Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Η πίστη σώζει από τα κατάγματα της ψυχής

Ένας ηλικιωμένος πέφτει στα παγωμένα νερά για να πιάσει το σταυρό. Ο τηλεθεατής στο συνοικιακό καφενείο της Αθήνας κουνάει το κεφάλι του αποδοκιμαστικά και κάτι λέει σιγανά. Ο ομοτράπεζός του τον επιπλήττει, λέγοντάς του στεντορείως πως «η πίστη σώζει την ψυχή στον καιρό που ζούμε». «Δεν είσαι ορθολογιστής» επιμένει ο φίλος του. Στην τηλεοπτική οθόνη η εικόνα αλλάζει, αλλάζοντας αμέσως και το θέμα συζήτησης των θαμώνων του μικρού καφενείου. Τώρα συζητούν για τον φοροφυγά Ζεράρ Ντεπαρντιέ που συντρώγει με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Μετά για τον θάνατο της Ρούλας Κακλαμανάκη. Κάποιος θυμήθηκε την παραίτησή της από υφυπουργός Παιδείας της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου γιατί είχαν αποκλείσει από την Ολυμπιακή αποστολή τον μετέπειτα ολυμπιονίκη ανηψιό της. Ο δικός της αποκλεισμός, έκτοτε, από τα μίντια ήταν απόλυτος. Ο αυταρχισμός του ΠΑΣΟΚ ήταν φοβερός και συχνά αποκτούσε σταλινικά χαρακτηριστικά. Αίφνης, η οθόνη γεμίζει ξανά από κολυμβητές των Θεοφανείων. Ο οπαδός του Διαφωτισμού επιστρέφει δριμύτερος κατακεραυνώνοντας τους μεταφυσικούς και τους ανορθολογικούς όλου του κόσμου. Κι όμως οι Αμερικανοί ιδρυτές του «Πραγματισμού» δέχονται ως λογική τη λειτουργία της πίστης και της θρησκείας σε περιόδους κρίσης γενικής ή προσωπικής. Η προσφυγή στην πίστη διατείνονταν πως είναι ένας τρόπος αποφυγής της αντικειμενικής τρέλας με τη δημιουργία μιας ελεγχόμενης «τρέλας», όπως όταν δημιουργούμε την «αντιπυρά» για να σταματήσουμε τη φωτιά. Το ίδιο ισχύει και με τον έρωτα και τους ανεμόμυλους του Δον Κιχώτη καθώς και με την πίστη-μελισόκερο με την οποία βούλωναν τ’ αυτιά τους οι άντρες του Οδυσσέα σύμφωνα με τον Έζρα Πάουντ. Πρόκειται επί της ουσίας για μία άμυνα στο ολοκληρωτικό κενό νοήματος που δεν αντέχεται και οδηγεί σε ψυχικά κατάγματα. Οι θρησκευτικές πίστεις επανέρχονται για να καλύψουν οντολογικά αλλά και πολιτικά κενά. Αντί, συνεπώς, για την κατάρρευση και το τίποτα που οδηγούν στον ριζικό ψυχωτικό αυτισμό «επιλέγουμε κάτι»(Λακάν). Αυτό το κάτι τι, που μπορεί να είναι μία θρησκευτική ή μία πολιτική πίστη, είναι εμποτισμένο με την (υπερ)απόλαυση των βεβαιοτήτων, που καταστρέφει αλλά και σώζει, αφού είναι το μόνο που παρέχει νόημα. Δεν θα άντεχα ούτε το χριστιανισμό ούτε τη ζωή χωρίς την «επί του Όρους Ομιλία» έλεγε ο Κερτ Βόνεγκατ. Παραδόξως, όμως, η θρησκεία μπορεί να νομιμοποιεί και τον ιεροεξεταστή και τον μάρτυρα, και την πορφύρα και το τζάκετ, και τον «πάνω», συντηρητικό κλήρο και τον επαναστάτη «κάτω» κλήρο, και τον φανατικό Ταλιμπάν και τον ειρηνιστή μουσουλμάνο, και τον χριστιανό της αγάπης για όλους τους ανθρώπους και τον φονταμενταλιστή χριστιανό του μίσους. Αυτή η πολυσημία της θρησκείας αντιστοιχεί στην πολύσημη κοινωνία μας. Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνει ο Ρεζίς Ντεμπρέ, μία κοινωνία χρειάζεται μια καταγωγή, ένα ιδεώδες, ένα τοτέμ, μια υπέρτατη αρχή, μια συνέχεια, μια αφήγηση, μια γενεαλογία, περισσότερο ή λιγότερο φανταστικές και τέλος μια εσωτερική ιεραρχία (το ιερό, το άβατο). Με άλλα λόγια η πίστη(επαναλαμβάνω: θρησκευτική ή πολιτική) συμβάλει στη φαντασιακή κατασκευή του Εμείς, που μπορεί να είναι μια κοινότητα ή ένα έθνος. Όμως χρειάζονται οι αποστάσεις και μια «έντιμη μεσότητα» απέναντι στις απολυτότητες, δηλαδή η μετριοπάθεια, η Αγάπη και η κένωση από Εγώ, ιδιότητες που είναι ικανές να οδηγήσουν στη συμφιλίωση με τη ζωή μας και το πεπερασμένο της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: