Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

13 ...η Πτώχευση -Το Ματωμένο Θέρος του 1882

..στην αντιπαλότητα μεταξύ Καραπάνου-Παχύ[1] για το Αγροτικό ζήτημα υπάρχει κι ένα άλλο υπόβαθρο που αφορά στο Λαύριο καθώς ο Καραπάνος είναι συμπέθερος με τον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη[2] -που θα πεθάνει το 1879. Ανήκει, δηλαδή, κατ’ αρχήν στους αντιμοναρχικούς κοινοβουλευτικούς που συγκρούονται με τον βασιλιά και στους οποίους θα μπορούσε να αποδοθεί η πολιτική, που θα αναπτυχθεί ιδιαίτερα από το Χ. Τρικούπη, της προσέλκυσης όχι του αμιγώς ξένου κεφαλαίου αλλά του κεφαλαίου της ελληνικής διασποράς. Τόσο ο Συγγρός όσο και οι Χρηστάκης Ζωγράφος και Κ. Καραπάνος ανήκουν στην ελληνική διασπορά[3]. Όμως, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής διασποράς υπηρετεί το ξένο κεφάλαιο. Άρα, υπάρχει μία πολιτική αντίθεση μοναρχικών-αντιμοναρχικών και μία οικονομική μεταξύ του αμιγώς ξένου κεφαλαίου και των εγχώριων αστικών δυνάμεων, που το υπηρετούν και βρίσκονται υπό τη σκέπη του παλατιού, με το κεφάλαιο της ελληνικής διασποράς, που δεν υπηρετεί την εξάρτηση και γι’ αυτό εκφράζεται πολιτικά εναντίον του Αυλής.  Βέβαια, τα στρατόπεδα μοναρχικών και αντιμοναρχικών[4] είναι εντελώς ρευστά, καθώς η μεταπήδηση από το ένα στρατόπεδο στο άλλο είναι συχνή[5]. Έτσι, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης κατηγορήθηκε ότι έγινε φερέφωνο του βασιλιά[6]. Ο δε Κ. Καραπάνος θα φθάσει στο σημείο, αργότερα, να δοξολογεί το βασιλιά στη Βουλή ως εγγυητή του πολιτεύματος. Σε κάθε περίπτωση, οι βασιλικές παρεμβάσεις στις πολιτικές εξελίξεις γίνονταν χωρίς καν την τήρηση των προσχημάτων. Έτσι, στις 16/2/1892 η βασιλική οικογένεια θα κάνει κούλουμα στο κτήμα του Α. Συγγρού στα Ανάβρυτα και την 17/2 ο βασιλιάς θα παύσει την κυβέρνηση Δηληγιάννη[7]. Ο Καραπάνος ήταν αρχικά με τον Κουμουνδούρο, ύστερα με τον Τρικούπη, στη συνέχεια Δηληγιαννικός[8](ενώ ο Παχύς ήταν σταθερά Τρικουπικός και φιλοβασιλικός).
Μάλιστα, έγινε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση που συνέστησε ο Δηληγιάννης το 1890(τη χρονιά που συνέβη η πτώχευση Αργεντινής) αλλά το 1891 παραιτήθηκε καθώς θεωρούσε ολέθρια την πολιτική των δανείων και πρότεινε «έντιμον συμβιβασμόν» με τους δανειστές[9]. Ο Καραπάνος μετέβη στο Παρίσι όπου έκανε σχετικές δηλώσεις για την κακή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας έτσι ώστε ο Δηληγιάννης να μη μπορεί να πάρει δάνειο. Αυτός ήταν ο ουσιώδης λόγος της πτώσης της κυβέρνησης Δηληγιάννη. Το ίδιο συνέβη και με την κυβέρνηση Τρικούπη που αδυνατώντας να συνάψει δάνειο κατηγόρησε τον Καραπάνο για τη «χαλάρωση» της εμπιστοσύνης των ευρωπαϊκών κεφαλαίων προς τα οικονομικά του ελληνικού κράτους. Τον Απρίλιο του 1893 οι ευρωπαίοι κεφαλαιούχοι θέτουν ως όρο στην κυβέρνηση Τρικούπη για τη σύναψη δανείου «την υποβολή των οικονομικών της Ελλάδος εις έλεγχον». Συνεπώς, η πτώχευση της 10ης Δεκεμβρίου 1893 ήταν μονόδρομος. Το ίδιο και ο πόλεμος του 1897 που έγινε μετά από πιέσεις των Γερμανών στο σουλτάνο για να αποζημιωθούν οι Γερμανοί κάτοχοι χρεωγράφων από την πτώχευση[10].
 Ο Κ. Καραπάνος θα παραιτηθεί [11], όπως είδαμε, από υπουργός, διαμαρτυρόμενος για την ακολουθητέα, λανθασμένη κατά την άποψή του, οικονομική πολιτική, αλλά στην ουσία γιατί ο ίδιος και γενικώς οι «δανειστές»(ληστρικά κεφάλαια της ελληνικής διασποράς αλλά και ξένα) θα έχαναν τα χρήματά τους με την υποτίμηση του νομίσματος κατά 20%. Αυτό θα έπληττε επίσης τις χρηματιστικές συναλλαγές και την τοκογλυφία στα οποία διέπρεπε ο Καραπάνος[12].
Γενικά, οι επενδύσεις των ελληνικών κεφαλαίων που προσέλκυσε ο Τρικούπης κινούνται στην κατεύθυνση της ασφαλούς και εύκολης ρευστοποίησης και όχι της μακροπρόθεσμης απόσβεσης και του μεγάλου ρίσκου. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες της διασποράς, αυτοί που ήταν η μεσαία τάξη στην Οθωμανική αυτοκρατορία και μεγαλοαστική στο πλαίσιο του ελληνικού έθνους ήταν ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο φαινόμενο: «Ο ρόλος της ομογένειας ήταν ένα… υποκατάστατο και μεταμφίεση της ξενικής εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας»[13]. Οι ομογενείς ήταν όργανα της ξενικής κυριαρχίας και ταυτόχρονα ιδεολόγοι εθνικιστές. Η ταλάντευση στους πόλους αυτού του αμφίσημου ρόλου θα τους ταλανίζει συνεχώς. Όμως, οι Καραπάνος και Χρηστάκης Ζωγράφος, ειδικά ο δεύτερος, είναι ιδιαίτερες περιπτώσεις καθώς μετέφεραν τον κύριο όγκο των συμφερόντων τους στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαία η συμμετοχή των οικογενειών Ζωγράφου και Καραπάνου στην απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου. Αντίθετα, ο Ανδρέας Συγγρός επέλεξε την Αθήνα ως κύριο τόπο διαμονής του, αλλά ως επιχειρηματική έδρα διάλεξε μετά την Τουρκία την Αίγυπτο και όχι την Ελλάδα! Αυτό δείχνει ότι οι Έλληνες δεν εμπιστεύονταν την ελληνική οικονομία και γενικώς την εσωτερική πολιτική κατάσταση, όντας έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να φύγουν. Όμως, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης 1873-1896 έχουμε μια επίπλαστη ευφορία λόγω του αναπροσανατολισμού των ληστρικών ευρωπαϊκών κεφαλαίων από τις αποτελματωμένες δυτικές οικονομίες σε πιο αποδοτικές, όπως η Ελλάδα. Τα κεφάλαια αυτά και η όλη λειτουργία της ομογένειας κατέστησαν εύθραυστη την ελληνική οικονομία, που κινδύνευε στο παραμικρό φύσημα του ανέμου, όπως συμβαίνει πάντα με τους «πομφόλυγες». Έτσι, οι λόγοι του Καραπάνου, όχι βεβαίως στους εν Άρτη εκλογείς του, αλλά στους εν Παρισίοις[14] τοκογλύφους και «δανειστές» της Ελλάδας (γνωστούς και ως χρηματιστές-επενδυτές) σχετικά με την αναξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας κλόνισαν σοβαρά την τελευταία, καθώς η δανειοληπτική ικανότητα της χώρας κατέστη μηδενική, συντελώντας στην πτώχευσή της. Ο Καραπάνος προφήτευσε την καταστροφή και ενεργοποίησε τον πυροκροτητή για να επαληθευθεί η αυτοεκπληρούμενη προφητεία του. Βέβαια, όλα αυτά δεν τα έκανε από προσωπική ματαιοδοξία και διαστροφή, αλλά διότι πίστευε ότι η ασκούμενη προς την ελληνική κυβέρνηση πίεση θα κατέληγε στη διαμόρφωση μιας πολιτικής που δεν θα απέβαινε προς ζημία αλλά επ’ ωφελεία των συμφερόντων του.
Στο «προς τους Εκλογείς…» πόνημά του, ο Κ. Καραπάνος μιλάει για μία εξωτερική και μία εσωτερική χρεοκοπία. Η εξωτερική αφορά στην απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας για την οποία έγραφε ότι «εάν εξακολουθώμεν, εν γνώσει της οικονομικής του τόπου ημών καταστάσεως, να εξαπατώμεθα και να γεννώμεν εις τους δανειστάς ημών φρούδας και επιζημίους δι’ αυτούς ελπίδας, αντί να είπωμεν αυτοίς ειλικρινώς την θέσιν ημών, και ζητήσωμεν και παρ’ αυτών τας λογικάς εκείνας συγκαταβάσεις, τα οποίας πας δανειστής παρέχει προς πάντα τίμιον οφειλέτην». Ο Κ. Καραπάνος, ένας εκ των δανειστών και ο ίδιος, εκφράζει την αγωνία του για την οικονομική κατάσταση της χώρας, όχι για τη χώρα καθ’ εαυτή, αλλά για τα συμφέροντά του. Γι’ αυτό προτείνει:
«ας είπωμεν εις όλους τους δανειστάς ημών, εν πάση ειλικρινεία, την οικονομικήν ημών θέσιν, ας είπωμεν εις αυτούς ότι και χάριν ημών, και χάριν αυτών των ιδίων, έχομεν ανάγκην να βελτιώσωμεν τους διαφόρους κλάδους της Διοικήσεως ημών και διατηρήσωμεν τον δια την ασφάλειαν και προστασίαν ημών απαιτούμενον στρατόν και στόλον, διότι άνευ αυτών ούτε το κράτος δύναται να διοικηθή καταλλήλως, ούτε το δημόσιον ταμείον δύναται να πραγματοποιήση τα έσοδα αυτού…». Συνεπώς, ο στρατός και ο στόλος δεν αφορά μόνο την ασφάλεια του έθνους αλλά διασφαλίζει και τα έσοδα του δημόσιου ταμείου! Ο στρατός και ο στόλος δεν είναι παρά το «manu militari» των κεφαλαιούχων εναντίον του εσωτερικού εχθρού, ήτοι των άτυχων κολίγων, των καλλιεργητών, των φορολογουμένων, του «κατώτερου λαού», όπως θα έλεγε κι ο Καραπάνος, καθώς και των δύστηνων εργατών των ορυχείων Λαυρίου, κοντά στα οποία στρατοπέδευε στρατός αλλά και μία φρεγάτα, που ήταν σε επιφυλακή, στα ανοιχτά.
Από το 1885 έως την 10η Δεκεμβρίου 1893 και το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» πέρασαν οκτώ χρόνια. Επί οκτώ χρόνια ο Καραπάνος διαλαλούσε και στοιχημάτιζε στην χρεοκοπία της Ελλάδας με αποκορύφωμα την 24η Οκτωβρίου 1890 όταν ορκίζεται υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Δηλιγιάννη και την παραίτησή του τον Ιούνιο του 1891. Στο Χρηματιστήριο Αθηνών θα δημιουργηθεί πανικός. Η πτώση της κυβέρνησης και η ανάληψη από τον Τρικούπη δεν θα αλλάξει την κατάσταση. Οι διαπραγματεύσεις του Χ. Τρικούπη τον Απρίλη του 1893 για τη σύναψη δανείου θα αντιμετωπίσουν τον όρο των κεφαλαιούχων(δανειστών) για «υποβολή των οικονομικών της Ελλάδος εις έλεγχον». Επί της ουσίας ζητούσαν όχι μόνο να ελέγχουν αλλά και να διοικούν άμεσα το κράτος.
Στις βουλευτικές εκλογές του της 3ης του Μάη 1892 τα δύο μεγάλα κόμματα ήταν των Δηλιγιάννη(κορδόνι) και Τρικούπη(ελιά). Ο Δηλιγιάννης είχε χάσει πολλούς οπαδούς καθώς η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης είχε επιδοκιμάσει το πραξικόπημα του βασιλιά(αποπομπή Δηλιγιάννη) και μεταστράφηκε στον Τρικούπη, προκαλώντας το μίσος και τις επιθέσεις Δηλιγιάννη εναντίον της Αυλής. Θυμίζουμε ότι η κυβέρνηση Δηλιγιάννη είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Ο Κ. Καραπάνος ως υπουργός Οικονομικών πρότεινε την ίδρυση μονοπωλίου καπνού, τον συμβιβασμό με τους δανειστές και να μπει φόρος στα διαβατήρια. Ο Δηλιγιάννης δεν δέχτηκε και ο Καραπάνος παραιτήθηκε. Η οικονομική κρίση δημιούργησε πολιτική κρίση. Τότε ο Α. Συγγρός προκειμένου να επηρεάσει τις εξελίξεις και να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του ιδρύει από τα παρασκήνια το «τρίτο κόμμα», -που παραδόξως ήταν, τουλάχιστον τύποις, κόμμα αρχών- και επιχειρεί να ρίξει την κυβέρνηση Δηλιγιάννη ώστε να δημιουργηθεί υπηρεσιακή κυβέρνηση από το «τρίτο κόμμα». Ως γνωστόν ο λόγος του Συγγρού περνούσε στο παλάτι, αφού όπως αναφέρει ο ίδιος στα «απομνημονεύματά» του ήταν σύμβουλος του Γεωργίου Α΄. Έτσι, έπεισε το βασιλιά να καθαιρέσει τον Δηλιγιάννη, αφού ο Δηλιγιάννης αρνήθηκε να παραιτηθεί, και να σχηματίσει υπηρεσιακή κυβέρνηση αποτελούμενη από δημοφιλή πρόσωπα του «τρίτου κόμματος». Πριν όμως, λίγο έλειψε να έχουμε σύγκρουση –δηλαδή εμφύλιο- δηλιγιαννικών(αντιμοναρχικών) και τρικουπικών(που συνέπραξαν με τους φιλοβασιλικούς), όταν σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας των δηλιγιαννικών, οι τρικουπικοί και φιλοβασιλικοί Αλέξ. Σκουζές και Στέφ. Δραγούμης οργάνωσαν αντισυγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος.  
Οι προεκλογικές αντιβασιλικές απειλές του Δηλιγιάννη τρομοκράτησαν την Αυλή. Ο Τρικούπης από την άλλη πλευρά υπερασπιζόταν το βασιλιά, χαρακτηρίζοντας σύννομη την ενέργειά του (αργότερα έλεγε στον Καρολίδη πως ο Δηλιγιάννης είχε δίκιο τότε, αλλά συντάχθηκε με το βασιλιά για να προλάβει τη μεγάλη οικονομική καταστροφή. Εξάλλου στη νέα κυβέρνηση ο Τρικούπης κράτησε το υπουργείο Οικονομικών). Ο Τρικούπης απέδωσε στο Δηλιγιάννη την πρόκληση της οικονομικής κρίσης και θεώρησε ότι το πρωταρχικό ήταν η εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το εξωτερικό και ο «ισοζυγισμένος» προϋπολογισμός(το έλλειμμα ήταν 17 εκατομμύρια, τεράστιο για την εποχή) που σήμαινε οικονομίες και νέους φόρους. Οι νέοι φόροι έπληξαν τις μεσαίες και τις φτωχές αγροτικές κοινωνικές ομάδες που καλούνταν για μία ακόμη φορά να πληρώσουν το μάρμαρο. Ο Τρικούπης, προτάσσοντας τα έσοδα από τους φόρους, ζήτησε δάνειο από Άγγλους χρηματιστές, που έστειλαν τον Εδουάρδο Λω να εξετάσει τα οικονομικά της χώρας μας. Οι Γάλλοι αντιτέθηκαν σ’ αυτή την κίνηση(ως γνωστόν ο Τρικούπης ήταν αγγλόφιλος) και έστειλαν δικό τους εκπρόσωπο, ενώ διέδιδαν ότι η Ελλάδα είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και πως ο Τρικούπης είχε αποκρύψει την πραγματική κατάσταση των οικονομικών. Τις γαλλικές θέσεις στήριξαν οι Καραπάνος, Δ. Ράλλης κ.ά.    
Ο Καραπάνος έδωσε «την πρώτη μαχαιριά» στην οικονομική πολιτική του Τρικούπη καθώς παρουσίασε την Ελλάδα σε συνέδριο επιχειρηματιών στο Παρίσι ως χρεοκοπημένη χώρα. Τη σκυτάλη πήρε ο Ελληνογάλλος τραπεζίτης Βλαστός, φίλος του Συγγρού και γνωστός από τα σκάνδαλα του Παναμά. Οι Γάλλοι ζήτησαν την ενοποίηση των χρεών και μαζί τους συμφώνησαν οι Συγγρός και βασιλιάς Γεώργιος(που κατείχε πολλά χρεόγραφα), ο Τρικούπης όμως διαφώνησε. Τελικά, και παρά το γεγονός ότι η διαδικασία για το αγγλικό δάνειο προχωρούσε θετικά, τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια καθώς τα έσοδα από τους φόρους δεν ήταν τα αναμενόμενα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την κρίση της σταφίδας, καθώς η τιμή της δραχμής έπεφτε συνεχώς και ο πληθωρισμός ανέβαινε. Στο χρηματιστήριο Αθηνών δημιουργήθηκε πανικός. Τότε ο Τρικούπης κατάφερε να λάβει από τους Άγγλους ένα πολύ μικρότερο δάνειο από το αρχικό, αλλά χρειαζόταν βασιλικό διάταγμα για να κυρωθεί. Ο Γεώργιος αρνιόταν την κύρωση και κωλυσιεργούσε. Και τούτο γιατί ήθελε να δώσει εντολή σε Άγγλους χρηματιστές να πουλήσουν τα βασιλικά χρεόγραφα[15]. Το γεγονός διέρρευσε και όλοι άρχισαν να πωλούν με συνέπεια το κατρακύλισμα των τιμών και προπάντων την ακύρωση του δανείου, την κύρωση του οποίου αρνήθηκε ούτως ή άλλως ο Γεώργιος, κινούμενος με βάση τα συμφέροντά του που ταυτίζονταν με αυτά των Βλαστού, Συγγρού, Καραπάνου κ.ά.        
Ο Τρικούπης, ύστερα από τα γεγονότα αυτά, έγινε πάλι αντιβασιλικός, ενώ ο βασιλιάς ανέθεσε το σχηματισμό κυβέρνησης στον Σ. Σωτηρόπουλο(Ράλλη και Ευταξία), άνθρωπο του Συγγρού. Τώρα τόσο ο Τρικούπης όσο και ο Δηλιγιάννης στράφηκαν εναντίον του βασιλιά, ο οποίος «έπαιζε» πλέον με το κόμμα του Συγγρού. Ο πρωθυπουργός Σωτηρόπουλος προέβη σε προσωρινή αναστολή πληρωμών και συνήψε δάνειο με τον αγγλικό τραπεζικό οίκο Χάμπρο προκειμένου να καλύψει πρόσκαιρα τη χρεοκοπία. Όμως, τα ελληνικά χρεόγραφα κατρακύλησαν και όσοι είχαν μετοχές έχασαν τα λεφτά τους, ενώ ο Γεώργιος ταξίδευε στο… εξωτερικό. Όταν επέστρεψε, το αντιβασιλικό μένος ήταν μεγάλο, γι’ αυτό κάλεσε τον Τρικούπη και του ανάθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης. Για να είναι ο Τρικούπης αυτός που θα πει στις 10/12/1893 το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».
Στο εξωτερικό όλοι στράφηκαν εναντίον της Ελλάδας. Ένα σατυρικό περιοδικό του Βερολίνου(τα περισσότερα ομόλογα ήταν σε χέρια Γερμανών)  δημοσίευε γελοιογραφία με το βασιλιά ντυμένο αρματωλό, με φουστανέλα και φέσι και τη λεζάντα «Ο μικρός κλέφτης», Der Kleine Klephte που σημαίνει και μικρός λωποδύτης. Οι Γερμανοί είχαν πάθει μεγάλη ζημιά καθώς είχαν αγοράσει πολλά ελληνικά χρεόγραφα μετά τους αρραβώνες του διαδόχου Κωνσταντίνου με την Γερμανίδα πριγκίπησα Σοφία.
Η τότε τρόικα ήταν το συμβούλιο της εταιρίας των Μονοπωλίων(η βάση του συμβιβασμού με τους δανειστές που πέτυχε ο Τρικούπης) στο οποίο συμμετείχαν, προκειμένου να ελέγχουν, και οι ξένοι δανειστές με αντιπροσώπους τους. Ο συμβιβασμός όμως δεν προχώρησε γιατί ο Τρικούπης διαφώνησε με τους δανειστές για το ύψος του τόκου. Ο Τρικούπης άρχισε να υφίσταται σφοδρές επιθέσεις τόσο από το παλάτι όσο και από του δηλιγιαννικούς. Τότε δημιουργήθηκε η παρακρατική οργάνωση στρατιωτικών με των επωνυμία «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» και προέκυψε η «Εθνική Εταιρεία» που προκάλεσε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
Εν τω μεταξύ ο βασιλιάς είχε επανασυμφιλιωθεί με τον Δηλιγιάννη και μαζί στράφηκαν εναντίον του Τρικούπη. Και όταν η διαιρεμένη αντιπολίτευση(Δηλιγιάννης, Καραπάνος, Ράλλης) ενώθηκε, η κατάσταση για τον Τρικούπη κατέστη αφόρητη. Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν ο Τρικούπης διαφώνησε με το βασιλιά που αξίωσε να ψηφιστεί νομοσχέδιο που θα χορηγούσε στους βασιλόπαιδες Γεώργιο και Νικόλαο μεγάλες μηνιαίες χρηματοδοτήσεις. Αλλά η παραίτηση της κυβέρνησης Τρικούπη έγινε μετά από την έφιππη συμμετοχή του διαδόχου Κωνσταντίνου σε συλλαλητήριο στο πεδίο του Άρεως στις 8/1/1895 των δηλιγιαννικών[16]
  Η πτώχευση του 1893 θα αντιμετωπιστεί από τους «πάνω» με μία φυγή προς τα εμπρός. Αυτή ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896. Η απελπισία και η υπερχειλίζουσα οργή κατευθύνθηκε στο θέαμα της Μεγάλης Ιδέας  καθώς οι ολυμπιακοί αγώνες  συμβόλιζαν τη συνέχεια των Ελλήνων  κι από εκεί στην ήττα του 1897. Στο ενδιάμεσο συνέβη η μεγάλη απεργία του Λαυρίου και η σύγκρουση εργατών και χωροφυλάκων. Η διανόηση της υβριδικής αστικής τάξης δεν θα δει το Λαύριο όσο τους Ολυμπιακούς Αγώνες όπου «μέσα στην μεγάλη οικονομική κρίση που μαστίζει ιδιαίτερα την Ελλάδα, τις παραμονές μιας βιαστικής επιστράτευσης, οι Αθηναίοι(σ.σ. όχι οι Έλληνες, οι Αθηναίοι) βλέπουν τη μεγαλοϊδεατική ελληνολατρεία τους να παίρνει μια χροιά εντελώς καινούρια, ένα παλιό όνειρό τους να επικυρώνεται από ένα διεθνή οργανισμό. Κι ακόμα, με τους Ολυμπιακούς εκείνους, γινόταν η αποκάλυψη της σωματικής αρμονίας κάτω από τον αττικό ουρανό, ένα προμήνυμα των διεκδικήσεων του σώματος που λίγο αργότερα θα διαδοθούν ανάμεσα στους ωραιολάτρες, (σ.σ. όπως ο Περικλής Γιαννόπουλος). Κι ένα άλλο προμήνυμα σημαδεύει την ίδια χρονιά: η σύγκρουση εργατών και χωροφυλάκων στην απεργία του Λαυρίου»[17].
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

[1] Ο Γ. Παχύς συνδέεται τόσο με το ξένο βιομηχανικό κεφάλαιο, που επενδύει στην Ελλάδα, όσο και με την βασιλική αυλή, που ευνοεί αρχικά την ανάπτυξη του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα, πριν συνδεθεί και με το κεφάλαιο της ελληνικής διασποράς(Συγγρός και άλλοι). Η σύνδεση των οικονομικών συμφερόντων «δένεται με αίμα» καθώς ο Γ. Παχύς παντρεύεται την Αιμιλία Σκουζέ, της γνωστής οικογενείας της βασιλικής αυλής, αλλά και με τον Σερπιέρη καθώς η κόρη του Παχύ και της Σκουζέ, Λαυρία παντρεύεται τον Φ. Σερπιέρη.
[2] Για την ακρίβεια ο μετέπειτα υπουργός Λεωνίδας Δεληγεώργης, αδελφός του Επαμεινώνδα, είναι σύγαμβρος του Κωνσταντίνου Καραπάνου, αφού παντρεύτηκε τη Θεανώ Ζωγράφου, αδελφή της Μαρίας, συζύγου του Κ. Καραπάνου. Και οι δύο ήταν κόρες τους πλούσιου τραπεζίτη και τσιφλικά της Θεσσαλίας Χρηστάκη Ζωγράφου. Συνεπώς, ο Λ. Δεληγεώργης κληρονομώντας από τον αδελφό του την αρχηγία του πολιτικού του κόμματος, κληρονόμησε κατ’ αρχήν και τον αντιμοναρχισμό του.    
[3] Η αντιπαλότητα δεν εμποδίζει το βασιλιά να τρώει το Σεπτέμβριο του 1881 στο σπίτι του Καραπάνου στην Άρτα ή στο σπίτι του Συγγρού. Αργότερα μάλιστα θα προσεταιρισθεί πολλούς εξ αυτών.
[4] Ο Γιάννης Κορδάτος γράφει για την «πάλη ανάμεσα φεουδαρχισμού και αστισμού στα χρόνια του Τρικούπη, εξόν από τις δημοκοπίες του Δηλιγιάννη, του Καραπάνου, Ράλλη και των άλλων αντιτρικουπικών πολιτικών ηγετών, εκδηλώθηκε πολύ χτυπητά και από τα άρθρα που δημοσίεψε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης» (Ιστορία της Ελλάδας, τόμος XII, σελ. 388 και 389). Ο Μαυρομιχάλης την περίοδο 1875-1890 «σαν αληθινός κοτζάμπασης ο ‘’μπέης’’ της Μάνης, έβλεπε στην αστική τάξη που καταπιανόταν με εμπορικές και βιομηχανικές κλπ. επιχειρήσεις, τον ανατρεπτικό διάβολο κάθε κοινωνικής και ηθικής αξίας». Ο Κορδάτος προσπαθεί να ανακαλύψει με βάση την μαρξιστική τυπολογία τη σύγκρουση φεουδαρχών και αστών. Μόνο που ο Έλληνας της διασποράς είναι ένας «πολυμορφικός αστός», είναι δηλαδή ακόμα και φεουδάρχης, όπως ο τσιφλικάς Κ. Καραπάνος που είναι τσιφλικάς, χρηματιστής, έμπορος γης, ακόμα και αρχαιολόγος.   
[5] Στην πολιτική διαθήκη του ο Χ. Τρικούπης σημειώνει πως «Ο βασιλεύς είναι ο μεγαλύτερος των ρουσφετολόγων…»
[6] Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή ο Δεληγιώργης ήταν τέκτονας και μαζί με τον επίσης τέκτονα Στέφανο Σκουλούδη συμμετείχαν στην επιχείρηση του Κλεάνθη Σκαλιέρη, τραπεζίτη της Πόλης και μέγα δάσκαλου της στοάς «Η Πρόοδος» της Κωνσταντινούπολης, να ανατρέψουν το Σουλτάνο και να τον αντικαταστήσουν μ’ έναν άλλο αποφασισμένο για ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις και ο οποίος θα υπηρετούσε το δόγμα των Αγγλογάλλων για μία ακέραιη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η μεγάλη απειλή ήταν η Τουρκία και οι Σλάβοι που ήθελαν το διαμελισμό της Αυτοκρατορίας. Ο Σκαλιέρης μύησε το 1872 τον Μουράτ, ανιψιό του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, που έγινε ο σουλτάνος Μουράτ ο Ε΄. Όμως μετά από τρεις μήνες ο Μουράτ παραιτήθηκε και σουλτάνος έγινε ο αδελφός Αδβδούλ Χαμίτ, που δήμευσε τη μεγάλη περιουσία του Σκαλιέρη(Δ. Παπαχρήστος: Γεώργιος Βιζυηνός…, Ηλέκτρα, 2005)   
[7] Ο Α. Συγγρός είχε εκλεγεί βουλευτής Αττικής σε αναπληρωματική εκλογή. Τις παραμονές της εκλογής του έκανε χορό στο σπίτι του με τη συμμετοχή και της βασιλικής οικογένειας, παρά τις προσπάθειες του Δηληγιάννη να αποτρέψει το Γεώργιο. Ο τελευταίος του απάντησε πως ο Συγγρός είναι «εθνικός ευεργέτης» (Παύλος Καρολίδης, τόμος 8, σελ. 37).
[8] Ο Καραπάνος μαζί με τους Δηληγιάννη και Σωτηρόπουλο από το βήμα της Βουλής και τις στήλες των εφημερίδων κατέκριναν τον Τρικούπη «ως φορομπήχτη»: Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία της Ελλάδας, τόμοXII, εκδ. Αιών, σελ.388
[9] Αναδιαπραγμάτευση του χρέους όπως θα λέγαμε σήμερα
[10] Π. Καρολίδης, Σύγχρονος ιστορία των Ελλήνων και λοιπών λαών της Ανατολής από το 1821 μέχρι το 1921, εκδ. Αλεξ. Βιτσικουνάκη, εν Αθήναις, 1922, τομ. 8, σ. 89
[11] Κ. Καραπάνος, Προς Εκλογείς της εκλογικής μου περιφερείας: «Αγαπητοί μου συμπατριώται, ελθών εις διάστασιν προς την πολιτικήν μερίδα, μεθ’ ης επί πέντε περίπου έτη συνέπραττον εν τη Βουλή ως αντιπρόσωπος υμών, νομίζω καθήκον μου να εξηγήσω υμίν τον λόγον της διαστάσεως ταύτης, αφ’ ου  επελθούσα διάλυσις της Βουλής μοι καθιστά αδύνατον να πράξω τούτο από του βήματος αυτής. Ο λόγος ούτος είναι η διαφωνία προς το σύστημα και τον τρόπον, καθ’ όν πρέπει να διαρρυθμισθώσι τα οικονομικά της πατρίδος ημών. Το οικονομικόν σύστημα, όπερ υπέβαλεν εις την διαλυθείσαν Βουλήν ο πρόεδρος της κυβερνήσεως κύριος Χ. Τρικούπης αντίκειται εις τας γνώμας, ας έχω περί της οικονομικής καταστάσεως ημών… Την προς το οικονομικόν σύστημα της κυβερνήσεως διαφωνίαν μου οφείλω να εξηγήσω, τοσούτω μάλλον καθόσον προ δύο περίπου ετών, εν περιστάσεσιν αλλοίαις των σημερινών, υπεστήριξα από του βήματος της Βουλής οικονομικόν σύστημα παρουσιάζον κατά το φαινόμενον αναλογίας τινάς προς το εις την διαλυθείσαν Βουλήν υπό του κ. προέδρου της κυβερνήσεως υποβληθέν». Το πρόβλημα του Κ. Καραπάνου ήταν ότι «δεν δυνάμεθα να επιβάλλωμεν νέους φόρους επί της γεωργίας» που θα έβλαπταν σοβαρά τον ίδιο και κυρίως τον πεθερό του. Η δικαιολογία που προέβαλε ήταν πως η γεωργία από τριετίας «έπασχε δεινώς» λόγω καιρικών συνθηκών και ελλείψει μερίμνης και καθοδηγήσεως υπέρ αυτής.  
[12] Δες και το τραμ(χρηματιστηριακή φούσκα) της Κωνσταντινούπολης αλλά και το «χρηματιστικό» γραφείο που διέθετε στην Άρτα.
[13] Γ. Δερτιλής, 1985
[14] Όπως σημειώνει ο Γ. Κορδάτος «Ο Καραπάνος που θεωρούντανε «σπουδαίος και τρανός οικονομολόγος» –γιατί είχε χρήμα και αγόραζε εφημερίδες για να διαφημίζουν την οικονομολογική «σοφία» του- όχι μόνο στη Βουλή πολέμησε την οικονομική πολιτική του Τρικούπη, αλλά πήγε και στο Παρίσι και πήρε μέρος στο συνέδριο των κεφαλαιούχων και οικονομολόγων. Αφού κατηγόρησε τον Τρικούπη, δε δίστασε να παρουσιάσει την Ελλάδα σαν μια χώρα χρεωκοπημένη». Γ. Κορδάτος  Ιστορία της Ελλάδας, 12ος τόμος, σελ. 517 
[15] Ελεύθερον Βήμα, 12 Μάρτη 1927
[16] Οι αντιθέσεις στο παλάτι μεταξύ του βασιλιά Γεωργίου(αντιδηλιγιαννικού) και του διαδόχου Κωνσταντίνου(Δηλιγιαννικού) ήταν έντονες. Έτσι, όταν ο Γεώργιος συμφιλιώνονταν με τον Δηλιγιάννη αυτό σήμαινε και συμφιλίωση με τον Κωνσταντίνο.
[17] Mario Vitti, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Κέδρος, 1980

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

12. Το Λαύριο και η πτώχευση-Το ματωμένο θέρος του 1882

Ο Γ. Παχύς εφέρετο καταγόμενος από πλούσια οικογένεια της Ηπείρου και ελογίζετο έμπορος που αγόρασε το 1875 από τον τραπεζίτη Κάρολο Μερλέν το τσιφλίκι Κουτσικάρι (Κορυδαλλός, Αιγάλεω). Γενικά, κατείχε μία περιοχή που εκτείνονταν από τον Άγιο Αντώνιο Αμφιάλης έως τη Λεωφόρο Αθηνών(Καβάλας), αφού μετά τον γάμο του με την Αιμιλία Σκουζέ συνενώθηκαν μεγάλες εκτάσεις γης. Πληροφορίες τον θέλουν να κατοικεί στο γνωστό και σήμερα «παλατάκι», στο Χαϊδάρι, που ήταν προικώο της συζύγου του Αιμιλίας Σκουζέ[1], της γνωστής οικογένειας «επί των τιμών» της βασιλικής αυλής[2]. Πέρα από αυτά, που είναι φήμες περισσότερο παρά διασταυρωμένες πληροφορίες, εκείνο που είναι βεβαιωμένα γνωστό, πριν τη μεγάλη σύγκρουση Καραπάνου-Παχύ στην Άρτα, είναι πως το 1860 ο δεύτερος υπέβαλε αίτημα προς την κυβέρνηση για την παραχώρηση των «σκωριών» του Λαυρίου. Είναι, συνεπώς, ο πρώτος που θέλησε να ενεργοποιήσει τα αρχαία μεταλλεία. Η κυβέρνηση, όμως, πριν απαντήσει, έστειλε στο Λαύριο τον άρτι αφιχθέντα στην Ελλάδα, Ανδρέα Κορδέλλα[3] για να αποφανθεί για την αξία των «σκωριών». Ο Κορδέλλας αποφαίνεται ότι η εκμετάλλευση θα είναι ιδιαίτερα επικερδής και γι’ αυτό θα έπρεπε να μείνουν στην κατοχή του ελληνικού κράτους. Ο Παχύς θα επιμείνει με δύο ακόμη αιτήσεις, μία προς την ελληνική κυβέρνηση και μία προς τη Νομαρχία Αττικοβοιωτίας. Η απάντηση που έλαβε ήταν παρελκυστική, καθώς τον παρέπεμπε στην κοινότητα Κερατέας ως καθ’ ύλην αρμόδια. Εκείνος θα επιμείνει και θα υποβάλλει και νέα αίτηση προς την κοινότητα Κερατέας[4].
Το 1863 έρχεται στην Ελλάδα ο ιταλικής καταγωγής Ι. Β. Σερπιέρης, ο οποίος υποβάλλει ομοίως αίτηση καμίνευσης των «σκωριών», χωρίς να λάβει ποτέ απάντηση. Κατόπιν τούτου στρέφεται προς τον Γ. Παχύ, ο οποίος είχε λύσει ένα μέρος των γραφειοκρατικών προβλημάτων και της αρνητικής στάσης της κυβέρνησης, παίρνοντας με το μέρος του τους κατοίκους της Κερατέας. Έτσι, Σερπιέρης και Παχύς ιδρύουν το 1864 την πρώτη μεταλλευτική-μεταλλουργική εταιρεία της Λαυρεωτικής με έδρα τη Μασσαλία, την «Roux et CO» με ιδρυτικά μέλη τον Helarion Roux,  που ενεργεί για λογαριασμό της τράπεζας Roux Fraissinet, τον E. Serpieri –του οίκου J.B.Serpieri et Bouquet- και μόνο Έλληνα[5]τον Γ. Παχύ. Ο Γ. Παχύς συνεπώς είναι η γέφυρα του ξένου κεφαλαίου με την Ελλάδα και ειδικά με τα μεταλλεία Λαυρίου.
Το σημαντικό, όμως, εδώ είναι ότι με το βασιλικό διάταγμα 23/8/1867 παραχωρούνται στην εταιρεία οι εκτάσεις της Καμάριζας και της Συντερίνης. Με άλλο βασιλικό διάταγμα της 3/12/1868 επικυρώνεται η παραχώρηση των εκτάσεων. Ουσιαστικά πρόκειται για μία εύνοια του βασιλιά Γεωργίου Α΄ προς την «Εταιρεία», καθώς «Εκατοντάδες ‘’βασιλικά στρέμματα’’ χαρίστηκαν στον Σερπιέρη»[6]. Κι αυτό κατά την περίοδο που ο βασιλιάς συγκρούεται με την κυβέρνηση, παύοντας την κυβέρνηση Κουμουνδούρου. Αλλά και ο διάδοχος του τελευταίου, Επ. Δεληγιώργης, που εκείνη την εποχή διαδραματίζει βαρύνοντα ρόλο είτε ως πρωθυπουργός είτε ως υπουργός είναι αντιμοναρχικός, καθώς είναι αυτός που φυλακίσθηκε για την απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας, ενώ συνέβαλε σημαντικά στην εκδίωξη του Όθωνα. Το ίδιο αντιδυναστικός ήταν και επί Γεωργίου Α΄[7].  Έτσι, το Λαύριο ως χώρος ανάπτυξης της ξένης επιχειρηματικής δραστηριότητας θα γίνει το πεδίο σύγκρουσης μοναρχικών και κοινοβουλευτικών, καθώς οι κυβερνήσεις θα επιδιώξουν να βρουν την εταιρεία να παραβιάζει τη σύμβαση με το Δημόσιο, επειδή τη θεωρούν φιλικά διακείμενη προς το βασιλιά.
Για την ακρίβεια, στις 6/6/1870 ο υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα πρωθυπουργός Θ. Δηληγιάννης θα δώσει εντολή ελέγχου της Εταιρείας από τον επιθεωρητή Π. Βουγιούκα και τον τελώνη Πειραιώς Γ. Οικονόμου. Ο έλεγχος αφορούσε στο αν και κατά πόσο φορτώνονται στα πλοία υλικά για τα οποία δεν είχε δοθεί άδεια και συγχρόνως να ελέγξουν τις ορυκτολογικές εργασίες. Οι Βουγιούκας και Οικονόμου συνέταξαν έκθεση(19/6/1870) στην οποία ανέφεραν πως από την περιοχή που παραχωρήθηκε στην Εταιρεία το 1867 και το 1868 εξάγονται μεταλλειούχα χώματα, για τα οποία δεν έχει δοθεί σχετική άδεια. Το όλο θέμα αφορούσε τις περίφημες «εκβολάδες», δηλαδή τα υπολείμματα των μεταλλευμάτων που βρίσκονταν πάνω και όχι κάτω από το έδαφος και τα οποία σύμφωνα με τον πρωθυπουργό Επαμεινώνδα Δεληγιώργη ανήκουν στο κράτος καθώς «ο θειούχος μόλυβδος των εκβολάδων μετετράπη με την επίδραση της υγρασίας και του αέρα σε ανθρακικό μόλυβδο». Ο Δεληγιώργης θα συστήσει στις 31 Ιουλίου 1870 επιτροπή από τους Δ. Σκαλιστήρη, Α. Χρηστομάνο και άλλους, το πόρισμα των οποίων αποφαινόταν ότι η Εταιρεία είχε υψηλά κέρδη. Είναι η εποχή του διεθνούς διασυρμού από τη σφαγή στο Δήλεση, ενώ στην Αθήνα ένας Βαυαρός χτίζει μπυραρία στους πρόποδες του λόφου του Αρδητού που θα ονομαστεί Μετς σε ανάμνηση της νίκης το ίδιο έτος των Πρώσων εναντίον των Γάλλων στην ομώνυμη γαλλική πόλη.
Το θέμα των μεταλλείων Λαυρίου φαίνεται να επιλύεται με το Νόμο Γ/ «Περί εκβολάδων» της 20ης Μαΐου 1871. Σύμφωνα με αυτόν αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο δημόσιο να διαθέτει τις εκβολάδες σε αναδόχους κατόπιν διαγωνισμού. Η οριστική λύση επήλθε με νόμο της 17ης Ιανουαρίου 1877. Πολλοί διερωτώνται, εν οις και ο Ν. Ι. Μοσχονήσιος στη ΣΚΡΙΠ της 18/1/1908 γιατί ο Επ. Δεληγιώργης ενώ άσκησε μία ευφυή πολιτική στο θέμα του Λαυρίου που κατέληξε στις δύο εταιρίες, την ελληνική και την Γαλλοελληνική, τελικά υποχώρησε; Ίσως γιατί ήταν άρρωστος, πέθανε το 1879, ίσως λόγω πολιτικών ισορροπιών. Η πιο ισχυρή εκδοχή είναι η αδυναμία εξαγοράς των μεταλλείων από το κράτος καθώς η αξία τους υπερτιμήθηκε σημαντικά. Έτσι, αναγκάστηκε να δεχτεί τη λύση Συγγρού. Παραδόξως, μία άλλη άποψη (περιοδικό «Κλειώ») θεωρεί ότι ο Επ. Δεληγιώργης είναι φιλοβασιλικός καθώς «Σε πολιτικό επίπεδο η περίοδος 1870-1874 σηματοδοτούσε την προσπάθεια του βασιλιά να εφαρμόσει μια πολιτική ανατροπή της συνταγματικής τάξης. Η κυβέρνηση Δεληγιώργη θεωρήθηκε μέρος του σχεδίου και παρέμεινε στην εξουσία ως το 1874 με τη στήριξη του βασιλιά». 
Τελικά από την πρώτη εταιρεία προέκυψαν δύο, η Γαλλοελληνική εταιρεία «τα μεταλλεία Καμαρίζης» και η Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου. Και οι δυο μαζί καθώς και άλλες μικρότερες ενώθηκαν το 1875 στην Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου(Γ.Ε.Μ.Λ.) με καταλύτη τον Α. Συγγρό[8] που έδωσε λύση στην αντιπαράθεση αγοράζοντας από τον Σερπιέρη την Ελληνική Εταιρεία έναντι 11.500.000 και μετοχοποιώντας αμέσως την εταιρεία, που συμμετείχε στη νέα εταιρεία, τη Γ.Ε.Μ.Λ. με τον Συγγρό[9] να κατέχει το 32%, ενώ Σερπιέρης και Παχύς συγκέντρωναν το 28%.
Η σύγκρουση που ήταν πρωτίστως πολιτική (συσχετισμός δυνάμεων Αυλής και Κοινοβουλίου) εξήψε την φαντασία των Ελλήνων, δημιουργώντας την περίφημη «μεταλλομανία» και το κυνήγι του χρυσού αλλά και των μετοχών. Χρηματιστήριο δεν υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα, αλλά αντ’ αυτού λειτουργούσε το καφενείο «Η ωραία Ελλάς», γωνία Ερμού και Αιόλου. Κόσμος και κοσμάκης, μεταξύ των οποίων και ο Εμ. Ροΐδης, επένδυσε στις φήμες για το χρυσάφι που έρεε ποτάμι κάτω από το Λαύριο. Οι περισσότεροι έχασαν τα χρήματά τους. Εκείνοι που κέρδισαν ήταν ο Στεφάνοβικ, ο Ροδοκανάκης, ο Σίνας, ο Ράλλης[10], κυρίως ο Συγγρός αλλά και οι Σερπιέρης, Γ. Παχύς.


[1] Χαρακτηρίζεται femme politique από τη σατιρική εφημερίδα «Μη χάνεσαι». Εκείνο που είναι γνωστό με βεβαιότητα είναι ότι μετέφρασε το «Περί των εν τη Ανατολή γυναικών, Σύγγραμμα της Κομήσσης Δώρας Ιστριάδος… εκδοθέν υπό Χρ. Δούκα».
[2] Η Αιμιλία Σκουζέ το 1894 δεξιώθηκε στο «παλατάκι» τη βασίλισσα Όλγα και όλη την αριστοκρατία της Αθήνας. Το «παλατάκι» ήταν εξοχική κατοικία αρχικά του Όθωνα. Μετά κατοικήθηκε έως το 1886 από τον Τήνιο τραπεζίτη Νικόλαο Νάζο(1813-1888). Στη συνέχεια ιδιοκτήτης του έγινε ο Γεώργιος Θων, επιμελητής των ανακτόρων επί Γεωργίου Α΄.
[3] Στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 18/1/1908 αναφέρεται ότι στην ιδρυθείσα το 1875 Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου (μετά την πρώτη εταιρεία) μετέχουν οι Ι. Σερπιέρης με 18%, Ανδρέας Συγγρός με 32%, Γ. Παχύς 10%, Α. Κορδέλλας 2%, Ιλαρίων Ρου 10%, Β. Μελάς 10%, Ι. Σκαλτσούνης 5% και άλλοι. 
[4] Αθ. Μαρκουλή, «Η δημιουργία και εξέλιξη της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου(Γ.Ε.Μ.Λ.) σηματοδοτεί νέες εξελίξεις στον οικονομικό και βιομηχανικό τομέα της Ελληνικής κοινωνίας του 19ου και 20ου αι.», διδακτορική διατριβή ΕΜΠ, Ιούνιος 2008  
[5] Η εφημερίδα του Κ. Καραπάνου «Άρτα» αποκαλεί τον Γ. Παχύ «Ιταλό» που έλαβε την ελληνική υπηκοότητα με βασιλικό διάταγμα!
[6] Άρθρο του Κώστα Ε. Μπέη, Λαυρεωτικά με αριθμούς και γεγονότα, Ελευθεροτυπία, 9 Αυγούστου 1982
[7] Να σημειωθεί ότι ο πατέρας του Επ. Δεληγιώργη, ο Μήτρος Δεληγιώργης έγινε βουλευτής με τη βοήθεια της αυλής του Όθωνα! Ο γιος διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην εκθρόνιση του τελευταίου. Ενώ φέρεται στη συνέχεια εναντίον του Γεωργίου, αλλά μετά γίνεται βασιλικός! 
[8] Αυτή την εποχή (περί το 1875) εντάθηκε ο ευρωπαϊκός έλεγχος στο οθωμανικό κράτος γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του. Στα αίτια της χρεοκοπίας περιλαμβάνονται οι μεγάλες επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό του στρατού και των συγκοινωνιών. Στο θέμα του εκσυγχρονισμού των συγκοινωνιών θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και ο Κ. Καραπάνος με την απάτη των ιππήλατων τραμ στην Κωνσταντινούπολη.
[9] Ο Ανδρέας Συγγρός ήρθε στην Αθήνα από την Κωνσταντινούπολη –όπου ονομαζόταν Τσιγγρός- και αποκλήθηκε από τον κόσμο «Λαυριοφάγος» για το ρόλο του στην κατακρήμνυση των μετοχών της εταιρείας Λαυρίου τις οποίες αγόραζαν στη συνέχεια οι άνθρωποί του για ένα κομμάτι ψωμί. Ο Συγγρός ήταν δανειστής του ελληνικού δημοσίου, αγόρασε τσιφλίκια στην Αττική και γύρω από αυτή, σύστησε εταιρίες και ήταν άνθρωπος του βασιλιά. «Λαυριοφάγος» ονομάστηκε από την εφημερίδα «Άρτα» και ο Γ. Παχύς.  
[10] Άρθρο της Αναστασίας Λαμπρία «Τα Λαυρεωτικά και το Χρηματιστήριο «Η ωραία Ελλάς»», εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 7/12/1997:  Στην προοπτική των κερδών από τις μετοχές είναι αδύνατο να αντισταθεί ένας λαός που αγαπά τις αποταμιεύσεις και συνάμα τις περιπέτειες» έγραφε από την Αθήνα τον Μάρτιο του 1873 ο γάλλος πρέσβης Ζυλ Φερύ. Ενώ λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Μπέρινγκ (προφανώς της οικογενείας της φερώνυμης τράπεζας) διαβεβαίωνε με επιστολή του τον λόρδο Γκράνβιλ, υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας, πως τα κοιτάσματα και συνακολούθως οι μετοχές του Λαυρίου «θα κάνουν τον κάθε Ελληνα πλούσιο». Γιώργος Δερτιλής στο Ζήτημα των Τραπεζών (1980): οι εφημερίδες της εποχής με τη ρητορεία τους (διόλου αβαθή εν τούτοις) μεταφέρουν το κλίμα που διαμορφώθηκε από την εντυπωσιακή άνοδο που έφερε πλουτισμό και την ακόμη εντυπωσιακότερη πτώση που προξένησε τον ολοσχερή και οριστικό καταποντισμό των περιουσιών· ο Εμμανουήλ Ροΐδης μέσω της εφημερίδας του, του «Ασμοδαίου», είναι ο δίχως έλεος σχολιαστής (και ο ίδιος άλλωστε είχε καταστραφεί οικονομικά) καθώς και τα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού ­ όλα αυτά θα έπρεπε να βρίσκονται στο προσκέφαλο των σημερινών επενδυτών.
Ενα συντομότατο ιστορικό είναι απαραίτητο. Από το 1864 η γαλλική εταιρεία Ρου - Σερπιέρι ανέλαβε την εκμετάλλευση των ορυχείων του Λαυρίου. Προϊόντος του χρόνου προέκυψαν διαφορές μεταξύ της εταιρείας και της κυβερνήσεως Κουμουνδούρου, με κεντρικό σημείο αιχμής τις «εκβολάδες» των υπολειμμάτων των μεταλλευμάτων που βρίσκονταν επί του εδάφους. Οσο υπήρχε η επιμονή κυρίως εκ μέρους του Επ. Δεληγιώργη ότι οι εκβολάδες ήσαν εθνικές και η εταιρεία είχε δικαίωμα μόνο εξορύξεως και όχι εκμεταλλεύσεως των υπέργειων μεταλλευμάτων, άλλο τόσο συνδαυλιζόταν η φημολογία ότι το Λαύριο έκρυβε ποταμούς χρυσού. Η διένεξη οξυνόταν, η εταιρεία απειλούσε ότι θα φέρει τις γαλλικές και ιταλικές κανονιοφόρους, έπεσε η κυβέρνηση και πρωθυπουργός πλέον ο Δεληγιώργης ανέλαβε την επίλυση του ζητήματος. Η φημολογία περί αμύθητου πλούτου εξακολουθεί και η εταιρεία Σερπιέρι βεβαίως δεν έχει κανένα λόγο να βάλει φρένο καθώς κάτι τέτοιο θα μείωνε την τιμή των μετοχών της. Η κυβέρνηση αναζητά αγοραστή των μετοχών της εταιρείας, αυτός ανευρίσκεται κυρίως εις το πρόσωπο του εκ Κωνσταντινουπόλεως τραπεζίτη Ανδρέα Συγγρού και οι μετοχές μεταβιβάζονται εις την τράπεζάν του, την «Τράπεζαν Κωνσταντινουπόλεως». Η νέα μεταλλουργική εταιρεία προχωρεί σε μετοχοποίησή της και τότε μανία απόκτησης μετοχών καταλαμβάνει τους πάντες, ακόμη και τους έχοντες τα μικρότερα βαλάντια. Μετοχές αξίας 200 δρχ. πωλούνται 310 δρχ., περιουσίες φτιάχνονται σε μία νύχτα αλλά ουδείς ασχολείται με το κατά πόσον υπάρχει το ανάλογο αντίκρισμα εντός των μεταλλείων. Οι εγγραφές για την αγορά μετοχών του Λαυρίου αποτελούν τις πρώτες χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν στην Αθήνα. Χρηματιστήριο δεν υπήρχε αλλά υπήρχε το καφενείον «Η ωραία Ελλάς» στη γωνία των οδών Ερμού και Αιόλου, το οποίο εκτελούσε χρέη Χρηματιστηρίου. Η απότομη πυρετώδης άνοδος θα φέρει ακάθεκτο πτώση, οι μέτοχοι καταστρέφονται και αδιάψευστος μάρτυρας είναι το στοιχείο ότι στη διετία 1873-1875 διπλασιάστηκαν οι πτωχεύσεις. Ο Ανδρέας Συγγρός, επιχειρηματίας του 1870 αλλά με χειρισμούς και νοοτροπία που μοιάζει να ανήκει στον 20ό αιώνα και ο οποίος ξεκίνησε με την υπόθεση Λαυρίου την εντυπωσιακή επιχειρηματική του διαδρομή στην Αθήνα, θα είναι ο στόχος, όχι απαραιτήτως και ο ένοχος. Στην εισαγωγή των Απομνημονευμάτων του Συγγρού σημειώνεται: «Ξαφνικά ένα κοινόανίδεο από οικονομικά, και το οποίο μπορούσε συνεπώς εύκολα να παρασυρθεί από λογής καιροσκόπους και κερδοσκόπους, εμπλέκεται σε μια δίνη πολυειδών ψευδαισθήσεων με άμετρες προσδοκίες. Ευκολόπιστοι και καλόπιστοι, αλλά και αφελείς οι Αθηναίοι κυρίως, πιστεύουν ότι είναι δυνατόν μια επιχείρηση αμελημένη εντελώς από την αρχαιότητα, να τους λύσει το οικονομικό πρόβλημα και να μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη τη χώρα τους σε γη επαγγελίας. Χωρίς να λάβουν καν υπόψη τους ότι εκείνος που είχε κινήσει όλη την υπόθεση ήταν ένας ξένος επιχειρηματίας, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να ταυτίσει τις προσωπικές τουεπιδιώξεις από την επιχείρηση με τις προσδοκίες των Ελλήνων».
Ο Συγγρός, τα Λαυρεωτικά και ό,τι επακολούθησε παρέχουν στον Ροΐδη το έναυσμα και το υλικό για την οξύτερη και καλύτερη σάτιρά του. Στους «Ορισμούς», μέσα από τον «Ασμοδαίο», μαθαίνουμε τι σημαίνουν μεταλλείον και μέρισμα. «Μεταλλείον: Υπόγειος φενάκη». «Μέρισμα: Αρχαία λέξις, μεταπεσούσα εις αχρηστίαν».
Γελοιογραφία του «στρατηλάτη» Συγγρού κοσμεί φυσικά τις σελίδες της εφημερίδας (που άλλωστε είναι γνωστή και για την πληθώρα των αριστουργηματικών γελοιογραφικών πορτρέτων), ενώ η στήλη «Σκνίπες» σημειώνει δίχως έλεος: «Η πλουτολογική επιστήμη εξηκρίβωσε προ πολλού εκ τίνων στοιχείων συνίσταται ο υπό των μεγάλων πλην τιμίων τραπεζιτών και εμπόρων συσσωρευθείς πλούτος. Κατά τας ακριβεστέρας αναλύσεις, τα τάλαντα των Στεφάνοβικ, Ροδοκανάκη, Σίνα, Ράλλη και των τοιούτων συνίστανται εξ ίσων περίπου δόσεων φιλοπονίας, φειδούς, αγχινοίας και τύχης. Υποβαλόντες και ημείς εκ περιεργείας εις τοιαύτην χημικήν ανάλυσιν μίαν λίραν του στρατηλάτου, εύρομεν αυτήν απαρτιζομένην εκ των ακολούθων στοιχείων:
Και αλλού στις «Σκνίπες»: «Η επιχείρησις του Λαυρίου επανήλθεν εις το αρχικόναυτής σημείον, τον πατριωτισμόν. Φιλογενεία κινούμενος ο κ. Α. Τσιγκρόςμετεχειρίσθη τα κεφάλαια ημών, ίνα σώση την Ελλάδα από της ξενικής επεμβάσεως. Οι δε προχθές αναλαβόντες την διεύθυνσιν προτίθενται αντί μερίσματος να προσφέρωσι κατ' έτος εις τους κ.κ. μετόχους την ηθικήν ικανοποίησιν ότι τα χρήματα αυτών χρησιμεύουσιν εις εμψύχωσιν της εθνικής βιομηχανίας. [...] Πολλοί ηπόρησαν τίνι τρόπω συνέλευσις μετόχων εξέλεξεν προχθές συμβούλιον εξ αμετόχων.».

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

11. Οι βλέψεις των Ελλήνων τσιφλικούχων στα βαλκάνια-Το ματωμένο θέρος του 1882

Το 1901 πεθαίνει η Μαρία Καραπάνου, σύζυγος του Κωνσταντίνου και κόρη του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου. Τον πρηγούμενο χρόνο είχαμε ανάλογο συμβάν στο «στρατόπεδο» του μεγάλου πολιτικού του αντιπάλου, του Γεωργίου Παχύ, όταν χάνει το γιο του, τον ανθυπίλαρχο Θεόδωρο Παχύ. Ο θάνατος ήταν περίεργος. Στην εφημερίδα «Εμπρός» (16/2/1900) διαβάζουμε ότι «Τηλεγράφημα εκ Παρισίων προς τον κ. Σερπιέρην ανήγγειλε την θλιβεράν είδησιν του θανάτου του ανθυπιλάρχου Θεοδώρου Παχύ υιού του ημετέρου συμπολίτου Γ. Παχύ». Γιατί το τηλεγράφημα εστάλη στον συμπέθερο κ. Σερπιέρη(η Λαυρία Παχύ κόρη του Γεωργίου παντρεύτηκε τον Φερνάνδο Σερπιέρη)  και όχι στον ίδιο τον Γ. Παχύ; Άγνωστο. Πάντως, ο αιφνίδιος θάνατος του Γ. Παχύ το 1913, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Κ. Καραπάνου και την ημέρα που είχε φθάσει στην Αττική η σορός του δολοφονημένου βασιλιά Γεωργίου Α΄ δείχνει την ευαισθησία του και ότι πιθανόν να έπασχε από καρδιά[1]. Πάντως, ο Παχύς είχε χάσει τον μονάκριβο γιο του(είχε και δύο κόρες) κάτω από συνθήκες όλως ιδιαίτερες. Όπως σημειώνει η εφημερίδα «Εμπρός»[2] «Ο αποθανών είχε δηχθή υπό λυσσώντος κυνός, μετέβη δε εις Παρισίους, όπως νοσηλευθεί εις το Ινστιτούτον Παστέρ. Φαίνεται όμως, ότι το δήγμα ήτο βαθύ και το αίμα είχε δηλητηριασθή. Εξ άλλου δε ελέγετο, ότι ο αποθανών δεν εξηκολούθει τακτικώς την θεραπείαν επιδοθείς εις τας διασκεδάσεις. Το σπουδαίο είναι, ότι ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως, μη προηγηθέντων των συνήθων συμπτωμάτων της λύσσης. Εν αρχή υπετέθη ότι ο θάνατος προήλθε εξ άλλου νοσήματος, το Λυσσιατρείον όμως εβεβαίωσεν, ότι η νόσος παρουσίασε και άλλοτε ομοίας περιπτώσεις κεραυνοβόλου θανάτου. Κατ’ άλλο όμως τηλεγράφημα, ο θάνατος επήλθεν ησύχως…». Τι να υποθέσει κανείς; Πως γίνεται κάποιος να πεθάνει «ακαριαίως» και συγχρόνως να κάνει ολόκληρο ταξίδι στο Παρίσι και μάλιστα «λυσσασμένος»; Είναι γεγονός, πάντως, ότι όλοι πήγαιναν στο Παρίσι όχι μόνο να διασκεδάσουν(ο Κ. Καρυωτάκης και άλλοι, εκεί κόλλησαν τη σύφιλη)  αλλά και για να γιατρευθούν!
Εκείνη την εποχή το Παρίσι ήταν η πόλη-κόσμος, με την έννοια που έδινε ο Μπρωντέλ. Την είχε ανασκάψει πλήρως και την είχε ξανακτίσει ο νομάρχης Ωσμάν, λαμβάνοντας ως κριτήρια την αύξηση του πληθυσμού αλλά και τη διατήρηση της τάξης. Τα βουλεβάρτα θα γίνουν ιδιαίτερα μεγάλα για την αντιμετώπιση των εξεγέρσεων, «γιατί οι σφαίρες δεν γνωρίζουν να στρίβουν με την πρώτη δεξιά» σύμφωνα με τη ρήση συντηρητικού βουλευτή της εποχής. Γενικά, η νέα πόλη θα δημιουργηθεί με σκοπό να σβήσει τις μνήμες του 1789, του 1794, του 1799, του 1830, του 1848, του 1871.
Κι ενώ τον Φεβρουάριο του 1900 πεθαίνει στο Παρίσι ο Θεόδωρος Παχύς από… λύσσα, στις 24 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, δηλαδή μετά από τρεις μήνες, «Μετά πολλής επισημότητος ετελέσθησαν εν τω κτήματι του κ. Παχύ, τω γνωστώ «Πύργω της Αμαλίας»[3], οι γάμοι του βουλευτού Καλαμπάκας κ. Αυγερινού Αβέρωφ μετά της καλλιμόρφου δεσποινίδος Ελένης Παχύ… ως παράνυμφοι παρέστησαν η κ. χήρα Γ. Σκουζέ(γιαγιά της νύφης από τη μητέρα της), η κυρία Λαυρία Σερπιέρη αδελφή της νύφης και σύζυγος του Φ. Σερπιέρη) και οι κ.κ. Α. και Κ. Σκουζές. Ο Αυγερινός Μ. Αβέρωφ μαζί με τον Πύρρο Καραπάνο πρωτοστατούσαν στην «Ηπειρωτική Αδελφότητα», αλλά ο πρώτος θα πεθάνει και θα κηδευθεί τις 22 Μαΐου 1910(διαβάζουμε ότι μητέρα του είναι η Αμαλία Αβέρωφ και αδερφοί του οι Γεώργιος Αβέρωφ, Αγγελική Ρικάκη, Αναστάσιος Αβέρωφ, Μαρία Γ. Αβέρωφ, Ευθυμία Αβέρωφ)[4]. Πάντως,  ο Γ. Παχύς συνδέεται με τον Κ. Καραπάνο και μέσω του γαμπρού του Αυγερινού Αβέρωφ, ο οποίος συμμετέχει με τους αδελφούς Καραπάνου στην κίνηση για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου.
Η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου σχεδιάζεται από τον Κ. Καραπάνο δεκαετίες πριν. Η εφημερίδα «Άραχθος»[5], ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο τσιφλικάς, δημοσιεύει δύο προκηρύξεις Αλβανών της άνω Αλβανίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας με ημερομηνία 2 Απριλίου 1884, όπου σημειώνεται ότι «Η Αλβανία αποτελεί έθνος πέντε περίπου εκατομμυρίων. Γνωστά εισιν η δόξα και τα δυστυχήματα του πανάρχαιου τούτου λαού. Διεκρίθη κατά τους ηρωικούς αιώνας, συνώδευσε κατά ταύτα τον Μακεδόνα Αλέξανδρον και το Πύρρον εις το στάδιον των κατακτήσεων και επιτέλους τον Σκενδέρμπεην εις τα περίφημα αυτού ανδραγαθήματα. Επίσης, κατά τους αιματηρούς αγώνας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Αλβανοί ουδαμώς εφάνησαν κατώτεροι τον νουν και την ανδρείαν των Ελλήνων αδελφών, Αλβανοί δε υπήρξαν ο Μάρκος Βότσαρης, οι Σουλιώται και άλλοι ήρωες του ενδόξου τούτου δράματος. Ήδη ο γενναίος ούτος και άξιος μεγάλου μέλλοντος λαός στενάζει άνευ παιδείας, άνευ οδών, άνευ εμπορίου… Πολλάκις έλαβε τα όπλα, ίνα αποσείσει τον απεχθή τούτον ζυγόν, αλλά μάταιαι απέβησαν πάσαι αυτού οι προσπάθειαι… Η Αλβανία εξεγειρομένη κατά της τουρκικής κυβερνήσεως… (ζητεί) μόνον το δικαίωμα, δι’ ου εσχηματίσθησαν τα νέα κράτη της Ευρώπης, ήτοι την ευκολίαν της μετά της Ελλάδος Ενώσεως, μετά κυβερνήσεως, μεθ’ ης συνδέεται κάλλιον δια του αίματος, των συμφερόντων και των εθνικών πόθων. Ζητεί τέλος να εκφράση την εαυτής θέληση δια δημοψηφίσματος…».
Την προκήρυξη αυτή όπου τίθεται για τους Αλβανούς το δίλημμα «ή δημοψήφισμα ή πόλεμος εξοντώσεως» υπογράφει κάποιος Πρεγκ Γκιόκας. Ο ίδιος υπογράφει και τη δεύτερη προκήρυξη υπό τον τίτλο
«… οι Αλβανοί όλων των επαρχιών της Ελλάδος»:
«… Εάν η πεπολιτισμένη Ευρώπη αναγνωρίζη, ότι οι ήρωες του Ομήρου ως εκείνοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ότι οι στρατιώται του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, ως εκείνοι του Πύρρου και του Σκενδέρμπεη, αποτελούσιν ένα και μόνον λαόν μετά των οπαδών του Μπότσαρη, του Τσαβέλα(sic), του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη, της Μπουμπουλίνας και του Γερμανού, δια της ιστορίας και του εθνικού ενδύματος, τα οποία έχουσι κοινά, δεν θα αρνηθεί ότι η Θράκη, η Μακεδονία, το Ιλυρρικόν, η Θεσσαλία, η Αλβανία και η Ήπειρος αποτελούσιν μίαν χώραν ενός και μόνον έθνους μετά της Ελλάδος, της Βοιωτίας, της Αρκαδίας και της Πελοπονήσου, δεν θα αρνηθή ότι έχομεν το δικαίωμα να ενωθώμεν από του Αίμου μέχρι του Αιγαίου πελάγους και από τον Αδριατικόν κόλπον μέχρι του Ελλησπόντου, όπως ιδρύσωμε την Νέαν Ελλάδα μεταξύ των ορίων της αρχαίας Ελλάδος…».
Είναι προφανές ότι ο Κ. Καραπάνος επιδιώκει την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας στα όρια της (βαλκανικής) αρχαίας Ελλάδος, αλλά προκαλεί έκπληξη η άποψή του ότι η Ελλάδα(Βοιωτία, Αρκαδία, Πελοπόννησος) και η Ήπειρος, η Μακεδονία, Θράκη και Αλβανία αποτελούν ένα έθνος. Πάντως, ο θάνατος του Κ. Καραπάνου θα επέλθει τη στιγμή που οι δύο γιοι του όπως και οι γιοι άλλων τσιφλικούχων θα συμμετέχουν στον «Ηπειρωτικό αγώνα» και στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου. Όμως, οι μεγάλες δυνάμεις θα ζητήσουν την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο και ο Ελ. Βενιζέλος θα τη δεχθεί, καθώς επιχειρεί να εδραιώσει την επέκταση προς τη Μακεδονία και τη Θράκη, θυσιάζοντας την… Αλβανία.
Εν τω μεταξύ, βρισκόμαστε στην περίοδο της κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του αναπροσανατολισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προς άλλες αγορές και σε πιο ασφαλείς έδρες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιχειρηματική αντίληψη των κεφαλαιούχων της ελληνικής διασποράς είναι βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, όλοι τους είναι με τη βαλίτσα στο χέρι έτοιμοι να αναχωρήσουν ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό και οι επενδύσεις τους δεν γίνονται σε μακροπρόθεσμη και παραγωγική βάση. Τουναντίον είναι της λεγόμενης «αρπαχτής». Συνεπώς, οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν επικαθορίζονται τόσο από τον τρόπο παραγωγής όσο από την πολιτική σύγκρουση, για την ακρίβεια από τον πόλεμο θέσεων μοναρχικών-αντιμοναρχικών, όπου συνοψίζονται οι αντιτιθέμενες εσωτερικές δυνάμεις, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά κέντρα εξάρτησης. Η σύγκρουση αυτή φαίνεται να διαπερνά, να προσωποποιεί και να φενακίζει ιδεολογικά όλες τις άλλες συγκρούσεις. Το ίδιο φερ’ ειπείν συνέβη και στην Πελοπόννησο με τα «σταφιδικά». Οι παραγωγοί στρέφονταν εναντίον των κυβερνήσεων και των κομμάτων και ζητούσαν τη λύση από το βασιλιά, ο οποίος θα θέσει υπό την αιγίδα του ακόμη και συνέδριο για τη γεωργία στο Ναύπλιο!
Όσο για τους «κάτω», στο Λαύριο ήταν πραγματικά «κάτω» σε σχέση με τους κολίγους, καθώς δούλευαν σε τεράστια βάθη επί 16 ώρες, ενώ πολλοί σκοτώνονταν καθημερινά. Γι’ αυτό υπήρχε ένα μαρμαρένιο δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τα πτώματα και το βράδυ θάβονταν κρυφά στον Άγιο Κωνσταντίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή στρατοπέδευαν 400 στρατιώτες και πάντα υπήρχε ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ο «εσωτερικός εχθρός» έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα. 
Το 1901 πεθαίνει η Μαρία Καραπάνου, σύζυγος του Κωνσταντίνου και κόρη του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου. Τον πρηγούμενο χρόνο είχαμε ανάλογο συμβάν στο «στρατόπεδο» του μεγάλου πολιτικού του αντιπάλου, του Γεωργίου Παχύ, όταν χάνει το γιο του, τον ανθυπίλαρχο Θεόδωρο Παχύ. Ο θάνατος ήταν περίεργος. Στην εφημερίδα «Εμπρός» (16/2/1900) διαβάζουμε ότι «Τηλεγράφημα εκ Παρισίων προς τον κ. Σερπιέρην ανήγγειλε την θλιβεράν είδησιν του θανάτου του ανθυπιλάρχου Θεοδώρου Παχύ υιού του ημετέρου συμπολίτου Γ. Παχύ». Γιατί το τηλεγράφημα εστάλη στον συμπέθερο κ. Σερπιέρη(η Λαυρία Παχύ κόρη του Γεωργίου παντρεύτηκε τον Φερνάνδο Σερπιέρη)  και όχι στον ίδιο τον Γ. Παχύ; Άγνωστο. Πάντως, ο αιφνίδιος θάνατος του Γ. Παχύ το 1913, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Κ. Καραπάνου και την ημέρα που είχε φθάσει στην Αττική η σορός του δολοφονημένου βασιλιά Γεωργίου Α΄ δείχνει την ευαισθησία του και ότι πιθανόν να έπασχε από καρδιά[1]. Πάντως, ο Παχύς είχε χάσει τον μονάκριβο γιο του(είχε και δύο κόρες) κάτω από συνθήκες όλως ιδιαίτερες. Όπως σημειώνει η εφημερίδα «Εμπρός»[2] «Ο αποθανών είχε δηχθή υπό λυσσώντος κυνός, μετέβη δε εις Παρισίους, όπως νοσηλευθεί εις το Ινστιτούτον Παστέρ. Φαίνεται όμως, ότι το δήγμα ήτο βαθύ και το αίμα είχε δηλητηριασθή. Εξ άλλου δε ελέγετο, ότι ο αποθανών δεν εξηκολούθει τακτικώς την θεραπείαν επιδοθείς εις τας διασκεδάσεις. Το σπουδαίο είναι, ότι ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως, μη προηγηθέντων των συνήθων συμπτωμάτων της λύσσης. Εν αρχή υπετέθη ότι ο θάνατος προήλθε εξ άλλου νοσήματος, το Λυσσιατρείον όμως εβεβαίωσεν, ότι η νόσος παρουσίασε και άλλοτε ομοίας περιπτώσεις κεραυνοβόλου θανάτου. Κατ’ άλλο όμως τηλεγράφημα, ο θάνατος επήλθεν ησύχως…». Τι να υποθέσει κανείς; Πως γίνεται κάποιος να πεθάνει «ακαριαίως» και συγχρόνως να κάνει ολόκληρο ταξίδι στο Παρίσι και μάλιστα «λυσσασμένος»; Είναι γεγονός, πάντως, ότι όλοι πήγαιναν στο Παρίσι όχι μόνο να διασκεδάσουν(ο Κ. Καρυωτάκης και άλλοι, εκεί κόλλησαν τη σύφιλη)  αλλά και για να γιατρευθούν!
Εκείνη την εποχή το Παρίσι ήταν η πόλη-κόσμος, με την έννοια που έδινε ο Μπρωντέλ. Την είχε ανασκάψει πλήρως και την είχε ξανακτίσει ο νομάρχης Ωσμάν, λαμβάνοντας ως κριτήρια την αύξηση του πληθυσμού αλλά και τη διατήρηση της τάξης. Τα βουλεβάρτα θα γίνουν ιδιαίτερα μεγάλα για την αντιμετώπιση των εξεγέρσεων, «γιατί οι σφαίρες δεν γνωρίζουν να στρίβουν με την πρώτη δεξιά» σύμφωνα με τη ρήση συντηρητικού βουλευτή της εποχής. Γενικά, η νέα πόλη θα δημιουργηθεί με σκοπό να σβήσει τις μνήμες του 1789, του 1794, του 1799, του 1830, του 1848, του 1871.
Κι ενώ τον Φεβρουάριο του 1900 πεθαίνει στο Παρίσι ο Θεόδωρος Παχύς από… λύσσα, στις 24 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, δηλαδή μετά από τρεις μήνες, «Μετά πολλής επισημότητος ετελέσθησαν εν τω κτήματι του κ. Παχύ, τω γνωστώ «Πύργω της Αμαλίας»[3], οι γάμοι του βουλευτού Καλαμπάκας κ. Αυγερινού Αβέρωφ μετά της καλλιμόρφου δεσποινίδος Ελένης Παχύ… ως παράνυμφοι παρέστησαν η κ. χήρα Γ. Σκουζέ(γιαγιά της νύφης από τη μητέρα της), η κυρία Λαυρία Σερπιέρη αδελφή της νύφης και σύζυγος του Φ. Σερπιέρη) και οι κ.κ. Α. και Κ. Σκουζές. Ο Αυγερινός Μ. Αβέρωφ μαζί με τον Πύρρο Καραπάνο πρωτοστατούσαν στην «Ηπειρωτική Αδελφότητα», αλλά ο πρώτος θα πεθάνει και θα κηδευθεί τις 22 Μαΐου 1910(διαβάζουμε ότι μητέρα του είναι η Αμαλία Αβέρωφ και αδερφοί του οι Γεώργιος Αβέρωφ, Αγγελική Ρικάκη, Αναστάσιος Αβέρωφ, Μαρία Γ. Αβέρωφ, Ευθυμία Αβέρωφ)[4]. Πάντως,  ο Γ. Παχύς συνδέεται με τον Κ. Καραπάνο και μέσω του γαμπρού του Αυγερινού Αβέρωφ, ο οποίος συμμετέχει με τους αδελφούς Καραπάνου στην κίνηση για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου.
Η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου σχεδιάζεται από τον Κ. Καραπάνο δεκαετίες πριν. Η εφημερίδα «Άραχθος»[5], ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο τσιφλικάς, δημοσιεύει δύο προκηρύξεις Αλβανών της άνω Αλβανίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας με ημερομηνία 2 Απριλίου 1884, όπου σημειώνεται ότι «Η Αλβανία αποτελεί έθνος πέντε περίπου εκατομμυρίων. Γνωστά εισιν η δόξα και τα δυστυχήματα του πανάρχαιου τούτου λαού. Διεκρίθη κατά τους ηρωικούς αιώνας, συνώδευσε κατά ταύτα τον Μακεδόνα Αλέξανδρον και το Πύρρον εις το στάδιον των κατακτήσεων και επιτέλους τον Σκενδέρμπεην εις τα περίφημα αυτού ανδραγαθήματα. Επίσης, κατά τους αιματηρούς αγώνας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Αλβανοί ουδαμώς εφάνησαν κατώτεροι τον νουν και την ανδρείαν των Ελλήνων αδελφών, Αλβανοί δε υπήρξαν ο Μάρκος Βότσαρης, οι Σουλιώται και άλλοι ήρωες του ενδόξου τούτου δράματος. Ήδη ο γενναίος ούτος και άξιος μεγάλου μέλλοντος λαός στενάζει άνευ παιδείας, άνευ οδών, άνευ εμπορίου… Πολλάκις έλαβε τα όπλα, ίνα αποσείσει τον απεχθή τούτον ζυγόν, αλλά μάταιαι απέβησαν πάσαι αυτού οι προσπάθειαι… Η Αλβανία εξεγειρομένη κατά της τουρκικής κυβερνήσεως… (ζητεί) μόνον το δικαίωμα, δι’ ου εσχηματίσθησαν τα νέα κράτη της Ευρώπης, ήτοι την ευκολίαν της μετά της Ελλάδος Ενώσεως, μετά κυβερνήσεως, μεθ’ ης συνδέεται κάλλιον δια του αίματος, των συμφερόντων και των εθνικών πόθων. Ζητεί τέλος να εκφράση την εαυτής θέληση δια δημοψηφίσματος…».
Την προκήρυξη αυτή όπου τίθεται για τους Αλβανούς το δίλημμα «ή δημοψήφισμα ή πόλεμος εξοντώσεως» υπογράφει κάποιος Πρεγκ Γκιόκας. Ο ίδιος υπογράφει και τη δεύτερη προκήρυξη υπό τον τίτλο
«… οι Αλβανοί όλων των επαρχιών της Ελλάδος»:
«… Εάν η πεπολιτισμένη Ευρώπη αναγνωρίζη, ότι οι ήρωες του Ομήρου ως εκείνοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ότι οι στρατιώται του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, ως εκείνοι του Πύρρου και του Σκενδέρμπεη, αποτελούσιν ένα και μόνον λαόν μετά των οπαδών του Μπότσαρη, του Τσαβέλα(sic), του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη, της Μπουμπουλίνας και του Γερμανού, δια της ιστορίας και του εθνικού ενδύματος, τα οποία έχουσι κοινά, δεν θα αρνηθεί ότι η Θράκη, η Μακεδονία, το Ιλυρρικόν, η Θεσσαλία, η Αλβανία και η Ήπειρος αποτελούσιν μίαν χώραν ενός και μόνον έθνους μετά της Ελλάδος, της Βοιωτίας, της Αρκαδίας και της Πελοπονήσου, δεν θα αρνηθή ότι έχομεν το δικαίωμα να ενωθώμεν από του Αίμου μέχρι του Αιγαίου πελάγους και από τον Αδριατικόν κόλπον μέχρι του Ελλησπόντου, όπως ιδρύσωμε την Νέαν Ελλάδα μεταξύ των ορίων της αρχαίας Ελλάδος…».
Είναι προφανές ότι ο Κ. Καραπάνος επιδιώκει την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας στα όρια της (βαλκανικής) αρχαίας Ελλάδος, αλλά προκαλεί έκπληξη η άποψή του ότι η Ελλάδα(Βοιωτία, Αρκαδία, Πελοπόννησος) και η Ήπειρος, η Μακεδονία, Θράκη και Αλβανία αποτελούν ένα έθνος. Πάντως, ο θάνατος του Κ. Καραπάνου θα επέλθει τη στιγμή που οι δύο γιοι του όπως και οι γιοι άλλων τσιφλικούχων θα συμμετέχουν στον «Ηπειρωτικό αγώνα» και στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου. Όμως, οι μεγάλες δυνάμεις θα ζητήσουν την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο και ο Ελ. Βενιζέλος θα τη δεχθεί, καθώς επιχειρεί να εδραιώσει την επέκταση προς τη Μακεδονία και τη Θράκη, θυσιάζοντας την… Αλβανία.
Εν τω μεταξύ, βρισκόμαστε στην περίοδο της κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του αναπροσανατολισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προς άλλες αγορές και σε πιο ασφαλείς έδρες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιχειρηματική αντίληψη των κεφαλαιούχων της ελληνικής διασποράς είναι βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, όλοι τους είναι με τη βαλίτσα στο χέρι έτοιμοι να αναχωρήσουν ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό και οι επενδύσεις τους δεν γίνονται σε μακροπρόθεσμη και παραγωγική βάση. Τουναντίον είναι της λεγόμενης «αρπαχτής». Συνεπώς, οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν επικαθορίζονται τόσο από τον τρόπο παραγωγής όσο από την πολιτική σύγκρουση, για την ακρίβεια από τον πόλεμο θέσεων μοναρχικών-αντιμοναρχικών, όπου συνοψίζονται οι αντιτιθέμενες εσωτερικές δυνάμεις, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά κέντρα εξάρτησης. Η σύγκρουση αυτή φαίνεται να διαπερνά, να προσωποποιεί και να φενακίζει ιδεολογικά όλες τις άλλες συγκρούσεις. Το ίδιο φερ’ ειπείν συνέβη και στην Πελοπόννησο με τα «σταφιδικά». Οι παραγωγοί στρέφονταν εναντίον των κυβερνήσεων και των κομμάτων και ζητούσαν τη λύση από το βασιλιά, ο οποίος θα θέσει υπό την αιγίδα του ακόμη και συνέδριο για τη γεωργία στο Ναύπλιο!
Όσο για τους «κάτω», στο Λαύριο ήταν πραγματικά «κάτω» σε σχέση με τους κολίγους, καθώς δούλευαν σε τεράστια βάθη επί 16 ώρες, ενώ πολλοί σκοτώνονταν καθημερινά. Γι’ αυτό υπήρχε ένα μαρμαρένιο δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τα πτώματα και το βράδυ θάβονταν κρυφά στον Άγιο Κωνσταντίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή στρατοπέδευαν 400 στρατιώτες και πάντα υπήρχε ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ο «εσωτερικός εχθρός» έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα. 

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Ένα χρόνο πριν, το 1912, είχε μεταβιβάσει την περιουσία του στη γυναίκα και τις δύο κόρες του
[2] «Εμπρός»(16/2/1900)
[3] Ιδού η απόδειξη από τον Τύπο της εποχής ότι το «παλατάκι» ανήκε στο ζεύγος Παχύ-Σκουζέ. 
[4] ΣΚΡΙΠ 22/5/1910
[5] Εφημερίδα «Άραχθος», 20 Απριλίου 1884