Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

11. Οι βλέψεις των Ελλήνων τσιφλικούχων στα βαλκάνια-Το ματωμένο θέρος του 1882

Το 1901 πεθαίνει η Μαρία Καραπάνου, σύζυγος του Κωνσταντίνου και κόρη του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου. Τον πρηγούμενο χρόνο είχαμε ανάλογο συμβάν στο «στρατόπεδο» του μεγάλου πολιτικού του αντιπάλου, του Γεωργίου Παχύ, όταν χάνει το γιο του, τον ανθυπίλαρχο Θεόδωρο Παχύ. Ο θάνατος ήταν περίεργος. Στην εφημερίδα «Εμπρός» (16/2/1900) διαβάζουμε ότι «Τηλεγράφημα εκ Παρισίων προς τον κ. Σερπιέρην ανήγγειλε την θλιβεράν είδησιν του θανάτου του ανθυπιλάρχου Θεοδώρου Παχύ υιού του ημετέρου συμπολίτου Γ. Παχύ». Γιατί το τηλεγράφημα εστάλη στον συμπέθερο κ. Σερπιέρη(η Λαυρία Παχύ κόρη του Γεωργίου παντρεύτηκε τον Φερνάνδο Σερπιέρη)  και όχι στον ίδιο τον Γ. Παχύ; Άγνωστο. Πάντως, ο αιφνίδιος θάνατος του Γ. Παχύ το 1913, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Κ. Καραπάνου και την ημέρα που είχε φθάσει στην Αττική η σορός του δολοφονημένου βασιλιά Γεωργίου Α΄ δείχνει την ευαισθησία του και ότι πιθανόν να έπασχε από καρδιά[1]. Πάντως, ο Παχύς είχε χάσει τον μονάκριβο γιο του(είχε και δύο κόρες) κάτω από συνθήκες όλως ιδιαίτερες. Όπως σημειώνει η εφημερίδα «Εμπρός»[2] «Ο αποθανών είχε δηχθή υπό λυσσώντος κυνός, μετέβη δε εις Παρισίους, όπως νοσηλευθεί εις το Ινστιτούτον Παστέρ. Φαίνεται όμως, ότι το δήγμα ήτο βαθύ και το αίμα είχε δηλητηριασθή. Εξ άλλου δε ελέγετο, ότι ο αποθανών δεν εξηκολούθει τακτικώς την θεραπείαν επιδοθείς εις τας διασκεδάσεις. Το σπουδαίο είναι, ότι ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως, μη προηγηθέντων των συνήθων συμπτωμάτων της λύσσης. Εν αρχή υπετέθη ότι ο θάνατος προήλθε εξ άλλου νοσήματος, το Λυσσιατρείον όμως εβεβαίωσεν, ότι η νόσος παρουσίασε και άλλοτε ομοίας περιπτώσεις κεραυνοβόλου θανάτου. Κατ’ άλλο όμως τηλεγράφημα, ο θάνατος επήλθεν ησύχως…». Τι να υποθέσει κανείς; Πως γίνεται κάποιος να πεθάνει «ακαριαίως» και συγχρόνως να κάνει ολόκληρο ταξίδι στο Παρίσι και μάλιστα «λυσσασμένος»; Είναι γεγονός, πάντως, ότι όλοι πήγαιναν στο Παρίσι όχι μόνο να διασκεδάσουν(ο Κ. Καρυωτάκης και άλλοι, εκεί κόλλησαν τη σύφιλη)  αλλά και για να γιατρευθούν!
Εκείνη την εποχή το Παρίσι ήταν η πόλη-κόσμος, με την έννοια που έδινε ο Μπρωντέλ. Την είχε ανασκάψει πλήρως και την είχε ξανακτίσει ο νομάρχης Ωσμάν, λαμβάνοντας ως κριτήρια την αύξηση του πληθυσμού αλλά και τη διατήρηση της τάξης. Τα βουλεβάρτα θα γίνουν ιδιαίτερα μεγάλα για την αντιμετώπιση των εξεγέρσεων, «γιατί οι σφαίρες δεν γνωρίζουν να στρίβουν με την πρώτη δεξιά» σύμφωνα με τη ρήση συντηρητικού βουλευτή της εποχής. Γενικά, η νέα πόλη θα δημιουργηθεί με σκοπό να σβήσει τις μνήμες του 1789, του 1794, του 1799, του 1830, του 1848, του 1871.
