Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Διλήμματα

Ποιο είναι το θέμα, αν ο Συνασπισμός -του 1990- πήρε «μίζα» ένα δισεκατομμύριο δραχμές από τη Ζίμενς ή ότι η Αριστερά απώλεσε το πνεύμα ανιδιοτέλειας, αλληλεγγύης και «θυσίας» υπέρ του Άλλου και προσχώρησε στην κουλτούρα του χυδαίου ατομικισμού; Κι όμως η δεύτερη είναι πολύ μεγαλύτερη διαφθορά από την πρώτη, έχοντας τεράστιες πολιτικές συνέπειες καθώς αλλοίωσε το βασικό χαρακτηριστικό της Αριστεράς, το οποίο κατά ένα τρόπο τη συνέδεε με έναν ορισμένο χριστιανισμό, πολύ ακριβό στην ελληνική ιδιοπροσωπία.
Επίσης, ποιο είναι το πραγματικό δίλημμα, αν θα γίνουν εκλογές ή ανασχηματισμός ή μήπως για το ποιος θα συνεχίσει να πληρώνει την οικονομική κρίση; Πάντως, οι τράπεζες, ναι αυτές που προκάλεσαν την κρίση, εξακολουθούν να ανακοινώνουν τεράστια κέρδη! Επιπροσθέτως, ο Ντομινίκ Στρος-Καν, ο πρώην σοσιαλιστής και νυν πρόεδρος του Διεθνούς Νομισματικού ταμείου μας συστήνει μεταρρυθμίσεις, δηλαδή να πληρώσουν αποκλειστικά την κρίση οι «κάτω», οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, τα χαμηλά εισοδήματα. Κι όμως το περιοδικό που ίδρυσε ο ίδιος ο νυν επικεφαλής του ΔΝΤ, το Marianne προτείνει να ξαναδιαβάσουμε το βιβλίο του Τζων Κένεθ Γκαλμπρέηθ για την «οικονομική κρίση του 1929». Όμως ο Γκαλμπρέηθ παραθέτει και την άγνωστη νομισματική και χρηματιστική κρίση του 1907 που έδειξε από πολύ νωρίς ότι ο καπιταλισμός είναι «αυτοκαταστροφικός». Ο αντιμονοπωλιακός νόμος του Σέρμαν, που ήταν μια προσπάθεια θέσπισης ορίων και κανόνων του παιγνίου των λεγόμενων «ληστο-βαρόνων»( Ροκφέλερ, Κάρνεγκι, Ντιουκ, Μόργκαν, που λαφυραγώγησαν τα τεράστια κονδύλια για την κατασκευή των σιδηροδρόμων), παρέμεινε αδρανής για να τον ενεργοποιήσει ο πρόεδρος Θίοντορ Ρούζβελτ (1901-1909) μόνο μετά την κρίση του 1907. Ακόμα, η ίδρυση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ το 1913 (FED) και της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου(1912-1920) αν και έθεταν το πλαίσιο και τους κανόνες του ανταγωνισμού, όμως δεν αποσόβησαν το κραχ του 1929. Παρόλα αυτά επανήλθαν στη συνέχεια για να αποδειχθεί ότι λειτουργούσαν μόνο ως αμορτισέρ απορρόφησης των κραδασμών σε περιόδους κρίσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μοναδικός νόμος του περίφημου New Deal του Ρούσβελτ που δεν εγκρίθηκε από το αμερικανικό κογκρέσο ήταν αυτός που αφορούσε τον έλεγχο των επιχειρήσεων! Το ίδιο γίνεται και σήμερα με τη διαφορά ότι η τωρινή κρίση είναι πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας. Σε κάθε περίπτωση όμως οι θέσπιση κανόνων και ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα παραβιασθούν αμέσως μόλις ξεπερασθεί η κρίση. Ιστορικά οι ΗΠΑ κατάφερναν με τους διάφορους θεσμούς παρέμβασης να θέτουν υπό έλεγχο τις παρενέργειες του καπιταλισμού, ενώ στην Ευρώπη χρειάστηκαν ανατροπές και επαναστάσεις. Αλλά, σήμερα, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ χάνουν την προηγούμενη ευχέρειά τους, σημάδι μιας δομικής παρακμής, εντούτοις διατηρούν την ιδεολογική και κατασταλτική τους δύναμη (ανάστροφος ολοκληρωτισμός και αδράνεια πληθυσμού).
Πάντως, ο Γκαλμπρέιθ εξηγεί ότι τα μέτρα που οδηγούν στην ανάκαμψη είναι αυτά που λαμβάνονται υπέρ των μη εχόντων και όχι υπέρ των εχόντων.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Αλαίν Φινκελκρότ

Όταν η «καρδιά» χάνει το μέτρο, τότε γίνεται κιτς (όπως στην περίπτωση του Μ. Τζάκσον) κι ακόμα χειρότερα ιδεολογία, δηλώνει εσχάτως ο Γάλλος φιλόσοφος Αλαίν Φινκελκρότ, που κηρύσσει την επιστροφή στο «μεγάλο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα», του μόνου ικανού κατά τη γνώμη του «να καταστρέψει το μυθιστόρημα της φιλοσοφίας της Ιστορίας» του Χέγκελ και του Μαρξ. Ο Φινκελκρότ φαίνεται ότι κινείται στη λογική του Βιτγκενστάιν που έλεγε πως όλα είναι επινοήσεις, άλλες χρήσιμες κι άλλες άχρηστες. Υπ’ αυτή την οπτική η μαρξιστική ιδεολογία δεν είναι παρά μία πολύ καλή αφήγηση, που κάποιοι την είχαν ανάγκη, και η οποία μπορεί να καταστραφεί από μία επίσης καλή αφήγηση, λογοτεχνική αυτή τη φορά, όπως «Το Αστείο» του Μίλαν Κούντερα κ.ά. Αλλά πως μπορεί να λειτουργήσει η λογοτεχνία στο πεδίο της φιλοσοφίας; Σύμφωνα με τον Reguy «ο φιλόσοφος είναι ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει μία νέα όψη, κάποια νέα πραγματικότητα της αιώνιας πραγματικότητας». Το ίδιο κάνει και η λογοτεχνία κατά την αντίληψη του Φινκελκρότ. Η διαφορά συνίσταται στο ότι η φιλοσοφία κοιτάζει, ενώ η λογοτεχνία αγγίζει! Αλλά γιατί ο Φινκελκρότ αντιμετωπίζει την ιδεολογία ως αντιδραστικό κατάλοιπο και επιτίθεται στη φιλοσοφία της Ιστορίας;
Αυτός έχει δίκαιο ή ο Σλαβόι Ζίζεκ που λέει ότι η ιδεολογία είναι θεμελιώδες συστατικό της κοινωνικής πραγματικότητας; Μάλιστα, η κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί να αναπαραχθεί δίχως τον αποκαλούμενο ιδεολογικό φενακισμό. Ενώ η κατάρρευση της ιδεολογίας, η αποκάλυψη ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός», σημαίνει και την απογύμνωση της πραγματικότητας που έτσι χάνει το συνεκτικό της ιστό και διαλύεται. Μπορεί ο Προυστ, ο Κούντερα και γενικά το «μεγάλο μυθιστόρημα» να δημιουργήσει μία ηθική κατασκευή, μία «πίστη», που θα αρμολογήσει εκ νέου το κοινωνικό μωσαϊκό, συνέχοντας τα κοινωνικά στοιχεία; Άγνωστο. Εκείνο που μάλλον επιδιώκεται είναι να μας προσφερθεί ένας τόπος διαφυγής από την πραγματικότητά μας και συγχρόνως να μας προσφερθεί η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα ως μια διαφυγή από κάποιον τραυματικό, πραγματικό πυρήνα της, όπως είναι ο τρομερός ανταγωνισμός, η αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού τρόπου παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης, οι τεράστιες ανισότητες, ο αυταρχισμός και η σημερινή απουσία δημοκρατίας.

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Η Φύση

Ο πατέρας μου ήταν ερωτευμένος με τα δέντρα του. Τα έβλεπε σαν ζωντανούς οργανισμούς όπως ο Βίκο και ο Καζαντζάκης: Γιατί αυτά ήμασταν και αυτά θα ξαναγίνουμε, έλεγε. Μόνο που αυτή η ενότητά μας με τη φύση απωλέσθηκε κατά την Αναγέννηση, όταν ο άνθρωπος αποσπάσθηκε από τη φύση(Κώστας Παπαϊωάννου) για να την κατακτήσει. Αργότερα, όταν η αστική τάξη έφτασε στη φάση της επιστήμης, χρειάστηκε ένα ορθολογικό και αφηρημένο σχήμα, για να συνδέσει τα γεγονότα κι έτσι ιδιοποιήθηκε το θέμα της Αφαίρεσης. Το Χρήμα και ο Ορθός Λόγος θα παραχωρήσουν την κοσμική εξουσία στον άνθρωπο, χάρη στην Αφαίρεση. Έτσι, από το συγκεκριμένο προϊόν, όπως ένα δημητριακό, οδηγούμαστε στην ισχύ του χρηματιστή, που δεν έχει δει ποτέ του ένα κόκκο σταριού. Επίσης, οι θεμελιωτές της θετικής επιστήμης από τον απέραντο πλούτο του υλικού κόσμου έθεσαν εντός του πραγματικού μόνο «τα ποσοτικά μετρήσιμα μεγέθη». Με αυτό τον τρόπο σχηματίσθηκε η πεποίθηση ότι η φύση «είναι γραμμένη με μαθηματικούς χαρακτήρες», ενώ στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τη φύση, αλλά για τη μαθηματική δομή της(Ε. Σάμπατο). Έτσι, η «μαθηματική γλώσσα», αντί να εκφράσει τον απέραντο πλούτο της φύσης, εξέφρασε εν τέλει το «πυθαγόρειο φάντασμά της», σύμφωνα με το οποίο ένας εκ γενετής κωφάλαλος μπορεί να απολαύσει μια μουσική εξετάζοντας την παρτιτούρα της. Οι συγκινήσεις, τα συναισθήματα, τα βιώματα και οι μεταφυσικές αγωνίες, ο έρωτας και η ομορφιά έγιναν παγωμένα σύνολα ημιτόνων και λογαρίθμων, για να εξοβελιστούν, τελικά, στο χώρο των αυταπατών. Γι’ αυτό, μετά τις φωτιές, δεν μιλάμε ότι κάηκαν τόσες μαργαρίτες, τόσες μολόχες, τόσα πεύκα, τόσες ελιές, αλλά αναφερόμαστε γενικώς στο «πράσινο», στα «στρέμματα», στο οικονομικό κόστος. Μάλιστα, γίνεται διάζευξη μεταξύ της ανθρώπινης και της άλλης ζωής. Κι όμως, ενδέχεται η ζωή μιας μαργαρίτας να είναι πιο σημαντική(Ταρκόφσκι). Αλλά μάλλον φτάνουμε στις έσχατες συνέπειες του τεχνολατρικού πολιτισμού μας, που είναι -λόγω της αφαιρετικής ενοποίησης- το μαθηματικό φάντασμα της πραγματικότητας και μια «φαντασιακή» κοινωνία που αποτελείται από «ανθρώπους-πράγματα», από πέτρινους ανθρώπους και μια φύση γυμνή σαν πέτρα.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Νέα Δεκεμβριανά;

Η είδηση είναι ότι «η απόλυση τρελαίνει του Γάλλους εργάτες που απειλούν να ρίξουν τοξική ουσία στον Σηκουάνα»! Αν και η ενέργεια θεωρήθηκε εκ των υστέρων ως προσπάθεια των εργαζομένων να τραβήξουν την προσοχή της κοινής γνώμης στο δράμα τους, ωστόσο αυτό δεν απαλύνει τα πράγματα. Οι απολυμένοι «τρελαίνονται» διότι δεν χάνουν απλώς το ψωμί τους, αλλά χάνουν και την ψυχή τους. Χάνουν την αναγνώριση των άλλων, της κοινωνίας και, συνεπώς, την αυτοεκτίμησή τους, ότι αξίζουν, ότι δεν είναι άχρηστοι. Γι’ αυτό η απώλεια της εργασίας δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα, αλλά με δουλειά, δηλαδή με την απόδοση στον εργαζόμενο άνθρωπο του χαρακτηριστικού της κοινωνικής του χρησιμότητας. Η παραγνώριση αυτού του στοιχείου δεν υπονομεύει μόνο την ψυχική ακεραιότητα και την προσωπικότητα του ξεχωριστού ατόμου αλλά και την ίδια την κοινωνική συνοχή. Όταν κάποιος «τρελαίνεται» με την ασκούμενη βία της απόλυσης, τότε θα απαντήσει ανακλαστικά με βία. Κι όταν αυτό γίνεται από ομάδες, τότε έχουμε τη διαμόρφωση επικίνδυνων καταστάσεων για την κοινωνική συνοχή. Οι εκατοντάδες χιλιάδες των εργαζομένων εν αχρηστία, τα πλήθη των προαστίων, των χρόνιων ανέργων, των αποκλεισμένων, των συνταξιούχων πριν την ώρα τους, των μεταναστών, των νέων χωρίς προοπτική, των οικογενειών κάτω από το όριο της φτώχιας και όλων εκείνων που αγωνιούν και τρέμουν μπροστά στις νέες απειλές, τη στιγμή μάλιστα που οι προηγούμενες, οικείες αναφορές-καταφύγια έχουν οριστικά εξαφανιστεί, όλοι αυτοί θα έρθει η στιγμή που θα ασκήσουν τη βία τους και τότε τα «Δεκεμβριανά» θα είναι «ένα τίποτα». Η κατάσταση επιδεινώνεται στο βαθμό που οι πολίτες αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι από όλα τα πολιτικά κόμματα, δεξιά κι αριστερά. Ακόμη χειρότερα, αυτή η κοινωνική πραγματικότητα είναι το έδαφος στο οποίο φύονται οι κάθε λογής ακραίες πολιτικές εκφράσεις, κυρίως φασιστικές, και είναι θέμα των δημοκρατικών κομμάτων να προσανατολίσουν πολιτικά την απελπισία, επαναφέροντας την ελπίδα.