Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Οι γόβες

Κυριακή πρωί. Οι δρόμοι έρημοι. Αίφνης, ένα χιλιόμετρο απ’ το λιμάνι, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου, το τοπίο αλλάζει ριζικά. Χαλιά απλωμένα, παρατεταγμένα μηχανάκια, ρούχα, κουζινικά κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς στο παζάρι του Πειραιά. Παραδόξως, ο κόσμος ήταν συγκεντρωμένος στα μεταχειρισμένα. Το μάτι μου έπεσε στα παπούτσια. Ένα ζευγάρι πολυφορεμένες γόβες. Θυμήθηκα, πριν δέκα χρόνια, εκείνον το δύσμοιρο μετανάστη πάνω στη μεταλλική γέφυρα της Φραγκφούρτης, αυτή που έχει στην είσοδό της μία επιγραφή στα ελληνικά από τον Οδυσσέα -του Τζόυς, όχι του Ομήρου. Αλλά τι σημασία έχει; Οι οδυσσείς παντού το ίδιο είναι. Ο άνθρωπός μας είχε βγάλει τα παπούτσια του, καθόταν σταυροπόδι με τα ξυπόλυτα πόδια του να ικετεύουν, περιμένοντας αγοραστή. Δεν ήξερα ποιος ήταν πιο δύστυχος, αυτός που πουλούσε τα παπούτσια ή αυτός που θα τα αγόραζε. Ξανακοίταξα τα γυναικεία παπούτσια του Πειραιά. Φαντάστηκα τα πόδια που τα φόρεσαν, τους δρόμους που περπάτησαν, τους αναστεναγμούς που λαθράκουσαν πεταγμένα κάτω από το κρεβάτι, όπου πλάγιαζε ο πόθος και το πάθος. Σαν να πουλάς μια ζωή. Σαν να αγοράζεις μια φορεμένη ζωή. Σαν να ζεις μη αυθεντικά, ή μήπως πιο πλούσια; Η απόχρωση μοιάζει με τη διάθεση της ψυχής να απαλύνει την ταύτισή της με την απόλυτη δυστυχία. Ναι, η φτώχεια μπορεί να είναι συναισθηματικά πιο πλούσια, αλλά είναι δυστυχία, είναι πόνος χωρίς δράμι χαράς. Θυμήθηκα τις χρυσοσκονισμένες γόβες στιλέτο του Γουόρχολ, ύστερα τα παπούτσια του Βαν Γκογκ, μετά τα παπούτσια εργασίας του Φλόιντ Μπάροουζ. Θυμήθηκα εκείνη τη γυναίκα που «εκτίμησε» την αξία του άντρα, που καθόταν απέναντί της, κοιτώντας τα παπούτσια και όχι τα μάτια του. Όπως «Ένα πρωί η Γκρέκα Χέρσκοβιτς κοίταξε τα παπούτσια του άντρα της και συνειδητοποίησε, με συνταρακτική βεβαιότητα, ότι ήταν έτοιμη να τον εγκαταλείψει» (Ρεμπέκα Μίλερ). Η πλήρης επικράτηση του φαίνεσθαι και, συγχρόνως, ο μαρασμός της εσωτερικότητας. Μόνο που ο πολιτισμός της εικόνας (του εμφαίνεσθαι και της ορατότητας) ο αμερικανικό τρόπος ως τέχνη και ζωή «τρίζει» σαν το χρηματοπιστωτικό του σύστημα. Ο «μαζάνθρωπος», αυτό το γλιτσερό καταναλωτικό έκζεμα λιώνει σαν το σαλιγκάρι στο αλάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: