξουμε όλα τα βάρη πάνω μας, για να έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους άλλους». Ακόμη και η θυσία των υπαρξιστών είναι για τον Καμύ μια υπόθεση εξουσίας: «Πάνω απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος, θα σηκώνατε τότε το φρεσκοκομμένο ακόμα κεφάλι μου, για να δουν σ’ αυτό οι άνθρωποι τον εαυτό τους, κι έτσι, παραδειγματικός, να τους εξουσιάζω πάλι»!

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Σόιμπλε, Χατζηδάκης και οι νεοβάρβαροι του χρήματος

Ποιο είναι πιο σημαντικό; Η ανθρώπινη ζωή ή η ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Η δεύτερη λέει ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας Β. Σόιμπλε (συνέντευξη στην εφημερίδα Tagesspiegel). «Όταν ακούω ότι όλα υποχωρούν μπροστά στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, πρέπει να πω ότι αυτό δεν είναι απόλυτο. Υπάρχει στάθμιση και αλληλοπεριορισμός στα ανθρώπινα δικαιώματα. Εάν υπάρχει μία απόλυτη αξία στο Σύνταγμά μας, αυτή είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτή είναι απαραβίαστη. Αλλά αυτό δεν αποκλείει ότι κάποτε θα πεθάνουμε...». Το Σύνταγμα σύμφωνα με τον… νομιμόφρονα κ. Σόιμπλε έχει απαραβίαστη αξία την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια», αλλά όχι την «ανθρώπινη ζωή», αφού «κάποτε θα πεθάνουμε», όπως λέει! Εύλογα θα ρωτούσε κανείς, τι να την κάνω την αξιοπρέπεια αν δεν ζω; Πώς, αλήθεια, είναι δυνατόν να υποστηρίζει κάποιος την αξιοπρέπεια και όχι την ανθρώπινη ζωή;
Η επιχειρηματολογία του κ. Σόιμπλε μπορεί να στηριχθεί στην άποψη του Βοκάκιου, του Καμύ και του Σαραμάγκου, που έγραφαν στα έργα τους πως η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής αλλά η απώλεια των ιδιοτήτων που μας κάνουν ανθρώπους, που συνιστούν την ανθρωπιά μας. Και ρωτάμε τον Σόιμπλε: δεν συνιστά απανθρωπιά να επιλέγεις τους ασθενείς γιατί δεν έχεις μονάδες εντατικής θεραπείας (λόγω των πολιτικών λιτότητας), και να στέλνεις τους ασθενείς να πεθάνουν στο σπίτι τους; Δεν συνιστά απανθρωπιά κάποιοι να έχουν πρόσβαση στην υγεία(οι πλούσιοι που καταφεύγουν στα πανάκριβα ιδιωτικά θεραπευτήρια) και άλλοι όχι; Κάποιοι να κάνουν τα πανάκριβα τεστ και άλλοι όχι; 
Όταν ξυπνάς μ’ έναν νεκρό δίπλα σου, παύεις να είσαι άνθρωπος, έγραφε ο Πρίμο Λέβι. Όταν κοιμάσαι και ξυπνάς με τον τρόμο του θανάτου που έχει το «πρόσωπο του διπλανού» σου, παύεις να είσαι άνθρωπος. Για ποια αξιοπρέπεια μιλάει άραγε ο κ. Σόιμπλε όταν οι πολιτικές λιτότητας που επέβαλε στην Ελλάδα και, τώρα, προκρίνει για ολόκληρη την Ευρώπη, θα στείλουν κόσμο και κοσμάκη στην ανεργία, στην απώλεια του Προσώπου, της αξιοπρέπειας;
Αλλά όταν ο Β. Σόιμπλε, μιλάει για «ανθρώπινη αξιοπρέπεια», εννοεί την οικονομία: «δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε την απόφαση αποκλειστικά στους επιδημιολόγους, αλλά πρέπει να σταθμίσουμε και τις σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές ή άλλες επιπτώσεις. Αν κλείσουμε τα πάντα για δύο χρόνια, οι συνέπειες θα ήταν τρομακτικές»(σ.σ. το ίδιο είπε και ο Σ. Τσιόδρας!)». Πρώτα και πάνω απ’ όλα, λοιπόν, η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ! Πάνω από τον άνθρωπο η οικονομία. Για να είμαστε ακριβείς, όχι πάνω απ’ όλους τους ανθρώπους. Μόνο για τους «κάτω», μόνο για τους πολλούς, για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους μικρομεσαίους, για τους ηλικιωμένους, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους άνεργους…  
Ο Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ στο βιβλίο του «Αφανισμός μια κατάρρευση» έγραφε ότι στην Αυστρία κα στη Γερμανία κατοικούν οι «νεοβάρβαροι του χρήματος» που έχουν αναγάγει σε ύψιστη τέχνη τον καιροσκοπισμό. Γιατί εδώ ο εθνικοσοσιαλισμός είναι έμφυτος! Εδώ τον κάθε άνθρωπο «τον έχει αδράξει γερά η απληστία, η ανοικτιρμοσύνη, η ατιμία, το ψέμα, η υποκρισία, η χαμέρπεια». Εδώ οι άνθρωποι «έχουν χάσει το πρόσωπό τους», σημείωνε ο Μπέρνχαρντ. 
Αλλά οι νεοβάρβαροι του χρήματος δεν κατοικούν μόνο στο βορρά, κατοικούν και στο νότο. Πάνω απ’ όλα, την οικονομία, τις επενδύσεις θέτει και ο Έλληνας υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κ. Χατζηδάκης, που δήλωσε ότι το περιβαλλοντικό και το χωροταξικό νομοσχέδιο, θα κάνουν την Ελλάδα σημείο αναφοράς στην προσέλκυση επενδύσεων που «τις χρειάζεται η χώρα περισσότερο παρά ποτέ»! Και ο άνθρωπος και το περιβάλλον, όλα στην υπηρεσία της οικονομίας, των επενδύσεων, δηλαδή του ΚΕΡΔΟΥΣ! Μόνο που αυτή η εφαρμοσμένη αντίληψη, όπως τη βιώνουμε σήμερα με τον πιο τραγικό τρόπο, οδηγεί τον πλανήτη, τη φύση, τον άνθρωπο στην καταστροφή…

Το ιστορικό υποκείμενο που εκφράζει όλη τη κοινωνία σήμερα



Πρωτομαγιά. Ημέρα συνυφασμένη με τους αγώνες των εργαζομένων. Κάποτε, ο ταπεινωμένος και κατακερματισμένος εργαζόμενος έβρισκε την ισορροπία του, καταφεύγοντας στους οργανωμένους ομοίους του, στο σωματείο. Εκεί στο συνδικάτο και μέσα από τους αγώνες επανοικειοποιούνταν την απολεσθείσα αξιοπρέπειά του και έτσι μπορούσε να επανασυστήσει τον εαυτό του. Σήμερα, όμως, τα συνδικάτα δεν παίζουν το ρόλο της ανάκτησης του χαμένου εαυτού λόγω της εργασιακής αλλοτρίωσης, ούτε αμφισβητούν την κυρίαρχη πολιτισμική συνθήκη. Η τελευταία επιβάλλεται από τους φορείς της κουλτούρας του νέου καπιταλισμού(Ρ. Σένετ), κομίζοντας στον εργασιακό βίο το τέλος της ισόβιας απασχόλησης. Σύμφωνα με την τελευταία, οι εργαζόμενοι θα πηγαίνουν από δουλειά σε δουλειά, αλλάζοντας διαρκώς επαγγέλματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν θα υπάρχει μία ενιαία αίσθηση ταυτότητας ούτε η δυνατότητα βιοαφήγησης, κανένα μακροπρόθεσμο Εγώ, κανένας εαυτός, καμία μακροπρόθεσμη δέσμευση.
Οι εργαζόμενοι, έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ, προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Όλα, ο πόλεμος, ο ιοβόλος θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι’ αυτό αδιάφορα.
Σήμερα, ισχύει ό,τι έλεγε πριν πάρα πολλά χρόνια ο Λέων Τολστόι: «Οι κυβερνήτες και οι πλούσιοι εξουσιάζουν τους εργάτες μόνο επειδή και οι εργάτες επιθυμούν το ίδιο, με αυτούς τους ίδιους τρόπους να εξουσιάζουν τον αδελφό τους εργάτη. Για τον λόγο αυτόν –επειδή ταυτίζονται μαζί τους απέναντι στη ζωή- οι εργάτες δεν μπορούν να εξεγερθούν σε μία πραγματική επανάσταση εναντίον των καταπιεστών τους… (γιατί) μέσα του(σ.σ. στον εργάτη) υπάρχει η συναίσθηση ότι κι αυτός θα έκανε το ίδιο, ή το κάνει κιόλας έστω σε μικρότερο βαθμό απέναντι στ’ αδέλφια του…»(Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα). Να, λοιπόν, γιατί χρειάζεται μία αντικαταναλωτική κουλτούρα, μία κουλτούρα αδελφοσύνης και αλληλεγγύης, μία κουλτούρα συντροφικότητας, γενικά μια νέα συμβολική τάξη αξιών και αντιλήψεων ικανή να λειτουργήσει χειραφετητικά και απελευθερωτικά για τους εργαζόμενους.
 Πάντως, οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης για την ώρα ελλείπουν. Έχουμε «από-ρομαντικοποιήσει» τις ζωές μας. Η συγκίνηση, βέβαια, υπάρχει, αλλά είναι στιγμιαία, καθώς περνάμε αμέσως σε κάτι άλλο: στην καθημερινή μας αγριότητα. Στο πολιτικό πεδίο, η πολιτική ως εξουσιαστική δύναμη, την οποία υφίστανται οι «κάτω», είναι μια χειραγώγηση από τους "πάνω", κάτω από τη μάσκα του γενικού συμφέροντος και με τη χρήση ενός καθολικής φύσεως οργάνου, του κράτους. Αλλά για να χειραγωγήσουν και να φενακίσουν οι πλανητικοί ή οι εγχώριοι επικυρίαρχοι την υπόλοιπη κοινωνία με μία ορισμένη ιδεολογία, πρέπει την ίδια στιγμή να φενακίζονται και οι ίδιοι. Γιατί σε μία κοινωνία ξένωσης η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση ξένωσης. Η ξένωση(αυτή που ο Μαρξ αποκαλεί «αλλοτρίωση») παρουσιάζεται ως ξένωση των θεσμών έναντι της κοινωνίας. Γι’ αυτό οι θεσμοί αυτονομούνται έναντι της κοινωνίας, όπως σημείωνε ο Καστοριάδης.
Η αυτονόμηση αυτή των θεσμών είναι το πρώτο βήμα για να καταστεί ένας θεσμός αδιαφανής και φυτώριο διαφθοράς, αφού παύει να είναι τόπος αντιπαράθεσης των κοινωνικών δυνάμεων και, συνεπώς, επιχείρησης αλλαγής των συσχετισμών με δημοκρατικό τρόπο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί η πολιτική να γίνει κάτι άλλο από μία τεχνική της εξουσίας; Ναι, στο μέτρο που θα γινόταν η συνειδητή έκφραση των προσδοκιών και των συμφερόντων της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η πάλη των «κάτω» δεν θα αφορά μόνο την άμυνα των δικών τους συμφερόντων αλλά και την υπεράσπιση ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς θα επιδιώκουν την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Αλλά ποιοι είναι σήμερα οι «κάτω»; Ποιοι είναι αυτοί που αγωνίζονται για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας; Η αγωνιστική ευαισθησία και η υπεράσπιση της καθολικότητας κατοικεί στους απόκληρους, στο πλεονασματικό, υπεράριθμο και διαθέσιμο προς ανάλωση στοιχείο των αποκλεισμένων, των άνεργων και των ανέστιων, των προσφύγων και των μεταναστών, των γυναικών και των διαφορετικών, των νέων και των θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό το «καταραμένο απόθεμα» εκφράζει τη νέα ριζοσπαστική καθολικότητα, το Όλον σε αντίθεση με τους «πάνω» που εκφράζουν τους "λίγους" και τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Το θέμα, όμως, είναι, αν μπορεί να υπάρξει η πολιτική οργάνωση και αντίσταση των απόκληρων, αν αυτό το ιστορικό υποκείμενο θα δράσει "για τον εαυτό του", αν θα πάψει δηλαδή να σκέφτεται με τον τρόπο των αφεντικών…

Η δεξιά, ο νεοφιλελευθερισμός και το κράτος


Η παγκόσμια ύφεση «δεν επιμερίζεται ισότιμα», άρα θα έχουμε «ριζική επιδείνωση της θέσης των πιο αδύναμων σε παγκόσμια κλίμακα», δηλαδή θα έχουμε μια «πανδημία ανισότητας»[i] και μια «λιτότητα που θα σκοτώνει». Αυτό διαβάζουμε στις σημερινές αναλύσεις. Με άλλα λόγια οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι πολλοί, το μεγάλο πλήθος των «κάτω», είναι αυτοί που θα πληρώσουν την κρίση -δηλαδή την απώλεια κερδών των «πάνω», η οποία αποκαλείται «ύφεση»- με νέα ανεργία, νέα πείνα, νέα εξαθλίωση, και θάνατο από την αδυναμία πρόσβασης στο σύστημα υγείας.
Τι κρύβεται, όμως, πίσω από αυτή τη ρητορική; Ότι η «πανδημία ανισότητας» προέκυψε από την πανδημία του covid-19, ως εάν μην υπήρχε πριν! Ότι η ανισότητα είναι αποτέλεσμα όχι του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ενός τυχαίου γεγονότος, ενός ιού που ξέφυγε από τις νυχτερίδες και μέσω ενός μυρμηγκοφάγου-ξενιστή μετακόμισε στον άνθρωπο! Άρα δεν χρειάζεται να αλλάξουμε το σύστημα που δημιουργεί την πανδημία ιών και ανισοτήτων με την καταστροφή του περιβάλλοντος και της φυσικής ζωής, αλλά να «ασφαλιστούμε» από την επίθεση του «αόρατου εχθρού», να δημιουργήσουμε αποστειρωμένα μπούνκερς, «πανοπλίες» απρόσβλητες από τους ιούς, με λίγα λόγια να προσφέρουμε ασφάλεια στο «ανασφαλές πλήθος»! Το λέει και η ειδική στον καπιταλισμό, καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Κεντ, Αλμπένα Αζμάνοβα: «Είναι λάθος να επικεντρωνόμαστε στις ανισότητες» και στη μεγαλύτερη φορολογία των πλούσιων, το θέμα «είναι η ασφάλεια», λέει!
 Τι προτείνουν, λοιπόν; Ασφάλεια από τους ιούς και ασφάλεια από τον «ιό» της πείνας και της εξαθλίωσης. Και στις δύο περιπτώσεις το βάρος πέφτει στο Δημόσιο. Το κοινωνικό κράτος που αποδοκιμάζονταν ηχηρά από τις νεοφιλελεύθερες ελίτ, επιστρέφει τώρα ως η μόνη λύση. Μάλιστα το κράτος επιστρέφει και ως «κράτος επιχειρηματίας»! Ποιος θα το έλεγε ότι η νεοφιλελεύθερη δεξιά θα πρότεινε κάτι τέτοιο! Όπως γράφει σήμερα στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Η Καθημερινή»: «Η επανεκκίνηση της οικονομίας μπορεί να επιτύχει μόνο με δημόσιους πόρους. Το κράτος να πάρει το τιμόνι. Πρόκειται όμως για ένα κράτος που δεν έχει πείσει ότι μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την κρατικοδίαιτη και τη λαθρόβια επιχειρηματικότητα…»! Το κράτος, λοιπόν, πρέπει κατά την άποψη της συντηρητικής εφημερίδας να αναπτύξει έναν άλλον ομφάλιο λώρο, με την «σοβαρή επιχειρηματικότητα» αυτή τη φορά, η οποία δεν θα προσφέρει βέβαια μείωση των ανισοτήτων και κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά ΑΣΦΑΛΕΙΑ!
Κανείς δεν λέει ούτε γράφει, όμως, ότι το κράτος θα είναι το όχημα για τη μετάβαση του καπιταλισμού στη νέα εποχή του, αυτή της ψηφιακής επανάστασης και της ρομποτικής.
Η μετάβαση στην εποχή της ρομποτικής
Πριν τι είχαμε; Τη βιομηχανική επανάσταση και πολιτικά την αστική επανάσταση, τον τεϊλορισμό και τη μετάβαση στον ανειδίκευτο, μαζικό εργάτη, που σήμανε μια νέα συνδικαλιστική οργάνωση, νέα γενικά συνδικάτα και μια νέα ιδεολογία. Τώρα έχουμε τη μετάβαση στον εργαζόμενο υψηλής εξειδίκευσης. Να θυμίσουμε ότι και κατά τη βιομηχανική επανάσταση η αλλαγή στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας δεν προήλθε από τη διεύθυνση του εργοστασίου αλλά από το κράτος. Αυτό συνέβη με την εισαγωγή του κεϊνσιανισμού  και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, που στόχευε στην αναγνώριση της δύναμης της εργασίας και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή της τόσο στη διατήρηση της τάξης όσο και στη δυναμική του καπιταλισμού μέσω της διαχείρισης της «ζήτησης». Έτσι οδηγηθήκαμε σε μία «κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου»(Νέγκρι), στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «κοινωνικό εργοστάσιο» και στην εμφάνιση μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μέσω του λεγόμενου «κοινωνικού εργάτη»((operaio sociale). Η νέα αυτή σύνθεση εκφράστηκε με μία μορφή πάλης, που ξεπέρασε το εργοστάσιο, αμφισβητώντας όλες τις πλευρές διεύθυνσης της κοινωνίας από το κεφάλαιο. Γι’ αυτό το λόγο το κεφάλαιο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κεϊνσιανή-φορντική μορφή διεύθυνσης και να αναπτύξει νέες μορφές, δηλαδή το νεοφιλελευθερισμό.
