Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Πολυπολιτισμικότητα και φασισμός

Έχω παίξει πάρα πολύ ποδόσφαιρο στη ζωή μου. Ακόμα κι όταν δεν είχα μπάλα έπαιζα με τις πέτρες, "ανοίγοντας" πάντα τα φτενά μου παπούτσια με τις γνωστές συνέπειες στο σπίτι. Αργότερα έπαιξα μπάλα στις αλάνες και μετά στα γήπεδα. Ποια σχέση, όμως, είχε εκείνο το παιγνίδι της χαράς με το εμπορευματοποιημένο παιγνίδι που -ναι- απολαμβάνω σήμερα ως θεατής; Καμία. Εντούτοις, κάποιοι, ενδεχομένω οι περισσότεροι,ενσθουσιάζονται, αγωνιζόμενοι από τον καναπέ τους. Παίζουν λεκτικά και μάλιστα πιο σοβαρά από τους ίδιους τους παίκτες. Δικαίωμά τους. Έτσι, βρίσκουν την ταυτότητά τους. Όμως, δεν δέχομαι το φασισμό της πλειοψηφίας, δεν δέχομαι την απόρριψη της δικής μου γνώμης, όποια κι αν είναι, με λεκτικούς χουλιγκανισμούς παγκάλειου τύπου. Ε, λοιπόν, εγώ δεν είμαι με τον Πελέ τον πρεσβευτή της FIFA και της Κόκα κόλα, ούτε μ' αυτούς που τα βλέπουν όλα μπλε, είμαι με τον Μαραντόνα, είμαι με τον Σουάρεζ,ακόμα και όταν δαγκώνει, είμαι με τον Ζιντάν ακόμα κι όταν ρίχνει κουτουλιές, γιατί μια ορισμένη ποσότητα βίας αποκαθιστά την κοινωνική αλλά και την ατομική αδικία, είμαι με τα παιδιά των φαβέλας και με τις καθαρίστριες στην Καραγιώργη Σερβίας, είμαι με τους μετανάστες και ζητώ τα πλήρη ατομικά και πολιτικά τους δικαιώματα που θα έχουν οικουμενική ισχύ. Ακριβώς κατ' αντιστοιχία της λειτουργίας του πλανητικού κεφαλαίου. Μα πιο πολύ είμαι με τον υποδιοικητή Μάρκος που όταν τον ρωτούσε ο Μονταλμπάν για το πως αντιμετωπίζουν οι Ζαπατίστας τους φασίστες; Έλεγε, "Τους έχουμε ανάμεσά μας, τους μιλάμε και προσπαθούμε να τους πείσουμε, γιατί είναι σαν και μας". Δεν μιλάμε, λοιπόν, ούτε για τους ολιγάρχες ούτε για τους δήθεν εθνικιστές ηγέτες της ΧΑ (στην πραγματικότητα νεοναζιστές), αλλά για τους χιλιάδες οπαδούς τους, που είναι μεταξύ μας, που είναι σαν κι εμάς. Αυτή είναι η δημοκρατία που διακρίνεται απολύτως από το φασισμό στην πράξη. Υπ' αυτή την οπτική, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποδίδει χαρακτηρισμούς και πιστοποιητικά δημοκρατικότητας. Υπ' αυτή την οπτική, διαφωνώ κάθετα με την Σώτη Τριανταφύλλου, αλλά θα υπερασπίζομαι πάντα το δικαίωμά της να λέει τη γνώμη της. Κατά της πολυπολιτισμικότητας έχουν μιλήσει πολλοί που σήμερα είναι στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά όταν αναφερόμαστε σε κάτι χωρίς να το τοποθετήσουμε στο συγκεκριμένο του ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο, κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε παρεξηγήσεις. Η πολυπολιτισμικότητα αναπτύχθηκε αρχικά σ' ένα έθνος μεταναστών όπως είναι οι ΗΠΑ. Είναι, επίσης, αλήθεια πως η πολυπολιτισμικότητα χρησιμοποιείται σήμερα ως πρόσχημα από το πλανητικό κεφάλαιο(με επίκληση της δήθεν καταπάτησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων διαφόρων πολιτιστικών μειονοτήτων) για τη διάλυση κρατών με την πρόκληση εμφυλίων (Ουκρανία, Συρία κ.ά.). Βέβαια, όταν χρησιμοποιείς την πολυπολιτισμικότητα για να στραφείς όχι εναντίον του πλανητικού κεφαλαίου αλλά εναντίον των μεταναστών, υποστηρίζοντας την "καθαρότητα", τότε κάνεις ολέθριο λάθος, που όταν είναι συνειδητό παραπέμπει στο ρατσισμό και στο φασισμό. Συνεπώς, όταν το κεφάλαιο λειτουργεί με όρους πλανητικούς και εμείς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη συνθήκη με όρους οικουμενικούς, τασσόμενοι πάντα υπέρ των αδυνάτων, υπέρ των μεταναστών, των ανέργων, των αποκλεισμένων, όποιας ράτσας και πολιτιστικής ταυτότητας κι αν είναι.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Από το Μαρακανά στη λεωφόρο Αμαλίας

Ο Μερσώ, ο πρωταγωνιστής του Αλμπέρ Καμύ στο κορυφαίο έργο του «Ο Ξένος», θέλει κάποιον για να τον μισεί ώστε να μην αισθάνεται μόνος! Γι’ αυτό σκοτώνει τον «Άραβα». Το θύμα δεν έχει όνομα. Ουσιαστικά δεν υπάρχει. Είναι ο… Άραβας. Είναι δηλαδή ένας «ανώνυμος», όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες τους νεκρούς. Είναι ένας ούτις, ένας κανένας. Ο Μερσώ του έκανε τη συμβολική κατάσταση πραγματική. Τον έκανε –για τους δικούς του βέβαια λόγους- αυτό που πραγματικά κι εκείνος ήταν. Ο «Άραβας» ήταν ο πραγματικός Ξένος. Αλλά αυτή η ξενότητα κατοικούσε και τον Μερσώ. Αυτή ήθελε να εξοντώσει εντός του, όντας και ο ίδιος Ξένος, δηλαδή συμβολικά νεκρός! Συνεπώς, ο Ξένος με όνομα, ο Ξένος «Εντός» της κοινωνίας στρέφεται εναντίον του Ξένου «Εκτός», εναντίον εκείνου που συνιστά γι’ αυτόν ένα αγχογόνο «αντικείμενο», γιατί του μοιάζει. Αυτή είναι η ψυχολογική βάση για τον εμφύλιο των Ξένων, για τον εμφύλιο των κάτω. Το ίδιο συμβαίνει με τους «Εντός» στη Βραζιλία, στην Ελλάδα, παντού, οι οποίοι στρέφονται εναντίον των «Εκτός» της κοινωνίας, εναντίον των άνεργων, των άστεγων, των μεταναστών, των κατοίκων των φαβέλας, γενικά των αποκλεισμένων. Παντού Ξένοι. Εμφύλιοι παντού. Έξω από το Μαρακανά, πριν μερικές ώρες, δεκάδες Βραζιλιάνοι και Ουρουγουανοί συνεπλάκησαν. Απολογισμός, δύο τραυματίες (ραδιόφωνο CBN). Το εθνικό Εμείς είναι εδώ. Η εθνική ξενότητα είναι εδώ, την ώρα που το πλανητικό κεφάλαιο «χτυπάει» σαν Όρνεο σε όλη τη Γη. Η κερδοφόρα μετανεωτερική παγκοσμιοποίηση για τους μεν, ο εθνικισμός και ο φασισμός για τους άλλους, τους πολλούς. Τη στιγμή που οι πλανητικοί «πάνω» διαλύουν τα έθνη-κράτη, ενώ ενισχύουν την εθνική ιδιαιτερότητα, τρέφοντας το τσακισμένο Εμείς των «κάτω» με εθνικιστική αλαζονεία, προοίμιο των φασιστικών ιδεοληψιών. Να, όμως, που τώρα, ο Άραβας, ο Ξένος αποκτά όνομα. Λέγεται Moussa Ouled El-Assasse. Αυτό συμβαίνει στο μυθιστόρημα του Αλγερινού συγγραφέα Kamel Daoud: “Meursault, contre-enquete”(Le Monde). Αποκτώντας όνομα, ο «Άραβας» (ή ο «νέγρος») βγαίνει από τη φοβερή στερεοτυπική γενίκευση που του αφαιρεί το πρόσωπο και την ατομική ιδιαιτερότητα, δηλαδή την ορατότητα. Βγαίνει, επιτέλους, στο φως. Εκεί θα απαλλαγεί από την «Ξενότητα» που τον κατοικεί. Αλλά το Πρόσωπό του θα το επαναοικειοποιηθεί, θα το ανασυστήσει μέσα από Αγώνες για έναν κόσμο όπου όλοι οι άνθρωποι θα έχουν το Όνομα και την Αξιοπρέπειά τους. Τα γράφω αυτά, γιατί ανάλογες γενικεύσεις ρατσιστικού και φασιστικού τύπου ενδημούν και σε μας. Ειδικά σήμερα με την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, που τρέφει όχι την εθνική μας αξιοπρέπεια αλλά την εθνική μας βλακεία (κατά το ανάλογο της Λεωφόρου Αμαλίας που έστειλε τους «αγανακτισμένους» στη Χ.Α.). Ακόμα περισσότερο όταν παρατηρείται μία αμηχανία της Αριστεράς, η οποία αδυνατεί να αναλύσει και να αντιμετωπίσει το φαινόμενο. Στην ουσία το φασιστικό φαινόμενο.

