Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Το υποκείμενο της ιστορίας

Πρωτομαγιά. Ημέρα συνυφασμένη με τους αγώνες των εργαζομένων. Κάποτε, ο ταπεινωμένος και κατακερματισμένος εργαζόμενος έβρισκε την ισορροπία του, καταφεύγοντας στους οργανωμένους ομοίους του, στο σωματείο. Εκεί στο συνδικάτο και μέσα από τους αγώνες επανοικειοποιούνταν την απολεσθείσα αξιοπρέπειά του και έτσι μπορούσε να επανασυστήσει τον εαυτό του. Σήμερα, όμως, τα συνδικάτα δεν παίζουν το ρόλο της ανάκτησης του χαμένου εαυτού λόγω της εργασιακής αλλοτρίωσης, ούτε αμφισβητούν την κυρίαρχη πολιτισμική συνθήκη. Η τελευταία επιβάλλεται από τους φορείς της κουλτούρας του νέου καπιταλισμού(Ρ. Σένετ), κομίζοντας στον εργασιακό βίο το τέλος της ισόβιας απασχόλησης. Σύμφωνα με την τελευταία, οι εργαζόμενοι θα πηγαίνουν από δουλειά σε δουλειά, αλλάζοντας διαρκώς επαγγέλματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν θα υπάρχει μία ενιαία αίσθηση ταυτότητας ούτε η δυνατότητα βιοαφήγησης, κανένα μακροπρόθεσμο Εγώ, κανένας εαυτός, καμία μακροπρόθεσμη δέσμευση.
Οι εργαζόμενοι, έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ, προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Όλα, ο πόλεμος, ο ιοβόλος θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι’ αυτό αδιάφορα.
Σήμερα, ισχύει ό,τι έλεγε πριν πάρα πολλά χρόνια ο Λέων Τολστόι: «Οι κυβερνήτες και οι πλούσιοι εξουσιάζουν τους εργάτες μόνο επειδή και οι εργάτες επιθυμούν το ίδιο, με αυτούς τους ίδιους τρόπους να εξουσιάζουν τον αδελφό τους εργάτη. Για τον λόγο αυτόν –επειδή ταυτίζονται μαζί τους απέναντι στη ζωή- οι εργάτες δεν μπορούν να εξεγερθούν σε μία πραγματική επανάσταση εναντίον των καταπιεστών τους… (γιατί) μέσα του(σ.σ. στον εργάτη) υπάρχει η συναίσθηση ότι κι αυτός θα έκανε το ίδιο, ή το κάνει κιόλας έστω σε μικρότερο βαθμό απέναντι στ’ αδέλφια του…»(Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα). Να, λοιπόν, γιατί χρειάζεται μία αντικαταναλωτική κουλτούρα, μία κουλτούρα αδελφοσύνης και αλληλεγγύης, μία κουλτούρα συντροφικότητας, γενικά μια νέα συμβολική τάξη αξιών και αντιλήψεων ικανή να λειτουργήσει χειραφετητικά και απελευθερωτικά για τους εργαζόμενους.
 Πάντως, οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης για την ώρα ελλείπουν. Έχουμε «από-ρομαντικοποιήσει» τις ζωές μας. Η συγκίνηση, βέβαια, υπάρχει, αλλά είναι στιγμιαία, καθώς περνάμε αμέσως σε κάτι άλλο: στην καθημερινή μας αγριότητα. Στο πολιτικό πεδίο, η πολιτική ως εξουσιαστική δύναμη, την οποία υφίστανται οι «κάτω», είναι μια χειραγώγηση από τους "πάνω", κάτω από τη μάσκα του γενικού συμφέροντος και με τη χρήση ενός καθολικής φύσεως οργάνου, του κράτους. Αλλά για να χειραγωγήσουν και να φενακίσουν οι πλανητικοί ή οι εγχώριοι επικυρίαρχοι την υπόλοιπη κοινωνία με μία ορισμένη ιδεολογία, πρέπει την ίδια στιγμή να φενακίζονται και οι ίδιοι. Γιατί σε μία κοινωνία ξένωσης η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση ξένωσης. Η ξένωση(αυτή που ο Μαρξ αποκαλεί «αλλοτρίωση») παρουσιάζεται ως ξένωση των θεσμών έναντι της κοινωνίας. Γι’ αυτό οι θεσμοί αυτονομούνται έναντι της κοινωνίας, όπως σημείωνε ο Καστοριάδης.
Η αυτονόμηση αυτή των θεσμών είναι το πρώτο βήμα για να καταστεί ένας θεσμός αδιαφανής και φυτώριο διαφθοράς, αφού παύει να είναι τόπος αντιπαράθεσης των κοινωνικών δυνάμεων και, συνεπώς, επιχείρησης αλλαγής των συσχετισμών με δημοκρατικό τρόπο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί η πολιτική να γίνει κάτι άλλο από μία τεχνική της εξουσίας; Ναι, στο μέτρο που θα γινόταν η συνειδητή έκφραση των προσδοκιών και των συμφερόντων της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η πάλη των «κάτω» δεν θα αφορά μόνο την άμυνα των δικών τους συμφερόντων αλλά και την υπεράσπιση ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς θα επιδιώκουν την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Αλλά ποιοι είναι σήμερα οι «κάτω»; Ποιοι είναι αυτοί που αγωνίζονται για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας; Η αγωνιστική ευαισθησία και η υπεράσπιση της καθολικότητας κατοικεί στους απόκληρους, στο πλεονασματικό, υπεράριθμο και διαθέσιμο προς ανάλωση στοιχείο των αποκλεισμένων, των άνεργων και των ανέστιων, των προσφύγων και των μεταναστών, των γυναικών και των διαφορετικών, των νέων και των θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό το «καταραμένο απόθεμα» εκφράζει τη νέα ριζοσπαστική καθολικότητα, το Όλον σε αντίθεση με τους «πάνω» που εκφράζουν τους "λίγους" και τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Το θέμα, όμως, είναι, αν μπορεί να υπάρξει η πολιτική οργάνωση και αντίσταση των απόκληρων, αν αυτό το ιστορικό υποκείμενο θα δράσει "για τον εαυτό του", αν θα πάψει δηλαδή να σκέφτεται με τον τρόπο των αφεντικών…http://artinews.gr/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BA%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1.html

Σαραμάγκου: Το φονικό μίσος των ομοίων

Ο νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας Ζ. Σαραμάγκου(1922-2010) είναι από τους αγαπημένους μου, καθώς είναι από εκείνους που ασχολήθηκαν με την ανθρώπινη «τύφλωση», την οποία προσέγγισε ως ένα ακραίο όριο των εκκεντρικοτήτων, των αυταπατών της φιλαυτίας και των παθών μας, που αλλιώς ονομάζεται τρέλα. Ο πλανήτης Γη, έγραφε, κατάντησε ένα «πλοίο των τρελών», που ροκανίζουν χάριν παιδιάς το σκαρί του, ενώ σκέφτονται με όρους σκοταδιού και λόγο θαμπωμένο. Παραδόξως, οι «τυφλοί» νομίζουν πως βλέπουν ό,τι φαντάζονται και λογίζουν την τρέλα τους ως λογική.
Όλα, βέβαια, ξεκίνησαν από ένα είδος επιστήμης, βασισμένο στην καρτεσιανή φυσική –ένα είδος ορθού λόγου σαν το κρεβάτι του Προκρούστη- που έγινε μία δήθεν μάθηση του φωτός, που, όμως, κόβει ό,τι περισσεύει, θεωρώντας το παράλογο, ως κάτι σκοτεινό και μεταφυσικό. Αυτός ο ακραίος διαχωρισμός της «μέρας από τη νύχτα» αποκλείει κάθε διαλεκτική και κάθε συμφιλίωση, απορρίπτει τα μισόφωτα, τις αποχρώσεις, το λυρισμό, την άρρηκτη ενότητα της φύσης και το ασυμβίβαστο μοίρασμα της τραγικής ύπαρξης, αποκλείει την Τραγωδία, που συντελείται μέσα στην ενότητα του χρόνου και των πραγμάτων. Όλα εδώ είναι ή Φως ή Σκοτάδι. Ή το ένα ή το άλλο. Έτσι, η αλήθεια περιχαρακώνεται, το ίδιο και η τάξη, αποκλείοντας όλες τις ενδιάμεσες καταστάσεις από την επικράτειά της. Ζούμε στην εποχή του homo mente captus (παράφρονος ανθρώπου) μας είπε ο Σαραμάγκου πριν αναχωρήσει από τη ζωή. Ζούμε στον καιρό εκείνου του είδους ανθρώπου, του φασιστάνθρωπου που επιχειρεί να λύσει το αίνιγμα των επιλογών του, εμβαθύνοντας ακραία την αρνητικότητά του και φιλοσοφώντας με σφυριά, τσεκούρια και μαχαίρια.
 Έχει πλέον εξοριστεί η δυνατότητα ενός Λυρισμού της Επιθυμίας και η δυνατότητα μιας Ποίησης του Κόσμου και της Καρδιάς, χάθηκε εκείνη η θετική, «μερική τρέλα» που μέσα στην τελειωτική, παροξυμμένη μοναξιά του λυρισμού της, έβρισκε μέσα από μια άμεση αντιστροφή, το αρχικό τραγούδι του κόσμου. Γι’ αυτό πλέον πορευόμαστε «τυφλοί» χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς νόστο, κατευθείαν στο τίποτα, χωρίς καν την κραυγή του τέλους. «Λένε, έγραφε ο Σαραμάγκου, πως μισεί κανείς τον άλλο μόνο όταν μισεί τον εαυτό του, το χειρότερο όμως απ’ όλα τα μίση είναι αυτό που βαραίνει όταν δεν μπορείς ν’ αντέξεις την ομοιότητα του άλλου…». Ο άνθρωπος συνεχίζει την ιστορία του εσωτερικού μαρασμού, των συνεχών μεταμορφώσεων, από σκουλήκι σε πεταλούδα, από ανόργανος σε οργανικό, από σαλιγκάρι σε χρυσαλίδα, αλλά κάποιες φορές όταν η αντίδραση στο μαρασμό εξωτερικεύεται, τότε η μεγάλη οργή των πράων οδηγεί στις μεγάλες εκπυρώσεις και αλλαγές.
Είναι φορές που το σαλιγκάρι συρρικνώνεται και κλείνεται στο καβούκι του έξω από τη χαρά και πέρα από τη θλίψη. Πλήρης μαρασμός και αφυδάτωση από συναισθήματα, δηλαδή τρέλα. Ο κίνδυνος είναι εκεί έξω, απροσδιόριστος, πραγματικός, ή μη, πάντως ανάλογος με την ψυχική διάθεση. Η συρρίκνωση, η κατάθλιψη, το κλείσιμο στο καβούκι είναι η έσχατη άμυνα απέναντι στην απώλεια ταυτότητας, στην απώλεια νοήματος, στην απώλεια πραγματικής, δηλαδή αγαπητικής επικοινωνίας, να ’χεις κάποιον να σ’ αγαπά, να μπορείς να βλέπεις σ’ αυτόν τον εαυτό σου(και τώρα η άμυνα απέναντι σ' έναν ιό). Στην εκούσια ή ακούσια μοναξιά ο εχθρός είναι πάντα εκεί έξω, είναι πάντα εκεί μέσα, είσαι εσύ “όμοιέ μου, αδελφέ μου”, είναι ο άλλος ως κόλαση, είναι ο εντός μας ξένοςο άλλος μας εαυτός. Αυτός ο εαυτός με τη μορφή του άλλου που απορρίπτεται, ή μάλλον έχει απορριφθεί προ πολλού από ανάγκη, επιλογή ή τύχη. Το σαλιγκάρι απορρίπτει με το να μαζεύεται. Το κλείσιμο, η καφκική συρρίκνωση σημαίνει το φόβο απέναντι στον άλλο, τον ξένο πλην τόσο οικείο εαυτό, τον απωθημένο και εξορισμένο εαυτό που κάποτε –όχι πάντοτε- επιστρέφει από την υπερορία για να απαγγείλει τις κατηγορίες του. Και τότε, υπάρχει το ενδεχόμενο να αρχίσει η ρώσικη ρουλέτα μεταξύ των δύο εαυτών, το έσχατο και πιο δραματικό παιχνίδι που μπορούν να παίζουν μόνο οι άνθρωποι της άκρας ευαισθησίας.
“Ο άνθρωπος αντίγραφο”, λοιπόν, του Ζοζέ Σαραμάγκου είναι ακριβώς η συνάντηση με τον άλλο μας εαυτό. Ο καθηγητής της ιστορίας Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο, αυτός που προτείνει το μάθημα της ιστορίας να διδάσκεται όχι από πίσω προς τα μπρος, αλλά από μπροστά προς τα πίσω –σαν το ταξίδι της πέστροφας προς τις πηγές-, ο παντρεμένος που δεν ξέρει γιατί παντρεύτηκε, ο διαζευγμένος που δεν ξέρει γιατί χώρισε, ο δεσμευμένος που δεν γνωρίζει τι είναι αυτό που τον συνδέει με τη Μαρία Ντα Παζ, αυτός που ζει και δεν θυμάται πια γιατί ζει, αυτός που δέχεται ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο ως την πλέον ακραία παραβίαση της ελευθερίας του και ως πατερναλισμό (από εδώ προκύπτει η τρομερή οργή των πράων), ο Τερτουλιάνο Μάσιμο Αφόνσο είναι ένας τυπικός σαραντάρης κι ένας απέραντα μοναχικός άνθρωπος, που ανακαλύπτει τυχαία, αλλά την κατάλληλη στιγμή, βλέποντας μία βιντεοκασέτα, τον άλλο του εαυτό, έναν όμοιό του, έναν σωσία, ένα πανομοιότυπο αντίγραφό του, το διπλό του, την αρμονική του εαυτού του. Τότε αρχίζει η αναζήτηση και η ανακάλυψη του άλλου εαυτού, του πανόμοιου που είναι ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός, ο Αντόνιο Κλάρο, που ζει στην ίδια πόλη. Ο ήρωας θα ξεκινήσει την “εκστρατεία” παρά τις προειδοποιήσεις της μάνας-Κασσάνδρας για τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει αυτός ο Δούρειος Ίππος για την Τροία. Οι δύο όμοιοι εαυτοί συγκρούονται διεκδικώντας ο καθένας για τον… εαυτό του την πρωτοτυπία, όπως ο Κάιν από τον Άβελ την πρωτοκαθεδρία. Ο άλλος δεν αναγνωρίζεται παρά ως το αντίγραφο, μια απλή μίμηση της φύσης! Τελικά, η ανθρώπινη περιπέτεια της αναζήτησης νοήματος και του άλλου μας εαυτού οδηγεί σε μια επιγραφή που γράφει: “Άβυσσος”.

