Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Οι αποκλεισμένοι εκφράζουν την καθολικότητα-πλήρη δικαιώματα στους μετανάστες (άρθρο στην Ελευθεροτυπία)

Πρόσωπα πενθοβαρή. Η αξιοπρέπεια μετεωρίζεται στην άκρη του ματιού τους, κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθεί κι ύστερα πέφτει. Το άνεργο μέλλον φαντάζει εφιαλτικό. Στην Ομόνοια, ο εξηντάχρονος άντρας ακούει το φάντασμα της καθαρίστριας του Κέινς να λέει «Μη θρηνείτε φίλοι, επιτέλους θα ξεκουραστώ» και ρίχνει την απελπισία του στις ράγες του τρένου. Οι καθαρίστριες, όμως, αγκυροβολημένες έξω από το υπουργείο Οικονομικών, στο σημείο μηδέν της ελπίδας, αγωνίζονται και αγωνιζόμενες επαναοικειοποιούνται την αξιοπρέπειά τους. Ελάχιστοι προσήλθαν στην πρόσκλησή τους για συμπαράσταση. Οι άλλοι εργαζόμενοι, έμφοβοι και περίκλειστοι στο «σιδερένιο κλουβί» του Μαξ Βέμπερ, προσπαθούν να αποφύγουν την αρένα και τα λιοντάρια της ανεργίας. Στις κερκίδες κάθονται οι «πάνω», οι ατσαλάκωτοι από τον πόνο, οι ελεφαντιασμένες ψυχές, οι ηδονιστές χωρίς καρδιά, τα μεγάλα Εγώ, αυτά που κοιτούν τους απόκληρους μ’ εκείνο το αλαζονικό βλέμμα της οικτίρμονος περιφρόνησης, αναμεμειγμένης με έκδηλη αηδία, σαν να βλέπουν ξεκοιλιασμένα σκυλιά στην εθνική οδό. Είναι αυτοί που δίνουν εντολή στα ματ να τσακίσουν τις μανάδες τους. Είναι όσοι κρύβονται πίσω από το φάντασμα της υπερεξουσίας των Βρυξελλών, αυτοί που μιλούν για τις οδηγίες της τρόικα ως εάν να μιλούν για τη Βίβλο. Είναι εκείνοι που μεταθέτουν πάντα τις ευθύνες τους σε αόρατα πολιτικά ολογράμματα, ενώ συγχρόνως μιλούν με κυνισμό για την αδήριτη ανάγκη κάποιοι να χαθούν! Αλλά στην κοινωνία το ερώτημα παραμένει: Ποιος νιώθει σήμερα τα πάθη των άλλων; Ποιος θα συμπαρασταθεί στους δεκάδες απολυμένους της Χαλυβουργίας Ελλάδος; Ποιος θα δει πίσω από το θέαμα του Μουντιάλ το δράμα των παιδιών που ζουν στις φαβέλες; Κανείς. Κάποτε οι φιλόσοφοι μιλούσαν για τον παροξυσμό της αδιαφορίας. Σήμερα, ακόμα και η εμπορευματοποίηση του νερού, η ίδια η περιβαλλοντική καταστροφή μένει απαρατήρητη, καθώς ζούμε στην εποχή του θανάτου των συγκινήσεων. Όλα, ο πόλεμος, ο θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι’ αυτό αδιάφορα, σχεδόν αόρατα. Δεν ζούμε πια το γεγονός, αλλά την οπτικοποίησή του. Γι’ αυτό η ζωή τελείται ενώπιον και μέσω της τηλεόρασης. Οι «πάνω» χρειαζόταν την τηλοψία για να νομιμοποιήσουν το «κάψιμο» της δημοκρατίας, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην ενοχλούνται από τις τραγωδίες, εκτός κι αν συμβούν μέσα στο σπίτι τους. Οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης εκλείπουν. Έχουμε «από-ρομαντικοποιήσει» τις ζωές μας. Η συγκίνηση, βέβαια, υπάρχει, αλλά είναι στιγμιαία, καθώς περνάμε αμέσως σε κάτι άλλο: στην καθημερινή μας αγριότητα. Στο πολιτικό πεδίο, η πολιτική ως εξουσιαστική δύναμη, την οποία υφίστανται οι «κάτω», είναι μια χειραγώγηση της καθεστηκυίας τάξης, η οποία ενώ αυτοκαταγγέλλεται υποκριτικά, παραμένει η επιδίωξη των ιδιαίτερων στόχων των «πάνω» κάτω από τη μάσκα του γενικού συμφέροντος και με τη χρήση ενός καθολικής φύσεως οργάνου, του κράτους. Αλλά για να χειραγωγήσουν και να φενακίσουν οι πλανητικοί ή οι εγχώριοι επικυρίαρχοι την υπόλοιπη κοινωνία με μία ορισμένη ιδεολογία, πρέπει την ίδια στιγμή να φενακίζονται και οι ίδιοι. Γιατί σε μία κοινωνία ξένωσης η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση ξένωσης. Η ξένωση(αυτή που ο Μαρξ αποκαλεί «αλλοτρίωση») παρουσιάζεται ως ξένωση της κοινωνίας στους θεσμούς της, οι οποίοι αυτονομούνται έναντι της κοινωνίας, όπως σημείωνε ο Καστοριάδης. Η αυτονόμηση είναι το πρώτο βήμα για να καταστεί ένας θεσμός αδιαφανής και φυτώριο διαφθοράς, αφού παύει να είναι τόπος σύγκρουσης των κοινωνικών δυνάμεων και, συνεπώς, επιχείρησης αλλαγής των συσχετισμών με δημοκρατικό τρόπο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί η πολιτική να γίνει κάτι άλλο από μία τεχνική της εξουσίας; Ναι, στο μέτρο που θα γινόταν η συνειδητή έκφραση των προσδοκιών και των συμφερόντων της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η πάλη των «αποκάτω» δεν θα αφορά μόνο την άμυνα των δικών τους συμφερόντων αλλά και την υπεράσπιση ολόκληρης της κοινωνίας, καθώς θα επιδιώκουν την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αλλά ποιοι είναι οι «αποκάτω»; Ποιοι είναι αυτοί που αγωνίζονται για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας; Η αγωνιστική ευαισθησία και η υπεράσπιση της καθολικότητας κατοικεί στους απόκληρους, στο πλεονασματικό, υπεράριθμο και διαθέσιμο προς ανάλωση στοιχείο των αποκλεισμένων, των άνεργων και των μεταναστών, των θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό το «καταραμένο απόθεμα» εκφράζει τη νέα ριζοσπαστική καθολικότητα, το Όλον σε αντίθεση με τους «πάνω» που εκφράζουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Το θέμα, όμως, είναι, αν μπορεί να υπάρξει η πολιτική οργάνωση και αντίσταση των πλανητικά απόκληρων, όταν διώκονται αμείλικτα στις κοινωνίες μετάβασης. Η περίπτωση της εκλογής της Κωνσταντίνας Κούνεβα μοιάζει με πολιτικό τροχιοδεικτικό που δείχνει στο μέλλον. Ένα μέλλον στο οποίο όλοι οι μετανάστες θα έχουν τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των γηγενών και δεν θα ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και γκέτο. Γι’ αυτά πρέπει να αγωνιστούμε όλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: