Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Η επανάσταση της ρομποτικής και ο νέος ολοκληρωτισμός

Οι νέες τεχνολογίες, η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική, είναι οι όροι και τα στοιχεία μιας νέας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής επανάστασης. Με τις νέες τεχνολογίες και, κυρίως, τη ρομποτική αλλάζει η σχέση κεφαλαίου και εργασίας, η οποία από εσωτερική γίνεται εξωτερική.
Πριν τι είχαμε; Τη βιομηχανική επανάσταση και πολιτικά την αστική επανάσταση, τον τεϊλορισμό και τη μετάβαση στον ανειδίκευτο, μαζικό εργάτη, που σήμανε μια νέα συνδικαλιστική οργάνωση, νέα γενικά συνδικάτα και μια νέα ιδεολογία. Τώρα έχουμε τη μετάβαση στον εργαζόμενο υψηλής εξιδίκευσης. Κατά τη βιομηχανική επανάσταση η αλλαγή στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας δεν ήρθε από τη διεύθυνση του εργοστασίου αλλά από το κράτος. Αυτό συνέβη με την εισαγωγή του κεϊνσιανισμού  και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας(φορντισμός), που στόχευε στην αναγνώριση της δύναμης της εργασίας και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή της τόσο στη διατήρηση της τάξης (μέσω της σοσιαλδημοκρατίας) όσο και στη δυναμική του καπιταλισμού μέσω της διαχείρισης της «ζήτησης». Έτσι οδηγηθήκαμε σε μία «κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου»(Νέγκρι), στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «κοινωνικό εργοστάσιο» και στην εμφάνιση μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μέσω του λεγόμενου «κοινωνικού εργάτη»((operaio sociale). Η νέα αυτή σύνθεση εκφράστηκε με μία μορφή πάλης, που ξεπέρασε το εργοστάσιο, αμφισβητώντας όλες τις πλευρές διεύθυνσης της κοινωνίας από το κεφάλαιο. Γι’ αυτό το λόγο το κεφάλαιο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κεϊνσιανή-φορντική μορφή διεύθυνσης και να αναπτύξει νέες μορφές επίθεσης, δηλαδή το νεοφιλελευθερισμό.
Με άλλα λόγια, σήμερα οδεύουμε προς την αποκοινωνικοποίηση του κράτους, αλλά και του κεφαλαίου, που μοιάζει να αναπτύσσεται πέραν της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς τείνει (ως στόχος) να δημιουργήσει μια νέα, αυτή των ρομποτοειδών.
Ποια, λοιπόν, είναι η σημερινή κοσμογονική αλλαγή; Το κεφάλαιο συνεχίζει να εξαρτάται από την εργασία αλλά μόνο ως εργατική δύναμη, την οποία όμως βρίσκει στα ρομπότ και όχι στους ανθρώπους. Οι τελευταίοι εντούτοις είναι αναγκαίοι ως εκφραστές της ζήτησης, ως καταναλωτές, ως αγοραστική δύναμη! Γι’ αυτό τα αιτήματα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, έχουν υιοθετηθεί πλέον και από το κεφάλαιο με επιτακτικό τρόπο. Έχουμε συνεπώς μετατόπιση από ένα παράδειγμα ταξικής σύνθεσης σε ένα άλλο, από ένα παράδειγμα κυριαρχίας σ’ ένα άλλο. Και πάλι εδώ ο διαφοροποιημένος και συρρικνωμένος ρόλος του κράτους αλλά και των πολυεθνικών θεσμών (παγκοσμιοποίηση) είναι σημαντικός. Γιατί το μεν κράτος πρέπει να εγγυηθεί την αλλαγή, διατηρώντας την συνοχή της κοινωνίας των καταναλωτών(με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τα επιδόματα ανεργίας και την εργασία ορισμένου χρόνου), ενώ οι θεσμοί της παγκοσμιοποίησης (Παγκόσμια Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, ΔΝΤ…) θα έχουν ως ρόλο να διατηρούν την ισορροπία στους πλανητικούς «πάνω». Δεν είναι τυχαίο ότι η σύνθεση και η επιρροή σ’ αυτούς τους θεσμούς είναι σημείο τριβής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης (κυρίως μεταξύ Κίνας-ΗΠΑ).
 Άρα, εκείνοι (κυρίως οι μετακαπιταλιστές αριστεροί της Λατινικής Αμερικής) που θεωρούν ότι η πάλη με το κεφάλαιο είναι θετική, καθώς ο εχθρός είναι εξωτερικός και οι «κάτω» μπορούν να ενισχύσουν την αυτονομία τους, δημιουργώντας το υπόδειγμα μιας νέας κοινωνίας, είναι λανθασμένη, αφού το ίδιο το πλανητικό κεφάλαιο δεν θα έχει σε λίγο ανάγκη την ανθρώπινη κοινωνία ως κοινωνία της εργασίας, αλλά μόνο ως κοινωνία της κατανάλωσης. Υπ’ αυτή την οπτική, οι «πάνω» θα είναι «αόρατοι» και οι «κάτω» θα έρθουν αντιμέτωποι με τους νέους τους εχθρούς, που θα είναι μία «παρα-κοινωνία» ρομπότ με νοημοσύνη. Με άλλα λόγια οι «εμφύλιοι πόλεμοι» των «κάτω» που συνέβαιναν πάντα στις Ηνωμένες Πολιτείες(δες Homo americanus, 2008), τώρα θα συμβούν σε πλανητικό επίπεδο μεταξύ ανθρώπων-επιδοτούμενων ανέργων(δηλαδή «άχρηστων») και ρομπότ-ειλώτων!
Αλλά αυτός είναι ένας νέος ολοκληρωτισμός πιο τρομακτικός από κάθε προηγούμενο.  

18. Οι κοινωνιστές-Το ματωμένο θέρος του 1882

Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης και η Αρμονία
Ενώ ο Κ. Καραπάνος και οι μεγαλοϊδεάτες ζητούσαν την ανασύσταση του αρχαίου ελληνικού χώρου υπό μορφή ομοσπονδίας από τον Αίμο ως τη Θράκη και από την Αδριατική και την Αλβανία ως το Αιγαίο υπό την ηγεμονία της Ελλάδας, οι Κοινωνιστές[1], όπως ο Παναγιώτης Πανάς[2] και ο Ρόκος Χοϊδάς που ίδρυσαν το 1875 τον πολιτικό σύλλογο «Ο Ρήγας», υποστήριζαν τη μυστική οργάνωση «Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία». Στην προγραμματική τους προκήρυξη διεκήρυσαν «Έλληνες, Αλβανοί, Σέρβοι, Ρωμούνοι, Βούλγαροι, φυλαί ελληνικαί, σλαβικαί, λατινικαί, ταταρικαί, όσαι κατοικείτε τας ευρείας χώρας, τας περιλαμβανομένας μεταξύ των τριών θαλασσών, του Ευξείνου, της Μεσογείου και της Αδριατικής, και εκτεινομένας από των Άλπεων και των Καρπαθίων μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου, ενωθείτε. Αποτινάξατε τον επιβαρύνοντα τον τράχηλόν σας ζυγόν και υπό την σημαίαν της ελευθερίας ανιδρύσατε δημοκρατικήν ομοσπονδίαν, ήτις και μόνη δύναται να εξασφαλίση το μέλλον της Ανατολής». Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή και του τσιφλικούχου και των κοινωνιστών, που υπό κανονικές συνθήκες είναι κοινωνικοί αντίπαλοι, πρωταρχικός, κοινός αντίπαλος είναι ο ζυγός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και στόχος η δημοκρατική ομοσπονδία της Ανατολής, ενώ ο Προυντόν τον οποίο θα συναντήσει στη φυλακή του Παρισιού ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης[3], γράφει στη «Γενική Ιδέα της Επανάστασης στον 19ο αιώνα» για μία παγκόσμια ομοσπονδιακή κοινωνία, με κατάργηση των συνόρων και των εθνικών κρατών, με αποκέντρωση της εξουσίας ανάμεσα σε κοινότητες και τοπικές ενώσεις και με ελεύθερες συμφωνίες αντί για νόμους. 
Την ώρα κατά την οποία στο Βερολίνο θα ανοίξει ο δρόμος για την απελευθέρωση της Άρτας και της Θεσσαλίας αλλά και η πώλησή τους από τους Οθωμανούς στους ελληνο-οθωμανούς τσιφλικούχους Ζαρίφη, Χρηστάκη Ζωγράφο, Ζάππα, Καραπάνο κ.ά., στη μακρινή αμερικάνικη ήπειρο δύο Έλληνες, ο θεωρητικός με το όνομα Πλωτίνος Ροδοκανάκης και ο Φρανσίσκο Ζαλακόστα[4] θα ηγηθούν της αγροτικής εξέγερσης του 1878 στο Κεντρικό Μεξικό. Από την εξέγερση θα προκύψει η «Μεγάλη Επιτροπή των Κομμουνέρων».
 Ο Πλωτίνος Ροδακανάκης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1828 και σπούδασε στο «Βασιλικόν Γυμνάσιον» αλλά και ξένες γλώσσες στο σπίτι του. Το όνομά του το οφείλει στην επιρροή που ασκούσαν στον πατέρα του Κωνσταντίνο οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι Πλωτίνος, Πρόκλος και Υπατία. Ο πατέρας του Πλωτίνου πέθανε το 1844 και τότε η μητέρα και ο γιος της αποφάσισαν μετά το τέλος των εγκυκλίων σπουδών του να μετακομίσουν στη Βιέννη για να συνεχίσει τις σπουδές του στην ιατρική. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα συναντηθεί στην Ερμούπολη με τον εξάδελφό του, Εμμανουήλ Ροΐδη. Ο Ροδακανάκης γράφεται στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου της Βιέννης που ήταν ο χώρος της ζύμωσης των νέων πολιτικών ιδεών και συνεπώς η χύτρα όπου έβραζε η επανάσταση του 1848. Συμμετείχε ενεργά στις μεγάλες διαδηλώσεις, που είχαν ως κεντρικό σύνθημα την ελευθερία του Τύπου, καθώς και της Ουγγαρίας. Όταν η επανάσταση καταπνίγηκε από τους Αυστριακούς, ο Πλωτίνος και η μητέρα του μετακομίζουν στο Βερολίνο. Εκεί θα βρει φίλους και συμμαθητές του από την Αθήνα, με τους οποίους συχνάζει στην ταβέρνα του Χίππελ που ήταν το στέκι των «νέων Εγελιανών». Ο θαυμασμός για τον Χέγκελ είναι ακόμη στοιχείο που φανερώνει τις επιρροές της σκέψης του Πλωτίνου. Εδώ διαμορφώνονται ιδέες όπως ότι η «δουλειά μόνο αν γινόταν ελκυστική θα την αγαπούσε ο άνθρωπος». Το σημειώνουμε γιατί τη διάκριση της εργασίας ως μόχθου και δημιουργίας την έκανε η Χάνα Άρεντ έναν αιώνα αργότερα. Τελικά, ο Ροδακανάκης θα μετακομίσει στην κατά Μπροντέλ πόλη-κόσμο της εποχής, στο Παρίσι για να σπουδάσει πολιτική φιλοσοφία. Εκεί θα επισκεφθεί τον Προυντόν στη φυλακή και θα του πει πως ήταν «απόλυτα πεισμένος για την αναγκαιότητα μιας αναρχικής κοινωνίας χωρίς κεντρική κυβέρνηση». Από εκεί ο Πλωτίνος θα μετακομίσει στο Μεξικό. Ο Τέος Ρόμβος περιγράφει ωραία τους λόγους αυτής της μετακόμισης των ευρωπαίων διανοουμένων προς το Νέο Κόσμο που τους αποδίδει στον ρομαντισμό (ταξίδι στην ουτοπία) και τον κοσμοπολιτισμό: «ήταν ουσιαστικά μια ρήξη με το παρελθόν, ένα όραμα που ταυτιζόταν με το νέο, περιείχε την αίσθηση της φυγής και μαζί της απελευθέρωσης, την επιθυμία για ζωή χωρίς περιορισμούς και συμβιβασμούς…»[5].   Περιδιαβαίνοντας το Μεξικό ο Πλωτίνος θα διαπιστώσει τον κοινοτικό τρόπο ζωής των μεξικάνων αγροτών (καλπούλι) που παρέπεμπε στις βασικές ιδέες των Φουριέ και Προυντόν. Εκεί ο Ροδοκανάκης θα συγγράψει το «Κοινωνιστικό Σύγγραμμα», μια εκλαΐκευση των ιδεών του Φουριέ.
Ο Ροδοκανάκης θα δημοσιεύσει στην εφημερίδα «El Hijo de Trabajo» ένα άρθρο με τίτλο «Αυτό που θέλουμε», όπου αναφερόταν στην εξαφάνιση του φεουδαρχισμού με την ψήφιση αγροτικού νόμου που θα διέλυε τα τσιφλίκια, αυτούς τους πυρήνες σκλαβιάς και αμάθειας, και θα προχωρούσε στον αναδασμό της γης. Ο «κοινωνισμός» γι’ αυτόν είναι αντιεξουσιαστικός, γι’ αυτό αρνείται τη «δικτατορία των προλεταρίων», γιατί έτσι «αναβαθμίζεται και αναπαράγεται το αυταρχικό πρόσωπο της εξουσίας», ενώ «Η αναρχική κοινωνία είναι κοινωνία της Αμοιβαιότητας» και της αλληλοβοήθειας[6].Ο Ζαλακόστας, περισσότερο προυντονικός και πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση του αγρότη, ήταν υπέρ της μικρής ιδιοκτησίας, αλλά υποστήριζε ότι «μόνο ο λαός είχε δικαίωμα να μεταβάλει την ιδιοκτησία και να τη ρυθμίσει σύμφωνα με τις ανάγκες του»[7]. Επίσης, «Έβλεπε την ένοπλη επανάσταση όχι μόνο ως λύση, αλλά και ως δικαίωμα του λαού…»[8]. Θεωρούσε δε ως μοναδική εξουσία και μορφή διακυβέρνησης την «ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ Συνέλευση»[9]. Ο Ζαλακόστα καταγόταν από το Συράκο και τους Καλαρρύτες. Γεννήθηκε στην πόλη Ντουράνγκο το 1844 και ο πατέρας ήταν αξιωματικός του μεξικανικού στρατού. Στην ιατρική σχολή γνώρισε την «ομάδα των κοινωνιστών φοιτητών» και τον Πλωτίνο Ροδοκανάκη. Τότε ο Ροδοκανάκης ήταν 35 χρονών και ο Ζαλακόστας 20. Ο Φρ. Ζαλακόστας συνελήφθη το 1881 στο Κερέταρο, όπου και εκτελέστηκε από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Αλλού αναφέρεται ότι έμεινε πολλά χρόνια στη φυλακή, όπου χάνονται τα ίχνη του. Ο Ζαλακόστας ήταν το πιο μαχητικό μέλος της La Social. Κοινή αναφορά όλων ο Μπαμπέφ[10], ο Φουριέ[11], ο Προυντόν και άλλοι κοινωνιστές. Ο Αμερικανός Θορώ που έγραψε «το δάσος» γύρω στο 1840, δεν ήταν ακόμα γνωστός, αν και ο Ροδοκανάκης φέρεται να έχει επαφές με Αμερικανούς, ακόμα και με Ευαγγελιστές ή Μορμόνους! Βασική ιδέα του Φουριέ είναι η «Αρμονία». Σύμφωνα μ’ αυτή στη φύση επικρατεί η καθολική αρμονία και ο νόμος της έλξης. Γι’ αυτό ο μεγάλος στόχος είναι να επιτευχθεί η αρμονία και στην κοινωνία. Αυτό θα γίνει με τη ίδρυση της «Παγκόσμιας Δημοκρατίας της Αρμονίας» και με όλο τον κόσμο να δουλεύει για τίποτα, «για να απολαμβάνει τα πάντα με το τίποτα». Στο Μεξικό, όπως διαπίστωσε ο Ροδοκανάκης, οι ιθαγενείς Ινδιάνοι ζούσαν και δούλευαν σύμφωνα με τις ιδέες του Φουριέ και του Προυντόν, διατηρώντας παραδόσεις και μνήμες κοινοτισμού καθώς και πρακτικές κοινοτικής αντίληψης και ημιαυτονομίας, όπως σ’ ένα «κοινωνιστικό σύστημα αγροτικών κοινοτήτων».
Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης στο πόνημά του «Κοινωνιστικό Σύγγραμμα…» αναφέρει ότι η «Αρμονία» είναι συνυφασμένη με την καλοσύνη που είναι η αληθινή φύση του ανθρώπου, την Αγάπη, την αμοιβαιότητα και την αλληλεγγύη. Η «Αρμονία», σημειώνει, βρισκόταν στις «…κατακόμβες της Ρώμης, εκεί όπου ενταφιάστηκε ο Χριστιανισμός, για να αναστηθεί ισχυρός και δυνατός και να θεμελιώσει την ελευθερία… μέχρι που εισήλθαν στους κόλπους του πραγματικοί Φαρισαίοι και μετέτρεψαν τη μεγαλειώδη θεωρία σ’ ένα σάπιο δόγμα, που διακηρύσσουν τώρα από τους άμβωνες όλοι οι υποκριτές και οι πληρωμένοι φονιάδες δια των διαφόρων θρησκευτικών αιρέσεων. Σήμερα, όλη η ανθρωπότητα δονείται από τις αναγεννημένες ιδέες του κοινωνισμού… Η ουτοπία επαληθεύεται. Η ιδέα της αρμονικής κοινωνίας ριζώνει… θα υψωθεί ένα καινούργιο και τέλειο κοινωνικό σύστημα, η «Αρμονία», όπου θα ευτυχήσουν όλοι οι άνθρωποι. Αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται να φωτιστούν με τον πυρσό της κοινωνικής επιστήμης τα σκοτεινά άντρα της εμπειρικής άγνοιας…»[12]. Η τέλεια αρμονία, όμως, θα επιτευχθεί όταν η τάξη θα ταυτισθεί με την ελευθερία, ενώ στην αρχή απαιτείται η θυσία των ατομικών παθών και ελευθεριών και η αναγνώριση της ανάγκης της καταπίεσης μέσα σε όρια. Ο Ροδοκανάκης, στη λογική της δια βίου εκπαίδευσης που βασίζεται στη συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό, θα ιδρύσει στο σπίτι του την «Ελεύθερη και Μοντέρνα Σχολή». Το ίδιο θα κάνει και ο Μαρίνος Αντύπας στην Κεφαλονιά. Ομοίως, το χριστιανικό σύνθημα «Ο μισείς ετέρω μη ποιήσεις» είναι κοινό στον Αντύπα και στον Ροδοκανάκη. Στους στόχους του δεύτερου είναι η οικουμενική αδελφοσύνη και η εξάλειψη της διχόνοιας και του μίσους που γεννούν τα διάφορα οικονομικά, ταξικά, κομματικά και εθνικά συμφέροντα, αλλά και η απαλοιφή της κακίας, της φτώχιας και της μιζέριας που προκαλούν οι ατέλειες των κοινωνικών θεσμών[13]. Τόσο ο Ροδοκανάκης όσο και ο Αντύπας πιστεύουν ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου είναι προϊόν της κοινωνίας που ζει. Γι’ αυτό χρειάζεται μια νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης, όπου το κοινό καλό θα είναι ταυτόσημο με το ατομικό συμφέρον. Οι κοινωνιστές είναι «απόστολοι της κοινωνίας» ικανοί να θυσιαστούν σαν τον Χριστό(Αντύπας) για τα δίκαια του λαού και έχουν ως σύνθημα την αγάπη, τη δικαιοσύνη και την πρόοδο. Στον «μεγάλο Κύκλο» που δημιούργησε ο Ροδοκανάκης συμμετέχουν οργανώσεις και απλοί εργάτες, που δεν ανήκαν σε πολιτικά κόμματα, αλλά και εργοδότες.
Ο Πλωτίνος Ροδακανάκης είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα, αλλά είναι πολύ γνωστός στο Μεξικό (άγαλμά του βρίσκεται σε κεντρική πλατεία της Πόλης του Μεξικού) όπου προσπάθησε να διαδώσει (και να εφαρμόσει) από το 1861 ένα μίγμα σοσιαλιστικών και αναρχικών ιδεών (Σαιν Σιμόν, Προυντόν, Φουριέ, Μπακούνιν) προσαρμοσμένων στην μεξικάνικη πραγματικότητα. Λέγεται δε ότι στην προσπάθειά του «να βρει ένα ηθικό στήριγμα, ενώθηκε με τις ευαγγελικές κοινότητες της περιοχής, ώστε να μπορέσει να πολεμήσει τους ιερείς της καθολικής εκκλησίας, που είχαν συμμαχήσει με την αριστοκρατία και, αντί για ποιμένες, είχαν γίνει δήμιοι του λαού»[14]. Ο Πλωτίνος ουσιαστικά αποδέχτηκε την άποψη των ευαγγελικών στην ίδια τη θεωρητική και ιδεολογική του σκευή και ερμήνευε την εξέλιξη της κοινωνίας και των εθνών ως «θέλημα θεού». Μάλιστα, αποκαλούσε το όραμά του «Χριστιανικό Οικουμενισμό». Για όσους έχουν εντρυφήσει στοιχειωδώς στην ιστορία της Αμερικανικής ηπείρου και στο ρόλο των Ευαγγελικών θα καταλάβει ότι η θεωρία του Ροδακανάκη ήταν σημαντικά επηρεασμένη απ’ αυτούς. Η θεία «Πρόνοια» και η δημοκρατικότητα στο αρχικό προτεσταντικό τελετουργικό ήταν κυρίαρχη. Ας μη ξεχνάμε ότι οι Ευαγγελικοί ήταν προτεστάντες και η συντριπτική θρησκευτική πλειοψηφία στις ΗΠΑ. Συνεπώς, ήταν οι κατ’ εξοχήν αντίπαλοι των καθολικών αποίκων που καταδυνάστευαν τους γηγενείς στο Μεξικό (βέβαια, οι Αμερικανοί προτεστάντες δεν ήταν πιο δημοκρατικοί). Επίσης οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι η θρησκεία στην Αμερική των αποίκων ήταν το μόνο συνεκτικό πολιτιστικό στοιχείο μιας χαοτικής νέας κοινωνίας μεταναστών και οι ευαγγελικοί εκείνης της εποχής σε συνδυασμό με τον περίφημο πολιτικό «πραγματισμό», που διαπιστώνουμε και στον Ροδακανάκη, έπαιξαν αρχικά προοδευτικό και ακολούθως συντηρητικό ρόλο. Στο «μάθημα 5ο» του Ροδακανάκη (Τέος Ρόμβος, 2005, σελ. 101) διακρίνει κανείς με απόλυτη σαφήνεια τον «Πραγματισμό» του. Αυτόν που αργότερα ανέπτυξαν οι Αμερικανοί, καθιστώντας τον στοιχείο του αμερικανισμού. Πάντως, ο Πλωτίνος εμπνέει και οργανώνει κινητοποιήσεις και εξεγέρσεις. Οι σύντροφοί του σκοτώνονται. Και ο ίδιος εξαφανίζεται μυστηριωδώς.
Το 1884 το αυταρχικό καθεστώς του Πορφίριο Ντίας εξαγοράζει στελέχη των κοινωνιστών και της αγροτικής εξέγερσης στο Μεξικό, όπως η Κάρμεν Ουέρτα. Το ίδιο θα συμβεί και στην Ελλάδα, πέντε χρόνια μετά, όπου ο Κ. Καραπάνος τα βρίσκει με τον βασικό του αντίπαλο Γ. Παχύ. Αλλά το αγροτικό κίνημα, έχοντας προσλάβει πολιτικο-ιδεολογικά χαρακτηριστικά πλέον και σημαία του τον δολοφονημένο αρνητή της τάξης του Μαρίνο Αντύπα, θα συνεχιστεί και θα φθάσει ως την εξέγερση στο Κιλελέρ.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

[1] Ο Κοινωνισμός είναι ο παλαιός όρος που χρησιμοποιήθηκε αντί του όρου «σοσιαλισμός». Στην Ελλάδα η χρήση του όρου έγινε για πρώτη φορά το 1834 από τον Γ. Θεοχαρόπουλο. Η Σοσιοκρατία (δηλαδή κοινωνιοκρατία) είναι όρος που χρησιμοποίησε πρώτος ο Αύγουστος Κοντ και σημαίνει ότι η διακυβέρνηση-εξουσία ανήκει στην κοινωνία.
[2] Ο Πανάς εξέδωσε την εφημερίδα Εργάτης από τις 28/8/1875 μέχρι το Φεβρουάριο 1876
[4] Τέος Ρόμβος: Πλωτίνος Ροδοκανάκης «Ένας Έλληνας αναρχικός», Εκδόσεις Ηλέκτρα, Αθήνα 2005.   
[5] Στο ίδιο
[6] Στο ίδιο 
[7] Στο ίδιο
[8] Στο ίδιο
[9] Το 1840 ο Ετιέν Καμπέ έγραψε το βιβλίο «Ταξίδι στην Ικαρία» όπου αναφερόταν στην οργάνωση των πολιτών σε λαϊκές συνελεύσεις. 
[10] Ο Φρανσουά Μπαμπέφ που αποκεφαλίστηκε το 1797, έγραφε ενάντια «Στο φεουδαρχικό δικαίωμα, που απλώνεται παντού, ακόμα και πάνω στα στοιχεία της φύσης, σε ό,τι κι αν φυτρώνει από τη γη, ό,τι κινείται κι ό,τι αναπνέει, στα νερά των ποταμών όπου αφθονούν τα ψάρια, στη φωτιά που καίει το φούρνο και ψήνει το φτωχικό κριθαρένιο ψωμί, στον άνεμο που γυρίζει τη φτερωτή του μύλου, στον μούστο που τρέχει στο πατητήρι, παντού… Η κοινή ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε μια κοινωνία που θα έχει εξαφανίσει οποιαδήποτε αιτία ανισότητας». Τεος Ρόμβος: Πλωτίνος Ροδοκανάκης «Ένας Έλληνας αναρχικός», Εκδόσεις Ηλέκτρα, Αθήνα ,2005,σελ.70
[11] Τα «Φαλανστήρια» του Φουριέ ήταν μικρές παραγωγικές και καταναλωτικές κοινότητες.
[12] Τεος Ρόμβος, 2005, σελ. 92
[13] Στο ίδιο, σελ. 104: «Η ανάγκη ύπαρξης των διαφορετικών ή αντιφατικών θεσμών(αμετάβλητοι και μεταβλητοί νόμοι), ηθών και πειθαρχικών κανόνων που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις δεν μπορούν να στηριχθούν χωρίς τη βοήθεια της Εκκλησίας και του νομικού καταναγκασμού. Κι αυτό ακριβώς δείχνει την ατέλειά τους». 
[14]  Τέος Ρόμβος: Πλωτίνος Ροδοκανάκης, σελ. 147

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

17 Το Αγροτικό Ζήτημα-Το ματωμένο θέρος 1882

  Η αντιπαράθεση στη Βουλή

Τον Μάρτιο του 1883 κορυφώνεται στο ελληνικό Κοινοβούλιο η αντιπαράθεση για το αγροτικό ζήτημα τόσο της Άρτας όσο και της Θεσσαλίας. Σ’ αυτή πρωταγωνιστούν οι Γ. Παχύς, Α. Ζυγομαλάς, Ν. Ταρμπάζης από τη μια πλευρά, Κ. Καραπάνος, Χ. Τρικούπης κ.ά. από την άλλη. Σύμφωνα με τον Γ. Κορδάτο και ο Χ. Τρικούπης ήταν στην
υπηρεσία των γαιοκτημόνων[1].
Συγκεκριμένα, ο Κορδάτος σημειώνει πως ο Τρικούπης κάλεσε στο σπίτι του τον βουλευτή Ταρμπάζη, όπου διεξήχθη ο παρακάτω διάλογος: «Κύριε Ταρμπάζη έχω εντολή από τον κ. Ζωγράφο να σας ρωτήσω τι κακό σας έκαμε, δια να καταφέρεστε εναντίον του…». «Κύριε Πρόεδρε, ο κ. Ζωγράφος υπήρξε τύραννος καθ’ όλην την σημασίαν της λέξεως» απαντά ο βουλευτής. «Κύριε Ταρμπάζη ο κ. Ζωγράφος με εξουσιοδοτεί να ερωτήσω υμάς εάν επιθυμήτε να αποκατασταθούν οι μετ’ αυτού σχέσεις σας, εάν συμφωνήτε σας προσφέρω την υποδιοίκησιν της Εθνικής Τραπέζης» επιμένει ο Τρικούπης. «Κύριε πρόεδρε, ευχαριστώ, αλλά δεν δέχομαι… Με προσβάλλετε… Ζητούμε(εμείς οι Θεσσαλοί) δικαιοσύνην… Ζητούμεν Ελευθερίαν… Ζητούμε τα κτήματά μας… Οι συμπατριώται μου είναι δούλοι εις ελευθέραν επικράτειαν…» φέρεται να απάντησε ο βουλευτής[2].
Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός της χώρας και μάλιστα ο Χαρίλαος Τρικούπης ενεργεί κατ’ εντολή και εξουσιοδότηση του τσιφλικά, προβαίνοντας σε δωροδοκία για λογαριασμό του, εκπλήσσει οδυνηρά. Όμως, ο Τρικούπης εκπροσωπούσε μεν τους αστούς, αλλά δεν ήταν ένας εξωνημένος πολιτικός. Οι ομογενείς της διασποράς και τα κεφάλαιά τους ήταν κατά την πολιτική του άποψη εκ των ων ουκ άνευ όρος για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας.
Πολλοί, πάντως, βουλευτές έγιναν ευθύς εξαρχής όργανα των τσιφλικάδων, ενώ άλλοι, ακόμη και οι διαπρύσιοι επικριτές τους έγιναν αργότερα. Πάντως, στις 12/2/1883 ο Ζυγομαλάς εξαπέλυε μύδρους στη Βουλή, λέγοντας ότι οι κολίγοι, ως είλωτες της γης, «είτε υπό τον Χασάνην, είτε υπό τον Καραπάνον και τον Ζωγράφον ζώσιν, η αυτή κατάστασις υπάρχει»[3]. Ο ίδιος βουλευτής, απευθυνόμενος στον συνάδελφό του Δεληγιώργη (γαμπρό του Ζωγράφου και σύγαμπρο του Καραπάνου), καταγγέλλει τους τίτλους κυριότητας που απέκτησαν οι τσιφλικάδες επί τουρκοκρατίας. Τα έγγραφα αυτά «αποστάζουν το αίμα των χωρικών» κατέληγε η καταγγελία[4]. Ο Ζυγομαλάς, επίσης, καταγγέλλει τη σύλληψη του βουλευτή Άρτας Γ. Παχύ αλλά και την προαναγγελία της σύλληψης αυτής από την ομώνυμη εφημερίδα της πόλης της Άρτας, η οποία ήταν ιδιοκτησία του Καραπάνου. Ο τελευταίος επιχειρηματολόγησε λέγοντας ότι η εφημερίδα έγραψε και για τη σύλληψη δεύτερου βουλευτή, η οποία, όμως, δεν έγινε!
Είναι ενδεικτική της κατάστασης η ανάγνωσης των κειμένων της εφημερίδας «Άρτα», που ανήκε στον τσιφλικά, της 19ης Αυγούστου 1882: «… Η Δικαστική αρχή, και μόνο αύτη(σ.σ. άρα υπήρχαν πληροφορίες ότι και άλλοι πέραν των νομίμων αρχών ενήργησαν) ενεργούσα προ ημερών παραγέμισε δικαίως τας ενταύθα φυλακάς εκ συστασιαστών αγροτών και πολιτών(σ.σ. οι αγρότες είναι οι χωρικοί καλλιεργητές και οι πολίτες είναι οι κάτοικοι της πόλης), ων η μεταμέλεια ήρξατο εκδηλουμένη, αλλ’ εν τω άδει, μετάνοια ουκ έστιν(σ.σ. ποιος είναι ο άδης;). Ας κοπιάσει τώρα ο κ. Παχύς να σώση τόσον κόσμον…».
Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας» και στη στήλη ΔΙΑΦΟΡΑ αναφέρετε επίσης: «Προχθές κατά την 11 τρέχοντος(σ.σ. Αυγούστου 1882) ημέραν Τετάρτην εισήχθησαν ενώπιον του πταισματοδικείου Άρτης 19 εκ των συμπολιτών μας αγροτών… κατεδίκασεν άπαντας εις δύο εβδομάδας κράτησιν… Μανθάνομεν ότι ενοικιάσθη δια φυλακάς και το Μετόχι της Μονής Μελάταις…». Και τέλος η επίμαχη είδηση: «Αν είναι η πληροφορία μας ακριβής, διετάχθη, τηλεγραφικώς η σύλληψις και του βουλευτού Άρτης κ. Παχύ, εν Αθήναις διαμένοντος…»!   
 Αξίζει, ακόμη, να επισημανθεί η μετάθεση του εισαγγελέα της Άρτας όταν φάνηκε στον τσιφλικά ότι ο δικαστικός λειτουργός ήταν επιεικής προς τους χωρικούς, ή αντίθετος προς τα συμφέροντά του.
Το αγροτικό ζήτημα θα εξακολουθήσει να απασχολεί τη Βουλή και την ελληνική κοινωνία μέχρι τον ξεσηκωμό του Κιλελέρ και την ψήφιση του νόμου Βενιζέλου για τις απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών. Ενδιαμέσως θα λάβουν χώρα συνέδρια και φόρα με αντικείμενο το αγροτικό ζήτημα. Ένα εξ αυτών πανελλήνιας εμβέλειας θα λάβει χώρα στο Βόλο (9-14/9/1912) και θα συμμετάσχουν σημαντικοί παράγοντες απ’ όλες τις πλευρές. Ο Γ. Χρηστάκης Ζωγράφος (ο γιος του μεγαλοτσιφλικά μας έχει γράψει ομοίως ένα βιβλίο σχετικό με το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία) διαμαρτυρήθηκε στους αγροτιστές «διότι εγκαλούνται οι κτηματίαι εις την λαιμητόμον», αλλά συμφώνησε ότι η κατάσταση δεν είναι καλή. Όμως, όπως είπε, «δεν φταίνε οι κτηματίαι αλλά το σύστημα»[5]! Στο συνέδριο αυτό, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, οι αγροτιστές ζητούσαν «αναγκαστική απαλλοτρίωση» των τσιφλικιών. Στο συνέδριο μίλησε και ο Σπύρος Σπυρομήλιος, δηλώνοντας πως «ενώ οι κολίγοι ανέμενον την ώραν της ελευθερίας, αίφνης ευρέθησαν είλωτες… Ο κατακτητής εσεβάσθη τα έθιμα των τσιφλικίων, ως νόμους ιερούς. Και κατ’ αυτά, πλην άλλων, δεν επιτρέπεται η ερήμωση χωρίων δι’ εξώσεων… Μετά την προσάρτησιν όμως οι τσιφλικούχοι εμπνέοντες τας εκάστοτε κυβερνήσεις και χρησιμοποιούντες, πλην άλλων, τους χωροφύλακας, τας λόγχας, τας συλλήψεις, τα φυλακίσεις των κολίγων υποχρέωσαν πολλούς να συντάξουν συμβόλαια απολύτου κυριότητος»[6]. Ο Π. Πολίτης είπε ότι «Ερήμωσαν την Άρταν και την Θεσσαλίαν.(Κι) Εδημιούργησαν ρεύμα μεταναστευτικόν…». Ενώ ιδιαίτερης σπουδαιότητος ήταν η ομιλία στο συνέδριο του Αλέκου Βαμβέτσου, ο οποίος είπε μεταξύ άλλων ότι η νομική στήριξη του θέματος της ιδιοκτησίας, επειδή βασίζεται στη βυζαντινή νομοθεσία, είναι υπέρ των τσιφλικάδων. Συγκεκριμένα, «Το δίκαιο είναι πάντα το δίκαιο της κρατούσης τάξης και όχι το δίκαιο όλων των τάξεων…». Άρα το αγροτικό δεν είναι ούτε θέμα δικαιοσύνης ούτε φιλανθρωπίας αλλά μιας «νέας κατάστασης πραγμάτων»: «Η εξέλιξη η ιστορική έχει καταδικάσει το φεουδαρχισμό και η ίδια η εξέλιξη δημιουργεί ελεύθερο το δουλοπάροικο… πρέπει οι αγρότες να μη ζητούν φιλανθρωπία-διότι οι τσιφλικάδες δεν έχουν καμία υποχρέωση να φανούν φιλάνθρωποι, αλλά στην οργανωμένη δύναμη της μεγάλης ιδιοκτησίας, να αντιπαρατάξουν τη δική τους, ομαδική και οργανωμένη δύναμη….»[7]. Η «ιστορική εξέλιξη έχει καταδικάσει» επισημαίνει ο Βαμβέτσος τον φεουδαρχισμό, αναδεικνύοντας τον μαρξιστικό ντετερμινισμό της ιστορικής αναγκαιότητας, όπως οι χριστιανοί και δη οι προτεστάντες ανέδειξαν τον θεολογικό ντετερμινισμό,την κατά τον Καστοριάδη(«θεολογική ξένωση του ανθρώπου»[8]).

Ο πρώτος σταθμός, όπως είδαμε, του αγροτικού ζητήματος στην Άρτα είναι το 1873. Είναι η εποχή κατά την οποία οι γιοι του Μουσταφά Πασά είχαν ήδη πουλήσει την περιοχή στον Κ. Καραπάνο(και τη Θεσσαλία στον πεθερό του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφο). Οι άνθρωποι του Καραπάνου επέφεραν σημαντική μεταβολή επί τα χείρω στη φορολογία και τον τρόπο επιβολής της στους ούτως ή άλλως φτωχούς κατοίκους της περιοχής. Τότε αναπτύχθηκε ένα κίνημα που καταπνίγηκε με τη σύλληψη των πρωταιτίων και την φυλάκισή τους στις φυλακές της Άρτας και των Ιωαννίνων. Το αγροτικό αυτό κίνημα κορυφώθηκε μετά την απελευθέρωση της Άρτας(1881), ενώ στο πολιτικό πεδίο εκφράστηκε μέσω της σκληρής αντιπαράθεσης δύο παραγόντων και πολιτευτών της περιοχής, του Κ. Καραπάνου και του Γεώργιου Παχύ. Και οι δύο εξέδωσαν πονήματα, αλλά ο πλούτος, υλικός και συμβολικός, του πρώτου βάρυναν υπέρ αυτού στη ζυγαριά. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι κατάφερε να εξαγοράσει τον σφοδρό αντίπαλό του και να τον καταστήσει κομματάρχη του στην Άρτα! Αλλά αυτή είναι η πρώτη εκδοχή της έρευνάς μας, καθώς ανακαλύψαμε ότι ο διακανονισμός ήταν μάλλον πολιτικός, αφού και ο Παχύς ήταν ομοίως πολύ πλούσιος.
Στην εφημερίδα «Εμπρός» (22/4/1902) στη στήλη «Ειδήσεις της Ημέρας» και υπό τον μεσότιτλο «ΕΝ ΑΡΤΗ» σημειώνεται ότι «επήλθεν εν τη επαρχία Άρτης σύμπραξις των κ.κ. Κωνστ. Καραπάνου και Γ. Παχύ, του συνδυασμού αυτού απαρτισθέντος εκ των κ.κ. Κων. Καραπάνου, Γ. Παχύ, Σ. Βαρζέλη δικηγόρου και πρώην βουλευτού και Οικονομίδου. Αντίθετον συνδυασμόν θ’ αποτελέσουν οι κ.κ. Ε. Γαρουφαλιάς νυν βουλευτής και Δουρούτης…»! Εδώ ο Γαρουφαλιάς, ευνοούμενος του Σκουζέ-που είναι πεθερός του Παχύ- αλλάζει στρατόπεδο, φεύγοντας από τη σύμπραξη Καραπάνου-Παχύ. Αλλά και ο Καραπάνος άλλαζε συνεχώς στρατόπεδα. 
Στην εφημερίδα «Σκριπ»(16/12/1902) και υπό τον υπέρτιτλο «Το χθεσινό γεύμα» και τίτλο «Ο κ. Σκουζές αμφιτρύων» σημειώνεται: «Χθες την 8ην μ.μ. ο Υπουργός των Εξωτερικών κ. Αλ. Σκουζές παρέθηκε πλουσιώτατον γεύμα εν τη οικία του, εις το οποίον παρεκάθησαν οι κ.κ. Θ. Δηλιγιάννης πρωθυπουργός, Κυριακ. Μαυρομιχάλης μετά της κυρίας του, Αντώνιος Ζυγομαλάς(υπουργός Δικαιοσύνης) μετά της κυρίας του, Κ. Καραπάνος(υπουργός Ναυτικών), Αλ. Ρώμας, Θεοδ. Λυμπρίτης(υπουργός Στρατιωτικών), Αλ. Σκουζές μετά της κυρίας του, Γ. Σκουζές και ο κ. Παχύς μετά της κυρίας του. Το γεύμα διεξαχθέν εν αναλόγω ευθυμία διήρκεσε δύο περίπου ώρας».
Όλοι οι κεντρικοί πρωταγωνιστές(βιομήχανοι, τσιφλικάδες και πολιτικοί εν ταυτώ, ήτοι πολυμορφικοί αστοί), αντίπαλοι στο αγροτικό ζήτημα πλην όμως ευθυμούντες γύρω από το ίδιο τραπέζι! Πως συνέβη αυτό;
Ο Γ. Παχύς ήταν παντρεμένος με την κόρη του Σκουζέ, Αιμιλία, και τα αισθήματά του για το βασιλιά ανέρχονταν στο επίπεδο της υστερικής «πίστης», δεδομένης και της εύνοιας του άνακτα αλλά και των κοινών συμφερόντων στην περίπτωση των μεταλλείων Λαυρίου. Η Αιμιλία Παχύ-Σκουζέ ήταν ιδιαίτερα μορφωμένη(και συγγραφέας) και είναι η γυναίκα εκείνη η οποία κατά την επίσκεψη του βασιλιά στην Άρτα το Σεπτέμβρη του 1881, ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Μη χάνεσαι» απεκάλεσε femme politique! Πως δέχθηκε όμως ο Κ. Καραπάνος να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον αντίπαλό του και στο σπίτι του πεθερού του δεύτερου; Υπάρχει κάποιο κοινό στοιχείο που να συνδέει τα δύο στρατόπεδα; Φαίνεται ότι αυτό είναι ο βασιλιάς.
Τον Απρίλιο είχαμε την πολιτική σύμπραξη στην Άρτα των Καραπάνου-Παχύ. Αλλά το Νοέμβριο του 1902 υπήρχε μεγάλη δυστοκία στο σχηματισμό κυβέρνησης λόγω της άρνησης του Κ. Καραπάνου να δεχθεί το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Ναυτικών. Ο Καραπάνος αφού επέστρεψε από το προεκλογικό ταξίδι του στην Άρτα[9], εξεδήλωσε τη θέλησή του να αναλάβει το υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο, όμως, ο βασιλιάς και ο Δηλιγιάννης είχαν υποσχεθεί στον άλλον «αγροτιστή», τον Ζυγομαλά! Η πολιτική κρίση λύθηκε μόνο μετά την παρέμβαση του βασιλιά που ανήγαγε το υπουργείο Ναυτικών σε «πρώτο υπουργείο» ώστε να το δεχθεί ο Καραπάνος. Η ανάληψη του υπουργείου Ναυτικών σύμφωνα με την εφημερίδα «Εμπρός»[10] από τον Κ. Καραπάνο έγινε μετά από απαίτηση του βασιλιά προς τον πρωθυπουργό Δηλιγιάννη. Ο δεύτερος μετέφερε τη θέληση του βασιλιά στον Καραπάνο που, όμως, δεν δέχθηκε καθώς το υπουργείο των Ναυτικών «δεν ήτο της ειδικότητός του». Τότε ο Δηλιγιάννης τον έστειλε στο βασιλιά. Ο Γεώργιος προσπάθησε πάνω από μία ώρα να πείσει τον Αρτινό βουλευτή. Ο Καραπάνος ανένδοτος. Τότε, αφού ο βασιλιάς «ανέπτυξε τας ιδέας Αυτού περί του Ναυτικού, την μεγάλην σημασίαν, ην αποδίδει εις αυτό και την απόφασίν Του όπως εργασθή υπέρ ανορθώσεως και ενισχύσεως αυτού, εζήτησεν ως χάριν παρά του κ. Καραπάνου ν’ αναλάβη αυτός την διεύθυνσιν του υπουργείου. Ο εξ Άρτης βουλευτής ηυχαρίστησεν θερμώς τον Άνακτα επί τούτοις και εδήλωσεν προς Αυτόν ότι συμμορφούται με την επιθυμίαν Του, καίτοι δεν εσκέπτετο ότι ηδύνατο να γίνει υπουργός των Ναυτικών». Έτσι, ο Καραπάνος αναλαμβάνει το υπουργείο Ναυτικών και ο μεγάλος αντίπαλός του στη Βουλή, ο σύμμαχος του Γ. Παχύ στο αγροτικό ζήτημα, ο Α. Ζυγομαλάς το υπουργείο Δικαιοσύνης. Αλλά με ποια ανταλλάγματα; Γνωρίζουμε ότι μετά από δύο εβδομάδες έχουμε την παράθεση γεύματος στο σπίτι του δεξιού χεριού του βασιλιά και υπουργού Εξωτερικών Αλ. Σκουζέ. Με ποιο τρόπο, όμως, έπεισε ο Γεώργιος τον Κ. Καραπάνο; Άγνωστο. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι πως έκτοτε ο Καραπάνος έγινε βασιλικός(σ.σ. για την ακρίβεια έγινε βασιλικός, όπως πριν ήταν δηλιγιανικός, τρικουπικός και, τέλος, βενιζελικός όπως κάθε πραγματιστής καιροσκόπος). Επίσης, γνωρίζουμε ότι ο Γ. Παχύς έγινε «κομματάρχης» του Καραπάνου το 1899. Τέλος, μαθαίνουμε ότι την ίδια περίοδο το μέγαρο Καραπάνου στη Σταδίου(29 και με άλλη αρίθμηση 31) ανήκε πριν στην οικογένεια Σκουζέ! Ο
ίδιος ο Καραπάνος σε μία επεισοδιακή συνεδρίαση της Βουλής[11] δήλωσε πως θεωρεί τον βασιλιά εγγυητή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Συγκεκριμένα, επιτέθηκε εναντίον του Θεοτόκη, κατηγορώντας τον για συναλλαγή, αφού παρέσχε ψήφο εμπιστοσύνης στον Ζαΐμη από τον φόβο επιστροφής του Δηλιγιάννη στην εξουσία, ζητώντας την προσφυγή σε εκλογές. Αφού κατάφερε να γλιτώσει τα χειρότερα από τους προσβεβλημένους βουλευτές του Θεοτόκη, ο Καραπάνος κατέληξε λέγοντας ότι «Και αν εσείς δεν σέβεσθε την θέλησιν του Λαού υπάρχει Εκείνος όστις εν έμβλημα έχει «η ισχύς μου η αγάπη το Λαού», ο οποίος θα σας διαλύση. Και φίλοι Εκείνου είναι οι ειλικρινείς και όχι οι κόλακες και οι επιτήδειοι!». Ο Καραπάνος κοντολογίς ζητάει την πραξικοπηματική παρέμβαση του βασιλιά, αυτό-ανακηρυσσόμενος φίλος «Εκείνου» καθόσον ανήκων στη φυλή των «ειλικρινών» σε αντίθεση μ’ αυτή των «επιτηδείων». Πολλές φορές, όμως, ο «ειλικρινής» Καραπάνος καταγγέλθηκε για νοθευμένες εκλογές και εξαγορά ψήφων[12], δηλαδή ως ανήκων στην φυλή των «επιτηδείων».              



[1] Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τόμος ΧΙΙΙ, σελ. 426
[2] Στο ίδιο
[3] Πρακτικά Βουλής, 12/2/1883
[4] Πρακτικά Βουλής, 5/3/1883
[5] Πρακτικά συνεδρίου για το Αγροτικό Ζήτημα, Βόλος 9-14/9/1912
[6] Στο ίδιο
[7] Στο ίδιο
[8] Κ. Καστοριάδης, «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», εκδόσεις Ράπα,
[9] Εμπρός 27/10/1902: Ο Καραπάνος δεν επισκέπτετο συχνά την Άρτα. Γι’ αυτό κάθε επίσκεψή του όπως αυτή της 26ης Οκτωβρίου ήταν σε προεκλογική περίοδο και συνιστούσε μέγα γεγονός για την πόλη. Εξ αυτού συνάγεται ότι την κατάσταση στην πόλη και την περιοχή όριζαν οι άνθρωποί του, που σε πλήρη αλληλεξάρτηση και διαπλοκή με τους τοπικούς κρατικούς παράγοντες σχημάτιζαν ένα ιδιότυπο «βαθύ κράτος». Για τον τρόπο δημοσιοποίησης των επισκέψεων αξίζει να σημειωθεί η απόδοση από την εφημερίδα: «Αφίκετο σήμερον ώρα 11 ο διαπρεπής πολιτευτής κ. Καραπάνος. Πλήθος λαού αυθορμήτως υπεδέχθη αυτόν έξωθεν της Άρτης, οπόθεν ζητωκραυγάζον συνώδευσε αυτόν μέχρι της οικίας του. Ο δικηγόρος κ. Νικόλ. Καλέλλης προσεφώνησε καταλλήλως διατρανώσας την εμπιστοσύνην του λαού της Άρτης προς το δηλιγιαννικόν κόμμα. Ο κ. Καραπάνος απήντησεν ευχαριστήσας τον λαόν δια την προς αυτόν εκδηλωθείσαν αγάπην και αιτησάμενος την συνδρομήν των συμπολιτών του υπέρ του συνδυασμού ολοκλήρου… (και) την κυβέρνηση Δηλιγιάννη…».  
[10] Εμπρός, 28/11/1902
[11] Εμπρός, 24/1/1902
[12] Η Βουλή έχει ασχοληθεί πολλές φορές με καταγγελίες κατά του Κ. Καραπάνου για εκλογική νοθεία, αλλά το 1911 είχαμε δύο συνεδριάσεις στη Βουλή, που τελικά επικύρωσε στο τέλος την εκλογή. Δες το πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα «Εμπρός» της 26ης Φεβρουαρίου 1911.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

16. Το ματωμένο θέρος του 1882

Ο Γεώργιος Παχύς από την πλευρά του επικαλείται την ηθική του συνδρομή στην Επιτροπή των αγροτών το 1873 και με επιστολή του στην εφημερίδα «Αιών» περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τις διοικητικές επεμβάσεις και παρανομίες εναντίον των χωρικών, επισημαίνοντας ότι «η ισχύς των Νόμων δεν αφίκετο μέχρι Άρτης…»[1].
Το καλοκαίρι του 1882 οι συγκρούσεις των καλλιεργητών και των ανθρώπων του Καραπάνου οξύνονται, καταλήγοντας στο φόνο δύο κομποταίων:
«…κατά την 12ην ισταμένου περί ώραν 11ην μ.μ. εν τω χωρίω Κομποτίω, ανήκον τω Κ. Καραπάνου, και κατά την θέσιν Κόπραινα, ρήξεως επελθούσης μεταξύ Κομποταίων τινων και αγροφυλάκων, ένεκα επιθέσεως των πρώτων κατά των δευτέρων… αμυνομένων υπέρ τας εμπεπιστευμένοις αυτοίς ιδιοκτησίας, εφονεύθησαν δύο Κομποταίοι χωρικοί και επληγώθη εις αγροφύλαξ… Μετά το γεγονός τούτο συνελθόντες άπαντες οι χωρικοί περιεκύκλωσαν την αποθήκην του χωρίου, και περιπολούσιν ένοπλοι εις διάφορα μέρη αυτού ζητούντες εκδίκησιν. Ευτυχώς η ταχέως επελθούσα εκεί στρατιωτική δύναμις κατόρθωσε να αποσοβήση τας δυναμένας να επελθώσιν ολεθρίους συνεπείας…»[2]. Σύμφωνα με το συντάκτη της καραπανικής εφημερίδας «Άρτα» το αγροτικό ζήτημα στην ομώνυμη επαρχία, που κατά τη γνώμη των εκδοτών της υποκινήθηκε από τον Παχύ χάριν των ιδιοτελών σκοπών του, ενώ είχε κοπάσει, έχοντας αφεθεί η λύση στους αρμόδιους, αίφνης άρχισε και πάλι να παρουσιάζει την πιο ζοφερή του όψη μετά την άφιξη στην Αθήνα κάποιων χωρικών κατόπιν πρόσκλησης του Γ. Παχύ.
Σημειώνεται στην εφημερίδα του τσιφλικά πως «…χωρικοί και ιδιοκτήται ίστανται απέναντι έτοιμοι οι μεν πρώτοι προς αρπαγήν, οι δε δεύτεροι προς άμυναν της περιουσίας των…»[3]. Η καραπανική εφημερίδα εκφράζει και πάλι την πίστη της στην «ιερότητα της ιδιοκτησίας» και διαμαρτύρεται εκ νέου γιατί η όλη κατάσταση θέλει «παραστήσει την Ελλάδα ως φωλεάν κοινωνιστών…»(οι κοινωνιστές είναι για την εποχή το ισοδύναμο των μετέπειτα κομμουνιστών). Αλλά το προκλητικότερο όλων είναι η προσπάθεια αθώωσης των φονέων των αγροτών με επίκληση της γνωμοδότησης (ημερομηνία 22 Ιουλίου 1881) των Π. Παπαρρηγόπουλου, Ι. Α. Τυπάλδου, Α. Βαλλή, Ιω. Ευκλείδη και Α. Χαλκοκονδύλη. Σύμφωνα με αυτή «Ο Κ. Καραπάνος, ευρισκόμενος εν τη νομή των κτημάτων του, δικαιούται αμυνόμενος να μεταχειρισθεί παν μέσον, μη εξαιρουμένης ουδ’ αυτής της βίας, προς απόκρουσιν των επιθέσεων, δι’ ων τρίτοι ήθελον επιχειρήσει πράξεις προσβαλούσας την νομή του…». Αλλά και για προληπτικούς λόγους μπορεί να ζητήσει ο τσιφλικάς τη συνδρομή της διοικητικής αρχής[4]. Ομοίως με εγκυκλίους του υπουργού Δικαιοσύνης στους εισαγγελείς των πρωτοδικείων Λάρισας, Τρικάλων, Βόλου και Άρτας κατ’ απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δίδεται η εντολή για «…να καταστέλλωνται και να καταδιώκονται πράξεις φέρουσαι τον χαρακτήρα της αυτοδικίας ή άλλων κατά της ιδιοκτησίας αδικημάτων…».       
        Η εφημερίδα ευχαριστεί το νέο αστυνόμο Κ. Ξάνθη καθώς δια των αστυνομικών του μέτρων το αγροτικό ζήτημα «είναι ήδη ησφαλισμένο». Ανάλογη ευχαρίστηση εκφράζεται και για το νέο εισαγγελέα Γονατά. Αστυνόμος και εισαγγελέας συνέβαλαν στη σύλληψη των Γ. Παχύ στην Αθήνα και των Δημητρίου Παπακώστα, Αναστάσιου Χ. Ρίζου, Ευστράτιου Παπαρίζου και άλλων στην Άρτα αλλά και στα χωριά Κομπότι, Πέτα και Λιμίνη. Στις 11 Αυγούστου του ίδιου χρόνου 19 συνολικά αγρότες καταδικάστηκαν σε δύο βδομάδες κράτηση από το Πταισματοδικείο Άρτας για παράβαση του άρθρου 528 του Ποινικού Νόμου.
Στο 101ο φύλλο της εφημερίδας «Μέριμνα» κατηγορούνται τόσο οι αρχές της Άρτας (ο νομάρχης Τσαγκαράκης, ο δικαστής Ιωαννίδης, ο αστυνόμος Ξάνθης…) όσο και οι στρατιωτικοί «ότι ο μη συντασσόμενος τω Καραπάνω ραπίζεται εν μέση αγορά υπό αξιωματικών του στρατού…». Η εφημερίδα «Άρτα» απαντά ότι «ουδείς εραπίσθη υπό στρατιωτικού… εκτός τινων των εν τη αντεθνική σπείρα καταλεγομένων…»[5]Τελικά, οι αγρότες αποκαλούνται «αντεθνική σπείρα», ενώ μαθαίνουμε ότι «εν τη μικρά πόλει μας περιωρίζετο Στρατός ανερχόμενος εις χιλιάδας» και οι υποστηρικτές των αγροτών σπέρνουν το μίσος μεταξύ του στρατού και των πολιτών.
  Στην «Άρτα» με ημερομηνία 28 Αυγούστου 1882 διαβάζουμε
«… Οι χωρικοί υπό αγυρτικών προτροπών προέβησαν εις βιαιοπραγίας, εις εμπρησμούς, εις αντιστάσεις κατά της αρχής και επί τέλους θρασυνθέντες προέβησαν και εις σπουδαιότερον, ήτοι ενόπλους συναθροίσεις και διαμαρτυρήσεις και εις θεατρικάς προς μετανάστευσιν επιδείξεις, πράγματα άτινα ενώ αφ’ ενός προσβάλλουσι καιρίως την εθνικήν αξιοπρέπειαν, φέρουσιν εξ άλλου πάντα τα στοιχεία της στάσεως. Δια τούτο η δικαστική αρχή, ουχί τη υποκινήσει του κ. Καραπάνου ή ετέρου… προέβη εις την σύλληψιν των ενόχων και των ηθικών αυτουργών…». Η κατηγορία εναντίον των κινηματιών αγροτών είναι βαρύτατη, ήτοι ένοπλη στάση. Ενώ η μαζική κίνηση των πετανιτών και η μετανάστευση στο «τούρκικο» θεωρούνται «θεατρικές επιδείξεις». Τέλος, δηλώνεται ότι η δικαστική αρχή συλλαμβάνει και τους φυσικούς και τον ηθικό αυτουργό, τον Γ. Παχύ. Ο τρόπος, μάλιστα, που ο συντάκτης της εφημερίδας δηλώνει την μη ανάμιξη του Καραπάνου, φανερώνει ότι όλες οι ενέργειες των αρχών γίνονται με την «υποκίνηση» του τσιφλικά. Στο ίδιο φύλλο ανακοινώνεται ότι «Ο κ. Γ. Παχύς ο δυνάμει εντάλματος συλλήψεως της δικαστικής αρχής αφίχθη ενταύθα υπό συνοδείαν στρατιωτικήν…».  
Η ανάγνωση του εντάλματος έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του αγροτικού ζητήματος και των εμπλεκομένων σ’ αυτό: «Ο Γεώργιος Παχύς κάτοικος Αθηνών κατηγορείται ότι μετά του Αντωνίου Ζυγομαλά βουλευτού Αθηνών, Δημητρίου Παπακώστα ή Χαντζή, Αναστασίου Χριστοδούλου Ρίζου και άλλων υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναποφάσισαν την εκτέλεσιν της επομένης πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλοις αμοιβαίαν συνδρομήν εκ προθέσεως παρακίνησαν τους Ιωάννην Βλαχοπάνον, Απόστολον Χαβέλλαν, Γεώργιον Παπαρίζον, Βασίλειον Ταμπράκαν, Στράτου Μουρίκην, Γεώργιον Γρίλλιαν, Γεώργιον Πίτσιλαν, Παπαγεώργιον Σοικίλιον, Χρήστον Παπακώσταν, Δημ. Παπακώσταν, Κως. Χαβέλλαν, Θεόδωρον Σακκιάν, Αθανάσιον Τζαβάραν, Σπυρον Τζαβάραν, Γεώργιον Μπουραντάν, Κων. Μπακογιάννην, Ιωάννη Μπουραντάν, Ιωάννην Κοκορόσκον, Αθανάσιον Γρίλλιαν, Χαράλαμπον Βαγενάν, Αναγνώστην Πασσαμέρην, Πέτρον Παπαγεωργίου, Αθανάσιον Μπαντίδον, Χρίστον Τσίστουλαν, Δημ. Ιωάννου, Αθανάσιον Βαγενάν, Αντώνιον Χαβέλλαν, Ανας Γερογιάννην, Δημ. Μπότσην, Βασίλειον Πεταλήν, Θεοδ. Σταύρου, Φώτην Σκαλτσούνην, Γεώργιος Μήτσου, και άλλους καλλιεργητάς των χωρίων Πέτα, Μπάνη, Σικιαίς, Λιμήνη, Τσουπί Σελλάδες εις εκτέλεσιν των ακολούθων αξιόποινων πράξεων συμβουλεύοντες αυτούς μετ’ απάτης, πειθούς και φορτικότητος και μεταχειριζόμενοι επίτηδες ως έρμαιον το εις ό ευρίσκονται ούτοι πάθος της πλεονεξίας, του φθόνου και του μίσους κατά των γαιοκτημόνων, ούτοι δε εξετέλεσαν τας πράξεις ταύτας, ήτοι Α) Υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της επομένης πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογίσαντες προς αλλήλοις αμοιβαίαν συνδρομήν, συνιδιοκτήμονες δε όντες των καρπών της εφετινής εσοδείας σίτου, κριθής, βρώμης, βρύζης κλπ. οι οποίοι παρήχθησαν από τας εν τη περιφερεία των χωρίων Μπάνη, Κομπότη, Πέτα, Σελλάδες, Λιμήν, Συκιαίς και Τσοτπί υπό του Κ. Καραπάνου και της συζύγου του, των αδελφών Μισσίων, της Μητροπόλεως Άρτης, του Μουρτεζά αγά, ενοικιαστού και Ιουσούφ Μπέη κατεχομένας και παρ’ εκάστου των ειρημένων καλλιεργητών καλλιεργηθείσας γαίας και οι οποίοι θερισθέντες έκειντο εν τοις αλωνίοις των ειρημένων χωρίων, από τα μέσα Ιουνίου μέχρις 20 Αυγούστου 1882 αφήρεσαν τους καρπούς αυτούς, κοινούς όντας ως ανήκοντας κατά 30% εις τους γαιοκτήμονας και κατά 70% εις τους καλλιεργητάς, προς βλάβην των λοιπών συμμετόχων, ήτοι των ειρημένων γαιοκτημόνων. Των καρπών δε τούτων η κλοπή μετά το ανήκον εις τους ιδιοκτήτας των γαιών μερίδιον υπερβαίνει το ποσόν των τετρακοσίων δραχμών…».
Από το ένταλμα μαθαίνουμε τους άλλους, πολύ μικρότερου βεληνεκούς, γαιοκτήμονες της Άρτας, όπως ήταν οι αδελφοί Μίσσιοι, ο Ιουσούφ Μπέης αλλά και η Μητρόπολη Άρτας! Το ποσό δε των τετρακοσίων δραχμών, που αντιστοιχούσε στο μερίδιο των «ιδιοκτητών», καταδεικνύει ότι ήταν πιο συμφέρουσα για τον Καραπάνο η πώληση των τσιφλικιών του με δόσεις και μεγάλο επιτόκιο παρά η νομή του 30% και αργότερα του 20% της σοδειάς. Αλλά βρισκόμαστε ακόμα στη μετωπική σύγκρουση των καλλιεργητών με τις κρατικές και άλλες δυνάμεις των τσιφλικάδων. Ιδού πως περιγράφει το ένταλμα τις εξελίξεις:
«…Β) Πλείοντες των δύω… ηνώθησαν προς εκτέλεσιν… εμπρησμών αποθηκών και οικημάτων, ζωοκτονιών και άλλων φθορών ξένης ιδιοκτησίας, αντιστάσεως κατά της αρχής και φόνων. Γ) Ούτω ηνωμένοι(σ.σ. συστήνοντας δηλαδή συμμορία) και υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναποφάσισαν την εκτέλεσιν των παρακάτω πράξεων και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αμοιβαίαν συνδρομήν. 1) Την νύκτα της 11-12 Ιουνίου ε.έ. (σ.σ. 1882) εν Σελλάδες έβαλον πυρ εις δύο οικήματα του κ. Γ. Καλαμπόκη προσεγγίζοντα τοσούτον εις κατοικίας και κατασκηνώσεις ανθρώπων, ώστε ηδύναντο να μεταδώσωσιν εις ταύτα το πυρ, το δε πυρ εξερράγη και αποτέφρωσε τους οικίσκους αυτούς. 2) Την νύκτα της 29-30 Μαΐου ε.έ. εν Σελλάδες σκοπούντες να εκτελέσωσιν ανθρωποκτονίαν κατά του Ιουσούφ Γαρδίκη επιστάτου, εκ προμελέτης απεφάσισαν και εσκεμμένως επεχείρησαν εξωτερικήν πράξιν περιέχουσαν αρχήν εκτελέσεως , ήτοι επυροβόλησαν κατ’ αυτού εκ μικράς αποστάσεως δι’ όπλων πεπληρωμένων εκ πυρίτιδος και σφαιρών, αλλ’ από ανεξάρτητα της θελήσεώς των περιστατικά απέτυχον του σκοπού των. 3) Την 8 Ιουνίου ε.έ. εν Σελλάδες έβαλον πυρ εις την αποθήκην του Μουρτεζά αγά ήτις εχρησίμευε προς κατοίκησιν και κατωκείτο, όπερ εκραγέν αποτέφρωσε αυτήν. 4) Κατά τας αρχάς Ιουλίου ε.έ. εν Συκιαίς έβαλον πυρ εις θεμονίαν του Ιωάννου Γρίβα ήτοι εις τους συγκεκομισμένους και εις το ύπαιθρον έτι κειμένους καρπούς των αγρών του, το δε πυρ εξερράγη και απετέφρωσεν αυτήν. 6) Την νύκτα της 11-12 Αυγούστου ε.έ. εν τω χωρίω Πέτα εκ προθέσεως απέκτηναν δύο βόας των ιδιοκτημόνων Χ. Σερβετά και Α. Ευστρατίου προξενήσαντες εις αυτούς ζημίαν υπερβαίνουσαν τας χιλίας δραχμάς. 7) Την νύκταν της 14-15 Αυγούστου ε.έ. εν Πέτα έβαλον πυρ εις την πλήρη αχύρου αποθήκην του Δημητρίου Τρίπου Μασίνα προσεγγίζουσα τοσούτον εις κατοικίας και κατασκηνώσεις ανθρώπων ώστε ηδύνατο… 8) Την 15 Αυγούστου ε.έ. εν τη περιφερεία Λιμήνι αντέστησαν εις τους υπηρέτας της Αρχής, ήτοι τους υπό των υπενωματάρχην Ηρ. Σακόπουλον χωροφύλακας θέλοντας να εμποδίσωσι την εκτέλεσιν των παρ’ αυτοίς διατεταγμένων, ήτοι την εντολή ην είχον λάβει να φυλάττωσι και να μη επιτρέψωσι την διαρπαγήν του μεριδίου των καρπών των ανηκόντων εις τον γαιοκτήμονα Κ. Καραπάνον και εν τοις αλωνίοις του χωρίου αυτού κειμένων απειλούντες φόνους κατ’ αυτών και πυροβολούντες αυτούς…».

Αλλά ας δούμε τα γεγονότα πιο αναλυτικά. Η χωροφυλακή αλλά και ο στρατός φύλαγαν στα αλώνια ολόκληρη την ποσότητα της σοδειάς, δηλαδή το 70% της ποσότητας που ανήκε στους καλλιεργητές και το 30% που ανήκε στον τσιφλικά λόγω της πιθανολογούμενης απειλής ότι οι καλλιεργητές θα έπαιρναν μαζί με το δικό τους και το μερίδιο του Καραπάνου. Έτσι, όμως, οι γεωργοί στερούνταν του δικού τους μεριδίου. Η διαμαρτυρία δε των καλλιεργητών την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου οφείλονταν στην έλευση των χωροφυλάκων στα αλώνια κατόπιν εντολής του εισαγγελέα Γονατά, που ζητούσε να επιληφθούν προληπτικά της επαπειλούμενης κλοπής(!) καθώς «από της σήμερον αν ο καιρός βελτιωθή θέλομεν έχει γενικόν αλώνισμα των πρώιμων καρπών»[6].
Σε άλλο δημοσίευμα της εφημερίδας «Άρτα» με ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 1882 διαβάζουμε απάντηση στην εφημερίδα «Πρωία», όπου συντάκτης ονόματι Βρασύδας περιγράφει τα παθήματα των κατοίκων του χωριού «Μπάνι», που καταδιώκονται από την διοικητική και δικαστική αρχή προς «χάριν πλουσίου ή ισχυρού κτηματίου». Όμως, το χωριό Μπάνη δεν ανήκει στον Καραπάνο διορθώνει η «Άρτα» αλλά «εις τους αδελφούς Μισίους..»[7]. Έτσι, έχουμε έναν περισσότερο ενημερωμένο κατάλογο των γαιοκτημόνων της περιοχής σε μία προσπάθεια της εφημερίδας και του Καραπάνου να τους συσπειρώσει εναντίον των χωρικών.
«… καθ’ όλων των κτηματιών είναι η συνωμοσία των καλλιεργητών και γενική επίσης υπέρ των αδικουμένων πτωχών ή πλουσίων Ελλήνων ή Οθωμανών οίον Καραπάνου, Ζαρείφη, Μισίων, Κοστιφάκη, Γώγου, Κοφίνα, Καραμπέτζου, Μουρτεζά, Τζελάλμπης, Βλαχίδου, Μονής Κάτω Παναγιάς, Μητροπόλεως, Μονής Φανερωμένης, Μονής Μετοχίου, Μονής Μελάταις, Κατζοδήμας, Αδελφών Αντωνόπουλων, Κυρίας Αλιάμπεν, Κυρίας Καστρινού, Ζουλεφκάρ Εφέντη κλπ…»[8].
Απέναντι στους γαιοκτήμονες της Άρτας βρίσκεται ουσιαστικά, σύμφωνα με την εφημερίδα του Κ. Καραπάνου, ο βουλευτής Γ. Παχύς, που, αποσκοπώντας στην ψήφο των χωρικών, επιχειρεί να δημιουργήσει κοινωνικό ζήτημα, πείθοντάς τους πως αν ξεσηκωθούν όλοι και αρπάξουν τους καρπούς που ανήκουν στους κτηματίες(γεώμορο), θα τους εξώσουν από τα κτήματα και η Βουλή θα επιλύσει το θέμα υπέρ των πολλών. Αυτά τα κάνει ο Γ. Παχύς, συνεχίζει ο συντάκτης του άρθρου, γιατί δεν έχει κτήματα στην Άρτα. Γι’ αυτό ερωτάται:
«… Αλλά Κύριε Παχύ διατί να περιορισθή η τάσις αύτη εις την διαρπαγήν μόνον των καρπών και των ακινήτων κτημάτων της επαρχίας Άρτης ουχί δε και εις τα χρήματα, τας γαίας και τας οικίας των εν Αθήναις και αλλαχού πλουσίων; […] Εάν διηρπάζετο εν Αθήναις το Λαυριοφάγον ταμείον του κ. Παχύ, όστις μάλιστα εξαπατήσας το Δημόσιον, ότι δήθεν εκ των σκωριών έμελλεν να κατασκευάση πήλινα αγγεία, έλαβε την παραχώρισιν του Λαυρίου[9] και απεταμίευσε τον άργυρον αυτού, δεν ήθελε διαρραγή κραυγάζων κατά των αρχών, εάν δεν εμερίμνων δια την ανακάλυψιν και απόδοσιν των χρημάτων και δια την τιμωρίαν των κλεπτών; Τι έπρεπε να ενεργήση η Αρχή, όταν, γινώσκουσα ότι οι αδελφοί Μίσιοι κατέχουσι το Μπάνι 50 έτη προ της γεννήσεως του Αλή Πασά ότι ούτοι έκτοτε εισπράττουσιν άνευ της ελαχίστης αντιρρήσεως το γεώμορον ή το ίμορον, και ότι τοιαύτην αναμφισβήτητον κατοχήν και κυριότητα έχουσιν πάντες οι ιδιοκτήται άλλων χωρίων…». Και στο ερώτημα γιατί τότε απέδιδαν το γεώμορο; Η εφημερίδα γράφει: «…ακούει κανείς μετά θρασύτητος εκ στόματος αυτών τότε ίσχυεν ο Σουλτάτος(sic),δεν αναγνωρίζομεν νυν Κυρίους, δεν δίδομεν γεώμορον, αναμένομεν να ίδωμεν τι θα αποφασίση η Βουλή δι’ όλον τον κόσμον. Ας πωληθώσι τα κτήματα να τα αγοράσωμεν ημείς…». Και καταλήγει η εφημερίδα: «…Ευτυχώς αι Αρχαί ενταύθα ούτε μεγάλους ούτε μικρούς ούτε τον πάταγον της ‘’Πρωΐας’’ φοβούνται. Αλλ’ ευσυνειδήτως και γενναίως εκπληρούσαι το καθήκον έσωσαν τον τόπον από την αναρχίαν»[10]
Στο φύλλο της 15ης Οκτωβρίου 1882 της εφημερίδας «Άρτα» διαβάζουμε για το βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας για τον Γ. Παχύ και τους λοιπούς κατηγορούμενους για τα γεγονότα στην Άρτα. Το βούλευμα δικαιώνει τους καλλιεργητές και ουσιαστικά απαλλάσσει αυτούς και τον Παχύ για «εγκληματικήν πράξιν» και εκτιμά ότι έγκλημα διέπραξαν οι ιδιοκτήτες-τσιφλικάδες! Αλλά είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι θεωρεί πως το γεώμορο(σ.σ. αξίωση μόνο για το γεώμορο και όχι κατοχής) αποδίδονταν στους γαιοκτήμονες και επί τουρκοκρατίας, ήτοι «προ αιώνος», «κατ’ έθιμον»! Συγκεκριμένα η απόφαση αναφέρει ότι
«Το συμβούλιον των ενταύθα πλημμελειοδικών δια του βουλεύματος παραδέχεται αφ’ ενός, ότι οι ιδιοκτήται των χωρίων τούτων έχουσι την νομήν επ’ αυτών και των εν αυτοίς γαιών, εκτός δε πάσης αμφισβήτησεως θεωρεί ότι οι καλλιεργηταί των ιδιοκτητών τούτων απέδιδον προ αιώνος αυτοίς κατ’ έθιμον αδιάκοπον και ομοιόμορφον εκ των παραγομένων καρπών 30%, αφ’ ετέρου όμως παραδέχεται ότι οι ιδιοκτήται έχουσι αξιώσεις επί των χωρίων τούτων και των εν αυτοίς γαιών. Κατά τας σκέψεις ταύτας μάλλον οι καλλιεργηταί είναι κάτοχοι, και οι ιδιοκτήται έχουσι κατ’ αυτών αξιώσεις, επομένως ουχί ορθώς εχαρακτήρισε την πράξιν των καλλιεργητών εγκληματικήν συγκομισάντων τους καρπούς εφ΄ων οι αξιώσεις των ιδιοκτητών, ενώ έγκλημα διέπραξαν οι ιδοκτήται, οίτινες δια των οργάνων της εξουσίας, μηδέ της δικαστικής εξαιρουμένης, έλαβον παρά των καλλιεργητών τους καρπούς κατεχομένους παρ’ αυτών, των οποίων το Συμβούλιον εξαίρει την ενέργειαν ως νόμιμον και ως συντελέσασα εις το να μη λάβη μείζονας διαστάσεις και μεγαλήτερον εγκληματικόν χαρακτήρα η διαρπαγή της περιουσίας…».
Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας είναι φανερό ότι προσπαθεί να λειτουργήσει πυροσβεστικά και συνεπώς η απόφαση είναι αμφίσημη. Το γεγονός, όμως, ότι θεωρεί ότι το έγκλημα το έκαναν οι ιδιοκτήτες-τσιφλικούχοι συνιστά σταθμό στον αγώνα των αγροτών και μαρτυρά πως όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από το σύστημα του εντόπιου παρα-κρατικού δικτύου εξουσίας του Καραπάνου, αυτές μπορεί να καταστούν δικαιότερες. Μάλιστα, η εφημερίδα του Καραπάνου «Άρτα» αναφέρει ότι οι καλλιεργητές στο Βελεντσικό και τη Λουψίστα αφαίρεσαν πινάκια σίτου αξίας πλέον των 2000 δραχμών, πράγμα το οποίο κατήγγειλε ο Κ. Καραπάνος προς τον εισαγγελέα της Άρτας και παρόλο που ο τσιφλικάς πρότεινε διάφορους μάρτυρες για να αποδείξει την πράξη στο Συμβούλιο, αυτό ούτε τους τους μάρτυρες εξέτασε αλλά ούτε και τον ίδιο τον Καραπάνο. Οι συγκεκριμένοι δικαστές επισήμαναν ότι
«Επί της προκειμένης υποθέσεως (σ.σ. Βελεντσικό και Λουψίστα) οι καλλιεργηταί κατά τα ανωτέρω δεν ηδύναντο ακωλύτως να επιληφθώσι των καρπών, κώλυμα δε αυτών ήτο η ενταύθα θέλησις του ιδιοκτήτου αντιπροσωπευομένη δι’ αγροφυλάκων και επιστατών οίτινες δεν επέτρεπον τοις καλλιεργηταίς ούτε καν να θίξουν τους καρπούς πριν ή οι ιδιοκτήται λάβωσιν το εις αυτούς ανήκον ποσοστόν εξ αυτών…».
Το βούλευμα απάλλαξε των κατηγοριών τόσο τον Παχύ όσο και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Γι’ ο συντάκτης της εφημερίδας «Άρτα» σημειώνει:
«… Φρονούμεν ότι το Συμβούλιον των εν Κερκύρα Εφετών… θα μεταρρυθμίση το ανωτέρω βούλευμα και παραπέμψει τον τε Παχύν και τους μετ’ αυτού κατηγορουμένους επί κλοπή, εις βαθμόν κακουργήματος…»[11].
Όπως διαβάζουμε στην ίδια εφημερίδα και στη στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ» της 15ης, ομοίως, Οκτωβρίου του ίδου έτους, με διαταγή του εισαγγελέα εφετών της Κέρκυρας μεταφέρθηκε εκεί από τις φυλακές της Άρτας ο Γ. Παχύς. Συγκεκριμένα
«…Το παρελθόν Σάββατον υπό συνοδείαν χωροφυλάκων ανεχώρησεν εντεύθεν (σ.σ. ο Γ. Παχύς) προπεμπόμενος υπό των ολίγων φίλων του εν οις διεκρίνοντο ο κ. Γ. Γ. Γκίνος διευθυντής του ενταύθα Ταχυδρομείου και Αλ. Μουρούζης Ιατρός όστις και πρότινος είχε προπέμψει τον κ. Ι. Καραπάνον συνοδεύοντα την οικογένειαν αυτού. Τοιούτοι χαρακτήρες τιμώσι τους ανωτέρω Κυρίους…».
Ούτε λίγο ούτε πολύ εν προκειμένω η διεύθυνση της εφημερίδας «Άρτα» κατά ένα τρόπο «φακελώνει» και «καρφώνει» τους καραπανικούς που λειτουργούν σε διπλό ταμπλό. Πρόκειται, άραγε, για τις εσωτερικές αντιθέσεις του εντόπιου καραπανικού παρα-κρατικού δικτύου; Ενδεχομένως πρόκειται για αλληλοκαρφώματα του μηχανισμού αυτού προς το μεγάλο αφεντικό. Η εφημερίδα, μάλιστα, σχετικώς αυτονομημένη από τους ιδιοκτήτες της συνεχίζει ειρωνευόμενη για αγνωμοσύνη και τον διευθυντή του Ταχυδρομείου:
«… Είναι όλως απολίτιστοι οι μεμφόμενοι τον κ. Γκίνον δια τούτο, διότι είναι μεν αληθές ότι ούτος διωρίσθη διευθυντής του Ταχυδρομείου υπό του κ. Καραπάνου και διατηρείται υπ’ αυτού, ουδόλως όμως τούτο υποχρεοί…». Αλλά ο Γκίνος θα εκδιωχθεί πάραυτα από το καραπανικό κόμμα στο οποίο ανήκε.             
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

[1] Εφημερίδα «Άρτα» 10 Ιουλίου 1882. Σ’ αυτό το φύλλο μαθαίνουμε ότι ο Γ. Παχύς ήταν διατεθειμένος να δανείσει στους κομποταίους 10 χιλιάδες λίρες με τόκο 8% και με υποθήκη το χωριό για να το εξαγοράσουν από τον Κ. Καραπάνο.
[2] Εφημερίδα «Άρτα» 15 Ιουλίου 1882
[3] Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας»
[4] Στο φύλλο της 19ης Αυγούστου της εφημερίδας «Άρτα» αναγράφεται ότι υπάρχουν κατηγορίες ότι «οι ιδιοκτήται έχουν εν τη υπηρεσία των ληστάς ως αγροφύλακας…».
[5] Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας»
[6] Εφημερίδα «Άρτα» 28 Αυγούστου 1882
[7] Με ένα «σ» γράφεται εδώ
[8] Εφημερίδα «Άρτα» 4 Σεπτεμβρίου 1882
[9] Με βασιλικό διάταγμα παραχωρήθηκαν χιλιάδες στρέμματα στην Καμάριζα και αλλού στο Λαύριο. Γεγονός που δικαιολογεί τη σχέση συμφέροντος του παλατιού με τον Γ. Παχύ.
[10] Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας»

Ισπανία: Ποιοι οργανώνουν την μαζική εισροή μεταναστών;

  [ ARTI news / 30.07.26 ] Μια τεράστια μεταναστευτική κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή (30 Ιουλίου 2026) στον ισπανικό θύλακα τ...