Α. Καμύ: Η πτώση

Ο Γερμανός φιλόσοφος Ε. Χούσερλ ήταν εκείνος που έκανε τη διάκριση μεταξύ του «θέλω να πω» του συγγραφέα -ή όπως αλλιώς λέμε, της πρόθεσης του κειμένου- και της «σημασίας» με την έννοια του νοήματος που διαπερνά το απλό παιχνίδι της γλώσσας του κειμένου. Η διάκριση αυτή είναι απολύτως αναγκαία στην περίπτωση της «Πτώσης» του Αλμπέρ Καμύ, διότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο κείμενο που αναφέρεται σ’ ένα επίσης πολύπλοκο «πρόσωπο», το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως «διπρόσωπο»!
«Αποδέχτηκα τη διπροσωπία αντί να λυπάμαι γι’ αυτήν... βολεύτηκα σ’ αυτήν και βρήκα τη γαλήνη που έψαχνα σ’ όλη μου τη ζωή. Είχα άδικο, κατά βάθος, που σας είπα ότι η ουσία είναι ν’ αποφύγεις να σε κρίνουν. Η ουσία είναι να μπορείς να επιτρέπεις τα πάντα στον εαυτό σου, έστω κι αν χρειάζεται να παραδέχεσαι που και που, επίμονα, ότι είσαι ανάξιος». Η «διπροσωπία» είναι η λύση του προβλήματος, το οποίο προέκυψε από την όλη «αρνητική» πορεία και την παρακμή του Γιάννη Βαπτιστή Κλαμάνς. Ενός λαμπερού «γητευτή» -η γοητεία λειτουργεί κατά την περίοδος της ακμής- αλλά και εγωπαθούς παριζιάνου δικηγόρου που τελικά έγινε δικηγόρος των λωποδυτών και των εκδιδομένων γυναικών του Άμστερνταμ.
Η «Πτώση» του Κλαμάνς επικαθορίζεται από την πτώση ενός άλλου προσώπου που εμφανίζεται φευγαλέα, αλλά καθοριστικά για το μέλλον του πρωταγωνιστή. Πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα που πέφτει και πνίγεται στα νερά του Σηκουάνα χωρίς ο Κλαμάνς να προσπαθήσει να τη σώσει, γεγονός που σημαδεύει τη μετέπειτα ζωή του. Η "προδοσία" θα τον κυνηγά, έστω κι αν πρόκειται για μια παθητική και όχι ενεργητική προδοσία. Με άλλα λόγια δεν ευθυνόμαστε μόνο για τις πράξεις μας αλλά και για την παθητικότητά μας, δηλαδή τις παραλήψεις μας. Ο Κλαμάνς είναι «προδότης» λόγω της φοβίας και της παθητικότητάς του, της μη εμπλοκής του, της άρνησής του να επενδύσει στην πραγματικότητα και, ακόμη, λόγω της αγάπης μόνο για τον εαυτό του. Η στιγμή της κρίσης θα είναι πάνω στη γέφυρα των Τεχνών και θα επισυμβεί μ’ ένα γέλιο. Το γέλιο αυτό θα ξεσκίσει την εικόνα, τη μάσκα του θεατρίνου, του υποκριτή Κλαμάνς και θα αποκαλύψει το κενό, την έλλειψη μιας πίστης, μιας ταυτότητας.
Πέραν της αφήγησης και της κατάληξης του πρωταγωνιστή της, η έννοια της Πτώσης έχει τη συνδηλωτική δύναμη της εκ-πτωσης του Αδάμ από τον παράδεισο. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο το ψευδώνυμο του «Ιωάννη του Βαπτιστή», αλλά εν προκειμένω έχουμε έναν αντι-Ιωάννη Βαπτιστή καθώς δεν προαναγγέλλει τη σωτηρία και τη «χάρη», αλλά μόνο την τιμωρία. Ο Κλαμάνς τοποθετεί την ανθρωπότητα πίσω από τα σύμβολα της ενοχής και της αδυναμίας συγχώρεσης. Εξάλλου, η Δευτέρα Παρουσία επισυμβαίνει καθημερινά καθώς δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από «την κρίση των ανθρώπων». Συνεπώς, η Πτώση για την ανθρωπότητα είναι διαρκής και αποστερημένη της προοπτικής της «χάριτος».
Τι θέλει να μας πει με την «Πτώση» ο Καμύ; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να δούμε τις ιδιαίτερες συνθήκες στις οποίες βρίσκονταν ο συγγραφέας όταν έγραψε αυτό το κείμενο. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στη χρονική περίοδο του πολέμου της Αλγερίας (γενέθλιο τόπο του Καμύ) και την έκκληση του συγγραφέα για ανακωχή (μεταξύ των Γάλλων αποικιοκρατών και των εξεγερμένων Αλγερινών) που πέρασε απαρατήρητη. Την ίδια εποχή οι «υπαρξιστές» με τους οποίους ο Καμύ μοιράζονταν τις ίδιες αρχές του επιτίθενται μέσα από το περιοδικό «Μοντέρνοι καιροί»(δηλαδή ο Σαρτρ) για το «παράλογο της φιλοσοφίας του», την οποία χαρακτήριζαν αστική και αντιδραστική. Όλα τούτα σήμαναν, μια αλλαγή, την «Πτώση», τη διάρρηξη σχέσεων και δεσμεύσεων, αλλά και τη συνεπαγόμενη απελπισία. Ίσως, λοιπόν, η «Πτώση» να είναι η απάντηση του Καμύ σ’ αυτές τις επιθέσεις. Πίσω από τις μηδενιστικές θέσεις δεν πρέπει να δούμε τον Καμύ αλλά τους υπαρξιστές και τη φιλοσοφία της ενοχής. Εξάλλου, όπως γράφει στις «σημειώσεις» του ο συγγραφέας: «Οι ‘’Μοντέρνοι καιροί’’, αποδέχονται το προπατορικό αμάρτημα, αλλά αρνούνται τη χάρη».
Στο παρόν αφήγημα όταν ο Καμύ γράφει «προσκαλώ τον καλό λαό να υποταχτεί και να επιδιώξει ταπεινά τις ανέσεις της δουλείας, έστω κι αν χρειάζεται να την παρουσιάσω σαν την ελευθερία», αναφέρεται στους υπαρξιστές. Τους ίδιους, τέλος, μέμφεται όταν τονίζει πως «αφού δεν γινόταν να καταδικάσουμε τους άλλους χωρίς να κρίνουμε τον εαυτό μας, θα πρέπει να ρίξουμε όλα τα βάρη πάνω μας, για να έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους άλλους». Ακόμη και η θυσία των υπαρξιστών είναι για τον Καμύ μια υπόθεση εξουσίας: «Πάνω απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος, θα σηκώνατε τότε το φρεσκοκομμένο ακόμα κεφάλι μου, για να δουν σ’ αυτό οι άνθρωποι τον εαυτό τους, κι έτσι, παραδειγματικός, να τους εξουσιάζω πάλι»!