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Σαν τον Σίσσυφο

Κορυβαντιούν, χτυπούν τα κλάξον των αυτοκινήτων, κραυγάζουν ύμνους εθνικούς με το πάθος (ενίοτε και τις «περικεφαλαίες») των χρυσαυγιτών, κατακεραυνώνουν όσους τολμούν να αρθρώσουν ενστάσεις, εκείνους που μιλούν για τους πεινασμένους, τους άνεργους, τους αόρατους. Οι καθαρίστριες και ό,τι κατά τη γνώμη τους αντιτίθεται στην ψυχική ανάταση που προσφέρει η εθνική ποδοσφαίρου, είναι μίζερο, κάποτε και αντεθνικό, καθώς πάει κόντρα στο κυρίαρχο… λαϊκό ρεύμα. Τι κι αν αναζητάς τροφή στους πράσινους κάδους και στις ελεημοσύνες, τι κι αν τα παιδιά σου φεύγουν μετανάστες, τι κι αν η αξιοπρέπειά σου στραπατσάρεται από την ανεργία, εσύ οφείλεις να χαίρεσαι. Αλλιώς, καταδικάζεσαι σε αιώνια «πνευματική δυσκοιλιότητα», εξοστρακισμένος στην περιοχή του δήθεν προοδευτικού! Τους θυμάμαι, είναι οι ίδιοι και με τα ίδια επιχειρήματα, είναι αυτοί οι οποίοι τη δεκαετία του 1990 μας κατακεραύνωναν, επειδή τολμούσαμε να αντιταχθούμε στην περίφημη «γκλαμουριά», στη δανεική υπερκατανάλωση και σ’ έναν επιφανειακό τρόπο ζωής όπου οι αξία του καθενός ήταν αντίστοιχη της περιοχής και του σπιτιού που κατοικούσε καθώς και της μάρκας του αυτοκινήτου που κυκλοφορούσε. Η ίδια ιδεολογία, οι ίδιες αξίες, αντί να απορριφθούν στη χωματερή της ιστορίας, καθώς είναι αυτές που μας οδήγησαν στη σημερινή κατάντια, επανέρχονται με τους ίδιους, παλιούς τους φορείς (οι πιο μορφωμένοι τους λένε και «ξενιστές»). Κι εμείς σαν το Σίσσυφο. Χαμένοι έτσι κι αλλιώς. Γιατί αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ! Αλλά εμείς, εκεί, σαν το Σίσσυφο να κουβαλάμε πάλι το βράχο στην κορυφή. Μέχρι ν’ αλλάξουμε πλαγιά…

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Μουντιάλ: Η αθλιότητα της χαράς!

Ωραία, λοιπόν. Πανηγυρίζουμε. Θα μπορούσαμε και να κλαίμε, όπως οι «Ελέφαντες». Έτσι είναι το παιγνίδι κι η ζωή. Αλλά ποια σχέση έχουν οι πανηγυρισμοί με τις επιθέσεις των ευτυχισμένων πανηγυριστών εναντίον των «δυσκοίλιων», που σκέφτονται τις φαβέλες, τους άνεργους και τα παιδιά που πεινάνε; Τώρα στη χαρά σε θέλω φίλε! Nα είσαι αντιρατσιστής και φίλος των μεταναστών όταν μένεις στον Άγιο Παντελεήμονα και όχι όταν κατοικείς μακριά από τη βία της εξαθλίωσης. Να σκέφτεσαι και να καταδικάζεις ακόμα και μέσα στη μεγάλη σου χαρά τους άθλιους που εκμεταλλεύονται και εκπορνεύουν μικρά παιδιά στις πόλεις της Βραζιλίας όπου φιλοξενούνται οι αγώνες. Τότε σε θέλω. Ναι, ζήτω η Ελλάδα, αλλά ζήτω λένε και οι Γερμανοί, που ενωμένοι με τους υπερπλούσιους συμπατριώτες τους, πέφτουν θύματα στερεοτύπων πως για τα όποια δεινά τους ευθύνονται οι «τεμπέληδες» Έλληνες και, γενικά, οι νότιοι. Ασφαλώς, δεν είναι το ποδόσφαιρο ως παιγνίδι που φταίει για την πείνα και τις φαβέλες, εξάλλου, ιστορικά, το ποδόσφαιρο ήταν το κατεξοχήν παιγνίδι της εργατικής τάξης. Είναι το ποδόσφαιρο όχι ως αξία χρήσης, όχι ως παιγνίδι καθεαυτό αλλά ως εμπόρευμα, ως ανταλλακτική αξία που ευθύνεται. Το ίδιο ισχύει και με τον κλασσικό αθλητισμό και τις ντόπες. Γιατί δεν είναι η νίκη πλέον ο σκοπός, αλλά το μέσο για την αποκόμιση χρημάτων. Δεν είναι το θαυμάσιο παιγνίδι, συνεπώς, στο οποίο εναντιώνομαι, αλλά ο μετασχηματισμός του σε μέσο εκμετάλλευσης, σε μέσο για τη συσσώρευση κερδών. Δεν θα είχα καμία ένσταση αν ο στόχος ήταν η χαρά και το Εμείς, όμως στόχος είναι το Χρήμα. Και τα χρήματα πηγαίνουν στη ΔΟΕ, στη FIFA και στο πλανητικό κεφάλαιο, στις πολυεθνικές. Οι λαοί θα πληρώσουν ακριβά τη ζημιά(κατασκευή σταδίων, διαφθορά) με αύξηση φόρων, με αύξηση των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, με περικοπές στην υγεία και την Παιδεία κ.ά. . Γι’ αυτή την αδικία διαδηλώνουν οι Βραζιλιάνοι. Και ασφαλώς δεν φταίει το ποδόσφαιρο γι’ αυτό, αλλά ο τρόπος που το χρησιμοποιεί το πλανητικό κεφάλαιο. Το ίδιο ισχύει και με το νερό, το οποίο από δημόσιο αγαθό, από αξία χρήσης γίνεται εμπόρευμα, ανταλλακτική αξία. Το ίδιο θα συμβεί σε λίγο και με τον αέρα που αναπνέουμε. Ναι, ζήτω το «αθώο» παιγνίδι. Αλλά τι σχέση έχει, ηλίθιε, το ποδόσφαιρο που παίζεται στις αλάνες (τώρα κι αυτές έγιναν 5χ5 επί πληρωμή) με το ποδόσφαιρο που παίζεται στα γήπεδα της FIFA; Ναι, λοιπόν, εδώ σε θέλω, να μην ξεχνάς, όταν μπουκώνει η ψυχή σου από χαρά, την πείνα και τη δυστυχία, ούτε το γεγονός ότι το συγκεκριμένο παιγνίδι, το συγκεκριμένο ποδόσφαιρο δεν είναι καθόλου «αθώο», είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Μουντιάλ: Η σύγκρουση με το πλανητικό κεφάλαιο και το κοινωνικό χάος

Μουντιάλ: Η σύγκρουση με το πλανητικό κεφάλαιο και το κοινωνικό χάος ‘Ενας θεσμός που δημιουργήθηκε για να ενισχύσει το έθνος-κράτος, χρησιμοποιείται στον καιρό της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης για τη διάλυσή του. Η διαλεκτική της ενότητας των αντιθέτων είναι εδώ. Η κοινωνία που κάποτε έβρισκε μέσα σ’ ένα στάδιο, τις ιεραρχίες, τις αντιθέσεις αλλά και την ενότητά της, τώρα βρίσκει τη διάλυσή της. Έτσι, από τη μια έχουμε τους ΕΝΤΟΣ του σταδίου (ή της κοινωνίας), τους ΜΕΣΑ που βιώνουν μέσα από την αθλητική τελετουργία την απελευθέρωση των συγκινήσεων, τη χαρά του Εμείς και του συνανήκειν σ’ ένα έθνος και, παράλληλα, την προσωρινή νέκρωση των κοινωνικών διαφορών με τους Εντός-Πάνω. Οι Πάνω είναι οι πολυεθνικές εταιρείες και η FIFA (ή η ΔΟΕ), η πλανητική ελίτ του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που κάθεται στην κερκίδα των επισήμων και στην οποία συμμετέχει πάντα το εντόπιο κεφάλαιο. Όλοι μαζί είναι ικανοποιημένοι από τη δυνατότητά τους να χειραγωγούν τις συνειδήσεις και να συσσωρεύουν κέρδη. Αλλά αυτό ισχύει μόνο για τους ΕΝΤΟΣ. Οι ΕΚΤΟΣ, οι ΕΞΩ, τα εκατομμύρια των ανέργων και των φτωχών, αυτοί που κατοικούν στις στρατιωτικοποιημένες πλέον φαβέλες, οι αποκαλούμενες άλλοτε γκέτο, αυτοί που δεν έχουν να πληρώσουν το εισιτήριο του ποδοσφαιρικού αγώνα, ξεχύνονται στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφορά, για τις περικοπές στην υγεία και στην παιδεία. Ο κοινωνικός εμφύλιος μεταξύ των ΕΚΤΟΣ, των απόκληρων, του καταραμένου κοινωνικού αποθέματος και των ΕΝΤΟΣ, των «καταναλωτών-blanco» των μεσοαστικών κοινωνικών κατηγοριών, ο εμφύλιος που θα διαλύσει τις εθνικές κοινωνίες, είναι εδώ. Το σύνθημα το δίνουν οι διάφοροι θεσμικοί αξιωματούχοι των πολυεθνικών, όπως ο Μ. Πλατινί, που κατηγόρησε τους βραζιλιάνους ότι περίμεναν το μουντιάλ για να διαδηλώσουν! Το δίνει ο Edson Arantes do Nascimento, ο περίφημος Πελέ, πρέσβης του Μουντιάλ και της Coca-cola, που θεώρησε ότι είναι «νορμάλ» ο θάνατος ενός εργάτη στο υπό ανέγερση στάδιο του Σάο Πάολο (24/3/2014)! Η κοινωνική διάλυση, όμως, καθώς και ο έλεγχος του έθνους-κράτους από τους υπερεθνικούς επικυρίαρχους επέρχεται ως συνέπεια της επελθούσης οικονομικής κρίσης. Σε όλες τις χώρες όπου έλαβαν χώρα μεγάλα αθλητικά γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, είχαμε κέρδη για τις πολυεθνικές και τη FIFA και τεράστια αύξηση του χρέους για τις χώρες φιλοξενίας. Στη Νότια Αφρική όπου έγινε το 2010 το παγκόσμιο κύπελο ποδοσφαίρου, το δημόσιο χρέος από 50,3 δις εκτινάχθηκε στα 97 δις ευρώ. Η Βραζιλία ξεκίνησε με πρόβλεψη λειτουργικών εξόδων 800 εκ. και έφθασε τα 2,6 δις. Παράλληλα το δημόσιο (δηλαδή οι βραζιλιάνοι φορολογούμενοι) επιβαρύνθηκε με 13 δις για την κατασκευή των σταδίων. Το Μαρακανά, το στάδιο των γιγαντιαίων τελετών πέρασε στις 13/5/2013 από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Η κοινοπραξία που το ανέλαβε αποτελείται από τη βραζιλιάνικη εταιρεία Odebrecht (την ίδρυσε Γερμανός μετανάστης, το 1944), που ειδικεύεται στα πετροχημικά, την άμυνα, την τεχνολογία και τα logistics, τον δισεκατομμυριούχο Eike Batista (Ομοίως γερμανικής καταγωγής) και την AEG administracao de Estadios do Brasil, θυγατρική της πολυεθνικής Anschutz company που διαχειρίζεται 120 πάρα πολύ μεγάλα στάδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Αρκεί να αναφερθεί πως η κατασκευή της «Κορίνθιανς αρένα», 70.000 θέσεων, από 153 εκ. έφθασε στα 450 εκ.! Το ίδιο συνέβη με τις μεταφορές (μετρό, τραμ, λεωφορειακές γραμμές, οδικό δίκτυο), που κόστισαν 3,7 δις ευρώ και προκάλεσαν την αύξηση των εισιτηρίων και κατ’ επέκταση την αφορμή για τις ταραχές. Προηγήθηκαν οι απαλλοτριώσεις και οι μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και μετακινήσεις πληθυσμών κατά το ανάλογο του Πεκίνου. Το Σεπτέμβριο, μάλιστα, του 2011 κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στις φαβέλες σκοτώθηκαν 800 άνθρωποι. Οι φαβέλες, οι συνοικίες των απόκληρων σήμερα είναι πλήρως στρατιωτικοποιημένες. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Κατάρ όπου θα γίνει το Μουντιάλ του 2022, μετρούμε ήδη 1200 νεκρούς ξένους εργάτες στα εργοτάξια. Η FIFA, επιπλέον, συνεργάστηκε ακόμη και με μαφιόζικα δίκτυα προκειμένου να οργανώσει την πορνεία στις βραζιλιάνικες πόλεις όπου διεξάγονται οι αγώνες. Τελικά, οι πολυεθνικές και η FIFA δεν ορρωδούν προ ουδενός προκειμένου να βγάλουν κέρδη. Από την άλλη πλευρά το χρέος των υποδομών –δηλαδή η ζημία- επιρρίπτεται στο Δημόσιο, δηλαδή στους βραζιλιάνους φορολογούμενους. Οι τελευταίοι είχαν πεισθεί στην πλειοψηφία τους το 2007 ότι το Μουντιάλ αλλά και οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 2016 θα είναι επωφελείς για τη Βραζιλία. Ήταν η περίοδος της οικονομικής ανάπτυξης για τη χώρα, ενώ σήμερα έχουμε τον τέταρτο χρόνο οριακής ανάπτυξης παρά τα έργα. Πριν, τα επιχειρήματα για την αποδοχή τέλεσης των αγώνων ήταν η επιτάχυνση των επενδύσεων, η ανάπτυξη και οι βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών. Αυτό απεδείχθη ψεύδος. Γι’ αυτό άρχισαν οι επιθέσεις των μίντια των βορείων χωρών και των πολυεθνικών, που κατηγορούσαν τους Βραζιλιάνους για καθυστερήσεις, πλήττοντας το «εθνικό κύρος» τους (όπως έκαναν και στην Ελλάδα) μέσω της ενεργοποίησης των αποικιοκρατικών στερεοτύπων για τους «τεμπέληδες» γηγενείς. Οι Βραζιλιάνοι προκειμένου να αμυνθούν αντέταξαν την… εθνική κουλτούρα της «τελευταίας στιγμής»(Luis Fernandes, υφυπουργός των σπορ)! Υπ’ αυτή την οπτική, δικαίως κάποιοι θεωρούν ότι ο αθλητισμός είναι πλέον μία υπερεθνική μπίζνα η οποία προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της λειτουργεί με τη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος, παραπέμποντας στη «νόμιμη παρανομία» των Αμερικανών ληστοβαρώνων των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Πάντως, πέραν του πολυεθνικού κεφαλαίου που υπερίπταται πάνω από τον πλανήτη και εφορμά σαν γύπας όπου κρίνει σκόπιμο κάθε φορά, οι ΕΝΤΟΣ μιλούν για τη σύγκρουση βορρά-νότου, ενώ οι ΕΚΤΟΣ για τη σύγκρουση των αποκλεισμένων, των απόκληρων και των μεταναστών, αυτών που μετακινούνται από χώρα σε χώρα, με το υπερεθνικό κεφάλαιο, το οποίο επίσης κινείται από χώρα σε χώρα και από περιοχή σε περιοχή, αφήνοντας πίσω του ερείπια. Η πολυδιάσπαση των εθνικών κοινωνιών γίνεται με πολλούς τρόπους. Βίαια στην Ουκρανίας (κατά το ανάλογο της Γιουγκοσλαβίας). Λιγότερο βίαια στον υπόλοιπο κόσμο όπου η εθνικές κοινωνίες αντικαθίστανται από «μικρόκοσμους». Όπως είναι ο μικρόκοσμος όσων κατοικούν στις φτωχά προάστια, ή στα προάστια-φρούρια των υπερπλούσιων. Ο κόσμος, έτσι, γίνεται ένα «δικτυακό άπειρο», ένας κόσμος-δίκτυο, ένας κόσμος θυλάκων, που αποτελείται από διαφορετικές «γραμμές επιρροής», δηλαδή από μικρούς κόσμους, που είναι η βάση της δράσης των ατόμων. Μία κοινωνία συνεπώς απαρτίζεται από ένα πλήθος κόσμων-δικτύων, που αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοεξαρτώνται, αλλά επειδή ο καθένας ζει τη δική του ζωή ισχύει η αντίθεση: «Εμείς και οι άλλοι». Ο καθένας είναι «εξωτερικός» ως προς τον άλλο, εξ ου και το γεγονός ότι οι συγκρούσεις δεν είναι ατομικού χαρακτήρα αλλά «εμφύλιοι» συλλογικής υφής –ήτοι μεταξύ ομάδων. Σ΄ αυτό τον κόσμο των μικρόκοσμων ο ανταγωνισμός γίνεται αμείλικτος και το μίσος και το συμφέρον καθίστανται τα μόνα ενοποιητικά στοιχεία της κοινωνίας. Μόνο που οι συγκρούσεις αυτές σε έκρυθμες καταστάσεις, όπως η σημερινή κρίση, αντί να δημιουργούν μία νέα ισορροπία, δημιουργούν χάος.

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Οι αποκλεισμένοι εκφράζουν την καθολικότητα-πλήρη δικαιώματα στους μετανάστες (άρθρο στην Ελευθεροτυπία)

Πρόσωπα πενθοβαρή. Η αξιοπρέπεια μετεωρίζεται στην άκρη του ματιού τους, κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθεί κι ύστερα πέφτει. Το άνεργο μέλλον φαντάζει εφιαλτικό. Στην Ομόνοια, ο εξηντάχρονος άντρας ακούει το φάντασμα της καθαρίστριας του Κέινς να λέει «Μη θρηνείτε φίλοι, επιτέλους θα ξεκουραστώ» και ρίχνει την απελπισία του στις ράγες του τρένου. Οι καθαρίστριες, όμως, αγκυροβολημένες έξω από το υπουργείο Οικονομικών, στο σημείο μηδέν της ελπίδας, αγωνίζονται και αγωνιζόμενες επαναοικειοποιούνται την αξιοπρέπειά τους. Ελάχιστοι προσήλθαν στην πρόσκλησή τους για συμπαράσταση. Οι άλλοι εργαζόμενοι, έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ, προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Στις κερκίδες κάθονται οι «πάνω», οι ατσαλάκωτοι από τον πόνο, οι ελεφαντιασμένες ψυχές, οι ηδονιστές χωρίς καρδιά, τα μεγάλα Εγώ, αυτά που κοιτούν τους απόκληρους μ’ εκείνο το αλαζονικό βλέμμα της οικτίρμονος περιφρόνησης, αναμεμειγμένης με έκδηλη αηδία, σαν να βλέπουν ξεκοιλιασμένα σκυλιά στην εθνική οδό. Είναι αυτοί που δίνουν εντολή στα ματ να τσακίσουν τις μανάδες τους. Είναι όσοι κρύβονται πίσω από το φάντασμα της υπερεξουσίας των Βρυξελλών, αυτοί που μιλούν για τις οδηγίες της τρόικα ως εάν να μιλούν για τη Βίβλο. Είναι εκείνοι που μεταθέτουν πάντα τις ευθύνες τους σε αόρατα πολιτικά ολογράμματα, ενώ συγχρόνως μιλούν με κυνισμό για την αδήριτη ανάγκη κάποιοι να χαθούν! Αλλά στην κοινωνία το ερώτημα παραμένει: Ποιος νιώθει σήμερα τα πάθη των άλλων; Ποιος θα συμπαρασταθεί στους δεκάδες απολυμένους της Χαλυβουργίας Ελλάδος; Ποιος θα δει πίσω από το θέαμα του Μουντιάλ το δράμα των παιδιών που ζουν στις φαβέλες; Κανείς. Κάποτε οι φιλόσοφοι μιλούσαν για τον παροξυσμό της αδιαφορίας. Σήμερα, ακόμα και η εμπορευματοποίηση του νερού, η ίδια η περιβαλλοντική καταστροφή μένει απαρατήρητη, καθώς ζούμε στην εποχή του θανάτου των συγκινήσεων. Όλα, ο πόλεμος, ο θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι’ αυτό αδιάφορα, σχεδόν αόρατα. Δεν ζούμε πια το γεγονός, αλλά την οπτικοποίησή του. Γι’ αυτό η ζωή τελείται ενώπιον και μέσω της τηλεόρασης. Οι «πάνω» χρειαζόταν την τηλοψία για να νομιμοποιήσουν το «κάψιμο» της δημοκρατίας, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην ενοχλούνται από τις τραγωδίες, εκτός κι αν συμβούν μέσα στο σπίτι τους. Οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης εκλείπουν. Έχουμε «από-ρομαντικοποιήσει» τις ζωές μας. Η συγκίνηση, βέβαια, υπάρχει, αλλά είναι στιγμιαία, καθώς περνάμε αμέσως σε κάτι άλλο: στην καθημερινή μας αγριότητα. Στο πολιτικό πεδίο, η πολιτική ως εξουσιαστική δύναμη, την οποία υφίστανται οι «κάτω», είναι μια χειραγώγηση της καθεστηκυίας τάξης, η οποία ενώ αυτοκαταγγέλλεται υποκριτικά, παραμένει η επιδίωξη των ιδιαίτερων στόχων των «πάνω» κάτω από τη μάσκα του γενικού συμφέροντος και με τη χρήση ενός καθολικής φύσεως οργάνου, του κράτους. Αλλά για να χειραγωγήσουν και να φενακίσουν οι πλανητικοί ή οι εγχώριοι επικυρίαρχοι την υπόλοιπη κοινωνία με μία ορισμένη ιδεολογία, πρέπει την ίδια στιγμή να φενακίζονται και οι ίδιοι. Γιατί σε μία κοινωνία ξένωσης η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση ξένωσης. Η ξένωση(αυτή που ο Μαρξ αποκαλεί «αλλοτρίωση») παρουσιάζεται ως ξένωση της κοινωνίας στους θεσμούς της, οι οποίοι αυτονομούνται έναντι της κοινωνίας, όπως σημείωνε ο Καστοριάδης. Η αυτονόμηση είναι το πρώτο βήμα για να καταστεί ένας θεσμός αδιαφανής και φυτώριο διαφθοράς, αφού παύει να είναι τόπος σύγκρουσης των κοινωνικών δυνάμεων και, συνεπώς, επιχείρησης αλλαγής των συσχετισμών με δημοκρατικό τρόπο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί η πολιτική να γίνει κάτι άλλο από μία τεχνική της εξουσίας; Ναι, στο μέτρο που θα γινόταν η συνειδητή έκφραση των προσδοκιών και των συμφερόντων της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η πάλη των «αποκάτω» δεν θα αφορά μόνο την άμυνα των δικών τους συμφερόντων αλλά και την υπεράσπιση ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς θα επιδιώκουν την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αλλά ποιοι είναι οι «αποκάτω»; Ποιοι είναι αυτοί που αγωνίζονται για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας; Η αγωνιστική ευαισθησία και η υπεράσπιση της καθολικότητας κατοικεί στους απόκληρους, στο πλεονασματικό, υπεράριθμο και διαθέσιμο προς ανάλωση στοιχείο των αποκλεισμένων, των άνεργων και των μεταναστών, των θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό το «καταραμένο απόθεμα» εκφράζει τη νέα ριζοσπαστική καθολικότητα, το Όλον σε αντίθεση με τους «πάνω» που εκφράζουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Το θέμα, όμως, είναι, αν μπορεί να υπάρξει η πολιτική οργάνωση και αντίσταση των πλανητικά απόκληρων, όταν διώκονται αμείλικτα στις κοινωνίες μετάβασης. Η περίπτωση της εκλογής της Κωνσταντίνας Κούνεβα μοιάζει με πολιτικό τροχιοδεικτικό που δείχνει στο μέλλον. Ένα μέλλον στο οποίο όλοι οι μετανάστες θα έχουν τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των γηγενών και δεν θα ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και γκέτο. Γι’ αυτά πρέπει να αγωνιστούμε όλοι.