Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

7. Το παρακράτος της Άρτας- Το ματωμένο θέρος του 1882

Το παρακράτος της Άρτας
Οι Αρτινοί ζούσαν κάτω από την εξουσία Καραπάνου. Αλλά τι είδους εξουσία ήταν αυτή; Δεν μιλάμε εν προκειμένω για «παρακράτος»[1], γιατί αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη κράτους, που δεν υπάρχει για ένα ικανό χρονικό διάστημα μετά την απελευθέρωση, αλλά για ένα τοπικό δίκτυο από επιστάτες ή από εικονικούς ενοικιαστές των κτημάτων των τσιφλικάδων, διασυνδεδεμένων με τον βασιλικό Επίτροπο, τον δήμαρχο, τον Νομάρχη, τον εισαγγελέα, τοπικούς παράγοντες( δικηγόρους, δημοσιογράφους-ο Κάος έγραφε και διηύθυνε την εφημερίδα «Άρτα» του Καραπάνου[2]), προξένους κ.ά., και, προπάντων, με την χωροφυλακή και την αγροφυλακή που δεν ήταν παρά οι φρουρές των γαιοκτημόνων, απαρτιζομένων συνήθως από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου(απόδειξη αυτών τα γεγονότα στο Ζάρκο[3]). Το δίκτυο αυτό του αρχικά «βαθέως παρα-κράτους» ήταν μία αντι-δομή έναντι της οθωμανικής διοίκησης μέχρι το 1881, αλλά και η δομή εξουσίας που θα καλύψει κατά την μεταβατική περίοδο μετά την απελευθέρωση το κενό των ελληνικών κρατικών θεσμών. Η τοπική αυτή «παρα-εξουσία» ήταν πιο επικίνδυνη καθώς ήταν ανεξέλεγκτη. Οι γαιοκτήμονες, όπως ο Κ. Καραπάνος και ο αδελφός του- δήμαρχος Άρτας- ζούσαν μακριά από την ιδιοκτησία τους ακόμη και από τη δημαρχία τους, αφού ήταν μόνιμοι κάτοικοι των Αθηνών. Συνεπώς, όντας μακριά από τα τσιφλίκια τους, δέχονταν την μονόπλευρη πληροφόρηση των ανθρώπων τους σ’ αυτά, που συχνά εγκληματούσαν, λειτουργώντας με απόλυτη σχεδόν εξουσία. Στις 5 Μαρτίου 1883 ο βουλευτής Ν. Ταρμπάζης θα πει: «Εν τοις χωρίοις Γριζιάνω, Νεοχωρίω και ιδίως εν Ζάρκω, η εκεί Επιστασία του Χρηστάκη Ζωγράφου μετετράπη σε αληθές κράτος εν κράτει…»
Στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής, ο βουλευτής Αττικής[4] Αντώνης Ζυγομαλάς αναφέρεται στη στρατολόγηση-μίσθωση ληστών(Σουλιωτών) από τον Καραπάνο[5]. Μάλιστα, δύο εξ αυτών συνελήφθησαν «υπό του κ. Εισαγγελέως Άρτης ως κεκηρυγμένοι λησταί και νομίζω ότι κατεδικάσθησαν εις θάνατον»[6]. Σύμφωνα με τον ίδιο βουλευτή «…185 κεκηρυγμένοι λησταί, κακούργοι, υπήρχον ελεύθεροι εις την Θεσσαλίαν και την Ήπειρον, και οι πλείστοι εξ αυτών κατεγίνοντο εις το να ληστεύωσι και τυραννώσι τους αθώους κατοίκους, υπηρετούντες τους ιδιοκτήτας». Ο Καραπάνος εξανίσταται φωνάζοντας «Είνε ψεύδος», ενώ ο Ζυγομαλάς, σύμμαχος του Γ. Παχύ, απαντά «Το διαβεβαιώ επισημότατα». Ανάλογη αναφορά έχουμε από τον βουλευτή Ν. Ταρμπάζη για τους 100 Αλβανούς στο Ζάρκο της Θεσσαλίας: «Οι χωροφύλακες του εν Ζάρκω σταθμού κατώκουν εντός της Επιστασίας… υπό τα διαταγάς των επιστατών»(Φεβρουάριος 1882). Οι κατηγορίες για τη χρησιμοποίηση ληστών ως οργάνων της τάξης συνεχίζονται και αργότερα. Στις 19 Αυγούστου 1882 η εφημερίδα του τσιφλικά Καραπάνου «Άρτα» σημειώνει πως δεν θα ασχοληθεί με την απάντηση στο αν «οι ιδιοκτήται έχουν εν τη υπηρεσία των ληστάς ως αγροφύλακας…»!  
Αλλά και μετά την εγκατάσταση στις απελευθερωμένες περιοχές των κρατικών αρχών, το βαθύ παρα-κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί καθώς οι νέες αρχές διορίζονται από τους τσιφλικούχους. Αυτό γίνονταν ιδιαίτερα αισθητό στις στιγμές των συγκρούσεων ή των εκλογικών αναμετρήσεων. Ο «Τύπος» του Βόλου πληροφορεί πως κατά την προεκλογική περίοδο το έτος 1905 η κατάσταση στα Τρίκαλα είναι φρικιαστική. «Σχεδόν καθ’ εκάστην συνάπτεται πετροπόλεμος από τον οποίον δεν λείπουν και οι πυροβολισμοί» (2/2), ενώ η «Ακρόπολις» (9/2) έγραφε : «Η συμπλοκή στα Τρίκαλα έλαβεν όψιν μάχης [...]. Οι Καραγκούνηδες εφανατίσθησαν υπέρ του Ζάππα και οι Βλάχοι υπέρ του Χατζηγάκη, εξ ου απειλούνται και άλλαι σκηναί»[7].
Η παράθεση των αποσπασμάτων των εφημερίδων εκείνης της εποχής κρίθηκε σκόπιμη για την κατάδειξη του κλίματος πόλωσης και φανατισμού που επικρατούσε στην πολιτική σκηνή αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση. Η βία και η διαχείρισή της πολλές φορές αποδείχθηκε ο κρισιμότερος παράγοντας κάθε είδους πολιτικών εκλογικών διαδικασιών. Η οπλιτική βία των ληστών και η χρησιμοποίηση – εκμετάλλευσή της για πολιτικούς σκοπούς ήταν διαδεδομένη όχι μόνο κατά τις αρχές του 20ου αιώνα αλλά και κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Συνδετικός κρίκος μεταξύ ληστών και πολιτικών προσώπων ήταν οι δήμαρχοι, νομάρχες, πάρεδροι, οι οποίοι ως δημοτικοί άρχοντες και ως εντολοδόχοι των πολιτευτών (οι οποίοι τύχαινε να είναι μεγαλοτσιφλικάδες, όπως οι Ζάππας, Ζωγράφος, Καραπάνος) συνέδεαν τη συμμορία και τον πολιτευτή. Με άλλα λόγια, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και ιδιαίτερα οι ισχυροί, ευνοούσαν την παρεμβολή της συμμορίας στην πολιτική διαδικασία, προκρίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την αναγωγή της συμμορίας σε ανεπίσημο αλλά ουσιαστικό πολιτικό και παραθεσμικό παράγοντα, νομιμοποιώντας ως ένα σημείο την παρανομία. Ακόμη και το ίδιο το κράτος παρέβλεπε τα αδικήματα των παρανόμων όταν αυτοί εργάζονταν για μεγαλοτσιφλικάδες ή άλλους μεγαλοσχήμονες ισχυρούς άνδρες, οι οποίοι στήριζαν, και μερικές φορές υπαγόρευαν, την πολιτική των κυβερνώντων.
Για παράδειγμα η Κυβέρνηση του Χαρ. Τρικούπη  δυο χρόνια μετά την ένωση της Θεσσαλίας με το ελληνικό κράτος δε δίστασε να διατάξει «τους βασιλικούς επιτρόπους και τας στρατιωτικάς αρχάς ίνα υποστηρίξωσι, δι’ όλων αυτών των μέσων τα δίκαια των ιδιοκτητών» υποστηρίζοντας τη γραμμή της εφημερίδας «Αστήρ». Με σκοπό τη στήριξη των οργάνων της Τρικουπικής Κυβέρνησης οι κεφαλαιούχοι έστειλαν τα δικά τους εξαγριωμένα όργανα, ανάκατα με Αλβανούς ληστές, για να εισπράξουν γήμορο ή να βασανίσουν όσους αρνούνταν την καταβολή του[8].
Σε συνεδρίαση της Βουλής ο βουλευτής Τρικάλων Ν. Ταρμπάζης[9] εγκάλεσε τον Χαρ. Τρικούπη με αφορμή τα λεγόμενά του για ανυπαρξία «αγροτικού ζητήματος» στη συνεδρίαση της Βουλής (5 Μαρτίου 1883) επισημαίνοντας ότι ο τσιφλικάς Χρηστάκης Ζωγράφος  συγκέντρωσε  Αλβανούς «κακίστης διαγωγής», μερικοί από τους οποίους υπήρξαν ληστές ή κακούργοι και φυγόδικοι στην πατρίδα τους. Αυτοί έβριζαν και έδερναν τους αγρότες μπροστά στις κρατικές αρχές, έκλεβαν ασύστολα και μοιράζονταν τα λάφυρα[10].
Επιπρόσθετα, οι δημοτικοί άρχοντες όπως και οι τσελιγκάδες, ήταν αυτοί που έρχονταν σε επαφή με τις προστατευόμενες συμμορίες των πολιτευτών, στηρίζοντάς τους με οποιονδήποτε τρόπο και παίρνοντας συχνά τα ανάλογα ανταλλάγματα.
Κατά την εφημερίδα «Ακρόπολις» (20/10/1892) «ο λόγος της εγκληματικότητος εν τω διαμερίσματι της Καρδίτσης – Τρικάλων είναι διότι και ο τόπος πρόσφορος προς φυγοδικίαν είναι και προστασία των πολιτευομένων φαίνεται ότι παρέχεται». Το σχόλιο της ίδιας εφημερίδας για την επιτυχία του Δημάρχου Αλμυρού είναι ενδεικτικό της επικρατούσας κατάστασης: «Ενίκησε χάρις εις την αναφανδόν υποστήριξιν του ληστάρχου Τσούλη όστις ηπείλησε θανάτω και εξοντώσει όσους καταψηφίσωσιν αυτόν»[11].
        Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι οι επιστάτες ήταν τα κύρια εκτελεστικά όργανα των τσιφλικάδων και βρίσκονται στην κορυφή της τοπικής ιεραρχίας[12], στην οποία υπάγονται όλες οι διοικητικές και δικαστικές αρχές καθώς και τα σώματα ασφαλείας αποτελούμενα από ληστές. Το «βαθύ παρα-κράτος», λοιπόν, είναι εδώ σε πλήρη ανάπτυξη -στο βαθμό που αναπτύσσεται στις μόλις απελευθερωθείσες περιοχές το ελληνικό κράτος. Το «παρα-κράτος» ενίοτε λειτουργεί σχετικά αυτόνομα αναφορικά με τους τσιφλικάδες, αλλά πάντοτε προς εξυπηρέτησή τους. Στη σχετική αυτονομία του οφείλονται μία σειρά από εγκλήματα προσωπικού χαρακτήρα. Ας μη ξεχνάμε ότι και η περίπτωση του Μαρίνου Αντύπα ήταν μία υπόθεση που έπληττε την υπόσταση του «βαθέως παρα-κράτους», αφού ο Αντύπας ήταν ένας εξ αυτών, δηλαδή επιστάτης.
Δηλωτική της αυτονομίας του τοπικού παραθεσμικού δικτύου εξουσίας είναι η «παράκληση» στη σύνταξη της εφημερίδας «Άρτα» του δημάρχου της ομώνυμης πόλης και διαμένοντος στην Αθήνα Ιωάννη Καραπάνου, αδελφού του τσιφλικά και ιδιοκτήτη της εφημερίδας, να πάψει να αντικρούει «πάσαν κακοήθειαν δημοσιευομένην καθ’ ημίν, καθόσον εν τη κοινωνία, εν ή είμεθα γνωστοί, η υπόληψις της οικογενείας μας είναι τοσούτον εδραιωμένη, ώστε ούτε εκ των δημοσιευομένων κακοηθειών θίγεται ούτε ανάγκη υπερασπίσεως έχει…»[13]. Επίσης, η ίδια εφημερίδα στις 14 Μαΐου 1883 σημειώνει «Παρεκλήθημεν υπό του Καραπάνου να δηλώσωμεν εν ονόματι αυτού ότι τα εν κυρίω άρθρω του προχθεσινού φύλλου μας δημοσιευθέντα ουδόλως συμμερίζεται ούτε θεωρεί τα εν αυτώ ως έχοντα υποστάσεως». Ουσιαστικά οι Καραπάνοι αίρουν την εμπιστοσύνη τους στην εφημερίδα τους, απαγορεύοντας να τους… υπερασπίζεται, αλλά συγχρόνως βρίσκονται και σε διαφορετική πολιτική γραμμή με αυτή της εφημερίδας τους!
Η σύγκρουση, συνεπώς, του τσιφλικά με τους χωρικούς λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της σύγκρουσης πόλης-χωριού, όπου η πρώτη είναι το ελεγχόμενο εν μέρει από τον τσιφλικά «βαθύ παρα-κράτος», που ενίοτε αυτονομείται και αποδεικνύεται πολύ σκληρότερο από αυτόν. Το «παρα-κράτος», που υφίσταται μετά την απελευθέρωση, είναι αντίστοιχο με την «παρακυβέρνηση» των τοπικών κοτσαμπάσηδων επί οθωμανικής κατοχής, που λειτουργεί συμπληρωματικά με την κεντρική κυβέρνηση. Οι κοτζαμπάσηδες(προεστοί και φοροεισπράκτορες ή ενοικιαστές φόρων στον ελλαδικό χώρο), ένα «είδος χριστιανών Τούρκων»[14], συνέχισαν να λειτουργούν και μετά τη μεταβίβαση των τσιφλικίων από τους Οθωμανούς μουσουλμάνους στους Οθωμανούς Έλληνες(Φαναριώτες), όχι πλέον ως «παρακυβέρνηση» αλλά ως «παρα-κράτος», καθώς η τοπική νόμιμη εξουσία των απομακρυσμένων από την πρωτεύουσα τσιφλικίων συνδέεται και συνεργάζεται με ληστές και παρανόμους.



[1] Γράφουμε «παρα-κράτος» τη διαπλοκή κράτους και εγκληματικών στοιχείων, όπως ληστές αλλά και εξωθεσμικοί παράγοντες όπως οι οικονομικοί αλλά και οι άνθρωποί τους. Και «παρακράτος» το κράτος στις απελευθερωθείσες περιοχές όπου το κράτος υπό την έννοια των ελληνικών κρατικών θεσμών και νόμων δεν υφίσταται ακόμη. Είναι η εποχή της μετάβασης από την οθωμανική κυριαρχία στο ελληνικό κράτος και τα όρια ενίοτε είναι δισδυάκριτα.
[2] Αν δεχθούμε τη διασύνδεση των πολιτικών σχηματισμών με εφημερίδες της εποχής όπως καταγράφονται στην εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», αυτή είναι: Χ. Τρικούπης-Άστυ, Κυβέρνησις-Εφημερίδα, Θ. Δηληγιάννης-Επιθεώρησις, Κ. Καραπάνος-Καιροί, Ν. Κωνσταντόπουλος-Παλιγγενεσία
[3] ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ(1883): «Εν Ζάρκω οι επιστάται του Χρηστάκη Ζωγράφου, τη εγκρίσει του νομάρχου Τρικάλων, κατήρτισαν υπό το πρόσχημα αγροφυλακής ιδίαν δύναμιν εξ εκατόν αλβανών οπλισμένων, ενεργούντων αυτοβούλως και ανεξαρτήτως πάσης άλλης του κράτους αρχής. Κατά τον Ιούνιον του 1882 επυροβόλησαν κατά δύο φιλήσυχων πολιτών. Κατά τον Ιούλιον του αυτού έτους παραβίασαν το άσυλον της οικίας του Παπανδρέου περί ώραν 7μμ, θραύσαντες τας θύρας και αρπάσαντες τας εν τη αυλή δέσμας σταχύων. Κατά την 2 Αυγούστου 1882 επυροβόλησαν κατά πληθύος κατοίκων διαφόρων χωρίων και κατ’ αυτού του σταθμάρχου του πεζικού δι’ όπλων Μαρτέν, δι’ ων άπαντες εισιν ωπλισμένοι…».
[4] Στην Αττική τσιφλικούχοι ήταν οι Συγγρός, Σκουζές, Μερκάτης, Καλλιφρονάς, Καμπάς αλλά και ο Γ. Παχύς!
[5] Σύμφωνα με την απογραφή του 1881 στους Μελισσουργούς υπήρχαν 1.710 κάτοικοι και το 1920 μόλις 168. Στα Θεοδώριανα 935 και 353 αντίστοιχα. Οι λόγοι της ερήμωσης ήταν οι ληστές των τσιφλικάδων αλλά και η μετανάστευση είτε στα πεδινά(αγροτικός εποικισμός) όπου είχαν ισχυρή παρουσία οι αποχωρήσαντες Τούρκοι είτε στην Αθήνα και το εξωτερικό.
[6] Πρακτικά Βουλής, όπως υπάρχουν στην Ιστορία της Ελλάδος του Γ. Κορδάτου, «το αγροτικόν ζήτημα», εκδ. Αιών, Αθήνα, 1958 
[7] Εφ. Τύπος Βόλου 2/2/1905, εφ. Αναγέννησις 9/2/1905,πρβλ.Μαρούλα Κλιάφα ό.π.,τ.Α’ σ.256
[8] Λ. Αρσενίου Το έπος των Θεσσαλών αγροτών…ΦΙΛΟΣ Τρίκαλα 1994, σ. 42
[9] Ή Τορμπάζης; Τον διαβάζουμε επίσης αλλού ως Ταρμπάζη ή Τορμπαζή και φαίνεται να είναι το ίδιο πρόσωπο, ο βουλευτής Τρικάλων.
[10] Λ. Αρσενίου ό.π.
[11] Εφ. Ακρόπολις 20/10/1892, πρβλ.Μαρούλα Κλιάφα Τρίκαλα… τ. Α’, σσ.112-113
[12] Γι’ αυτό στην περίπτωση της δίκης του δολοφόνου του Μ. Αντύπα, του επιστάτη του τσιφλικά Μεταξά, του Ιωάννη Κυριακού ή Κυριάκου, δεν δικάζεται μόνο ο φονιάς του Αντύπα αλλά και ο θεσμός της επιστασίας. Κι αυτός είναι ο λόγος της εξαγοράς μαρτύρων, δημοσιογράφων και της εντέλει αθώωσης του Κυριακού. 
[13] Εφημερίδα «Άρτα» 10 Ιουλίου 1882, στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ». Επιπλέον, η σύνταξη της καραπανικής εφημερίδας υποχρεώνεται να δηλώσει ότι «Επειδή διάφοροι περί των πολιτικών κρίσεις της συντάξεως τη «Άρτας», εθεωρήθησαν ως κρίσεις του κόμματος του Κ. Καραπάνου, είμεθα ηναγκασμένοι(σ.σ. τους ανάγκασαν οι χρηματοδότες Καραπάνοι) να δηλώσωμεν ότι, καίτοι όντες φίλοι του κόμματός του, και έχοντες υπόληψιν προς αυτό, ουχ ήττον οι διάφοροι αύται κρίσεις εισίν όλως ημέτεραι και ουδόλως αντιπροσωπεύουσι τας σκέψεις και ιδεάς του κόμματος του Κ. Καραπάνου»! Αυτό συνιστά κυριολεκτικά αποκήρυξη και δείχνει ότι το εντόπιο «βαθύ κράτος» αποτελούμενο από δημόσιους λειτουργούς που διόριζαν οι Καραπαναίοι  και από τους δικούς τους ανθρώπους, όπως ο διευθυντής της εφημερίδας «Άρτα», που διαπλέκονταν με τους πρώτους, πολλές φορές αυτονομούνταν από τα αφεντικά τους.   
[14] Κώστας Λάμπος, «Εξάρτηση, Προχωρημένη Υπανάπτυξη και Αγροτική Οικονομία της Ελλάδας», εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα 1983, σελ. 127: «Μέσα στο τουρκικό κράτος υπήρχε άλλη μια εξουσία, μια παρακυβέρνηση…». Αυτό ισχυρίζεται ο Γ. Κορδάτος. Ο Κ. Λάμπος χαρακτηρίζει την περίοδο 1829-1922 ως δεύτερη φάση της αποικιοκρατικής(ημιαποικιοκρατικής) εξάρτησης της Ελλάδας κυρίως από την Αγγλία.

Ο βοναπαρτισμός και η αριστερά των ΜΚΟ

Ο βοναπαρτισμός είναι μία πολιτική ιδεολογία εμπνευσμένη από τη δράση του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Με τη στενή έννοια του όρου, ο βοναπαρτισμός επιδιώκει να τοποθετήσει ένα μέλος της οικογένειας του Ναπολέοντα στον αυτοκρατορικό θρόνο της Γαλλίας. Υπό την ευρεία έννοια, οι βοναπαρτιστές είναι υποστηρικτές ενός συγκεντρωτικού, αυταρχικού εθνικού κράτους,  το οποίο, όμως, βασίζεται στην τακτική διαβούλευση με το λαό μέσω δημοψηφισμάτων. Το σύστημα, εν ολίγοις, εδράζεται στη σύντηξη των ελίτ και του λαού. Αυτές οι δύο όψεις, όμως, μπορεί να είναι διακεκριμένες ή να είναι συνενωμένες...
Η πολιτική ιδέα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ήταν η "Εξουσία μέσα στη Δημοκρατία", σε μια προσπάθεια σύνθεσης των διαφορετικών ρευμάτων κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Έτσι, από τον Γιακωβινισμό, δανείστηκε τον συγκεντρωτισμό ενός αυταρχικού κράτους όπου η εξουσία αποκτάται με βία. Από τους ρεπουμπλικάνους, δανείστηκε την ιδέα της άμεσης δημοκρατικής νομιμότητας. Από τους Ορλεανιστές, την ιδέα να στηρίζεται σε μια ελίτ που μπορεί να συγχωνεύει την αστική τάξη και την παλιά αριστοκρατία. Από τους legitimistes, τέλος, δανείστηκε την ιδέα της μοναδικής εξουσίας του μονάρχη.
Υπό την παραπάνω οπτική, ο βοναπαρτισμός –σύμφωνα με τον Rene Remond- είναι ένα από τα τρία ρεύματα της δεξιάς, καθώς αρνείται την διαίρεση σε πολιτικά κόμματα προς χάριν της επιβεβαίωσης του μεγαλείου της εθνικής ενότητας. Αντιτίθεται έτσι στο ταξικό μέτωπο των λογής «σοσιαλισμών», στις κομματικές μάχες του κοινοβουλευτισμού, στη λογοκρισία της ελευθεριακής ορλεανικής ελίτ και στον αντιδραστικό αντιμοντερνισμό των legitimistes. Αυτή η πολιτική ιδεολογία αξιοποιεί έναν δημοψηφισματικό ηγέτη (εν στολή) στον οποίο οι περιστάσεις επιτρέπουν, να σώσει τη χώρα από την διάλυση –για την ακρίβεια από την έλλειψη ενότητας- και να δημιουργήσει μία συγκεντρωτική εκτελεστική εξουσία στα χέρια του που συνενώνει τις ελίτ σε μια ιεραρχική εξουσία. artinews
Κάνοντας μία αναγωγή, θα λέγαμε ότι και στην Ελλάδα σήμερα έχουμε έναν ιδιότυπο «ήπιο –αριστερό- βοναπαρτισμό» (bonapartisme soft), όπου τονίζονται περισσότερο τα στοιχεία του γιακωβινισμού, δηλαδή του πολιτικού συγκεντρωτισμού στο μέγαρο Μαξίμου και τον ηγέτη του. Δεν είναι τυχαίο ότι το μέγαρο Μαξίμου δεν στηρίζεται σ’ ένα ισχυρό πολιτικό κόμμα ούτε το θέλει. Η Κουμουνδούρου απλώς λειτουργεί ως επίφαση δημοκρατικής νομιμοποίησης, χωρίς κάποιον σημαντικό πολιτικο-κοινωνικό ρόλο. Αντίθετα, η συγκεντρωτική εξουσία του Μαξίμου επιδιώκει τη δημιουργία δικτύων στελεχών, τα οποία στρατολογούνται μέσα από τις ελίτ, με βασικό κριτήριο να διάκεινται φιλικά προς τον ηγέτη. Όχι, δεν έχουμε εν προκειμένω την άρνηση των κομμάτων όπως στον αυθεντικό βοναπαρτισμό, αλλά μία διακοσμητική, νομιμοποιητική λειτουργία τους. Αυτό άραγε, έγινε κατόπιν σχεδίου; Ασφαλώς όχι. Το καλοκαίρι του 2015, ο «αριστερός Δρόμος» με την πολιτική και επικοινωνιακή έννοια του όρου, συνέτριψε τον μεταμοντέρνο «βοναπαρτισμό» της δεξιάς, που βασιζόταν στην παντοκρατορία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, της αποκαλούμενης και «διαπλοκής»(δες και το φαινόμενο Σαρκοζί στη Γαλλία). Το ΟΧΙ επικράτησε του ΝΑΙ. Όμως η αριστερά των κινημάτων βγήκε ακρωτηριασμένη από αυτή τη νίκη που απεδείχθη πύρρειος. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώθηκαν πλέον στο Μαξίμου και στον ηγέτη που νίκησε στο δημοψήφισμα –αν και δεν το ήθελε-, που επέβαλε τον επώδυνο συμβιβασμό του νέου μνημονίου και ο οποίος νίκησε στις εθνικές εκλογές. Τώρα έπρεπε να κυβερνήσει, χωρίς ουσιαστικά κόμμα, με μία νωπή εκλογική λαϊκή νομιμοποίηση και με μερικά έμπιστα στελέχη. Ο συγκεντρωτισμός ήταν πια μονόδρομος. Πολύ περισσότερο όταν υποχρεώθηκε να περιχαρακωθεί εξ αιτίας της απίστευτης επίθεσης που δέχθηκε από όλα σχεδόν τα μέσα ενημέρωσης που παραμένουν εξαρτημένα ποικιλοτρόπως από την προηγούμενη εξουσία του λεγόμενου μεταμοντέρνου δεξιού βοναπαρτισμού, του οποίου επιδιώκουν την παλινόρθωση. Τελικά, στο Μαξίμου συγκεντρώνεται όλη η εξουσία, χωρίς κομματική στήριξη(εκούσια), χωρίς επικοινωνιακή στήριξη (με εναγώνια προσπάθεια να διαμορφωθούν ερείσματα στον Τύπο και την τηλεόραση, ενώ στα social media τα πράγματα είναι πιο καλά). Με μόνη στήριξη την χαρισματική προσωπικότητα του ηγέτη, που ξεδιπλώνεται στις αντιπαραθέσεις στο κοινοβούλιο (καρικατούρα των αντιπαραθέσεων Κ.Καραμανλή-Α.Παπανδρέου), που ανανεώνει σε ρητορικό και συμβολικό επίπεδο το σχίσμα αριστεράς-δεξιάς. Και ασφαλώς με την στήριξη -μέσω της ιδιότυπης σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε- από την Άγκελα Μέρκελ.
Τώρα, όμως, που φαίνεται ότι όλα βαίνουν καλώς, θα ανέμενε κάποιος ότι θα επιχειρούνταν μία προσπάθεια ενίσχυσης του κόμματος και αποκέντρωσης κάποιων έστω εξουσιών από το Μαξίμου. Αντ’ αυτού, επιχειρείται η σύντηξη των ελίτ (νέων τεχνοκρατών) με το λαϊκό στοιχείο μέσα στους κοινωνικούς θεσμούς. Πάντα με κέντρο αναφοράς το Μαξίμου. Διαμορφώνοντας έτσι τις συνθήκες ενός ιδιότυπου «αριστερού» βοναπαρτισμού.
Τι διακρίνει τον δεξιό από τον αριστερό βοναπαρτισμό; Ενώ κοινά στοιχεία τους είναι η συγκέντρωση της εξουσίας και η απαξίωση των πολιτικών σχηματισμών καθώς και η σύντηξη των ελίτ και του λαϊκού στοιχείου, ο δεξιός βοναπαρτισμός υιοθετεί ισχυρά τον αποκαλούμενο «δημοκρατικό ελιτισμό», που δεν θεωρεί σπουδαίο το ζήτημα της συμμετοχής των πολιτών στις επιλογές που αφορούν τη ζωή τους. Και τούτο γιατί θεωρείται ότι ο λαός ως πολιτικό σώμα είναι «ανώριμος». Γι’ αυτό, αδήλως εκτιμάται πως η αποχή του πληθυσμού, ή η εμπλοκή και αδρανοποίησή του μέσω εκβιαστικών διλημμάτων (π.χ. μνημόνιο ή χρεοκοπία) είναι ένας ουσιώδης παράγοντας για την ορθή και σταθερή λειτουργία του συστήματος. Με δύο λόγια οι ελιτίστικες θεωρίες στηρίζονται σε δύο βασικές υποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες κάθε πληθυσμός-μάζα είναι στην πραγματικότητα ανίκανος και κατά δεύτερον εξημμένος και χωρίς συνοχή και κανόνες, τείνοντας να καταστρέψει είτε το πολιτικό σύστημα είτε την κοινωνία! Για να επιτύχει η συνταγή του δεξιού «ήπιου βοναπαρτισμού» ενισχύεται η δοσολογία του «ελιτισμού», ο έλεγχος των μέσων μαζικής ενημέρωσης καθώς και η κυριαρχία επί της πνευματικής παραγωγής, που επιτρέπουν τον αποπροσανατολισμό και εντέλει την πολιτική χειραγώγηση. Γι’ αυτό ο έλεγχος στη λειτουργία των ΜΜΕ είναι καίριας σημασίας.
Όμως, τι δουλειά έχει η αριστερά και δη η αριστερά των κινημάτων στο στρατόπεδο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη (κατ’ άλλους του ανιψιού του, Λουδοβίκου Βοναπάρτη);  Αλλιώς, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι; Από την πίεση της ιστορικής ανάγκης μπορεί να ισχυριστεί κάποιος. Τώρα, όμως, που η πίεση έχει αρχίσει να εκλείπει γιατί δεν εγκαταλείπεται η αυταρχική –και εν πολλοίς δεξιά- βοναπαρτίστικη (προσωποπαγής) αντίληψη υπέρ της ενίσχυσης της δημοκρατίας και της ενεργού λαϊκής συμμετοχής; Ποια σχέση έχει η «αριστερά» του «ήπιου βοναπαρτισμού» με την αριστερά των κινημάτων και του δρόμου; Απολύτως, καμία. Η αριστερά δεν μπορεί γίνει μία «αριστερά των ΜΚΟ» ούτε να παίζει στο γήπεδο της δεξιάς, δηλαδή στο πεδίο των ΜΜΕ όπου κυριαρχεί ο δεξιός λόγος των οργανικών διανοουμένων της συντήρησης. Ούτε η αριστερά θα μπορέσει να επιβληθεί για πολύ σε μία μόνο χώρα. Το έχει πει εδώ και καιρό ο βολιβιανός πολιτικός και διανοούμενος  Αλβάρο Γκαρσία Μοράλες. Ήδη η περίφημη «χρυσή και ενάρετη δεκαετία στη Λατινική Αμερική» τείνει να χαθεί και όχι μόνο από την επίθεση της αυτοκρατορίας αλλά και από τα σημαντικά λάθη της ίδιας της αριστεράς. artinews
Ο Λινέρα έλεγε ότι η πολιτική ανατροπή επισυμβαίνει όχι μόνο όταν αλλάζει η εκτελεστική εξουσία, αλλά και όταν διαφοροποιείται η κοινωνική προέλευση και το κοινωνικό περιεχόμενό της. Το θέμα δηλαδή δεν είναι αν έχεις την κυβέρνηση και όχι την  εξουσία, αλλά να ξέρεις τι να κάνεις την εξουσία. «Έχουμε επανάσταση, όταν μεταβάλλεται η ταξική σύσταση των Κοινοβουλίων, όταν τροποποιείται ο δημοκρατικός τρόπος λήψης αποφάσεων... Έχουμε επανάσταση όταν η πειθαρχία, η συμβολική τάξη, η διδασκαλία στα εκπαιδευτικά κέντρα τροποποιούνται και μετασχηματίζονται», γράφει ο Λινέρα. Δεν έχουμε, λοιπόν, αλλαγή όταν έχουμε και πάλι τις ελίτ στην εξουσία. Δεν έχουμε, προπάντων αλλαγή, όταν δεν αλλάζει η συμβολική τάξη, δηλαδή ο πρακτικός, καθημερινός πολιτισμός που διέπει τις σχέσεις, τη συμπεριφορά μας, τη ζωή μας, τον τρόπο που ενσωματώνουμε τους περιορισμούς και τους επιβεβλημένους κανόνες. Δεν έχουμε αλλαγή όταν δεν αλλάζει ο τρόπος σκέψης μας, όταν δεν επαναξιώνονται οι αρχές και οι χαρές της συλλογικότητας, του κοινοτισμού, της αυτοδιαχείρισης. Για να συμβεί, λοιπόν, η αλλαγή απαιτούνται λαϊκά κινήματα, που δεν θα λειτουργούν σαν αποστειρωμένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, αλλά θα αναπτύσσουν την «ποίησή» τους μέσα στην πολιτική Πράξη, με τη δημιουργία νέων σχέσεων και τρόπων, με την αλλαγή ολόκληρου του τρόπου ζωής, την αλλαγή του συσχετισμού των αξιών και την επιστροφή στο Εμείς και την συν-πάθεια αλλά και την απομείωση των ναρκισσισμών και της Εγω-πάθειας. Αυτά σημαίνουν τη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού, στον οποίο θα εντάσσεται η πολιτική και αντιστρόφως. 

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

6. Πνευματική δουλεία και διχασμός-Το ματωμένο θέρος του 1882

..ο «ειδικός ανταποκριτής» του «Μη Χάνεσαι» θα σημειώσει: «Επίστευον πάντοτε εν Αθήναις, ότι τους Ηπειρώτας είχε χαυνώσει η μακρά δουλεία. Τους είδον, είδα πολλούς εκ Συρράκου έτι, ελθόντας εις συνάντησίν μου, και η συνάντησις αύτη ήτο δι’ εμέ πολλών συγκινήσεων πρόξενος. Τι να σοι είπω όμως!... ο τύπος της τουρκικής δουλείας παραμένει βαθύτατα εν αυτοίς εγκεχαραγμένος. Αίσθημα δεν λείπει, αλλά λείπει ο άγιος και προς μεγάλα άγων ενθουσιασμός…».
Το γεγονός ότι η «απελευθέρωση» δεν δημιούργησε τον «άγιο και προς μεγάλα άγοντα ενθουσιασμό» αποδίδεται στην ψυχοσύνθεση του δούλου, που συναινεί, αυτή δηλαδή που δημιούργησε η τουρκική δουλεία. Ο δημοσιογράφος δεν αναζήτησε άλλο λόγο. Θα έμενε, μάλιστα, έκπληκτος αν μάθαινε το μέγα πρόβλημα της διάβασης των συνόρων και του οικονομικού στραγγαλισμού των κατοίκων, ότι οι Συρρακιώτες έμειναν εκτός της συμφωνίας απελευθέρωσης και, ακόμη, πως πολλοί κάτοικοι προτιμούσαν την «δουλεία» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ζητώντας επισήμως να επανέλθουν σ’ αυτή παρά να ζουν υπό την απείρως σκληρότερη δουλεία των Ελλήνων τσιφλικάδων τύπου Καραπάνου ή Ζωγράφου και του «βαθέως παρα-κράτους» τους. Για την ακρίβεια «οι Έλληνες αγάδες, που αντικαταστήσανε του Τούρκους αγάδες…» ήταν πολύ χειρότεροι από τους δεύτερους[1].
  Μεταφυσικές εξηγήσεις
Η πνευματική δουλεία μπορεί πράγματι να άφησε τα αποτυπώματά[2] της, αλλά η στεναχώρια των Αρτινών είχε πιο σύνθετα αίτια από τη δουλικότητα ή την έλλειψη ενθουσιασμού που είδε ο εξ Αθηνών ανταποκριτής της εφημερίδας «Μη χάνεσαι». Πάντως, σύμφωνα με επιστολή σε γερμανική εφημερίδα της εποχής μαθαίνουμε πως η άποψη των χωρικών για ό,τι τους συνέβαινε οφειλόταν στο ότι «ο βασιλέας και η Παναγία δεν είναι κοντά»! Αυτό διατείνονταν ένας χωρικός που δάρθηκε ανηλεώς από στρατιώτες. Αυτό είναι μία ακόμη απόδειξη της πίστης των χωρικών, που δεν διέκριναν την πολιτική-εγκόσμια εξουσία του βασιλιά από την θρησκευτική πίστη στην Παναγία, σύμφωνα με τη διάκριση των δύο μαχαιρών, την κοσμική της πολιτείας και τη θρησκευτική της Εκκλησίας. Αυτό είναι πράγματι αποτύπωμα της οθωμανικής περιόδου. Αρκεί να αναφέρουμε ότι κατά την επανάσταση στο Ραδοβίζι της Άρτας, ο Ρεσίτ πασάς απευθυνόταν στους ξεσηκωμένους «ραγιάδες της Σκουληκαριάς» και τους κατηγορούσε ότι αρνήθηκαν την πίστη προς τον «Κραταιότατο Βασιλέα»(σ.σ. εν προκειμένω τον Σουλτάνο) και έγιναν «χαΐνιδες»(επαναστάτες). Η υποταγή συνεπώς στην οθωμανική εξουσία είναι στάση που εναρμονίζεται με τη θεϊκή βούληση. Η αποστασία, αντίθετα, είναι έργο διαβολικό, πράξη που αντιβαίνει στις θεϊκές προσταγές- «σας εσήκωσεν(σ.σ. σας πήρε) ο Θεός την γνώσιν, και εγινήκατε και τρίτην φοράν χαΐνιδες» σημειώνει ο Ρασίτ. Στην επιστολή του Ρασίτ μπορούμε να εντοπίσουμε νοητικά συστήματα και κοσμοεικόνες που συμμερίζονται τόσο οι μουσουλμάνοι όσο και οι χριστιανοί και οι οποίες νομιμοποιούν την οθωμανική κατάκτηση ως θεϊκή βούληση. Συνεπώς, υπάρχει ένα σύστημα που αναπαρήγαγε τη διαφοροποίηση -το άλλο, το διαφορετικό- για μεγάλη χρονική διάρκεια και ένα σύστημα που αναπαρήγαγε τον κοινό πολιτισμικό χαρακτήρα της ζωής, τις κανονικότητες και την ιεραρχημένη συνύπαρξη των «άλλων» είτε αυτή ήταν μεταξύ των κατακτητών και των κατακτημένων είτε μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών είτε μεταξύ των «πάνω» και των «κάτω», του «κατώτερου λαού», όπως τους αποκαλούσε ο Καραπάνος, εξομειώνοντάς τους με τους δούλους της αρχαιότητας! Ό,τι δηλαδή είχε επιβληθεί, εκλογικευθεί και νομιμοποιηθεί κοσμικά και μεταφυσικά-θεολογικά.
Η κοσμική πολιτική εξουσία, συνεπώς, δεν είναι αυτόνομη αλλά αρρύεται τη νομιμοποίησή της εκ Θεού. Αυτή είναι η καθυστέρηση της Ανατολής σε σχέση με την εκκοσμίκευση της πολιτικής εξουσίας στη δυτική Ευρώπη αλλά και «ο κοινός πολιτισμικός χαρακτήρας που συμμερίζονται κατακτητές και κατακτημένοι, καθώς μαζί με τη ζωή τους αναπαρήγαγαν και τις κανονικότητες της αυστηρά ιεραρχημένης συνύπαρξης που είχε επιβληθεί, εκλογικευθεί και νομιμοποιηθεί κοσμικά και θεολογικά»[3].
Τι συνείχε, άραγε, αυτό το κοινωνικό συνονθύλευμα της Ελλάδας και της Άρτας, ποιος ήταν ο συνδετικός ιστός που το αρμολογούσε; Κατά μία άποψη στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες η «συμβολική τάξη»(Le Gof) ή το «ιδεολογικό στοιχείο ήταν πρωταρχικό»(S. Amin). Για να το διαπιστώσουμε αυτό θα πρέπει να ανατρέξουμε στο τέλος του 19ου αιώνα και για την ακρίβεια στο καλοκαίρι του 1881, όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε στις «νέες χώρες», ήτοι στις προσαρτηθείσες Θεσσαλία και Άρτα. Στη δεύτερη, οι επευφημίες υπέρ του βασιλιά, όπως καταγράφηκαν στο τηλεγράφημα του υποστράτηγου Σαπουντζάκη προς την κυβέρνηση, προκάλεσαν σάλο στην Πρωτεύουσα. Κι αυτό γιατί μία μερίδα της κοινής γνώμης της «κυρίως Ελλάδος», εκφραζόμενη από την εφημερίδα «Αιών» εξέλαβε τα «Ζήτω» ως «κολακεία (που) πρέπει και αύτη να έχει τα όριά της…»[4]. Για την ακρίβεια ο υποστράτηγος σημείωνε στο τηλεγράφημα ότι «ο στρατός εισήλθεν εις την πόλιν εκείνην εν μέσω πανδήμου ενθουσιασμού, άνευ διακρίσεως θρησκεύματος. Αδιάκοποι ζητωκραυγαί υπέρ της Α.Μ. του Βασιλέως…». Ολόκληρος διάλογος προκλήθηκε για τα ζήτω υπέρ του βασιλιά, για την κύρια και τη… δευτερεύουσα Ελλάδα!
Στο φύλλο της 10ης Σεπτεμβρίου 1881 η ίδια εφημερίδα φιλοξενεί άρθρο[5] όπου σημειώνεται: «…Ως και άλλοτε παρετηρήσαμεν, η γενεά ημών, μη γνωρίσασα την τουρκικήν κατάκτησιν και την αλλόφυλον τυραννίαν, δεν δύναται να εννοήση, καθ’ όλον το μέγεθος αυτής, την εντύπωσιν, ην η ελληνική σημαία και η απόδοσις εις την ελευθερίαν εμποιεί εις τους κατοίκους των τέως απελευθερωθέντων μερών (sic) της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Λησμονήσαντες δε, μετά μακρών αιώνων δουλείαν και διακοπήν της συνεχείας της αγνής Ελληνικής παραδόσεως, ό,τι ιδίως ανέδειξε και συνεκρότησε τον ελληνισμό, προς ον άλλως τε αι νέαι χώραι ουδέποτε συνεκοινώνησαν καθ’ ολοκληρίαν, εν πνεύματι και εν πολιτισμώ, ούτε ολοκλήρως απεδέξαντο τας πολιτειακάς ιδέας της κυρίως Ελλάδος, της Ελλάδος της Ιστορίας, εις το πρόσωπον δε του Σουλτάνου συνειθίσαντες ν’ ανευρίσκωση την πηγήν και την έκφρασιν της πάσης κυριότητος. Ουδόλως παράδοξον εάν εις τον βασιλέα των Ελλήνων αποδίδωση τιμάς ισοθέους και λατρείαν οι νέοι συμπολίται ημών. Εν τω προσώπω αυτού αναγνωρίζουσι και βλέπουσι την όλην Ελλάδα, χαιρετίζουσι εν αυτώ την πραγμάτωσιν του ονείρου των, να ίδωσι τον Σουλτάνον αντικαθιστώμενον παρά Βασιλέως ιδίου, χριστιανού, Έλληνος(σ.σ. η αντικατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από μία χριστιανική-βυζαντινή ήταν και το όραμα των Φαναριωτών). Τα Ζήτω των χιλιάδων αίτινες υποδέχονται τον Βασιλέα των Ελλήνων, εν Ηπείρω και εν Θεσσαλία, εισιν ειλικρινά…». Απάντηση στο άρθρο αυτό δίνεται από άλλο μεταγενέστερο όπου υπό τον τίτλο «Και σουλτάνος» αναφέρεται σαρκαστικά «Τι μανθάνομεν ήδη; Ότι ο Βασιλεύς των Ελλήνων είναι και Σουλτάνος… και ότι επομένως δύναται να ασκήσει σουλτανικήν εξουσία;». Όλα τα παραπάνω δηλώνουν ότι η εκκοσμίκευση της πολιτικής στην Ελλάδα θα αργήσει και θα αποτυπωθεί στον Διχασμό και τη σύγκρουση του βασιλιά με τον Βενιζέλο. 
Στην Ελλάδα, θα έχουμε δύο τύπους κοινωνιών: Πρώτη, αυτή που συνέστησαν οι περιοχές που εξαρχής απετέλεσαν το ελληνικό κράτος και είναι γνωστή ως «Παλαιά Ελλάδα» και η δεύτερη, αυτή που συνέστησαν οι περιοχές που ενσωματώθηκαν αργότερα στο ελληνικό κράτος και αποτέλεσαν την περιφέρειά του καθώς βασίσθηκαν στην τσιφλικάδικη ιδιοκτησία οθωμανικού τύπου και έμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός της διαχείρισης της κρατικής εξουσίας-και του κρατικού πελατειακού συστήματος. Πολιτικά, η «παλαιά Ελλάδα» θα ταχθεί στο πλευρό του βασιλιά, ενώ οι αργότερα προσαρτημένες περιοχές θα πάνε στην πλειονότητά τους με τον Βενιζέλο[6]
Πάντως, πίσω από τις περιγραφές διακρίνονται τα σημεία συνοχής και διαφοράς της υπό σύσταση νέας κοινωνίας και του νέου έθνους-κράτους. Αν η πίστη στο σουλτάνο είναι το σημείο συνοχής των διαφόρων μιλέτ-ι, που διέφεραν ως προς το θρήσκευμα, την εθνότητα και τη φυλή, η πίστη σε ό,τι συμβολίζει ο βασιλιάς έρχεται να αντικαταστήσει την αντίστοιχη του σουλτάνου και είναι σύστοιχη με την αντίληψη των φαναριωτών για την αντικατάσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από μία ελληνική. Επί της ουσίας, ο βασιλιάς έγινε προς στιγμήν (η Μεγάλη Ιδέα και οι αλυτρωτικοί μύθοι που κοινωνήθηκαν στο λαό κυρίως μέσω της Εκκλησίας) το σύμβολο της αλλαγής στην κλίμακα της πολυπολιτισμικής[7] αυτοκρατορίας με την πρωτοκαθεδρία τώρα των χριστιανών αντί των μουσουλμάνων. Ο βασιλιάς –από την εποχή του Όθωνα- θα επιχειρήσει να προσεταιρισθεί τους αγρότες που αποτελούσαν τα 2/3 του πληθυσμού μέσα από το μύθο του «πατερούλη»(προστάτη) αλλά και ότι δήθεν δεν μπορούσε να παρέμβει υπέρ τους λόγω των διεφθαρμένων ή ανίκανων πολιτικών. Στην πραγματικότητα, όμως, «όποιο κόμμα θα τολμούσε να ακολουθήσει ριζοσπαστική πολιτική θ’ αντιμετώπιζε την προγραφή από τις κυρίαρχες τάξεις και τις ξένες δυνάμεις και τελικά τον πολιτικό εξοστρακισμό του από το στέμμα…»[8].
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα επιφέρει μιαν ιδιότυπη εκκοσμίκευση της ελληνικής κοινωνίας, αφού θα στηρίξει τη συνοχή του ελληνικού έθνους σε ορθολογικές και όχι σε μεταφυσικές πίστεις και σύμβολα. Αυτό θα εκδηλωθεί πρακτικά μέσω της σύγκρουσης με τον βασιλιά. Ο Διχασμός, ειδωμένος υπ’ αυτή την οπτική γωνία, αποκτάει πέραν των πολιτικών και ιδεολογικά χαρακτηριστικά και εκτείνεται όχι μόνο μέχρι τον εμφύλιο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αλλά έως και σήμερα, εκφράζοντας την ανεύρετη σύνθεση ή διάκριση της ορθολογικής και της θρησκευτικής-ανορθολογικής συμβολικής τάξης. Για την ακρίβεια, ο βασιλιάς θα παραμείνει μέχρι τέλους του θεσμού(1974 ή μάλλον έως το 1967) ο κυρίαρχος διαμεσολαβητής της ξενικής εξάρτησης του πολιτικού συστήματος, ενώ θα έχει σε συμβολικό επίπεδο μία ιδιότυπη ταύτιση με το βυζαντινο-χριστιανικό ιδεώδες και τον μεγαλοϊδεατισμό.           
   Ο Γιώργος Δερτιλής[9] αναφέρεται στη διάσπαση μικροκληρούχων αγροτών σε φιλοβασιλικούς και αντιμοναρχικούς. Η αντίθεση αυτή επικαλύπτει την οικονομική καθώς ο βασιλιάς ή οι κοινοβουλευτικοί λειτουργούν σαν αμορτισέρ απορροφώντας τις κοινωνικές εντάσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα «σταφιδικά» οι γεωργοί ζητούσαν την παρέμβαση του βασιλιά!
Γι’ αυτό ο Δερτιλής αναφέρει την ισχυρή αυτονομία της πολιτικής ζωής από τις οικονομικές, κοινωνικές και ταξικές πραγματικότητες. Η αντίθεση μεταξύ αστών και γαιοκτημόνων δεν έγινε ποτέ ριζική –ήταν «ελάχιστη»- και δεν έγινε ποτέ πολιτική και κομματική διαμάχη, αναπτύσσοντας μια συμμαχία αστών και αγροτών.
Ποιοι είναι οι ιδεολογικοί λόγοι της μη εξανάστασης των αγροτών; Η μακρόχρονη κυριαρχία δημιούργησε την μοιρολατρία της «αναπόφευκτης μοίρας». Επίσης υπήρξε μία σύγχυση μεταξύ οικονομικών και εθνικών καταπιέσεων καθώς ο Τούρκος κατακτητής αποδείχθηκε ηπιότερος στην οικονομία από τον Έλληνα τσιφλικά. Επίσης, η οθωμανική παράδοση του μιλέτ, που δίνει την πρωτοκαθεδρία στη θρησκεία και στην Ορθόδοξη Εκκλησία καθώς και ο εθνικισμός που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια θόλωσαν τα όρια ανάμεσα στην κοινωνική διαμάχη και τον θρησκευτικό ή τον εθνικό αγώνα. Στον εθνικό αγώνα μάλιστα έχουμε μία διαταξική συμμαχία, η οποία όμως θα καταλήξει σε δύο εμφυλίους(Διχασμός και 1946-9).
 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Φ. Α. Δημητρακόπουλος, «Ο Νεοελληνισμός στη Λογοτεχνία, 19ος -20ος αι.», εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1985, σελ. 296
[2] Ο Ανώνυμος αναφέρει την «επανόρθωσιν» των Ελλήνων από τη «διαφθορά των ηθών» και του χαρακτήρος από την Τουρκοκρατία
[3] Ν. Θεοτοκάς, Παράδοση και νεοτερικότητα, Σχόλια για το 21, Τα Ιστορικά, τχ. 17 (Δεκέμβριος 1992), σ. 345-370
[4] Εφημερίδα ΑΙΩΝ, 6 Ιουλίου 1881, επιστολή Ι. Ισιδωρίδη Σκυλίσση(26 Ιουνίου 1881)
[5] Με τίτλο «Ζήτω και ζητώ»
[6] Κοινότητα Κοινωνία και Ιδεολογία, συλλογικό Παπαζήσης, 1990
[7] Ο Βολταίρος αναφερόταν στο «Μεγάλο Τούρκο» και την ανοχή της πολυθρησκευτικότητας (το σύστημα των έξι μιλέτ-ι) ως απάντηση στις αιματηρές ευρωπαϊκές συγκρούσεις με αφορμή τη θρησκεία.
[8] Γιώργος Δερτιλής, Κοινωνικός Μετασχηματισμός και Στρατιωτική Επέμβαση 1880-1909, Εξάντας, Αθήνα, 1985, σελ. 144
[9] Στο ίδιο


Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

5. Το μεγάλο δίλημμα-Το ματωμένο θέρος του 1882

Το 1881 όταν έγινε η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας στην ως τότε Ελλάδα τη διακυβέρνηση κατείχε o Κουμουνδούρος, τον οποίο διαδέχθηκε ο Χ. Τρικούπης. Στο μακρινό Μεξικό, εν τω μεταξύ, ο Φρ. Ζαλακόστα[1], μαθητής του ελευθεριακού χριστιανο-κοινωνιστή Πλωτίνου Ροδακανάκη, εκτελείται επειδή οργάνωσε την εξέγερση των αγροτών. Αλλά και στην πρόσφατα απελευθερωμένη από τον οθωμανικό ζυγό Άρτα οι πανηγυρισμοί της έλευσης του βασιλιά δεν μπορούν να καλύψουν την απελπισία των χωρικών, όχι μόνο γιατί απέκτησαν χειρότερο αφέντη, αλλά γιατί δεν μπορούσαν να μετακινηθούν από και προς τα κτήματα και τις βοσκές των ζώων τους, που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Όλα τα παραπάνω είναι ακατανόητα στον δημοσιογράφο[2] εξ Αθηνών που εξωτερικεύει τον… εσωτερικό του κόσμο στη θάλασσα του Ιονίου από το κατάστρωμα της πολυτελέστατης θαλαμηγού του βασιλιά «Αμφιτρίτη», η οποία δεν σήκωνε και πολύ τα κύματα, όπως οι ποιητές του δακρυοπλημμυρισμένου ρομαντισμού της εποχής δεν εσήκωναν και πολύ την άνοιξη. Ήταν Σεπτέμβρης του 1881 και αυτό ήταν το πρώτο ταξίδι του βασιλιά στις νεοενταχθείσες επαρχίες της Ελλάδας, την Άρτα[3] και τη Θεσσαλία. Μαζί του και δημοσιογράφοι από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της πρωτεύουσας, που κάλυπταν το γεγονός. Ο ειδικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Μη χάνεσαι» θα ηρεμήσει μόνο όταν το πλοίο εισέλθει στον περίκλειστο Αμβρακικό κόλπο και τα γαλήνια νερά του. Τότε μόνο θα αρχίσει και πάλι να παρατηρεί και να σημειώνει: «(…) εισήλθομεν τέλος εις τον Αμβρακικόν και περί την 6μμ είμεθα προ του Μενιδίου. Ακούων τις Μενίδιον νομίζει ότι θα είναι πόλις, πολίχνιον ή χωρίον. Τίποτε εξ όλων τούτων. Εν μόνον οικοδόμημα υπάρχει αυτόθι χρησιμεύον ως παντοπωλείον και τηλεγραφείον συνάμα. Την 9ην ώρ. της επιούσης, 16ης του μηνός, ο βασιλεύς εξήλθεν εις Μενίδιον και επιθεωρήσας τον αυτόθι στρατόν, εκίνησε προς την Άρταν, προηγούντο έφιπποι χωροφύλακες, είπετο δε η υπό τον ίλαρχον Γρίβαν ίλη… Ημίσειαν ώραν προ της Άρτας είχε στηθή αψίς σημαιοστόλιστος υπό των πέριξ χωρικών, χιλιάδες δε τούτων μετά των γυναικών και των τέκνων των υπεδέχθησαν τον βασιλέα με φρενητιώδεις ζητωκραυγάς… Προ της πόλεως προϋπήντησαν αντιπρόσωποι όλων των συντεχνιών και της ισραηλιτικής κοινότητος μετά σημαιών, ο δήμαρχος και ο Μητροπολίτης, περί τας δέκα χιλιάδας ανθρώπων, ων οι ημίσεις εκ των ουδετέρων χωρίων της Ηπείρου, ελθόντες εκεί δια την εμπορικήν πανήγυριν, ανέμενον επί των λόφων. Πάντες ούτοι μίαν φωνήν εξέβαλλον, εν ζήτω, το οποίον αντηχεί εισέτι μέχρι της καρδίας μου… Μετά την δοξολογίαν ο βασιλεύς κατέλυσε εις την αρχιεπισκοπήν… Μετά μεσημβρίαν περιήλθον τας οδούς και συνήντησα τον κ. Κουμουνδούρον επί κεφαλής 100 περίπου Αρτινών, σπείροντα μειδιάματα και χατιρλίκια… Τον βασιλέα γευματίζοντα εν τη οικία Καραπάνου συνοδεύει καθ’ εκάστην εισερχόμενον και εξερχόμενον πληθύς κατοίκων ζητωκραυγούντων…»[4].
Ο ανταποκριτής ,αν και καταγόμενος από την περιοχή, δεν παραξενεύθηκε που ο βασιλιάς έτρωγε στου Καραπάνου[5] και κοιμόταν στη Μητρόπολη[6]. Ούτε καν αναζήτησε τα γιατί και τα διότι πίσω από τους συμβολισμούς των γεγονότων. Δεν εξήγησε τι σήμαινε το γεγονός ότι στη Θεσσαλία, ο πεθερός του Καραπάνου, ο τσιφλικάς Χρηστάκης εφέντης Ζωγράφος επεφύλαξε ανάλογη υποδοχή και φιλοξενία στον βασιλιά (στο Μεσδάνι, σημερινό Αγναντερό), επενδύοντας στη σχέση αυτή και επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη του οικονομική ισχύ. Ο δημοσιογράφος τα θεωρεί όλα αυτά φυσικά και γι’ αυτό περί άλλων τυρβάζει και δη για κάποια γαργαλιστικά στοιχεία: «Η αρχιεπισκοπή, σημειώνει, είναι κτίριον παλαιόν… εντός τινος κοιτώνος εξεπλάγην ιδών κάτοπτρον αρκούντως μέγα, επί της υέλου δε κολλημένας χαρτίνους εικόνας, αποσπασθείσας εκ του Journal des modes de Paris!...»[7]
Βεβαίως, οι δραστηριότητες του Γεωργίου Α΄ περιγράφονται λεπτομερώς: Όπως ότι ο βασιλιάς θα περάσει το αρχαίο γεφύρι της Άρτας και θα βρεθεί στο τουρκικό έδαφος, όπου θα του αποδοθούν τιμές και τεμενάδες από τη στρατιωτική φρουρά, αποτελούμενη από Αλβανούς, το ευσταλές των οποίων δεν πέρασε απαρατήρητο από κάποιους της βασιλικής συνοδείας!
Μία νύξη για τη μεγάλη συμφορά που έπληξε τους Αρτινούς με την απελευθέρωση θα κάμει ο ανταποκριτής που υπογράφει ως «Ζ» αλλά πέραν τούτου ουδέν. Κανείς δεν θα δει ότι η πόλη αποκόπηκε από τον τροφοδότη κάμπο της[8].
Όπως σημειώνει η Αγγελική Σφήκα-Θεοδοσίου:
«… οι χωρικοί θα ήταν αναγκασμένοι να μεταβαίνουν σχεδόν καθημερινά στην απέναντι επικράτεια για την καλλιέργεια των κτημάτων ή των κήπων τους και τη συγκομιδή των καρπών και να επιστρέφουν το βράδυ. Οι δυσκολίες φάνηκαν αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης, όταν Οθωμανοί τελωνειακοί υπάλληλοι εγκαταστάθηκαν στη γέφυρα του Άραχθου και άρχισαν χωρίς καθυστέρηση να επιβάλλουν δασμούς εισαγωγής και εξαγωγής σε όλα τα διακινούμενα αγαθά. Το μέτρο όμως που έπληξε ιδιαίτερα τους Έλληνες ήταν η παρεμπόδιση της διέλευσης ακόμα και των μεταφορικών ζώων προς το ελληνικό έδαφος(με το πρόσχημα της γενικής απαγόρευσης εξαγωγής κτηνών από τις διάφορες επαρχίες του οθωμανικού κράτους). Το γεγονός αυτό ανάγκαζε τους χωρικούς να ξεφορτώνουν στη γέφυρα τα φορτία και να τα μεταφέρουν οι ίδιοι στην πόλη. Έτσι, εκτός από το φόρο της δεκάτης και τους τελωνειακούς δασμούς εξαγωγής που πλήρωναν κανονικά για τα προϊόντα τους στις τουρκικές αρχές έπρεπε να καταβάλλουν και δασμούς για την καθημερινή είσοδο και την έξοδο των μεταφορικών ζώων…».
«Άλλο σοβαρό ζήτημα ήταν η απαγόρευση της εισαγωγής σφαγίων, που δημιούργησε πιεστικά προβλήματα στην τροφοδοσία της πόλης –η έλλειψη είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή στα στρατιωτικά σώματα και στο στρατιωτικό νοσοκομείο-. Ενώ λοιπόν υπήρχαν χιλιάδες πρόβατα των Ελλήνων ποιμένων των Τζουμέρκων στις βοσκές που νοίκιαζαν ανέκαθεν στο απέναντι οθωμανικό έδαφος, εντούτοις απαγορευόταν η εισαγωγή των αρνιών στην Άρτα πριν από το μήνα Απρίλιο, γεγονός που οδηγούσε σε αδιέξοδο κτηνοτρόφους και καταναλωτές. Η τακτική αυτή των Οθωμανών δημιούργησε βάσιμες υποψίες στους Έλληνες ότι απέβλεπε στον εξαναγκασμό των κατοίκων σε μετανάστευση στη νεόδμητη γειτονική πόλη Χαμιδιέ(Φιλιππιάδα)…»(σ.σ. στο Ιμαρέτ παρέμειναν πολλοί, αναμένοντας τη ρύθμιση του θέματος).
Στις επανειλημμένες διαμαρτυρίες η Πύλη απαντούσε «ότι έδωσε εντολές για τη διευκόλυνση των κατοίκων και την προσωρινή, μέχρι την οριστική ρύθμιση του θέματος, ελεύθερη διάβαση των ζώων από τη γέφυρα στην πόλη, με μόνη την παροχή εγγύησης για επάνοδο στο τουρκικό έδαφος. Εντούτοις στην πραγματικότητα… δεν εφάρμοσε κανένα μέτρο…».
«Έτσι οι οθωμανικές αρχές εκτός από την επιβολή δασμών, εξακολουθούσαν να απαγορεύουν την εισαγωγή δημητριακών, τροφίμων, πτηνών, αυγών και κρεάτων στην πόλη και συνέχιζαν να παρεμβάλλουν εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση των ίδιων των κατοίκων, επικαλούμενες λόγους δημόσιας ασφάλειας. Τα γεγονότα αυτά σε συνδυασμό με ορισμένα άλλα συμβάντα, όπως πυρκαγιές στα κτήματα, αρπαγές των καρπών από ληστές, καθώς και τη βίαιη εκδίωξη των Αρτηνών από την αγορά στη δεξιά όχθη της γέφυρας, στην οποία ανέκαθεν έπαιρναν μέρος, επιδείνωναν την κατάσταση. Οι προοπτικές λοιπόν διαγράφονταν δυσοίωνες για τον πληθυσμό, εφόσον έπρεπε ή να πουλήσει τα κτήματά του σε ευτελείς τιμές ή να μεταναστεύσει στο οθωμανικό έδαφος».[9]
Η ελληνική κυβέρνηση απάλλαξε τις εισαγωγές από τους δασμούς, αλλά η οθωμανική κυβέρνηση δεν δέχτηκε να προβεί σε ανάλογες ρυθμίσεις.
«… ακόμη και στις αρχές του 1883, παρεμβάλλονταν με διάφορες προφάσεις εμπόδια στους χωρικούς που διάβαιναν τη γέφυρα του Άραχθου. Συγκεκριμένα, ο καϊμακάμης της Φιλιππιάδας(Χαμιδιέ) ισχυριζόταν ότι δόθηκε από την Πύλη διαταγή να απαγορευτεί σε όλες τις μεθόριες επαρχίες η έξοδος σε κάθε Έλληνα που δεν έφερε θεωρημένο από τα τουρκικά προξενεία διαβατήριο. Το μέτρο αυτό, εκτός από την ταλαιπωρία, συνεπαγόταν και οικονομική επιβάρυνση 20 γροσίων(5 δρχ.) για κάθε εξάμηνο, ποσό υπολογίσιμο για τους φτωχούς αγρότες ή εργάτες της περιοχής».
«Οξύτερο ωστόσο ήταν το ζήτημα που αντιμετώπισαν από την πρώτη στιγμή οι κτηνοτρόφοι. Είναι γνωστό ότι οι κάτοικοι των ορεινών χωριών της επαρχίας των Τζουμέρκων της Ηπείρου συνήθιζαν να μεταφέρουν το χειμώνα τα ποίμνιά τους δυτικά του ποταμού Άραχθου, στις πεδιάδες της Άρτας και της Πρέβεζας…»[10]. Στις περιοχές αυτές μάλιστα μίσθωναν κατά πάγια τακτική από τον προηγούμενο χρόνο βοσκές.        
 Τελικά, οι κάτοικοι των ορεινών χωριών έπρεπε να επιλέξουν τη διαμονή στο οθωμανικό έδαφος ή να χάσουν τα κτήματα και τα ζώα τους[11].
Το μόνο που βασάνιζε, όμως, τον Γεώργιο και την ακολουθία του, εν οις και οι δημοσιογράφοι, ήταν η αδιάκοπη βροχή, που τους  απέκλεισε εντός των διαφόρων καταλυμάτων, διακόπτοντας το πρόγραμμα του ταξιδιού τους προς Καλεντίνη, το μοναστήρι Σχορέσταινα(sic), τους Καλαρρύτες και ακολούθως προς τη Θεσσαλία. Ο εγκλεισμός λόγω του πρωτοφανούς και ανοίκειου για ανθρώπους συνηθισμένους στο ξηρό κλίμα των Αθηνών βρόχινου φαινομένου, δημιούργησε στους επισκέπτες διάφορες περίεργες ψυχολογικές καταστάσεις. Έτσι, κάποιοι και δη οι «υψηλότατοι» εξ αυτών, θέλησαν να ικανοποιήσουν τις λιβιδικές ενορμήσεις τους, ενώ έτεροι, οι χαμηλότεροι στην ιεραρχική κλίμακα, προσέφυγαν στον τρόπο εκτόνωσης των φτωχών, τη φιλοσοφία! Γι’ αυτό ο «ειδικός ανταποκριτής» του «Μη Χάνεσαι» θα σημειώσει: «Επίστευον πάντοτε εν Αθήναις, ότι τους Ηπειρώτας είχε χαυνώσει η μακρά δουλεία. Τους είδον, είδα πολλούς εκ Συρράκου έτι, ελθόντας εις συνάντησίν μου, και η συνάντησις αύτη ήτο δι’ εμέ πολλών συγκινήσεων πρόξενος. Τι να σοι είπω όμως!... ο τύπος της τουρκικής δουλείας παραμένει βαθύτατα εν αυτοίς εγκεχαραγμένος. Αίσθημα δεν λείπει, αλλά λείπει ο άγιος και προς μεγάλα άγων ενθουσιασμός…».
Το γεγονός ότι η «απελευθέρωση» δεν δημιούργησε τον «άγιο και προς μεγάλα άγοντα ενθουσιασμό» αποδίδεται στην ψυχοσύνθεση του δούλου, που συναινεί, αυτή δηλαδή που δημιούργησε η τουρκική δουλεία. Ο δημοσιογράφος δεν αναζήτησε άλλο λόγο. Θα έμενε, μάλιστα, έκπληκτος αν μάθαινε το μέγα πρόβλημα της διάβασης των συνόρων και του οικονομικού στραγγαλισμού των κατοίκων, ότι οι Συρρακιώτες έμειναν εκτός της συμφωνίας απελευθέρωσης και, ακόμη, πως πολλοί κάτοικοι προτιμούσαν την «δουλεία» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ζητώντας επισήμως να επανέλθουν σ’ αυτή παρά να ζουν υπό την απείρως σκληρότερη δουλεία των Ελλήνων τσιφλικάδων τύπου Καραπάνου ή Ζωγράφου και του «βαθέως παρα-κράτους» τους. Για την ακρίβεια «οι Έλληνες αγάδες, που αντικαταστήσανε του Τούρκους αγάδες…» ήταν πολύ χειρότεροι από τους δεύτερους[12].




[1] Η καταγωγή του είναι από το Συρράκο και τους Καλαρρύτες
[2] «ειδικός ανταποκριτής» της εφημερίδας «Μη χάνεσαι»
[3] Ο πληθυσμός της Άρτας σύμφωνα με την απογραφή του 1881 ήταν 13.954 χριστιανοί, 45 Οθωμανοί και 617 Εβραίοι, σύνολο 14616 άνθρωποι. Στα Τζουμέρκα κατοικούσαν 16.562 χριστιανοί. Όμως δεν απογράφηκε ο ακριβής πληθυσμός από το φόβο στρατολογίας και φορολογίας. Επίσης και ο αριθμός των μουσουλμάνων αμφισβητείται, γιατί δεν απογράφηκαν πολλοί εξ αυτών για να μη χάσουν την υπηκοότητα του Οθωμανού.
[4] Εφ. «Μη Χάνεσαι», Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 1881
[5] Στο Μη Χάνεσαι τομ. 2, αρ. 197, 1881, σημειώνεται: «Σήμερον αναμένεται ο κύριος Καραπάνος, η πέτρα του σκανδάλου… θα πολεμηθή δεινώς εν τοις χωρίοις ο Καραπάνος κατά τας προσεχείς βουλευτικάς εκλογάς, αν και η πόλις αποκλίνει υπέρ αυτού». Αξίζει να σημειωθεί αυτή η διαφορά της πόλης της Άρτας και των χωριών. Επίσης στην ίδια εφημερίδα σημειώνεται ότι «Ενταύθα, εύρον και τον κύριον Παχύν μετά της Κυρίας του…». Η γυναίκα λοιπόν του Παχύ, η Αιμιλία Σκουζέ, κόρη του αυλικού Σκουζέ, είναι η περίφημη femme politique, που επηρεάζει την περιφέρεια, δηλαδή τα χωριά, έναντι του Καραπάνου, που επηρεάζει την πόλη. Άρα το βαθύ κράτος του Καραπάνου εδρεύει εν Άρτη. Αυτό θα αλλάξει λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης από τα χωριά, κυρίως τα ορεινά, που θα ερημώσουν από το 1881 έως το 1920(και λόγω της μετανάστευσης).   
[6] Άλλη πληροφορία θέλει και να κοιμάται στου Καραπάνου
[7] «Μη Χάνεσαι» στο ίδιο. Η περιγραφή του Μητροπολίτη Σεραφείμ από τον ειδικό ανταποκριτή του «Μη Χάνεσαι» συνιστά κυριολεκτικά λίβελο: «Κυρίως, όταν επισκέπτομαι τον Μητροπολίτην Σεραφείμ, εννοώ ότι πατώ ακόμη δυστυχώς τουρκικόν χώμα. Μοι είναι αντικείμενον καθημερινής μελέτης η πανιερότης του. Σε υποδέχεται πηδηκτός και τρέχων προς την θύραν, με ανοικτάς αγκάλας και υποκλινόμενος. Φέρει διόπτρας, κάτωθεν αυτών ρίνα και χείλος, άτινα έχουσιν έκφρασιν ανθρώπου κωμικώς πάντοτε ηρεθισμένος. Όταν την πρώτην ημέραν τον είδα κατά την εν τη μητροπόλει δοξολογίαν, μόλις κατόρθωσα και υπέταξα τον πειρασμόν όστις με ώθει να γελάσω. Επ’ ευκαιρία της ελεύσεως του Βασιλέως έγραψεν στίχους… Ομιλεί ουχ’ ήττον πάντοτε περί των καθυστερουμένων μισθών και των παραγνωριζομένων υπηρεσιών των ανεψιών του…». Στη Μη Χάνεσαι με ημερομηνία 4 Ιουλίου 1882 δημοσιεύεται επιστολή που καταγγέλλεται ότι «…εκτός από τον λαϊκόν Καραπάνον έχομεν εδώ και έναν κληρικόν Καραπάνον, ένα Δεσπότη Ταταυλιανόν, ονομαζόμενον Σεραφείμ, λείψανον εναπομείναν εκ της μακαρία τη λήξει τουρκικής δυναστίας. Προ ημερών περιοδεύει στα χωρία Τζουμέρκων… Αρχίζουν από το χωρίον Καλεντίνα. Μόλις έφθασεν ο Δεσπότης εις αυτό, και με αγριωπόν αληπασσάδικο βλέμμα, το οποίον ετρόμαξε τον δυστυχή Σπανόν ιερέα του χωριού.
-Βρε-μπρε θέλω 25 δραχμάς να λειτουργήσω…
-Μα δεν έχομε Δεσπότη μου, είμαστε φτωχοί άνθρωποι…
-Να έχητε την κατάραν μου… Τας θέλω τας 25 δραχμάς…
Ο δυστυχής παπάς φοβούμενος μη τον κάμει αργόν, πωλεί την μόνην αγελάδα του. Το ίδιο κάνει στο χωριό Μπούγα, εκεί συγκέντρωσαν δέκα δραχμάς.
-Φέρτε μου, λέγει, άλλαις πέντε δραχμαίς, για να κάμω λιτανεία για ναβρέξη! Γιατί αν δεν διαβάσω εγώ, ποτέ δεν θα βρέξη!
Εκείθεν μετέβη εις Χόσεχι, ούτινος οι κάτοικοι είναι είλωτες του φιλανθρώπου ομογενούς Καραπάνου. Εκεί να ιδής δυστυχία… Και όμως ο άγιος-Γέρωντας και εκεί τα ίδια… Εκείθε πηγαίνει εις Βουλγαρέλιον… Γράφει δε εκείθεν βεζυρικήν τινά διαταγήν προς τους κατοίκους του χωρίου Λιψίστας, άλλους σκλάβους του οικτείρμονος φιλανθρώπου Καραπάνου, διατάσσων αυτούς να τω ετοιμάσωσι πήττας, ψητά, γιαγούρταις, κότες, και δραχμάς 25 και να παρευρεθώσι όλοι να διαβάσουν ευχάς στα μνήματα… όποιος λείψει θα πάθει κακόν. Εδώ από τον έπαρχον και στον ουρανό από τον διάβολο…»!      
[8] Σφήκα-Θεοδοσίου Αγγελική(1988, ΑΠΘ): Η προσάρτηση της Θεσσαλίας. Η πρώτη φάση στην ενσωμάτωση μιας ελληνικής επαρχίας στο ελληνικό κράτος(1881-1885)-Διδακτορική διατριβή
 [9] Στο ίδιο
[10] Στο ίδιο
[11] Στην εφημερίδα «Μη χάνεσαι»(Σεπτέμβριος 1881) επισημαίνεται πως «Η Άρτα έχει πολλά σχολεία… Ο Αρτινός, καλός έμπορος ή μεταπράτης, δεν ησθάνθη ακόμη την ευεργετικήν των γραμμάτων ανάγκην. Τούθ’ όπερ τον απασχολεί από της πρώτης της πολιτικής ελευθερίας του ημέρας είνε το ζήτημα της γεφύρας. Πάντα τα προϊόντα της εκείθεν του Αράχθου ευφόρου γης , ήτις κακή μοίρα παραμένει τουρκική, δεν δύναται να μεταφέρη εντεύθεν του ποταμού ακωλύτως. Η κατάστασης αύτη, εάν μη εξευρεθή μέσον τι διευκολύνον την ελευθέραν μεταφοράν, θα μαράνη εντελώς την αγοράν της εμπορικής πόλεως…».
 [12] Φ. Α. Δημητρακόπουλος, «Ο Νεοελληνισμός στη Λογοτεχνία, 19ος -20ος αι.», εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1985, σελ. 296

Ούτε σάχης ούτε αγιατολάδες

Με αφορμή το σχόλιο "Ούτε σάχης ούτε αγιατολάδες" θα αναζητήσουμε την αλήθεια, επιχειρώντας μία ιστορική αναδρομή στην αντιπαράθεση των ΗΠΑ με το Ιράν. Τον Ιούνιο του 2009 γράφαμε στο gpapaso.blogspot.com για τις διαδηλώσεις στο Ιράν εναντίον του σκληρού Αχμαντινεζάντ. Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και όλες οι δυτικές κυβερνήσεις επένδυσαν, τότε, στον μεταρρυθμιστή Μουσαβί . «Ακόμη και η πάλαι ποτέ αριστερή Liberation σημείωνε πως «30 χρόνια μετά την αναδίπλωση στην πίστη(σ.σ. λησμονείται η φιλοδυτική δικτατορία του Σάχη), στο Ιράν διακυβεύεται ένα κάποιο άνοιγμα». Το περιοδικό Marianne επισημαίνει «Ναι, υπήρξαν αντιπαραθέσεις. Ναι, υπήρξαν εκλογές… Ναι, υπήρξε νοθεία. Αλλά γιατί αποκλείεται, ομοίως, ο λαϊκισμός του Αχμαντινεζάντ να επιβλήθηκε;» Δεν θα αναφερθούμε στην ιντερνετική προπαγάνδα, ή τον εμφύλιο των blogs, ή ακόμα το βίντεο που αναρτήθηκε στο Twitter, όπου η ιρανική αστυνομία πυροβολεί ένα κορίτσι, μόνο που αυτό χρονολογείται από το 2007! Θα θυμίσουμε, πάντως, ότι η σημερινή αντιπαράθεση μεταξύ μεταρρυθμιστών και συντηρητικών στο Ιράν έχει προϊστορία. Σε παλιό άρθρο του Γιούργκεν Χάμπερμας στην Frankfurter Allgemeine Zeitung, όταν επισκέφθηκε την Τεχεράνη προσκεκλημένος του Κέντρου για τον διάλογο μεταξύ των πολιτισμών που δημιούργησε ο τότε πρόεδρος Mohhamad Khatami, καταγράφονται οι μεταρρυθμιστικές τάσεις και οι προβληματισμοί των Ιρανών θρησκευτικών και πολιτικών ηγετών. «Είναι πιθανό», σημείωνε ο Χάμπερμας, «ότι η κατατεμαχισμένη δομή της εξουσίας θα ανατραπεί μία μέρα από τη φορά της κοινωνίας. Είναι έκδηλο ότι η ανυπομονησία θα μεγαλώσει στο πλαίσιο του πληθυσμού, ωθούμενη από τις ενέργειες των μεταρρυθμιστών». Παρόλα αυτά, οι δυτικοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως βάρβαροι. Γιατί απέναντι στο δυτικό βλέμμα που βλέπει λανθασμένα την Ανατολή (Οριενταλίσμ) υπάρχει ένα αντίστοιχο βλέμμα (Occidentalisme). Στο χώρο της φιλοσοφίας υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον για τον Καντ και τις αναλύσεις των αγγλοσαξόνων. Το ίδιο συμβαίνει και με την πολιτική φιλοσοφία. Όμως, τα εφαλτήρια της πνευματικής αντιπαράθεσης προέρχονται από τις έννοιες και τους όρους που διαμόρφωσαν ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Πόππερ και υιοθετήθηκαν από τους Davari Ardakani και A. Soroush. Αλλά το μεγάλο ερώτημα και η τεράστια δυσκολία των μεταρρυθμιστών είναι να επιβάλλουν τον διαχωρισμό των δύο κόσμων, του θρησκευτικού και του πολιτικού. Στη Δύση η εκκοσμίκευση χρειάστηκε έναν Λούθηρο και ποταμούς αίματος, στην Ανατολή θα ακολουθηθεί η ίδια πορεία; Αυτό ήταν το ερώτημα που διατυπώναμε το 2009 και αφορά το «βλέμμα», δηλαδή την ιδεολογία. Παραδόξως, παρά τις διαφορές, ο Καντ είναι ο κοινός τόπος και στο Ιράν και τώρα στη νεοφιλελεύθερη Δύση. Υπό ορισμένες συνθήκες, συνεπώς, θα μπορούσε να υπάρξει διάλογος. Όμως το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει, διαμορφώνοντας νέους στόχους.
Σήμερα, η αυτοκρατορική ηγεμονία των ΗΠΑ αμφισβητείται καίρια από την Κίνα. Οι δύο πλανητικές υπερδυνάμεις,  ενώ αλληλοεξαρτώνται, συγχρόνως συγκρούονται. Η αμερικανική ανάπτυξη ως γνωστόν στηρίζεται στα τεράστια κινέζικα αποθέματα ρευστότητας και στην αγορά εκ μέρους της Κίνας των αμερικανικών ομολόγων. Παρόλα αυτά, οι δύο μεγάλες δυνάμεις συγκρούονται στην Αφρική και τώρα στην Ασία. Έχουμε συνεπώς, μία οικονομική (ειρηνική) σύγκρουση που τώρα τείνει να γίνει «θερμή» λόγω του πυρηνικού οπλοστασίου της Βόρειας Κορέας. Κι αυτό γιατί οι ΗΠΑ επιχειρούν να μειώσουν τον μείζονα ζωτικό χώρο της Κίνας. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος πριν γίνει «θερμός» είναι «ειρηνικός». Η αμφισβήτηση της πλανητικής ηγεμονίας των ΗΠΑ από την Κίνα δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η δεύτερη νικά τις πρώτες κατά μέτωπο, αλλά ότι συγκροτεί βαθμηδόν γύρω της έναν μείζονα χώρο, απαγορεύοντας στην πλανητική ηγεμονική Δύναμη (τις ΗΠΑ εν προκειμένω) να επεμβαίνει με οιονδήποτε τρόπο στον χώρο αυτό. Αυτός είναι ο λεγόμενος «ειρηνικός πόλεμος».
Αλλά γιατί οι ΗΠΑ «ρίχνουν λάδι στη φωτιά» όπως τις κατηγορούν οι κινέζοι; Ο αναπροσανατολισμός του αμυντικού δόγματος της Ουάσινγκτον προς την Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό επιβεβαιώνει όσους υποστήριζαν πως η Αμερική ρίχνει στο τραπέζι το δικό της ισχυρό χαρτί, δηλαδή τη στρατιωτική της υπεροπλία, έναντι της οικονομικής υπεροχής της Κίνας. Στην Ασία βρίσκεται το νέο κέντρο βάρους της αμερικανικής αμυντικής στρατηγικής. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ είναι η Ινδία, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Ταϊβάν και αντίπαλος η Κίνα και δευτερευόντως το Ιράν. Άραγε, όλα αυτά προοιωνίζονται ένα νέο Παγκόσμιο Πόλεμο; Για την ώρα ο πόλεμος είναι μία απειλή(μία μόνιμη «κατάσταση ανάγκης») που επικρέμαται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των λαών, κρατώντας τους ανίκανους να προβούν σε οποιαδήποτε αντίδραση. Μη λησμονούμε ότι και ο οικονομικός ναζισμός των Γερμανών βασίζεται σ’ αυτή τη διαρκή «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Συνεπώς δεν έχουμε ούτε ειρήνη ούτε πόλεμο. Ή αλλιώς, έχουμε και ειρήνη και πόλεμο. Τα δύο αντίθετα συνυπάρχουν, όπως και οι δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη, οι ΗΠΑ και η Κίνα, αλληλοεξαρτώνται και συγχρόνως συγκρούονται.
Σ' αυτό το γεωπολιτικό πλαίσιο τα «κινήματα του δρόμου» σε συνδυασμό με τους μιντιακούς θερμοστάτες (ΜΜΕ) χρησιμοποιούνται για την αύξηση της πολιτικής θερμοκρασίας και της ενδεχόμενης καθεστωτικής αλλαγής υπέρ των ΗΠΑ… 

ο φασισμός και ο ναζισμός επελαύνουν

  [ ARTI news / Κόσμος / 07.09.26 ] Σε όλη την Ευρώπη, ακροδεξιοί ρατσιστές κάνουν πολιτικές προόδους, όπως είδαμε ξανά αυτό το Σαββατοκ...