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Σόιμπλε, Χατζηδάκης και οι νεοβάρβαροι του χρήματος

Ποιο είναι πιο σημαντικό; Η ανθρώπινη ζωή ή η ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Η δεύτερη λέει ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας Β. Σόιμπλε (συνέντευξη στην εφημερίδα Tagesspiegel). «Όταν ακούω ότι όλα υποχωρούν μπροστά στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, πρέπει να πω ότι αυτό δεν είναι απόλυτο. Υπάρχει στάθμιση και αλληλοπεριορισμός στα ανθρώπινα δικαιώματα. Εάν υπάρχει μία απόλυτη αξία στο Σύνταγμά μας, αυτή είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτή είναι απαραβίαστη. Αλλά αυτό δεν αποκλείει ότι κάποτε θα πεθάνουμε...». Το Σύνταγμα σύμφωνα με τον… νομιμόφρονα κ. Σόιμπλε έχει απαραβίαστη αξία την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια», αλλά όχι την «ανθρώπινη ζωή», αφού «κάποτε θα πεθάνουμε», όπως λέει! Εύλογα θα ρωτούσε κανείς, τι να την κάνω την αξιοπρέπεια αν δεν ζω; Πώς, αλήθεια, είναι δυνατόν να υποστηρίζει κάποιος την αξιοπρέπεια και όχι την ανθρώπινη ζωή;
Η επιχειρηματολογία του κ. Σόιμπλε μπορεί να στηριχθεί στην άποψη του Βοκάκιου, του Καμύ και του Σαραμάγκου, που έγραφαν στα έργα τους πως η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής αλλά η απώλεια των ιδιοτήτων που μας κάνουν ανθρώπους, που συνιστούν την ανθρωπιά μας. Και ρωτάμε τον Σόιμπλε: δεν συνιστά απανθρωπιά να επιλέγεις τους ασθενείς γιατί δεν έχεις μονάδες εντατικής θεραπείας (λόγω των πολιτικών λιτότητας), και να στέλνεις τους ασθενείς να πεθάνουν στο σπίτι τους; Δεν συνιστά απανθρωπιά κάποιοι να έχουν πρόσβαση στην υγεία(οι πλούσιοι που καταφεύγουν στα πανάκριβα ιδιωτικά θεραπευτήρια) και άλλοι όχι; Κάποιοι να κάνουν τα πανάκριβα τεστ και άλλοι όχι; 
Όταν ξυπνάς μ’ έναν νεκρό δίπλα σου, παύεις να είσαι άνθρωπος, έγραφε ο Πρίμο Λέβι. Όταν κοιμάσαι και ξυπνάς με τον τρόμο του θανάτου που έχει το «πρόσωπο του διπλανού» σου, παύεις να είσαι άνθρωπος. Για ποια αξιοπρέπεια μιλάει άραγε ο κ. Σόιμπλε όταν οι πολιτικές λιτότητας που επέβαλε στην Ελλάδα και, τώρα, προκρίνει για ολόκληρη την Ευρώπη, θα στείλουν κόσμο και κοσμάκη στην ανεργία, στην απώλεια του Προσώπου, της αξιοπρέπειας;
Αλλά όταν ο Β. Σόιμπλε, μιλάει για «ανθρώπινη αξιοπρέπεια», εννοεί την οικονομία: «δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε την απόφαση αποκλειστικά στους επιδημιολόγους, αλλά πρέπει να σταθμίσουμε και τις σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές ή άλλες επιπτώσεις. Αν κλείσουμε τα πάντα για δύο χρόνια, οι συνέπειες θα ήταν τρομακτικές»(σ.σ. το ίδιο είπε και ο Σ. Τσιόδρας!)». Πρώτα και πάνω απ’ όλα, λοιπόν, η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ! Πάνω από τον άνθρωπο η οικονομία. Για να είμαστε ακριβείς, όχι πάνω απ’ όλους τους ανθρώπους. Μόνο για τους «κάτω», μόνο για τους πολλούς, για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους μικρομεσαίους, για τους ηλικιωμένους, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους άνεργους…  
Ο Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ στο βιβλίο του «Αφανισμός μια κατάρρευση» έγραφε ότι στην Αυστρία κα στη Γερμανία κατοικούν οι «νεοβάρβαροι του χρήματος» που έχουν αναγάγει σε ύψιστη τέχνη τον καιροσκοπισμό. Γιατί εδώ ο εθνικοσοσιαλισμός είναι έμφυτος! Εδώ τον κάθε άνθρωπο «τον έχει αδράξει γερά η απληστία, η ανοικτιρμοσύνη, η ατιμία, το ψέμα, η υποκρισία, η χαμέρπεια». Εδώ οι άνθρωποι «έχουν χάσει το πρόσωπό τους», σημείωνε ο Μπέρνχαρντ. 
Αλλά οι νεοβάρβαροι του χρήματος δεν κατοικούν μόνο στο βορρά, κατοικούν και στο νότο. Πάνω απ’ όλα, την οικονομία, τις επενδύσεις θέτει και ο Έλληνας υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κ. Χατζηδάκης, που δήλωσε ότι το περιβαλλοντικό και το χωροταξικό νομοσχέδιο, θα κάνουν την Ελλάδα σημείο αναφοράς στην προσέλκυση επενδύσεων που «τις χρειάζεται η χώρα περισσότερο παρά ποτέ»! Και ο άνθρωπος και το περιβάλλον, όλα στην υπηρεσία της οικονομίας, των επενδύσεων, δηλαδή του ΚΕΡΔΟΥΣ! Μόνο που αυτή η εφαρμοσμένη αντίληψη, όπως τη βιώνουμε σήμερα με τον πιο τραγικό τρόπο, οδηγεί τον πλανήτη, τη φύση, τον άνθρωπο στην καταστροφή…

Το ιστορικό υποκείμενο που εκφράζει όλη τη κοινωνία σήμερα



Πρωτομαγιά. Ημέρα συνυφασμένη με τους αγώνες των εργαζομένων. Κάποτε, ο ταπεινωμένος και κατακερματισμένος εργαζόμενος έβρισκε την ισορροπία του, καταφεύγοντας στους οργανωμένους ομοίους του, στο σωματείο. Εκεί στο συνδικάτο και μέσα από τους αγώνες επανοικειοποιούνταν την απολεσθείσα αξιοπρέπειά του και έτσι μπορούσε να επανασυστήσει τον εαυτό του. Σήμερα, όμως, τα συνδικάτα δεν παίζουν το ρόλο της ανάκτησης του χαμένου εαυτού λόγω της εργασιακής αλλοτρίωσης, ούτε αμφισβητούν την κυρίαρχη πολιτισμική συνθήκη. Η τελευταία επιβάλλεται από τους φορείς της κουλτούρας του νέου καπιταλισμού(Ρ. Σένετ), κομίζοντας στον εργασιακό βίο το τέλος της ισόβιας απασχόλησης. Σύμφωνα με την τελευταία, οι εργαζόμενοι θα πηγαίνουν από δουλειά σε δουλειά, αλλάζοντας διαρκώς επαγγέλματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν θα υπάρχει μία ενιαία αίσθηση ταυτότητας ούτε η δυνατότητα βιοαφήγησης, κανένα μακροπρόθεσμο Εγώ, κανένας εαυτός, καμία μακροπρόθεσμη δέσμευση.
Οι εργαζόμενοι, έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ, προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Όλα, ο πόλεμος, ο ιοβόλος θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι’ αυτό αδιάφορα.
Σήμερα, ισχύει ό,τι έλεγε πριν πάρα πολλά χρόνια ο Λέων Τολστόι: «Οι κυβερνήτες και οι πλούσιοι εξουσιάζουν τους εργάτες μόνο επειδή και οι εργάτες επιθυμούν το ίδιο, με αυτούς τους ίδιους τρόπους να εξουσιάζουν τον αδελφό τους εργάτη. Για τον λόγο αυτόν –επειδή ταυτίζονται μαζί τους απέναντι στη ζωή- οι εργάτες δεν μπορούν να εξεγερθούν σε μία πραγματική επανάσταση εναντίον των καταπιεστών τους… (γιατί) μέσα του(σ.σ. στον εργάτη) υπάρχει η συναίσθηση ότι κι αυτός θα έκανε το ίδιο, ή το κάνει κιόλας έστω σε μικρότερο βαθμό απέναντι στ’ αδέλφια του…»(Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα). Να, λοιπόν, γιατί χρειάζεται μία αντικαταναλωτική κουλτούρα, μία κουλτούρα αδελφοσύνης και αλληλεγγύης, μία κουλτούρα συντροφικότητας, γενικά μια νέα συμβολική τάξη αξιών και αντιλήψεων ικανή να λειτουργήσει χειραφετητικά και απελευθερωτικά για τους εργαζόμενους.
 Πάντως, οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης για την ώρα ελλείπουν. Έχουμε «από-ρομαντικοποιήσει» τις ζωές μας. Η συγκίνηση, βέβαια, υπάρχει, αλλά είναι στιγμιαία, καθώς περνάμε αμέσως σε κάτι άλλο: στην καθημερινή μας αγριότητα. Στο πολιτικό πεδίο, η πολιτική ως εξουσιαστική δύναμη, την οποία υφίστανται οι «κάτω», είναι μια χειραγώγηση από τους "πάνω", κάτω από τη μάσκα του γενικού συμφέροντος και με τη χρήση ενός καθολικής φύσεως οργάνου, του κράτους. Αλλά για να χειραγωγήσουν και να φενακίσουν οι πλανητικοί ή οι εγχώριοι επικυρίαρχοι την υπόλοιπη κοινωνία με μία ορισμένη ιδεολογία, πρέπει την ίδια στιγμή να φενακίζονται και οι ίδιοι. Γιατί σε μία κοινωνία ξένωσης η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση ξένωσης. Η ξένωση(αυτή που ο Μαρξ αποκαλεί «αλλοτρίωση») παρουσιάζεται ως ξένωση των θεσμών έναντι της κοινωνίας. Γι’ αυτό οι θεσμοί αυτονομούνται έναντι της κοινωνίας, όπως σημείωνε ο Καστοριάδης.
Η αυτονόμηση αυτή των θεσμών είναι το πρώτο βήμα για να καταστεί ένας θεσμός αδιαφανής και φυτώριο διαφθοράς, αφού παύει να είναι τόπος αντιπαράθεσης των κοινωνικών δυνάμεων και, συνεπώς, επιχείρησης αλλαγής των συσχετισμών με δημοκρατικό τρόπο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί η πολιτική να γίνει κάτι άλλο από μία τεχνική της εξουσίας; Ναι, στο μέτρο που θα γινόταν η συνειδητή έκφραση των προσδοκιών και των συμφερόντων της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η πάλη των «κάτω» δεν θα αφορά μόνο την άμυνα των δικών τους συμφερόντων αλλά και την υπεράσπιση ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς θα επιδιώκουν την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Αλλά ποιοι είναι σήμερα οι «κάτω»; Ποιοι είναι αυτοί που αγωνίζονται για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας; Η αγωνιστική ευαισθησία και η υπεράσπιση της καθολικότητας κατοικεί στους απόκληρους, στο πλεονασματικό, υπεράριθμο και διαθέσιμο προς ανάλωση στοιχείο των αποκλεισμένων, των άνεργων και των ανέστιων, των προσφύγων και των μεταναστών, των γυναικών και των διαφορετικών, των νέων και των θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό το «καταραμένο απόθεμα» εκφράζει τη νέα ριζοσπαστική καθολικότητα, το Όλον σε αντίθεση με τους «πάνω» που εκφράζουν τους "λίγους" και τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Το θέμα, όμως, είναι, αν μπορεί να υπάρξει η πολιτική οργάνωση και αντίσταση των απόκληρων, αν αυτό το ιστορικό υποκείμενο θα δράσει "για τον εαυτό του", αν θα πάψει δηλαδή να σκέφτεται με τον τρόπο των αφεντικών…

Η δεξιά, ο νεοφιλελευθερισμός και το κράτος


Η παγκόσμια ύφεση «δεν επιμερίζεται ισότιμα», άρα θα έχουμε «ριζική επιδείνωση της θέσης των πιο αδύναμων σε παγκόσμια κλίμακα», δηλαδή θα έχουμε μια «πανδημία ανισότητας»[i] και μια «λιτότητα που θα σκοτώνει». Αυτό διαβάζουμε στις σημερινές αναλύσεις. Με άλλα λόγια οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι πολλοί, το μεγάλο πλήθος των «κάτω», είναι αυτοί που θα πληρώσουν την κρίση -δηλαδή την απώλεια κερδών των «πάνω», η οποία αποκαλείται «ύφεση»- με νέα ανεργία, νέα πείνα, νέα εξαθλίωση, και θάνατο από την αδυναμία πρόσβασης στο σύστημα υγείας.
Τι κρύβεται, όμως, πίσω από αυτή τη ρητορική; Ότι η «πανδημία ανισότητας» προέκυψε από την πανδημία του covid-19, ως εάν μην υπήρχε πριν! Ότι η ανισότητα είναι αποτέλεσμα όχι του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ενός τυχαίου γεγονότος, ενός ιού που ξέφυγε από τις νυχτερίδες και μέσω ενός μυρμηγκοφάγου-ξενιστή μετακόμισε στον άνθρωπο! Άρα δεν χρειάζεται να αλλάξουμε το σύστημα που δημιουργεί την πανδημία ιών και ανισοτήτων με την καταστροφή του περιβάλλοντος και της φυσικής ζωής, αλλά να «ασφαλιστούμε» από την επίθεση του «αόρατου εχθρού», να δημιουργήσουμε αποστειρωμένα μπούνκερς, «πανοπλίες» απρόσβλητες από τους ιούς, με λίγα λόγια να προσφέρουμε ασφάλεια στο «ανασφαλές πλήθος»! Το λέει και η ειδική στον καπιταλισμό, καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Κεντ, Αλμπένα Αζμάνοβα: «Είναι λάθος να επικεντρωνόμαστε στις ανισότητες» και στη μεγαλύτερη φορολογία των πλούσιων, το θέμα «είναι η ασφάλεια», λέει!
 Τι προτείνουν, λοιπόν; Ασφάλεια από τους ιούς και ασφάλεια από τον «ιό» της πείνας και της εξαθλίωσης. Και στις δύο περιπτώσεις το βάρος πέφτει στο Δημόσιο. Το κοινωνικό κράτος που αποδοκιμάζονταν ηχηρά από τις νεοφιλελεύθερες ελίτ, επιστρέφει τώρα ως η μόνη λύση. Μάλιστα το κράτος επιστρέφει και ως «κράτος επιχειρηματίας»! Ποιος θα το έλεγε ότι η νεοφιλελεύθερη δεξιά θα πρότεινε κάτι τέτοιο! Όπως γράφει σήμερα στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Η Καθημερινή»: «Η επανεκκίνηση της οικονομίας μπορεί να επιτύχει μόνο με δημόσιους πόρους. Το κράτος να πάρει το τιμόνι. Πρόκειται όμως για ένα κράτος που δεν έχει πείσει ότι μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την κρατικοδίαιτη και τη λαθρόβια επιχειρηματικότητα…»! Το κράτος, λοιπόν, πρέπει κατά την άποψη της συντηρητικής εφημερίδας να αναπτύξει έναν άλλον ομφάλιο λώρο, με την «σοβαρή επιχειρηματικότητα» αυτή τη φορά, η οποία δεν θα προσφέρει βέβαια μείωση των ανισοτήτων και κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά ΑΣΦΑΛΕΙΑ!
Κανείς δεν λέει ούτε γράφει, όμως, ότι το κράτος θα είναι το όχημα για τη μετάβαση του καπιταλισμού στη νέα εποχή του, αυτή της ψηφιακής επανάστασης και της ρομποτικής.
Η μετάβαση στην εποχή της ρομποτικής
Πριν τι είχαμε; Τη βιομηχανική επανάσταση και πολιτικά την αστική επανάσταση, τον τεϊλορισμό και τη μετάβαση στον ανειδίκευτο, μαζικό εργάτη, που σήμανε μια νέα συνδικαλιστική οργάνωση, νέα γενικά συνδικάτα και μια νέα ιδεολογία. Τώρα έχουμε τη μετάβαση στον εργαζόμενο υψηλής εξειδίκευσης. Να θυμίσουμε ότι και κατά τη βιομηχανική επανάσταση η αλλαγή στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας δεν προήλθε από τη διεύθυνση του εργοστασίου αλλά από το κράτος. Αυτό συνέβη με την εισαγωγή του κεϊνσιανισμού  και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, που στόχευε στην αναγνώριση της δύναμης της εργασίας και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή της τόσο στη διατήρηση της τάξης όσο και στη δυναμική του καπιταλισμού μέσω της διαχείρισης της «ζήτησης». Έτσι οδηγηθήκαμε σε μία «κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου»(Νέγκρι), στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «κοινωνικό εργοστάσιο» και στην εμφάνιση μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μέσω του λεγόμενου «κοινωνικού εργάτη»((operaio sociale). Η νέα αυτή σύνθεση εκφράστηκε με μία μορφή πάλης, που ξεπέρασε το εργοστάσιο, αμφισβητώντας όλες τις πλευρές διεύθυνσης της κοινωνίας από το κεφάλαιο. Γι’ αυτό το λόγο το κεφάλαιο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κεϊνσιανή-φορντική μορφή διεύθυνσης και να αναπτύξει νέες μορφές, δηλαδή το νεοφιλελευθερισμό.
Ο νεοφιλελευθερισμός εφάρμοσε την αποκοινωνικοποίηση του κράτους, αλλά και του κεφαλαίου, που μοιάζει να αναπτύσσεται πέραν της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς τείνει (ως στόχος) να δημιουργήσει μια νέα, αυτή των ρομποτοειδών. Σήμερα, όμως, εγκαταλείπεται ο νεοφιλελευθερισμός και επιστρέφουμε εκ νέου στην «κοινωνικοποίηση του κράτους» με στόχο την μέσω αυτού μετάβαση στην ψηφιοποίηση και ρομποτικοποίηση της εργασίας.
Το κεφάλαιο συνεχίζει ακόμα να εξαρτάται από την εργασία αλλά μόνο ως εργατική δύναμη, την οποία όμως θα βρίσκει πλέον στα ρομπότ-εργάτες και όχι στους ανθρώπους-εργάτες. Οι τελευταίοι εντούτοις είναι αναγκαίοι ως εκφραστές της ζήτησης, ως καταναλωτές, ως αγοραστική δύναμη! Γι’ αυτό τα αιτήματα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, έχουν υιοθετηθεί πλέον και από το κεφάλαιο με επιτακτικό τρόπο. Έχουμε συνεπώς μετατόπιση από ένα μοντέλο ταξικής σύνθεσης σε ένα άλλο. Από ένα παράδειγμα κυριαρχίας σ’ ένα άλλο. Το κράτος πρέπει τώρα να εγγυηθεί την αλλαγή, διατηρώντας την συνοχή της κοινωνίας των καταναλωτών(με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τα επιδόματα ανεργίας, αεργίας και την μερική απασχόληση).  
Το πλανητικό κεφάλαιο δεν θα έχει σε λίγο ανάγκη την ανθρώπινη κοινωνία ως κοινωνία της εργασίας, αλλά μόνο ως κοινωνία της κατανάλωσης. Υπ’ αυτή την οπτική, οι «πάνω» θα είναι «αόρατοι» και οι «κάτω» θα έρθουν αντιμέτωποι με τους νέους τους εχθρούς, που θα είναι μία «παρα-κοινωνία» ρομπότ με νοημοσύνη(ίσως και «συναισθηματική»!). Με άλλα λόγια οι «εμφύλιοι πόλεμοι» των «κάτω» που συνέβαιναν πάντα στις Ηνωμένες Πολιτείες[ii] τώρα θα συμβούν σε πλανητικό επίπεδο μεταξύ ανθρώπων-επιδοτούμενων ανέργων και ρομπότ-ειλώτων! Όμως και στο επίπεδο των «πάνω» οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις θα είναι φοβερές και άκρως επικίνδυνες(ο Νόαμ Τσόμσκι μιλάει για «πυρηνικό πόλεμο»). Ήδη μαθαίνουμε ότι οι δυτικοί αποσύρουν εργοστάσιά τους από την Κίνα σκέφτονται να τα εγκαταστήσουν σε άλλες χώρες της Ασίας[iii].
Η προοπτική μιας σύγκρουσης του μεγάλου πλανητικού πλήθους των «κάτω» με τις παγκόσμιες ελίτ, δηλαδή μια διεθνής πολιτική αντιπαράθεση των «πάνω» και των «κάτω», δεν φαίνεται επί του παρόντος ορατή. Η «παγκοσμιοποίηση των κινημάτων», που έγραφε ο Γάλλος καθηγητής Μπαντί, οι αυθόρμητες εξεγέρσεις στη Χιλή, στο Χόνγκ Κονγκ, τη Βαγδάτη, το Παρίσι έχουν «παγώσει» μπροστά σ’ έναν μικροσκοπικό ιό…

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;

«Είμαστε στα πρόθυρα της βαρβαρότητας», τιτλοφορείται άρθρο στην ηλεκτρονική έκδοση της γαλλικής εφημερίδας Le Monde[i]. Ο τίτλος είναι από δήλωση του δημάρχου της πόλης Μανάους[ii]Άρτουρ Βιργίλιο Νέτο. Στο Μανάους, την οικονομική πρωτεύουσα του Αμαζονίου, «ο αριθμός των ταφών έχει τριπλασιαστεί, σκάβουμε κοινούς τάφους με μηχάνημα εκσκαφής», λέει ο δήμαρχος απελπισμένος. «Στα υπερκορεσμένα νοσοκομεία, τα πτώματα παρατάσσονται στους διαδρόμους, ενώ οι πολύ ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν ήδη απομακρυνθεί από τα νοσοκομεία για να πεθάνουν στο σπίτι», σημειώνει ο αρθρογράφος. Αυτή η μεγάλη χώρα έχει, σήμερα, έναν ακροδεξιό πρόεδρο, τον Ζ. Μπολσονάρου, ο οποίος ως γνωστόν είχε χαρακτηρίσει την πανδημία του Covid-19 «μικρή γρίπη»! Είναι ο ομοϊδεάτης του Τραμπ που μιλάει σήμερα στους οπαδούς του, οι οποίοι διαδηλώνουν κατά της καραντίνας, και στηρίζει το παράλογο αίτημά τους για το άμεσο άνοιγμα των επιχειρήσεων( και ο Τραμπ στηρίζει ανάλογο αίτημα των οπλισμένων οπαδών του!).
«Είμαστε στα πρόθυρα της βαρβαρότητας», λέει ο δήμαρχος Α. Νέτο. Αλλά όταν ακούει κανείς τον πρόεδρο των ΗΠΑ να μιλάει για «ενέσεις χλωρίνης», προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο ιός, τότε είναι βέβαιο ότι δεν είμαστε στα πρόθυρα, αλλά έχουμε ήδη περάσει στο εσωτερικό του «σπιτιού» της βαρβαρότητας.
Ήδη στις ΗΠΑ αποκαλούν τον κορονοϊό «ασθένεια των ξένων». Είναι γνωστό ότι η κοινωνία των ΗΠΑ, προσδιόριζε διιστορικά την ταυτότητά της με αναφορά σ’ έναν εχθρό. Σήμερα, για άλλη μία φορά, υπεύθυνοι του «κακού» θεωρούνται οι Άλλοι, οι μετανάστες(το πρώτο μέτρο του Τραμπ ήταν να απαγορεύσει τη μετανάστευση!), είναι οι μολυσμένοι(και στιγματισμένοι), είναι προπάντων οι Κινέζοι! Όταν ο Νόαμ Τσόμσκι εξέφρασε πρόσφατα σε συνέντευξή του το φόβο του για πυρηνικό πόλεμο, σε πολλούς φάνηκε υπερβολικός. Δυστυχώς, οι εξελίξεις τον επιβεβαιώνουν, ο φόβος είναι δικαιολογημένος, καθώς η παράνοια κατοικεί στην εξουσία και έχει τη μορφή της επικίνδυνης αλαζονείας του ηλίθιου.
Ποια είναι η λύση;
Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τον καθένα, είναι ποιος θα είναι ο κόσμος μετά τον «κορονοϊό»; Οι απαντήσεις ποικίλλουν. Ο Γάλλος Πρόεδρος, Ε. Μακρόν, δήλωσε ότι δεν πρόκειται να «αμφισβητήσουμε το μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο ο κόσμος μας έχει δεσμευτεί». Αλλά ποιο είναι αυτό το μοντέλο ανάπτυξης;
Είναι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης που συρρίκνωσε τα δημόσια συστήματα υγείας. Είναι αυτό που σήμερα χειροκροτεί τους «ήρωες» γιατρούς, νοσηλευτές, ντελιβεράδες, κι αυτό που χθες τους απέλυε. Είναι το ίδιο που χθες και αύριο θα στέλνει τα ΜΑΤ να τους τσακίσουν, όπως συνέβαινε στο Παρίσι με τα «Κίτρινα Γιλέκα», στο Σαντιάγο των εξεγερμένων νέων, στο Χονγκ Κονγκ των φοιτητών, στη Βαγδάτη των πεινασμένων, στη Βολιβία, στη Βραζιλία, παντού.  
Ο αυταρχισμός ήδη είναι εδώ και εφαρμόζεται στο όνομα της προστασίας από τη «μόλυνση». Ήδη ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, καταγγέλλει τη λογοκρισία και τις συλλήψεις υπό το πρόσχημα των fake news, το ρατσιστικό παροξυσμό εναντίον των «μολυσμένων ξένων», τις καταχρήσεις εξουσίας, τις νέες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται όχι μόνο για «καλό» αλλά και για την επιτήρηση, τον έλεγχο και την τιμωρία.  
Και ο αυταρχισμός θα αυξάνεται όσο κρίσεις, όπως η σημερινή, θα απονομιμοποιούν πλήρως στα μάτια της κοινής γνώμης το κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Είναι γεγονός ότι ένας μικροσκοπικός ιός τσάκισε τη μονοδοξία των παγκόσμιων ελίτ για την γραμμική κατεύθυνση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας προς μια πλανητική κοινωνία υπό την «ιερή» δράση του νόμου της αγοράς και των επιχειρήσεων. «Αυτή η απίστευτα καλολαδωμένη μηχανή μόλις σταμάτησε λόγω της έλλειψης μάσκας που κοστίζει μόνο λίγα λεπτά ανά μονάδα ...»*, σταμάτησε από την έλλειψη κρεβατιών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και αναπνευστήρων, σταμάτησε γιατί ο τρόπος λειτουργίας της νεοφιλελεύθερης οικονομίας είναι καταστροφικός. Και όπως σημειώνει ο Νόαμ Τσόμσκι: «Θα υπάρξουν κι άλλες τέτοιες υγειονομικές κρίσεις. Αυτή εδώ είχε προβλεφτεί εδώ και 10-15 χρόνια, από την επιδημία του SARS. Ήξεραν ότι θα έρθει κάποτε, αλλά δεν έκαναν τίποτε. Αν δεν αντιμετωπίσουμε τις αιτίες, οι επόμενες κρίσεις θα είναι ακόμη χειρότερες. Ο Ομπάμα, για παράδειγμα, είχε αναθέσει σε μια μικρή εταιρεία στην Καλιφόρνια την παραγωγή ποιοτικών αλλά φτηνών αναπνευστήρων για ΜΕΘ… Όμως η εταιρεία γρήγορα αγοράστηκε από μια μεγαλύτερη, την Covidien, που φτιάχνει ακριβούς αναπνευστήρες, και «έθαψε» το πρόγραμμα των φτηνών γιατί δεν ήθελε ανταγωνισμό στα προϊόντα της, και γι’ αυτό ακύρωσε το κυβερνητικό συμβόλαιο, με το επιχείρημα ότι δεν είναι αρκετά κερδοφόρο. Αυτός είναι ο καπιταλισμός και η εξαιρετικά άγρια εκδοχή του που λέγεται νεοφιλελευθερισμός, αυτή που υποφέρουμε από τον καιρό του Ρήγκαν, με τις εξαιρετικά επιβλαβείς συνέπειες για όλους»**.
Μια δεκαετής μελέτη του βρετανού επιδημιολόγου Michael Marmot δείχνει ότι οι πολιτικές δημοσιονομικής συρρίκνωσης μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έχουν διευρύνει το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής. Ταυτόχρονα, οι ανισότητες στον τομέα της υγείας αυξάνονται. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η πρόοδος στο προσδόκιμο ζωής που καταγράφηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα άρχισε να επιβραδύνεται το 2011. Μεταξύ 2011 και 2018, αυτή η εξέλιξη επιβραδύνθηκε σημαντικά: οι γυναίκες κερδίζουν μόνο ένα χρόνο περισσότερο κάθε είκοσι οκτώ χρόνια και οι άνδρες κάθε δεκαπέντε χρόνια.
Αυτό είναι το μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο είναι «δεσμευμένος» ο Ε. Μακρόν και οι υπόλοιποι, και που αναγκάζει τους γιατρούς να επιλέξουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει! Το μοντέλο που επιβάλει τη βαρβαρότητα να θανατώνεις κυριολεκτικά τους ηλικιωμένους.
Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;
Ο σημερινός πρωτοσέλιδος τίτλος είναι ενδεικτικός: «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»[iii]. Αυτό είναι νομίζω το δίλημμα του καιρού.
Κι όμως, όπως πάντα υπάρχει ένα σχέδιο Β για τις παγκόσμιες ελίτ, οι οποίες σε αντίθεση με τον Μακρόν προβλέπουν την αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, την αμφισβήτηση του ίδιου του κανιβαλικού καπιταλιστικού συστήματος, καθώς η τεράστια υγειονομική κρίση θα μετατραπεί σε οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική. Για τους «Νεκρούς από απελπισία» γράφει ο νομπελίστας οικονομικών Άνγκους Ντίτον. Βέβαια, οι νεκροί από πείνα και εξαθλίωση δεν ήταν κάτι άγνωστο το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Στην Υεμένη, στην Αφρική, στην Ασία, λαοί ολόκληροι λιμοκτονούσαν και λιμοκτονούν. Μόνο που τώρα η ανθρωπιστική κρίση πλήττει τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, που μέχρι σήμερα θεωρούνταν απρόσβλητες από τον «ιό» της ακραίας εξαθλίωσης. Η δυστυχία πλήττει πλέον το «κοινωνικό σώμα» των αναπτυγμένων χωρών. Ο τρίτος και ο τέταρτος κόσμος με όλες τις πληγές τους κατοικούν πλέον στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Μαδρίτη, στις Βρυξέλλες… Όχι πως δεν κατοικούσαν και πριν, αλλά τώρα η μετάσταση είναι καθολική, ιοβόλος, μαζικά φονική.
Στην Ελλάδα τα πρώτα χρόνια της οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης γνωρίσαμε τις απελπισμένους αυτόχειρες, τους «νεκρούς από απελπισία» στο Γαλάτσι, στην πλατεία Βάθη, στο Σύνταγμα, σε όλη τη χώρα. Αυτού του είδους η ακραία απελπισία θα πλήξει, τώρα, ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί τη χαριστική βολή στην ανεργία, την πείνα, την εξαθλίωση, θα δώσει η απώλεια της αξιοπρέπειας, η απώλεια του Προσώπου.  Οι εκπεπτωκότες από το φως στο σκοτάδι, οι «αόρατοι» πλέον μικρομεσαίοι θα βλέπουν την εικόνα τους στον τηλεοπτικό «καθρέφτη» και θα καθηλώνονται ντροπιασμένοι και στιγματισμένοι σαν τη μύγα που έχει τσακιστεί πάνω στο τζάμι. Το ίδιο τεχνοκρατικό, αντι-ουμανιστικό καπιταλιστικό πρόγραμμα θα συνεχίζει να δημιουργεί «μαύρες τρύπες» στη φύση και τη ζωή μας, όπως οι τρύπες που σκάβουν οι Βραζιλιάνοι, σήμερα, για να θάψουν τους χιλιάδες νεκρούς τους.
Όμως, όσο θα αποτυγχάνει το ισχύον μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσο περισσότερο θα ζητάει κι άλλο αίμα, νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων, νέους φόρους, νέες απολύσεις, ενώ οι τράπεζες θα στέλνουν με τον κλητήρα το χαρτί της κατάσχεσης των σπιτιών. Μετά τον ιό ο μεσαίωνας. Τα πάντα θα καθηλωθούν από την απελπισία, τη ματαιότητα και την καταστροφή (συμπεριλαμβανομένης της αυτοκαταστροφής). Η άγρια βία θα αποκτήσει ιδεολογικό περιεχόμενο και θα γενικευθεί, αποκτώντας τα χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού εμφυλίου.
Βέβαια, όπως είπαμε, υπάρχει και το οικονομικό και πολιτικό σχέδιο Β, που μιλάει για τον «επόμενο κόσμο», για τον «πράσινο» και τον «ψηφιακό» καπιταλισμό. Τα ερωτήματα όμως που τίθενται, είναι: Πρέπει άραγε να τους πιστέψουμε; Μπορούμε ακόμα να τους πιστεύουμε; Είναι ικανοί να κάνουν κάτι διαφορετικό από μια κοινωνία που μετατρέπει σταδιακά τα ανθρώπινα όντα σε εναλλάξιμα μικρά γρανάζια σε έναν τυποποιημένο και χωρίς νόημα κόσμο;
 «Όλοι γνωρίζουν τώρα τι κοστίζει η ανάθεση αλυσίδων εφοδιασμού δικτυωμένων σε ολόκληρο τον κόσμο, που λειτουργούν χωρίς αποθέματα για να προμηθεύσουν μια χώρα, που διατρέχει κίνδυνο, με εκατομμύρια μάσκες υγείας και φαρμακευτικά προϊόντα από τα οποία εξαρτώνται οι ζωές των ασθενών της… Ο καθένας ξέρει επίσης τι σημαίνει για τον πλανήτη η αποδάσωση, η μετεγκατάσταση, η συσσώρευση αποβλήτων, η μόνιμη κινητικότητα - το Παρίσι καλωσορίζει τριάντα οκτώ εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο, περισσότερο από δεκαεπτά φορές τον αριθμό των κατοίκων του και ο δήμος είναι ευχαριστημένος ... Η προστασία, η οικολογία, η κοινωνική δικαιοσύνη και η υγεία συνδέονται τώρα. Αποτελούν τα βασικά στοιχεία ενός αντι-καπιταλιστικού πολιτικού συνασπισμού ικανού να επιβάλει, άμεσα, ένα πρόγραμμα ρήξης.»***
Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, λοιπόν; Η αποφυγή της βαρβαρότητας επιβάλει τη δημιουργία ενός ευρύτατου «αντι-καπιταλιστικού συνασπισμού» με προοπτική τον σοσιαλισμό.
*AgoraVox-Lem Civa Πέμπτη 16 Απριλίου 2020
**ΕΦΣΥΝ-Γ. Τσιάρας
***S. Halimi –Le Monde diplomatique, (ηλεκτρονική έκδοση-Απρίλιος»
[i] Le Monde, ηλεκτρονική έκδοση 24.4.2020, άρθρο του Bruno Meyerfeld
[ii] Όγδοη μεγαλύτερη πόλη της Βραζιλίας και το σημαντικότερο οικονομικό κέντρο τoυ τροπικού δάσους του Αμαζονίου.

ο φασισμός και ο ναζισμός επελαύνουν

  [ ARTI news / Κόσμος / 07.09.26 ] Σε όλη την Ευρώπη, ακροδεξιοί ρατσιστές κάνουν πολιτικές προόδους, όπως είδαμε ξανά αυτό το Σαββατοκ...