Κι ενώ τον Φεβρουάριο του 1900 πεθαίνει στο Παρίσι ο Θεόδωρος Παχύς από… λύσσα, στις 24 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, δηλαδή μετά από τρεις μήνες, «Μετά πολλής επισημότητος ετελέσθησαν εν τω κτήματι του κ. Παχύ, τω γνωστώ «Πύργω της Αμαλίας»[3], οι γάμοι του βουλευτού Καλαμπάκας κ. Αυγερινού Αβέρωφ μετά της καλλιμόρφου δεσποινίδος Ελένης Παχύ… ως παράνυμφοι παρέστησαν η κ. χήρα Γ. Σκουζέ(γιαγιά της νύφης από τη μητέρα της), η κυρία Λαυρία Σερπιέρη αδελφή της νύφης και σύζυγος του Φ. Σερπιέρη) και οι κ.κ. Α. και Κ. Σκουζές. Ο Αυγερινός Μ. Αβέρωφ μαζί με τον Πύρρο Καραπάνο πρωτοστατούσαν στην «Ηπειρωτική Αδελφότητα», αλλά ο πρώτος θα πεθάνει και θα κηδευθεί τις 22 Μαΐου 1910(διαβάζουμε ότι μητέρα του είναι η Αμαλία Αβέρωφ και αδερφοί του οι Γεώργιος Αβέρωφ, Αγγελική Ρικάκη, Αναστάσιος Αβέρωφ, Μαρία Γ. Αβέρωφ, Ευθυμία Αβέρωφ)[4]. Πάντως,  ο Γ. Παχύς συνδέεται με τον Κ. Καραπάνο και μέσω του γαμπρού του Αυγερινού Αβέρωφ, ο οποίος συμμετέχει με τους αδελφούς Καραπάνου στην κίνηση για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου.
Η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου σχεδιάζεται από τον Κ. Καραπάνο δεκαετίες πριν. Η εφημερίδα «Άραχθος»[5], ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο τσιφλικάς, δημοσιεύει δύο προκηρύξεις Αλβανών της άνω Αλβανίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας με ημερομηνία 2 Απριλίου 1884, όπου σημειώνεται ότι «Η Αλβανία αποτελεί έθνος πέντε περίπου εκατομμυρίων. Γνωστά εισιν η δόξα και τα δυστυχήματα του πανάρχαιου τούτου λαού. Διεκρίθη κατά τους ηρωικούς αιώνας, συνώδευσε κατά ταύτα τον Μακεδόνα Αλέξανδρον και το Πύρρον εις το στάδιον των κατακτήσεων και επιτέλους τον Σκενδέρμπεην εις τα περίφημα αυτού ανδραγαθήματα. Επίσης, κατά τους αιματηρούς αγώνας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Αλβανοί ουδαμώς εφάνησαν κατώτεροι τον νουν και την ανδρείαν των Ελλήνων αδελφών, Αλβανοί δε υπήρξαν ο Μάρκος Βότσαρης, οι Σουλιώται και άλλοι ήρωες του ενδόξου τούτου δράματος. Ήδη ο γενναίος ούτος και άξιος μεγάλου μέλλοντος λαός στενάζει άνευ παιδείας, άνευ οδών, άνευ εμπορίου… Πολλάκις έλαβε τα όπλα, ίνα αποσείσει τον απεχθή τούτον ζυγόν, αλλά μάταιαι απέβησαν πάσαι αυτού οι προσπάθειαι… Η Αλβανία εξεγειρομένη κατά της τουρκικής κυβερνήσεως… (ζητεί) μόνον το δικαίωμα, δι’ ου εσχηματίσθησαν τα νέα κράτη της Ευρώπης, ήτοι την ευκολίαν της μετά της Ελλάδος Ενώσεως, μετά κυβερνήσεως, μεθ’ ης συνδέεται κάλλιον δια του αίματος, των συμφερόντων και των εθνικών πόθων. Ζητεί τέλος να εκφράση την εαυτής θέληση δια δημοψηφίσματος…».
Την προκήρυξη αυτή όπου τίθεται για τους Αλβανούς το δίλημμα «ή δημοψήφισμα ή πόλεμος εξοντώσεως» υπογράφει κάποιος Πρεγκ Γκιόκας. Ο ίδιος υπογράφει και τη δεύτερη προκήρυξη υπό τον τίτλο
«… οι Αλβανοί όλων των επαρχιών της Ελλάδος»:
«… Εάν η πεπολιτισμένη Ευρώπη αναγνωρίζη, ότι οι ήρωες του Ομήρου ως εκείνοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ότι οι στρατιώται του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, ως εκείνοι του Πύρρου και του Σκενδέρμπεη, αποτελούσιν ένα και μόνον λαόν μετά των οπαδών του Μπότσαρη, του Τσαβέλα(sic), του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη, της Μπουμπουλίνας και του Γερμανού, δια της ιστορίας και του εθνικού ενδύματος, τα οποία έχουσι κοινά, δεν θα αρνηθεί ότι η Θράκη, η Μακεδονία, το Ιλυρρικόν, η Θεσσαλία, η Αλβανία και η Ήπειρος αποτελούσιν μίαν χώραν ενός και μόνον έθνους μετά της Ελλάδος, της Βοιωτίας, της Αρκαδίας και της Πελοπονήσου, δεν θα αρνηθή ότι έχομεν το δικαίωμα να ενωθώμεν από του Αίμου μέχρι του Αιγαίου πελάγους και από τον Αδριατικόν κόλπον μέχρι του Ελλησπόντου, όπως ιδρύσωμε την Νέαν Ελλάδα μεταξύ των ορίων της αρχαίας Ελλάδος…».
Είναι προφανές ότι ο Κ. Καραπάνος επιδιώκει την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας στα όρια της (βαλκανικής) αρχαίας Ελλάδος, αλλά προκαλεί έκπληξη η άποψή του ότι η Ελλάδα(Βοιωτία, Αρκαδία, Πελοπόννησος) και η Ήπειρος, η Μακεδονία, Θράκη και Αλβανία αποτελούν ένα έθνος. Πάντως, ο θάνατος του Κ. Καραπάνου θα επέλθει τη στιγμή που οι δύο γιοι του όπως και οι γιοι άλλων τσιφλικούχων θα συμμετέχουν στον «Ηπειρωτικό αγώνα» και στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου. Όμως, οι μεγάλες δυνάμεις θα ζητήσουν την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο και ο Ελ. Βενιζέλος θα τη δεχθεί, καθώς επιχειρεί να εδραιώσει την επέκταση προς τη Μακεδονία και τη Θράκη, θυσιάζοντας την… Αλβανία.
Εν τω μεταξύ, βρισκόμαστε στην περίοδο της κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του αναπροσανατολισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προς άλλες αγορές και σε πιο ασφαλείς έδρες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιχειρηματική αντίληψη των κεφαλαιούχων της ελληνικής διασποράς είναι βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, όλοι τους είναι με τη βαλίτσα στο χέρι έτοιμοι να αναχωρήσουν ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό και οι επενδύσεις τους δεν γίνονται σε μακροπρόθεσμη και παραγωγική βάση. Τουναντίον είναι της λεγόμενης «αρπαχτής». Συνεπώς, οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν επικαθορίζονται τόσο από τον τρόπο παραγωγής όσο από την πολιτική σύγκρουση, για την ακρίβεια από τον πόλεμο θέσεων μοναρχικών-αντιμοναρχικών, όπου συνοψίζονται οι αντιτιθέμενες εσωτερικές δυνάμεις, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά κέντρα εξάρτησης. Η σύγκρουση αυτή φαίνεται να διαπερνά, να προσωποποιεί και να φενακίζει ιδεολογικά όλες τις άλλες συγκρούσεις. Το ίδιο φερ’ ειπείν συνέβη και στην Πελοπόννησο με τα «σταφιδικά». Οι παραγωγοί στρέφονταν εναντίον των κυβερνήσεων και των κομμάτων και ζητούσαν τη λύση από το βασιλιά, ο οποίος θα θέσει υπό την αιγίδα του ακόμη και συνέδριο για τη γεωργία στο Ναύπλιο!
Όσο για τους «κάτω», στο Λαύριο ήταν πραγματικά «κάτω» σε σχέση με τους κολίγους, καθώς δούλευαν σε τεράστια βάθη επί 16 ώρες, ενώ πολλοί σκοτώνονταν καθημερινά. Γι’ αυτό υπήρχε ένα μαρμαρένιο δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τα πτώματα και το βράδυ θάβονταν κρυφά στον Άγιο Κωνσταντίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή στρατοπέδευαν 400 στρατιώτες και πάντα υπήρχε ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ο «εσωτερικός εχθρός» έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα. 
Το 1901 πεθαίνει η Μαρία Καραπάνου, σύζυγος του Κωνσταντίνου και κόρη του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου. Τον πρηγούμενο χρόνο είχαμε ανάλογο συμβάν στο «στρατόπεδο» του μεγάλου πολιτικού του αντιπάλου, του Γεωργίου Παχύ, όταν χάνει το γιο του, τον ανθυπίλαρχο Θεόδωρο Παχύ. Ο θάνατος ήταν περίεργος. Στην εφημερίδα «Εμπρός» (16/2/1900) διαβάζουμε ότι «Τηλεγράφημα εκ Παρισίων προς τον κ. Σερπιέρην ανήγγειλε την θλιβεράν είδησιν του θανάτου του ανθυπιλάρχου Θεοδώρου Παχύ υιού του ημετέρου συμπολίτου Γ. Παχύ». Γιατί το τηλεγράφημα εστάλη στον συμπέθερο κ. Σερπιέρη(η Λαυρία Παχύ κόρη του Γεωργίου παντρεύτηκε τον Φερνάνδο Σερπιέρη)  και όχι στον ίδιο τον Γ. Παχύ; Άγνωστο. Πάντως, ο αιφνίδιος θάνατος του Γ. Παχύ το 1913, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Κ. Καραπάνου και την ημέρα που είχε φθάσει στην Αττική η σορός του δολοφονημένου βασιλιά Γεωργίου Α΄ δείχνει την ευαισθησία του και ότι πιθανόν να έπασχε από καρδιά[1]. Πάντως, ο Παχύς είχε χάσει τον μονάκριβο γιο του(είχε και δύο κόρες) κάτω από συνθήκες όλως ιδιαίτερες. Όπως σημειώνει η εφημερίδα «Εμπρός»[2] «Ο αποθανών είχε δηχθή υπό λυσσώντος κυνός, μετέβη δε εις Παρισίους, όπως νοσηλευθεί εις το Ινστιτούτον Παστέρ. Φαίνεται όμως, ότι το δήγμα ήτο βαθύ και το αίμα είχε δηλητηριασθή. Εξ άλλου δε ελέγετο, ότι ο αποθανών δεν εξηκολούθει τακτικώς την θεραπείαν επιδοθείς εις τας διασκεδάσεις. Το σπουδαίο είναι, ότι ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως, μη προηγηθέντων των συνήθων συμπτωμάτων της λύσσης. Εν αρχή υπετέθη ότι ο θάνατος προήλθε εξ άλλου νοσήματος, το Λυσσιατρείον όμως εβεβαίωσεν, ότι η νόσος παρουσίασε και άλλοτε ομοίας περιπτώσεις κεραυνοβόλου θανάτου. Κατ’ άλλο όμως τηλεγράφημα, ο θάνατος επήλθεν ησύχως…». Τι να υποθέσει κανείς; Πως γίνεται κάποιος να πεθάνει «ακαριαίως» και συγχρόνως να κάνει ολόκληρο ταξίδι στο Παρίσι και μάλιστα «λυσσασμένος»; Είναι γεγονός, πάντως, ότι όλοι πήγαιναν στο Παρίσι όχι μόνο να διασκεδάσουν(ο Κ. Καρυωτάκης και άλλοι, εκεί κόλλησαν τη σύφιλη)  αλλά και για να γιατρευθούν!
