Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Εωράκαμε τις ομάδες εφόδου του διαδικτύου

 Το artinews.gr είναι μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα που δεν χρηματοδοτείται από πουθενά. Στηρίζεται στα άρθρα μιας ομάδας φίλων και των αναγνωστών της, που συμμερίζονται τις ίδιες ή παραπλήσιες απόψεις για την κοινωνία και τον άνθρωπο. Πολλές φορές τα κείμενα που φιλοξενεί, λογοκρίνονται από εντεταλμένες «ομάδες εφόδου»(οργανωμένες συνήθως από πολιτικά κόμματα, στα "υπόγεια" των οποίων εδρεύουν) και τους «χωρο-φύλακες» του facebook. Τι κάνουν οι ομάδες αυτές; Κάνουν αναφορές στο Facebook και συκοφαντούν ένα μέσο, χαρακτηρίζοντας μία είδησή του ψευδή, ή ότι συνιστά κείμενο "μίσους"! Έτσι, το κείμενο του artinews.gr με τίτλο «Εωράκαμεν τους ληστάς»(Παλαιός πρωτοσέλιδος τίτλος εφημερίδας και εύρημα του Κωστή Παπαγιώργη) θεωρήθηκε ότι δημιουργεί "μίσος" και "παραβιάζει τους όρους της κοινότητας". Όμως το κείμενο αυτό δεν είχε κανένα χαρακτηρισμό και συνιστά μόνο μία έμμεση κριτική στην ελληνική αστυνομία, παραπέμποντας στην ιστορική έκθεση του ανθυπαστυνόμου Πετράκη. Βέβαια, έχει και μία φωτογραφία στην οποία αστυνομικός «κλωτσάει» άστεγο. Αλλά αυτή είναι πραγματική. Επειδή όμως δεν μπορούν να "χτυπήσουν" τη φωτογραφία, χτυπούν το κείμενο αναφέροντας ότι τάχα εγείρει αισθήματα «μίσους». Μίσους εναντίον ποιου; ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ! Μόνο η αστυνομία θα είχε ενδιαφέρον να «σβήσει» αυτό το κείμενο(και τη φωτογραφία) και ασφαλώς η κυβέρνηση των Μητσοτάκη-Χρυσοχοΐδη, που στήριξαν την προεκλογική τους εκστρατεία στην "ασφάλεια".

Τι κάνει, λοιπόν, το Facebook; Από τη στιγμή που τα "ro-bots" (συνήθως των κομμάτων) με τους εκατοντάδες ψεύτικους λογαριασμούς, αρχίσουν να κάνουν μαζικά αναφορές για ένα κείμενο, τότε ο αλγόριθμος του Facebook κρίνει με βάση τον αριθμό(ποσότητα) και αποδέχεται τα "αιτήματά" τους, κατεβάζοντας το κείμενο, ή μπλοκάροντας το λογαριασμό(προφίλ). Πριν λίγο καιρό η σελίδα στο fb του artinews.gr είχε "περιορισμένη διανομή" των κειμένων της λόγω υποβάθμισης "της ποιότητάς" της( εξαιτίας πλήθους αναφορών για δήθεν fake news), στη συνέχεια μπλοκαρίστηκε γιατί δήθεν "παρατηρήθηκε δραστηριότητα αγνώστων" και τώρα ότι το κείμενό του προκαλεί "μίσος"! Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί ο αλγόριθμος του Facebook δεν έχει άλλο τρόπο να κρίνει εκτός από τον αριθμό των αναφορών. Όταν οι αναφορές είναι πολλές, τότε κατεβάζει ένα κείμενο. Αλλά επειδή έχουν συμβεί πολλά, το Facebook δεν στηρίζεται μόνο στον αλγόριθμο, έχει και τους μη αλγοριθμικούς "χωρο-φύλακες".    

Πώς λειτουργούν οι “χωρο-φύλακες” αυτοί; Υπάρχει η αυτοτελής επιτήρηση τόσο από τους “800 λογοκριτές του Μοσχάτου”(στο artinews.gr παραθέτουμε το σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «Η Καθημερινή») όσο και από τα περίφημα Ellinika Hoaxes. Για τα τελευταία μπορείτε να διαβάσετε σχετικό παλαιότερο ρεπορτάζ από «Το Κουτί της Πανδώρας». Το  Facebook φαίνεται πως έκανε τη γκάφα να αναθέσει σε έναν ναρκαλιευτή του Στρατού και έναν επισμηνία τον έλεγχο εγκυρότητας και αξιοπιστίας δημοσιογραφικών ερευνών. Ας δούμε όμως την ιστορία της ιστοσελίδας Ellinika Hoaxes η οποία έχει παραδεχθεί πως η ίδια δημοσίευσε Fake News! Το χειρότερο όμως είναι ότι χαρακτηρίζει ως fake news, αληθινά γεγονότα. Τα EllinikaHoaxes εμφανίστηκαν πριν από χρόνια στο διαδίκτυο ως ένα μικρό μπλογκ. Το 2017, η Athens Voice ανακοίνωσε πως το συγκεκριμένο site ανήκει σε αυτή και αποτελεί κομμάτι της δράσης της. Είναι γνωστό σε όλους πως το συγκεκριμένο έντυπο έχει σαφή πολιτικό προσανατολισμό και προωθεί συστηματικά θέσεις της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Επίσης, τα ιδρυτικά μέλη των Ellinika Hoaxes αποτελούν ένας απόστρατος ναρκαλιευτής, ένας επισμηνίας, ένας δημοσιογράφος στην Athens Voice, ένας web developer, ένας συνεργάτης αμυντικών περιοδικών κ.ά.

Το Facebook -ακόμη και αν δεν υπάρχουν άλλες σκοπιμότητες- ανέθεσε σε άσχετους ανθρώπους, χωρίς εμπειρία, γνώση και ειδίκευση  να κρίνουν ειδήσεις, γεγονότα και δημοσιογράφους. Πολλές φορές, η τεχνική τους για να χαρακτηρίσουν ένα άρθρο ψευδές είναι η φωτογραφία. Μόνο τη φωτογραφία μπορούν να ελέγξουν. Έτσι, αν η φωτογραφία δεν είναι πραγματική, τότε και το άρθρο είναι ψευδές, ακόμα και αν το άρθρο είναι "γνώμης" και η φωτογραφία δεν έχει καμία σχέση με το άρθρο! Έχει λογοκριθεί άρθρο γιατί εικονογραφούνταν με πίνακα του Μοντιλιάνι! 

Τελικά, επειδή τα social media και το διαδίκτυο συνιστούν πλέον μέρος του σύγχρονου "δημόσιου χώρου", πρέπει να ρυθμιστούν με όρους Δημοκρατίας. Δεν μπορεί η λειτουργία τους να επαφίεται ούτε στους γίγαντες του διαδικτύου ούτε στην επικράτηση του οικονομικά και πολιτικά ισχυρότερου, που επιβάλλει πρωτόγνωρες μορφές λογοκρισίας. Το αίτημα για ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ είναι επίκαιρο όσο ποτέ... 

*Η φωτογραφία είναι της εφημερίδας "Η Καθημερινή" από το Μοσχάτο 

Τα «γκαζάκια»

 Θέλουν να εξηγήσουν τα «γκαζάκια» και τα αποδίδουν στη σύγκρουση των γενεών! Φταίνε λένε «οι πάνω των 50 ετών», δηλαδή οι γονείς, που θέλουν να επιστρέψει ο κόσμος στο πριν, ενώ οι νέοι θέλουν να αποδράσουν από τον κόσμο αυτόν. Κατά τη γνώμη τους, οι νέες και οι νέοι του εγκλεισμού θέλουν να ξεφύγουν γενικώς από τον πατέρα τους και τη μάνα τους, και ότι η αντίδραση απέναντι σ΄αυτούς γίνεται. Κι όμως η αλήθεια είναι άλλη. Οι νέες και οι νέοι στρέφονται εναντίον αυτών που θέτουν πάνω από τις ανθρώπινες ζωές το κέρδος, που βρίσκουν την ευκαιρία να «τσιμεντώσουν» τις οάσεις της καλλιτεχνικής τους αυτενέργειας, που μανταλώνουν τις καταλήψεις της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς, που τσακίζουν με τα ανδρείκελά τους κάθε έκφραση αντίθεσης στην καταστροφή της φύσης, στον παροξυσμό της συνεχούς επιτάχυνσης, που οδηγεί στην άβυσσο.

Οι νέοι και οι νέες αντιδρούν γιατί διακρίνουν πίσω από τα περιοριστικά μέτρα και την αστυνομοκρατία την προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας νέας βιο-εξουσίας. Αντιδρούν γιατί δεν δέχονται τα κυβερνητικά ψεύδη για το σύστημα Υγείας που έμεινε αθωράκιστο, για τα μέσα μαζικής μεταφοράς που δεν… «γεννιούνται», για την αυξανόμενη ανεργία, για τα επιδόματα-εμπαιγμό, για τον πολιτισμό που εγκαταλείφθηκε, για την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα, για το ξεσπίτωμα των ανθρώπων, για την «ποιοτική μετάβαση στο θάνατο»! 

Οι νέες και οι νέοι δεν δέχονται την μετανεωτερικότητα ενός κόσμου του εγκλεισμού, χωρίς άγγιγμα, χωρίς αγκαλιά, χωρίς χορό, χωρίς τραγούδι, χωρίς έρωτα. Δεν δέχονται μια ζωή όπου η vita contemplativa δεν έχει τη vita activa για να τροφοδοτηθεί. Δεν δέχονται δηλαδή μια ζωή χωρίς μνήμες, χωρίς τελικά ψυχή. Δεν δέχονται το «τσιμέντωμα» της εξόδου στο φως και την εκμετάλλευση της κατάστασης για να θεσπίσουν εργασιακούς μεσαίωνες, ασκώντας άγρια βία παντού, κλείνοντας τις «φωλιές» πολιτισμού και αλληλεγγύης στις γειτονιές. Κι όταν αυτό συμβαίνει κατ' εξακολούθηση και κυνικά, τότε η έσχατη αντίδραση είναι το passage a l’ acte, είναι το γκρέμισμα των τσιμεντόλιθων του «Εμπρός», είναι οι συγκεντρώσεις στις πλατείες, είναι το τραγούδι στα Προπύλαια: «El pueblo unido jamas será vencido»(Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος), είναι οι διαδηλώσεις κατά της αστυνομοκρατίας στα πανεπιστήμια, είναι τα τρικάκια, είναι τα γκαζάκια…

Σ' αυτή τη δυστοπία, σ' αυτή τη "νέα ανθρωπότητα", οι νέες και οι νέοι αντιδρούν. Και η αντίδραση αυτή θα είναι το ακρογωνιαίο «λιθάρι» της μνήμης της δικής τους γενιάς, πάνω στο οποίο θα χτίσουν την ταυτότητά τους και τη ζωή τους.

«Τα κτίρια ανήκουν σε όσους στεγάζουν μέσα τα όνειρά τους»

 «Τα κτίρια ανήκουν σε όσους στεγάζουν μέσα τα όνειρά τους», γράφει το πανό. «Γκρεμίζουμε τους τοίχους που θέλουν μια κοινωνία-νεκροταφείο, δεν θα μας χτίσετε ζωντανούς», «Όσα λουλούδια και να κόψετε η άνοιξη θα έρθει!», διαβάζω στο twitter.

 Νέες και νέοι, όμορφα παιδιά, με μουσικές και τραγούδια σπάνε τις τσιμεντωμένες πόρτες του θεάτρου Εμπρός. Τα χάλκινα μουσικά όργανα ηχούν και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αληθεύει και πάλι καθώς λέει πως στη ζωή υπάρχουν «δύο ορχήστρες χάλκινων οργάνων»: μία είναι η στρατιωτική μπάντα που παίζει μια μουσική με βάρβαρο χαρακτήρα, ρυθμίζοντας το βήμα των ανθρώπων ώστε να είναι ομοιόμορφο. Η άλλη, είναι μία ορχήστρα «αισθησιακή και σαγηνευτική», ευαίσθητη, ανθρώπινη, που ηχεί τις χαρές του ατόμου μέσα στον έρωτα και στην ομάδα. Η πρώτη είναι η ορχήστρα των φασιστών, ενώ η δεύτερη είναι των ανθρώπων που επιμένουν να αγαπούν, είναι η ορχήστρα των χρωμάτων και των ερώτων.

Ο καθένας ας διαλέξει ποια ορχήστρα θέλει ν' ακολουθήσει...


Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

Η ιδεολογία του ακροδεξιού Νετανιάχου δεν περιλαμβάνει την ειρήνη

 Γιατί τώρα; Γιατί η όξυνση της ισραηλινής βαρβαρότητας εναντίον των Παλαιστινίων;

Η απάντηση είναι μία: οι εκλογές. Οι Ισραηλινοί καλούνται να εκλέξουν νέο κοινοβούλιο στις 17 Σεπτεμβρίου και η δεξιά, που κυβερνά, παίζει στο πεδίο που γνωρίζει καλύτερα και είναι το δικό της: εθνικισμός, φανατισμός, θυματοποίηση, εποικισμός.

Εδώ και πολύ καιρό το ακροδεξιό κόμμα Likud, παρότι είναι μειοψηφία, έχει σταδιακά καθιερωθεί ως η κύρια πολιτική δύναμη του Ισραήλ. Είτε πρόκειται για τον Menachem Begin (ο πρώτος που νίκησε την αριστερά), είτε για τον Yitzhak Shamir(του επικεφαλής μιας τρομοκρατικής οργάνωσης), είτε για τον Benjamin Netanyahu, τον σημερινό πρωθυπουργό. Όλοι τους είναι υποστηρικτές του εποικισμού των παλαιστινιακών εδαφών.

Στις 17 Μαΐου 1977, το Εργατικό Κόμμα χάνει τις εκλογές και, για πρώτη φορά μετά τη δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ, η εξουσία πέρασε στη δεξιά αντιπολίτευση. Το Likud είναι στην κυβέρνηση. Ο Menachem Begin, ο νέος πρωθυπουργός, θέλει την προσάρτηση των παλαιστινιακών εδαφών. Είναι ένθερμος υποστηρικτής του Gush Emounim («το μπλοκ της πίστης»), της θρησκευτικής σιωνιστικής οργάνωσης που στοχεύει στην ανάπτυξη του εποικισμού στη Δυτική Όχθη. Ο πρώτος «εποικισμός» γίνεται στα ονόματα. Δεν πρέπει πλέον να λέμε «Δυτική Όχθη», αλλά «Ιουδαία και Σαμάρεια». Ο όρος "αποικίες" απαγορεύεται. Ούτε πρέπει να μιλάμε για "οικισμούς», αλλά για εβραϊκές «τοποθεσίες»…

Και η ισραηλινή αριστερά, που ονειρεύονταν τον σοσιαλισμό, που είναι; Κομμάτια κι αποσπάσματα, μια πλειοψηφία που χάνεται στον ναρκισσισμό των μικρών διαφορών της (σύνηθες στην αριστερά), αφήνοντας το δρόμο ανοιχτό στους φασίστες…

*Οι πληροφορίες είναι από την Le Monde Diplomatique

Για ποιο λόγο γράφουμε;

 Ένα βιβλίο που έχει γραφεί το 1948 και εξακολουθεί να έχει ακέραια την αξία του ακόμη και σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι ένα σημαντικό βιβλίο. Αναφέρομαι στη μελέτη του Ζαν-Πωλ Σαρτρ με τον τίτλο-ερώτημα: «Τι είναι λογοτεχνία;» (εκδόσεις Μεταίχμιο). Ο Σαρτρ θέτει μια σειρά ερωτήματα, όπως «τι σημαίνει γράφω;», «Για ποιο λόγο γράφουμε;», «για ποιον γράφουμε;» για να καταλήξει στην «κατάσταση του συγγραφέα το 1947», στην κατάσταση δηλαδή της λογοτεχνίας τότε και ίσως και σήμερα και αν αυτή έχει ακόμη λόγο ύπαρξης, ή αν «πεθαίνει».

Ουσιαστικά ο Γάλλος φιλόσοφος θέτει το ζήτημα της «στρατευμένης τέχνης». Για το θέμα της στράτευσης έχουν μιλήσει πολλοί με κορυφαίους τον Μπουρντιέ και τον Αντόρνο. Μάλιστα, ο πρώτος, αναφερόμενος στο περίεργο ον που έχει κεφάλι διανοούμενου και σώμα γκαρσονιού, έχει επικρίνει τη θέση του Σαρτρ ότι ο λογοτέχνης πρέπει να λαμβάνει θέση μεταξύ των καταπιεστών και των καταπιεζόμενων. Αλλά τι λέει ο Σαρτρ όταν αναρωτιέται «Γιατί γράφουμε»; Ο «στρατευμένος» πεζογράφος ξέρει ότι «ο λόγος είναι δράση, γι’ αυτό ο ίδιος είναι ένας άνθρωπος της δράσης, της «δευτερεύουσας δράσης, που θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει δράση δια της αποκάλυψης». Και επειδή οι λέξεις είναι «πιστόλια γεμάτα σφαίρες», ο συγγραφέας μιλώντας, δηλαδή γράφοντας πυροβολεί στόχους. Ή να το πούμε αλλιώς, η λογοτεχνία είναι ένα «πιστόλι» γεμάτο λέξεις. Και με τις λέξεις πυροβολεί στόχους. Ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι; Οι αποκαλύψεις της αδικίας, που έτσι δίνουν υπόσταση στη δικαιοσύνη. Κοντολογίς, ο συγγραφέας δρα γράφοντας για να αλλάξει τον κόσμο. Εδώ ο Σαρτρ αναφέρεται στη μόνη κατά τη γνώμη του λογοτεχνία που έχει λόγο ύπαρξης, τη λογοτεχνία της Πράξης. Άρα η λογοτεχνία της Πράξης έχει ως καθήκον να αποκαλύψει τον πραγματικό κόσμο και να τον υπερβεί, να τον αλλάξει.