Ο νεοφιλελευθερισμός εφάρμοσε την αποκοινωνικοποίηση του κράτους, αλλά και του κεφαλαίου, που μοιάζει να αναπτύσσεται πέραν της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς τείνει (ως στόχος) να δημιουργήσει μια νέα, αυτή των ρομποτοειδών. Σήμερα, όμως, εγκαταλείπεται ο νεοφιλελευθερισμός και επιστρέφουμε εκ νέου στην «κοινωνικοποίηση του κράτους» με στόχο την μέσω αυτού μετάβαση στην ψηφιοποίηση και ρομποτικοποίηση της εργασίας.
Το κεφάλαιο συνεχίζει ακόμα να εξαρτάται από την εργασία αλλά μόνο ως εργατική δύναμη, την οποία όμως θα βρίσκει πλέον στα ρομπότ-εργάτες και όχι στους ανθρώπους-εργάτες. Οι τελευταίοι εντούτοις είναι αναγκαίοι ως εκφραστές της ζήτησης, ως καταναλωτές, ως αγοραστική δύναμη! Γι’ αυτό τα αιτήματα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, έχουν υιοθετηθεί πλέον και από το κεφάλαιο με επιτακτικό τρόπο. Έχουμε συνεπώς μετατόπιση από ένα μοντέλο ταξικής σύνθεσης σε ένα άλλο. Από ένα παράδειγμα κυριαρχίας σ’ ένα άλλο. Το κράτος πρέπει τώρα να εγγυηθεί την αλλαγή, διατηρώντας την συνοχή της κοινωνίας των καταναλωτών(με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τα επιδόματα ανεργίας, αεργίας και την μερική απασχόληση).  
Το πλανητικό κεφάλαιο δεν θα έχει σε λίγο ανάγκη την ανθρώπινη κοινωνία ως κοινωνία της εργασίας, αλλά μόνο ως κοινωνία της κατανάλωσης. Υπ’ αυτή την οπτική, οι «πάνω» θα είναι «αόρατοι» και οι «κάτω» θα έρθουν αντιμέτωποι με τους νέους τους εχθρούς, που θα είναι μία «παρα-κοινωνία» ρομπότ με νοημοσύνη(ίσως και «συναισθηματική»!). Με άλλα λόγια οι «εμφύλιοι πόλεμοι» των «κάτω» που συνέβαιναν πάντα στις Ηνωμένες Πολιτείες[ii] τώρα θα συμβούν σε πλανητικό επίπεδο μεταξύ ανθρώπων-επιδοτούμενων ανέργων και ρομπότ-ειλώτων! Όμως και στο επίπεδο των «πάνω» οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις θα είναι φοβερές και άκρως επικίνδυνες(ο Νόαμ Τσόμσκι μιλάει για «πυρηνικό πόλεμο»). Ήδη μαθαίνουμε ότι οι δυτικοί αποσύρουν εργοστάσιά τους από την Κίνα σκέφτονται να τα εγκαταστήσουν σε άλλες χώρες της Ασίας[iii].
Η προοπτική μιας σύγκρουσης του μεγάλου πλανητικού πλήθους των «κάτω» με τις παγκόσμιες ελίτ, δηλαδή μια διεθνής πολιτική αντιπαράθεση των «πάνω» και των «κάτω», δεν φαίνεται επί του παρόντος ορατή. Η «παγκοσμιοποίηση των κινημάτων», που έγραφε ο Γάλλος καθηγητής Μπαντί, οι αυθόρμητες εξεγέρσεις στη Χιλή, στο Χόνγκ Κονγκ, τη Βαγδάτη, το Παρίσι έχουν «παγώσει» μπροστά σ’ έναν μικροσκοπικό ιό…

ΓΙΑΤΙ οι ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΟΙ ψηφίζουν ΜΠΟΛΣΟΝΑΡΟΥ;

Στην Βραζιλία ο ακροδεξιός υποψήφιος Φλάβιο Μπολσονάρου νίκησε τον τωρινό αριστερό πρόεδρο Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, συγκεντρώνοντας το ...