Ο μαρξιστικός Πραγματισμός του Σαρτρ συναντά τον αμερικάνικο Πραγματισμό ως προς την κοινή τους αφετηρία τον Χέγκελ, χωρίς όμως να έχει καμία σχέση μαζί του. Ο Σαρτρ σημειώνει αυτή τη διαφορά, γράφοντας για τους Αμερικανούς συγγραφείς ότι ήταν άνθρωποι στους οποίους «υπερχείλιζαν τα αισθήματα και οι εντυπώσεις» έτσι όπως ήταν «χαμένοι σε μια αχανή ήπειρο, όπως εμείς ήμασταν χαμένοι στην Ιστορία». Οι Αμερικανοί μπορούσαν να έχουν πραγματικές διαφυγές με την επέκτασή τους στη Δύση, ενώ η Ευρώπη ασφυκτιώντας πλέον βρέθηκε αντιμέτωπη με άλλου είδους «διαφυγές», τις ιστορικές συγκρούσεις και τις επαναστάσεις (σύμφωνα με την προσέγγιση του Χέγκελ). Για τον Σαρτρ «Η επιτυχία του Φώκνερ, του Χεμινγουέι, του Ντος Πάσος… ήταν η αντανακλαστική άμυνα μιας λογοτεχνίας που, όταν ένιωσε να απειλείται, επειδή οι τεχνικές και οι μύθοι της δεν θα τις επέτρεπαν πλέον να αντιμετωπίσει την κατάσταση, μπολιάστηκε με αλλοδαπές μεθόδους, έτσι ώστε να επιτελέσει τη λειτουργία της κάτω από τις νέες συνθήκες». Οι Αμερικανοί «είχαν προκρίνει τον λογοτεχνικό ιδεαλισμό και μας παρουσίαζαν τα γεγονότα μέσω μιας προνομιούχας υποκειμενικότητας, ενώ εμείς (σ.σ. οι Ευρωπαίοι) είχαμε επιλέξει τον ιστορικό σχετικισμό» που μέσα από την ισότητα όλων των υποκειμενικοτήτων «οδηγούσε από τον απόλυτο υποκειμενισμό, στον δογματικό ρεαλισμό». Οι Αμερικανοί δικαιολογούσαν «το τρελό εγχείρημα της αφήγησης» υπενθυμίζοντας συνεχώς σ’ αυτή είτε με ρητό είτε με υπαινικτικό τρόπο «την ύπαρξη ενός δημιουργού». «Εμείς (οι Ευρωπαίοι)… θέλαμε να διώξουμε τη Θεία Πρόνοια από τα έργα μας, όπως την είχαμε διώξει από τον κόσμο μας». «Η πραγματιστική αλήθεια αντικατέστησε την εξ αποκαλύψεως αλήθεια» λέει ο Σαρτρ, συναντώντας «απ’ έξω» τους Αμερικάνους πραγματιστές, όπως ο Τζέημς και ο Ντιούι. Μέσα απ’ όλα αυτά, δηλαδή την με ιδιότυπο τρόπο εκκοσμικευμένη λογοτεχνία, ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας διαμεσολαβητής μεταξύ των ανθρώπων (καταπιεστών και καταπιεζόμενων) και η στράτευσή του είναι η διαμεσολάβηση. Εδώ παρατίθεται το παράδειγμα του Αμερικανού, μαύρου συγγραφέα Ρίτσαρντ Ράιτ (1908-1960), ενός «νέγρου» από το Νότο των ΗΠΑ που μετακόμισε στο Βορρά. Η ανθρώπινη συνθήκη δίνει στον Ράιτ και το θέμα του βιβλίου του (Black Boy) όπου αποκαλύπτει την «αποξένωση της μαύρης φυλής μέσα στους κόλπους της αμερικανικής κοινωνίας». Αλλά σε ποιους απευθύνεται ο Ράιτ; Ασφαλώς όχι, λέει ο Σαρτρ, στους λευκούς ρατσιστές ούτε στους μαύρους του Νότου που είναι αναλφάβητοι, απευθύνεται στους καλλιεργημένους μαύρους του Βορρά και στους καλής πρόθεσης λευκούς Αμερικανούς» (διανοούμενους κ.ά.). Ο Ράιτ γίνεται η συνείδηση των μαύρων και «η κίνησή του με την οποία υψώνεται για να φθάσει από το άμεσο στην αναστοχαστική συνειδητοποίηση της κατάστασής του είναι κίνηση όλης της φυλής του». Ο Ράιτ όμως απευθύνεται και στους Λευκούς με στόχο να τους κάνει «να αναλογιστούν τις ευθύνες τους», ή ακόμα να τους προκαλέσει ντροπή. Έτσι εδώ υπάρχει ένα «ταυτόχρονο διπλό αίτημα» (Μπωντλαίρ). Ο Ράιτ σημειώνει ο Σαρτρ γράφοντας για «ένα διχασμένο κοινό, μπόρεσε να διατηρήσει και ταυτόχρονα να ξεπεράσει αυτό το διχασμό: τον μετέτρεψε σε πρόφαση για ένα έργο τέχνης».

Ο συγγραφέας λοιπόν είναι ο διαμεσολαβητής, η γέφυρα όχι για να διατηρήσει το στάτους κβο του διχασμού αλλά για να τον υπερβεί, να τον αλλάξει. Υπ’ αυτή την οπτική ακόμη και ο κυνισμός του Ουίτμαν «Είμαι Αμερικανός, άρα αντιφάσκω» υποδηλώνει τον κυνισμό ως άμυνα απέναντι στην ντροπή, στοιχεία και τα δύο μιας απολεσθείσας ισορροπίας, ή αλλιώς της δυστυχισμένης συνείδησης που προκύπτει από τη γνώση. Εδώ ο συγγραφέας διακινδυνεύει, διότι η κοινωνία δεν επιθυμεί να την παρουσιάσουν όπως πραγματικά είναι αλλά όπως νομίζει ότι είναι. Θέλει δηλαδή έναν καθρέφτη που να κολακεύει και να συμφωνεί με τη γνώμη που έχει η ίδια για τον εαυτό της. Γι’ αυτό οι καλοί λογοτέχνες είναι οι αποτυχημένοι εμπορικά. Τα έργα του αστού συγγραφέα είναι «πίνακες απογραφής της αστικής περιουσίας, εκθέσεις ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης, που τείνουν αδιαφοροποίητα να θεμελιώσουν τα δικαιώματα της ελίτ και να καταδείξουν τη σοφία των θεσμών- εγχειρίδια πολιτισμένης συμπεριφοράς». Αν η λογοτεχνία καταλήγει ο Σαρτρ «ήταν αναγκασμένη να μεταστραφεί σε καθαρή προπαγάνδα ή σε καθαρή ψυχαγωγία, η κοινωνία θα περιέπιπτε και πάλι στο βούρκο του αδιαμεσολάβητου, δηλαδή στη ζωή χωρίς μνήμη των υμενοπτέρων και των γαστερόποδων».

Ο Αντόρνο και ο Σαΐντ

Ο διανοούμενος, γράφει από την πλευρά του ο Τ. Αντόρνο στα Minima Moralia, όταν βυθίζεται εντελώς στην υλική πρακτική και τα χρησιμοθηρικά-οικονομικά- οφέλη της, χάνει την ευαισθησία και το κριτικό του πνεύμα και «απειλείται από την επανάπτωση στον κυνισμό και τη βαρβαρότητα». Από την άλλη, εάν ο διανοούμενος ενασχολείται μόνο με τα λεγόμενα πνευματικά πράγματα, αποκομμένος από την οικονομική πραγματικότητα και την υλική αναπαραγωγή της ζωής του, κινδυνεύει να υποστασιοποιήσει ως απόλυτο το πνεύμα του κι έτσι από τον φετιχισμό του χρήματος να οδηγείται στο φετιχισμό της κουλτούρας. Η εξευτελιστική επιλογή που θέτει σε όλα τα μέλη του ο όψιμος καπιταλισμός: Ή να γίνεις «ενήλικος»-να ευθυγραμμιστείς- ή να μείνεις παιδί- γραφικός και «τρελός»- έξω από ατομικές, ωφελιμιστικές σκοπιμότητες, βιώνεται έντονα από τους ανθρώπους της διανόησης.

Τι μπορεί να κάνει λοιπόν ο διανοούμενος; Ποια πρέπει να είναι η στάση του; Μεταξύ της μοναξιάς που συνεπάγεται η συμμαχία με τους μειονεκτούντες και της ευθυγράμμισης με τους «μονόδρομους» των ισχυρών, ο Ε. Σαΐντ επιλέγει την εξορία στους οργεώνες του περιθ-ωρίου, τη σχοινοβασία του «μέσα-έξω», τη συμπεριφορά του απρόβλεπτου, του ανοίκειου· απορρίπτει τους «ημέτερους», αυτούς που οι Γάλλοι ονομάζουν «τσοπανόσκυλα της εξουσίας»: με τις εκατό «δουλειές», το χαμηλό «πνευματικό κεφάλαιο», μία «ορατότητα» κερδισμένη στην σκηνή των μέσων μαζικής ενημέρωσης κι έναν «λόγο» δήθεν καταγγελτικό, με ολίγον Φρόιντ και πολλή «κυλόττα»· τους νέο-δογματικούς που πιστεύουν ότι το αδιανόητο, το ανήκουστο και το ανείπωτο έχουν εκλείψει και ότι η πραγματικότητα κινείται σ’ ένα καθορισμένο προ-οπτικό πεδίο, ότι το είναι ουσιώνεται ως επι-φαίνεσθαι και ο άνθρωπος ως στατιστικό δεδομένο. Ο Ε. Σαΐντ τάσσεται αναφανδόν με τους «άλλους», αυτούς που επιλέγουν τη θέση όχι του «ημέτερου» αλλά του «ξένου», των οποίων κανένας κομματικός, οικονομικός ή εθνικός δεσμός δεν είναι ικανός να τους στομώσει το κριτήριο της αλήθειας, τον κοινωνικό ρόλο του «μη απρόσωπου επαγγελματία», αυτού δηλαδή που συνδέει τη δουλειά του με την κοινωνική διαδικασία και αμφισβητεί τις εικόνες, τις επίσημες εκδοχές των γεγονότων και τις δικαιολογίες της εξουσίας που έχουν ως στόχο τη συντήρηση του status quo και την εδραίωση της συναίνεσης στο πλαίσιο μιας γενικώς αποδεκτής προοπτικής της πραγματικότητας. Ο ρόλος του διανοούμενου σήμερα, σύμφωνα με τον Ε. Σαΐντ, είναι να ανοίγει το δρόμο για «μια νέα ευαισθησία» απέναντι στη θέση των υποτιμημένων, των λησμονημένων και των αφανών…».

 


Τα ψέματα των Ισραηλινών

 Οι μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες διαμαρτύρονται για τα ψέματα των Ισραηλινών. Τους έδωσαν, λέει, την «είδηση» ότι ο στρατός τους θα εισβάλει στη Λωρίδα της Γάζας, αλλά αυτό ήταν απόλυτα ψευδές. Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι: Γιατί τους πίστεψαν;

Είναι φανερό ότι οι δημοσιογράφοι των δυτικών μέσων ενημέρωσης είτε διάκεινται θετικά προς τους Ισραηλινούς είτε κρατούν ίσες αποστάσεις στη διαμάχη τους με τους Παλαιστίνιους, αντιλήφθηκαν εν προκειμένω ότι οι Ισραηλινοί τους χρησιμοποίησαν κυριολεκτικά. Η δημοσίευση της δήθεν εισβολής έστειλε τους μαχητές της Χαμάς στα τούνελ, όπου οι Ισραηλινοί πύραυλοι τους τσάκισαν. Τα ελληνικά μίντια, ακολουθώντας κι αυτά τα ψεύδη του εκπροσώπου του στρατού του Ισραήλ, αναφέρθηκαν στην καταστροφή των υπόγειων τούνελ των Παλαιστινίων, που ήταν λέει γεμάτα πυρομαχικά! Μόνο που τα τούνελ ήταν και γεμάτα μαχητές. Στη συνέχεια οι πύραυλοι του Ισραήλ έκαναν σκόνη τα γραφεία των μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων με τη δικαιολογία(ένα ακόμη ψέμα) ότι εκεί ήταν τα γραφεία της Χαμάς.

Αλλά τα ψέματα των Ισραηλινών δε σταματούν εδώ. Η γαλλική εφημερίδα Le Monde γράφει ότι οι ισραηλινές δυνάμεις καταστολής χτυπούν τους Παλαιστίνιους διαδηλωτές όχι με πλαστικές, αλλά με «αληθινές» σφαίρες.  Για την ακρίβεια «Η ισραηλινή αστυνομία πυροβολεί με χαλύβδινες σφαίρες τους Παλαιστίνιους διαδηλωτές, καλυμμένες με λαστιχένιο περίβλημα.». Τον Φεβρουάριο του 2020, ένα παιδί εννέα ετών, χτυπήθηκε στο κεφάλι από μια τέτοια "λαστιχένια" σφαίρα καθώς πήγαινε στο σχολείο, και έχασε το αριστερό του μάτι. Η εσωτερική έρευνα της ισραηλινής αστυνομίας αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για αυτήν την τραγωδία, δηλώνοντας ότι το παιδί χτυπήθηκε «από μια πέτρα και όχι από μια λαστιχένια σφαίρα». Σύμφωνα με την Le Monde, ισραηλινό δικαστήριο παραδέχτηκε ότι πράγματι ήταν μια «λαστιχένια σφαίρα» και όχι μια πέτρα, η οποία προκάλεσε, τρία χρόνια νωρίτερα, τον θάνατο ενός 10χρονου κοριτσιού σε ένα χωριό στη Δυτική Ιερουσαλήμ. Αρκεί, σε κάθε περίπτωση, να χαράξουμε την επιφάνεια του καουτσούκ για να εμφανιστεί από κάτω το μέταλλο, καταλήγει η γαλλική εφημερίδα. Στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, η ατιμωρησία είναι σχεδόν εγγυημένη για όσους πυροβολούν με πραγματικές σφαίρες.

Ψέματα, μίσος, φανατισμός, σφαίρες και πύραυλοι. Οι Ισραηλινοί ακροδεξιοί του Νετανιάχου νομίζουν ότι έτσι θα απαλλαγούν από τους εχθρούς τους. Μόνο που θα πρέπει με αυτή τη λογική να εξολοθρεύσουν όλους όσοι δεν εντάσσονται στο δικό τους ιδεολογικό και αξιακό σύστημα, δηλαδή όλο τον κόσμο. Δυστυχώς, κατά ειρωνεία της ιστορίας, ακριβώς το ίδιο πίστευε και ο Χίτλερ όταν έριχνε στους θαλάμους αερίων τους προγόνους τους.

Ο Ζιαάντ Ματζέντ, ένας Γαλλο-Λιβανέζος πολιτικός επιστήμονας σημειώνει ότι το Ισραήλ έγινε «κράτος απαρτχάιντ» εξαιτίας του «αποικισμού στρατιωτικά κατεχόμενων εδαφών έξω από τα σύνορα του αρχικού έθνους-κράτους» και την άνοδο της ακροδεξιάς στην εξουσία.

Οι ναύτες της Κροστάνδης

 Όπως γράφει ο Charles Jacquier στη Le Monde Diplomatique, εκτός από την 150η επέτειο της Κομμούνας του Παρισιού, το έτος 2021 σηματοδοτεί την 100ή επέτειο μιας άλλης Κομμούνας: εκείνη της Κροστάνδης, του λιμανιού που φιλοξενεί τον ρωσικό στόλο της Βαλτικής, του οποίου οι ναυτικοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις επαναστάσεις του 1905 και του 1917.

Σύμφωνα με τον Μάρεϋ Μπούκτσιν οι ναύτες της Κροστάνδης είχαν εξεγερθεί ως αποτέλεσμα της στενής επαφής τους με τους ξεσηκωμένους εργάτες του Πέτρογκραντ. «Τα αιτήματα των ναυτών της Κροστάνδης αποτελούσαν το ελάχιστο όριο για να διασωθεί η επανάσταση από την γραφειοκρατική παρακμή και την οικονομική κατάρρευση. Με την εξέγερση αυτή, οι 'μάζες' είχαν το θάρρος να ξαναμπούν στην ιστορική σκηνή, όπως το έκαναν 4 χρόνια νωρίτερα, στην αρχή της Ρωσικής επανάστασης, πριν οι μπολσεβίκοι κυριαρχήσουν επάνω στην επανάσταση». Και ακόμα, «Η ιστορία της Κροστάνδης, δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ήταν το πιο δραματικό στην ιστορία της αντιπαράθεσης των αναρχικών με το μπολσεβίκικο καθεστώς. Ο μήνας του μέλιτος κατά τον οποίο οι αναρχικοί πολεμούσαν μαζί με τους μπολσεβίκους, κράτησε μόνο λίγους μήνες».   

Η ναυτική βάση της Κροστάνδης, βρίσκονταν στο νησί Κότλιν, το οποίο απέχει λίγα μίλια από την πόλη Πέτρογκραντ (Αγία Πετρούπολη). Το νησί είχε σημαντική οχύρωση. Οι ναύτες είχαν ταχθεί με το μέρος των μπολσεβίκων κατά την επανάσταση του 1917 (Οκτωβριανή). Το χειμώνα του 1920-1921 η οικονομική κατάσταση ήταν απελπιστική: κατάρρευση της παραγωγής, λιμός, ελλείψεις. Τον Φεβρουάριο του 1921, ξέσπασαν απεργίες σε αρκετές πόλεις - Πέτρογκραντ (πρώην Αγία Πετρούπολη), Μόσχα… - που κατεστάλησαν βίαια. 

Μια αντιπροσωπία από τους ναύτες της Κροστάνδης, στις 28 Φεβρουαρίου 1921, με επικεφαλής τον Στεπάν Πετριτσένκο, επικεφαλής του πολεμικού πλοίου Πετροπαβλόφσκ, ετοίμασε και παράδωσε στο Σοβιέτ της Κροστάνδης μια λίστα με 15 αιτήματα, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, το δικαίωμα της συνάθροισης, την απελευθέρωση της οικονομίας και την κατάργηση του μονοπωλίου της εξουσίας από τους μπολσεβίκους.

Την 1η Μαρτίου πραγματοποιήθηκε συνέλευση του Σοβιέτ της Κροστάνδης, για να συζητηθούν τα αιτήματα των ναυτών και σε αυτή παρευρέθηκαν 16 χιλιάδες άνθρωποι. Η συνέλευση αποδέχτηκε τα αιτήματα ομόφωνα, εκτός από τις τρεις ψήφους των παρόντων ηγετών των μπολσεβίκων. Την επόμενη μέρα, δημιουργήθηκε μια προσωρινή επαναστατική επιτροπή για να οργανώσει τη ζωή και την άμυνα της πόλης.

Στις 4 Μαρτίου, ο Λένιν και ο Τρότσκι κατηγόρησαν τους ναύτες για «ανταρσία». Η προσπάθεια διαμεσολάβησης των Αμερικανών αναρχικών ρωσικής καταγωγής Emma Goldman και Alexander Berkman απέτυχε. Από την πλευρά τους, οι εξεγερμένοι διακηρύσσουν: "Ο σκοπός μας είναι δίκαιος. Ενάντια στα κόμματα, υπερασπίζουμε τη δύναμη των Σοβιέτ. Θέλουμε να εκλέγονται ελεύθερα οι εκπρόσωποι του λαού. Τα Σοβιέτ, που καταλήφθηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, παρέμεναν πάντα κωφά στις ανάγκες και τα αιτήματά μας"(1).  

Με επικεφαλής τον Τρότσκι ο Κόκκινος Στρατός στις 7 Μαρτίου άρχισε τον βομβαρδισμό του νησιού από το Πέτρογκραντ. Στις 16 Μαρτίου, έγινε η τελική επίθεση. Στις 18 Μαρτίου, η εξέγερση είχε κατασταλεί. Ο Τρότσκι αποκλήθηκε «Galliffet of Kronstadt», από το όνομα του στρατηγού Gaston de Galliffet, του σφαγέα της Κομμούνας του Παρισιού. Η εξέγερση της Κροστάνδης είχε μεγάλο αντίκτυπο στην ΕΣΣΔ. Υποστηρίζεται πως ενέπνευσε τον Λένιν προκειμένου να εφαρμόσει την Νέα Οικονομική Πολιτική η οποία βοήθησε στην οικονομική αναζωογόνηση της χώρας, όμως δεν συνοδεύτηκε και από φιλελευθεροποίηση της πολιτικής ζωής.

Η ιστορία αυτή είναι γνωστή χάρη στις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, από τους Ida Mett, Voline και Alexandre Skirda, καθώς και από ερευνητές όπως ο Αμερικανός ακαδημαϊκός Paul Avrich, ο τροτσκιστής ιστορικός Jean-Jacques Marie ή AS Poukhov(που υπερασπίζεται την επίσημη εκδοχή). Το πληρέστερο βιβλίο στα γαλλικά σχετικά με το θέμα, θεωρείται αυτό του Skirda  (2). Ο Skirda έχει μεταφράσει κορυφαίους μάρτυρες, όπως ο Στέπα Πετρινίνκο, και χρησιμοποιεί επίσης το έργο των Ρώσων ιστορικών που δημοσιεύθηκαν τα έτη 1990-2000.

( 1 )  Αναφέρεται στο Cronstadt 1921. Χρονικό με πολλές φωνές της εξέγερσης των ναυτικών και της καταστολής του, κείμενα που συγκεντρώθηκαν και σχολιάστηκαν από τον Étienne Lesourd, Les Nuits Rouges, Παρίσι, 2021, 212 σελίδες, 12,50 ευρώ.

( 2 )  Alexandre Skirda, Kronstadt 1921. Free Soviets Against Party Dictatorship, Spartacus, Paris, 2017. Ο Skirda είναι επίσης μεταφραστής και διευθυντής έργου της συλλογής Efim Yartchouk, Kronstadt στη Ρωσική Επανάσταση, ακολουθούμενη από τον φάκελο της εξέγερσης. 1921, Noir et Rouge, Παρίσι, 2018, το οποίο περιέχει μια βασική χρονολογία γεγονότων μεταξύ 22 Φεβρουαρίου και 18 Μαρτίου 1921.

( 3 )  Paul Avrich, Les Anarchistes russes, Nada, Paris, 2020, 432 pages, 22 euro.

https://www.monde-diplomatique.fr/2021/05/JACQUIER/63051

Σερβία-Βραζιλία, δύο σημαντικά πολιτικά μαθήματα

  Η “κοινωνία των πολιτών” ήταν ο πρωταγωνιστής τόσο στην τεράστια ανατροπή στην Βραζιλία υπέρ του Λούλα και κατά του ακροδεξιού Μπολσονάρου...