Εκείνη την εποχή το Παρίσι ήταν η πόλη-κόσμος, με την έννοια που έδινε ο Μπρωντέλ. Την είχε ανασκάψει πλήρως και την είχε ξανακτίσει ο νομάρχης Ωσμάν, λαμβάνοντας ως κριτήρια την αύξηση του πληθυσμού αλλά και τη διατήρηση της τάξης. Τα βουλεβάρτα θα γίνουν ιδιαίτερα μεγάλα για την αντιμετώπιση των εξεγέρσεων, «γιατί οι σφαίρες δεν γνωρίζουν να στρίβουν με την πρώτη δεξιά» σύμφωνα με τη ρήση συντηρητικού βουλευτή της εποχής. Γενικά, η νέα πόλη θα δημιουργηθεί με σκοπό να σβήσει τις μνήμες του 1789, του 1794, του 1799, του 1830, του 1848, του 1871.
Κι ενώ τον Φεβρουάριο του 1900 πεθαίνει στο Παρίσι ο Θεόδωρος Παχύς από… λύσσα, στις 24 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, δηλαδή μετά από τρεις μήνες, «Μετά πολλής επισημότητος ετελέσθησαν εν τω κτήματι του κ. Παχύ, τω γνωστώ «Πύργω της Αμαλίας»[3], οι γάμοι του βουλευτού Καλαμπάκας κ. Αυγερινού Αβέρωφ μετά της καλλιμόρφου δεσποινίδος Ελένης Παχύ… ως παράνυμφοι παρέστησαν η κ. χήρα Γ. Σκουζέ(γιαγιά της νύφης από τη μητέρα της), η κυρία Λαυρία Σερπιέρη αδελφή της νύφης και σύζυγος του Φ. Σερπιέρη) και οι κ.κ. Α. και Κ. Σκουζές. Ο Αυγερινός Μ. Αβέρωφ μαζί με τον Πύρρο Καραπάνο πρωτοστατούσαν στην «Ηπειρωτική Αδελφότητα», αλλά ο πρώτος θα πεθάνει και θα κηδευθεί τις 22 Μαΐου 1910(διαβάζουμε ότι μητέρα του είναι η Αμαλία Αβέρωφ και αδερφοί του οι Γεώργιος Αβέρωφ, Αγγελική Ρικάκη, Αναστάσιος Αβέρωφ, Μαρία Γ. Αβέρωφ, Ευθυμία Αβέρωφ)[4]. Πάντως,  ο Γ. Παχύς συνδέεται με τον Κ. Καραπάνο και μέσω του γαμπρού του Αυγερινού Αβέρωφ, ο οποίος συμμετέχει με τους αδελφούς Καραπάνου στην κίνηση για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου.
Η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου σχεδιάζεται από τον Κ. Καραπάνο δεκαετίες πριν. Η εφημερίδα «Άραχθος»[5], ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο τσιφλικάς, δημοσιεύει δύο προκηρύξεις Αλβανών της άνω Αλβανίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας με ημερομηνία 2 Απριλίου 1884, όπου σημειώνεται ότι «Η Αλβανία αποτελεί έθνος πέντε περίπου εκατομμυρίων. Γνωστά εισιν η δόξα και τα δυστυχήματα του πανάρχαιου τούτου λαού. Διεκρίθη κατά τους ηρωικούς αιώνας, συνώδευσε κατά ταύτα τον Μακεδόνα Αλέξανδρον και το Πύρρον εις το στάδιον των κατακτήσεων και επιτέλους τον Σκενδέρμπεην εις τα περίφημα αυτού ανδραγαθήματα. Επίσης, κατά τους αιματηρούς αγώνας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Αλβανοί ουδαμώς εφάνησαν κατώτεροι τον νουν και την ανδρείαν των Ελλήνων αδελφών, Αλβανοί δε υπήρξαν ο Μάρκος Βότσαρης, οι Σουλιώται και άλλοι ήρωες του ενδόξου τούτου δράματος. Ήδη ο γενναίος ούτος και άξιος μεγάλου μέλλοντος λαός στενάζει άνευ παιδείας, άνευ οδών, άνευ εμπορίου… Πολλάκις έλαβε τα όπλα, ίνα αποσείσει τον απεχθή τούτον ζυγόν, αλλά μάταιαι απέβησαν πάσαι αυτού οι προσπάθειαι… Η Αλβανία εξεγειρομένη κατά της τουρκικής κυβερνήσεως… (ζητεί) μόνον το δικαίωμα, δι’ ου εσχηματίσθησαν τα νέα κράτη της Ευρώπης, ήτοι την ευκολίαν της μετά της Ελλάδος Ενώσεως, μετά κυβερνήσεως, μεθ’ ης συνδέεται κάλλιον δια του αίματος, των συμφερόντων και των εθνικών πόθων. Ζητεί τέλος να εκφράση την εαυτής θέληση δια δημοψηφίσματος…».
Την προκήρυξη αυτή όπου τίθεται για τους Αλβανούς το δίλημμα «ή δημοψήφισμα ή πόλεμος εξοντώσεως» υπογράφει κάποιος Πρεγκ Γκιόκας. Ο ίδιος υπογράφει και τη δεύτερη προκήρυξη υπό τον τίτλο
«… οι Αλβανοί όλων των επαρχιών της Ελλάδος»:
«… Εάν η πεπολιτισμένη Ευρώπη αναγνωρίζη, ότι οι ήρωες του Ομήρου ως εκείνοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ότι οι στρατιώται του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, ως εκείνοι του Πύρρου και του Σκενδέρμπεη, αποτελούσιν ένα και μόνον λαόν μετά των οπαδών του Μπότσαρη, του Τσαβέλα(sic), του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη, της Μπουμπουλίνας και του Γερμανού, δια της ιστορίας και του εθνικού ενδύματος, τα οποία έχουσι κοινά, δεν θα αρνηθεί ότι η Θράκη, η Μακεδονία, το Ιλυρρικόν, η Θεσσαλία, η Αλβανία και η Ήπειρος αποτελούσιν μίαν χώραν ενός και μόνον έθνους μετά της Ελλάδος, της Βοιωτίας, της Αρκαδίας και της Πελοπονήσου, δεν θα αρνηθή ότι έχομεν το δικαίωμα να ενωθώμεν από του Αίμου μέχρι του Αιγαίου πελάγους και από τον Αδριατικόν κόλπον μέχρι του Ελλησπόντου, όπως ιδρύσωμε την Νέαν Ελλάδα μεταξύ των ορίων της αρχαίας Ελλάδος…».
Είναι προφανές ότι ο Κ. Καραπάνος επιδιώκει την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας στα όρια της (βαλκανικής) αρχαίας Ελλάδος, αλλά προκαλεί έκπληξη η άποψή του ότι η Ελλάδα(Βοιωτία, Αρκαδία, Πελοπόννησος) και η Ήπειρος, η Μακεδονία, Θράκη και Αλβανία αποτελούν ένα έθνος. Πάντως, ο θάνατος του Κ. Καραπάνου θα επέλθει τη στιγμή που οι δύο γιοι του όπως και οι γιοι άλλων τσιφλικούχων θα συμμετέχουν στον «Ηπειρωτικό αγώνα» και στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου. Όμως, οι μεγάλες δυνάμεις θα ζητήσουν την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο και ο Ελ. Βενιζέλος θα τη δεχθεί, καθώς επιχειρεί να εδραιώσει την επέκταση προς τη Μακεδονία και τη Θράκη, θυσιάζοντας την… Αλβανία.
Εν τω μεταξύ, βρισκόμαστε στην περίοδο της κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του αναπροσανατολισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προς άλλες αγορές και σε πιο ασφαλείς έδρες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιχειρηματική αντίληψη των κεφαλαιούχων της ελληνικής διασποράς είναι βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, όλοι τους είναι με τη βαλίτσα στο χέρι έτοιμοι να αναχωρήσουν ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό και οι επενδύσεις τους δεν γίνονται σε μακροπρόθεσμη και παραγωγική βάση. Τουναντίον είναι της λεγόμενης «αρπαχτής». Συνεπώς, οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν επικαθορίζονται τόσο από τον τρόπο παραγωγής όσο από την πολιτική σύγκρουση, για την ακρίβεια από τον πόλεμο θέσεων μοναρχικών-αντιμοναρχικών, όπου συνοψίζονται οι αντιτιθέμενες εσωτερικές δυνάμεις, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά κέντρα εξάρτησης. Η σύγκρουση αυτή φαίνεται να διαπερνά, να προσωποποιεί και να φενακίζει ιδεολογικά όλες τις άλλες συγκρούσεις. Το ίδιο φερ’ ειπείν συνέβη και στην Πελοπόννησο με τα «σταφιδικά». Οι παραγωγοί στρέφονταν εναντίον των κυβερνήσεων και των κομμάτων και ζητούσαν τη λύση από το βασιλιά, ο οποίος θα θέσει υπό την αιγίδα του ακόμη και συνέδριο για τη γεωργία στο Ναύπλιο!
Όσο για τους «κάτω», στο Λαύριο ήταν πραγματικά «κάτω» σε σχέση με τους κολίγους, καθώς δούλευαν σε τεράστια βάθη επί 16 ώρες, ενώ πολλοί σκοτώνονταν καθημερινά. Γι’ αυτό υπήρχε ένα μαρμαρένιο δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τα πτώματα και το βράδυ θάβονταν κρυφά στον Άγιο Κωνσταντίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή στρατοπέδευαν 400 στρατιώτες και πάντα υπήρχε ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ο «εσωτερικός εχθρός» έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα. 

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Ένα χρόνο πριν, το 1912, είχε μεταβιβάσει την περιουσία του στη γυναίκα και τις δύο κόρες του
[2] «Εμπρός»(16/2/1900)
[3] Ιδού η απόδειξη από τον Τύπο της εποχής ότι το «παλατάκι» ανήκε στο ζεύγος Παχύ-Σκουζέ. 
[4] ΣΚΡΙΠ 22/5/1910
[5] Εφημερίδα «Άραχθος», 20 Απριλίου 1884

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

10. Οι πολυμορφικοί αστοί-Το ματωμένο θέρος του 1882

Εσωτερικές αντιθέσεις

Ο Γεώργιος Παχύς, ο πολιτικός αντίπαλος του Κ. Καραπάνου στην Άρτα θα πεθάνει αιφνιδίως στις 14 Μαρτίου 1913. Το 1912 είχε κληροδοτήσει στη σύζυγό του και τις δύο κόρες του όλη του την περιουσία. Αυτό σήμαινε ότι είχε κάποια ασθένεια; Ενδεχομένως. Πάντως πέθανε ένα χρόνο πριν από τον Κ. Καραπάνο κι ενώ άρχισε να εκδηλώνεται το κίνημα στη Βόρειο Ήπειρο. 
Ιδού πως παρουσίασαν οι εφημερίδες τον αποβιώσαντα Γ. Παχύ: Στην εφημερίδα «Εμπρός» της 15ης Μαρτίου 1913 διαβάζουμε:
«Χθες περί ώραν 10 μ.μ. απεβίωσε εξ αποπληξίας ο Γ. Παχύς βουλευτής Άρτης επιφανέστατον μέλος της κοινωνίας των Αθηνών και εξ επιφανεστάτης Ηπειρωτικής οικογενείας. Ο Γ. Παχύς από της πρώτης πολιτικής επιτυχίας του υπήρξεν ανορθωτής και νομιμόφρων συνήγορος των δικαίων των μόλις τότε απελευθερωθέντων συμπολιτών του(άνω τελεία) ανακαινίσας το αγροτικόν ζήτημα Ηπείρου και Θεσσαλίας έθεσε τας βάσεις της λύσεως, μη φεισθής δαπανών και μόχθων, στερηθείς και της προσωπικής ελευθερίας του επ’ αρκετόν (σ.σ. συνελήφθη από τον εισαγγελέα Άρτας που ήταν άνθρωπος του Καραπάνου)…».
Ο Παχύς δημιούργησε τέτοια κατάσταση στην Άρτα, συνεχίζει η εφημερίδα, που χωρίς τη συνεργασία του ήταν αδύνατη η επίτευξη ανόρθωσης στην περιοχή. Με ποιον, όμως, συνεργάσθηκε ο Παχύς; Η απάντηση ανατρέπει την ιστορικά παραδεδεγμένη άποψη ότι ο Παχύς ήταν ο υπέρμαχος των «κάτω», των κολίγων και των αγροτών, καθώς η συνεργασία του αφορούσε στον μεγάλο του αντίπαλο Κ. Καραπάνο. Μ’ αυτόν συνεργάστηκε ο Γ. Παχύς. 
Ο εκλιπών χρημάτισε πολλές φορές αντιπρόεδρος της Βουλής, ενώ «Εις τον Γ. Παχύν οφείλει το κράτος την μεταλλευτικήν βιομηχανίαν». Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Ο Παχύς δεν ήταν ένας αρνητής της τάξης του. Ήταν ομοίως τσιφλικάς, έμπορος αλλά κυρίως μέτοχος των μεταλλείων Λαυρίου. Μάλιστα ήταν αυτός που ξεκίνησε την υπόθεση των μεταλλείων. Ο Παχύς ήταν μέτοχος της Γαλλικής εταιρείας που εκμεταλλεύονταν το Λαύριο[1], και ήταν ενωμένος με ισχυρούς δεσμούς συγγέννειας με τον Σερπιέρη. Συνεπώς, η στάση του Παχύ στην Άρτα κατά του τσιφλικά Καραπάνου φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι οφειλόταν σε λόγους προσωπικής και όχι ιδεολογικής αντιπαλότητας. Βέβαια, μιλώντας με μαρξιστικούς όρους θα λέγαμε ότι η βιομηχανία(μεταλλεία), δηλαδή η αστική τάξη στρέφεται εναντίον της ιδιότυπης τσιφλικάδικης φεουδαρχίας. Η εκδοχή, όμως, της πολιτικής αντιπαράθεσης φαίνεται πιο ισχυρή καθώς η «καθαρή» μαρξιστική εσωτερική αντίθεση δεν ισχύει στην πολυμορφική αστική τάξη της Ελλάδας. Ο Παχύς, με άλλα λόγια, για να εκλεγεί βουλευτής, εκτός των άλλων, επένδυσε στο αντιτιθέμενο προς τον Καραπάνο μέρος του εκλογικού σώματος, δηλαδή στους χωρικούς και στους κολίγους που ζητούσαν τα χωράφια και τα χωριά τους, ενώ, αντιθέτως, η πόλη της Άρτας[2] ελέγχονταν σχεδόν απολύτως από τον τσιφλικά. Να σημειωθεί ότι και στο Μεσολόγγι οι Δηλιγιαννικοί στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 έστειλαν ως αντίπαλο του Χ. Τρικούπη τον Λεωνίδα Δεληγεώργη. Όμως, η συμμαχία των Αρτινών αγροτών και μικροκτηματιών με τον Παχύ χρονολογείται από το 1873 και πάντως πολύ πριν τις πρώτες βουλευτικές εκλογές στις απελευθερωμένες περιοχές. Εντούτοις, η έλλειψη ριζικής ιδεολογικής αντιπαλότητας τεκμαίρεται και από την μετέπειτα σύμπραξη των δύο πολιτικών, που σήμανε -σε συνδυασμό με την μη παραγωγική αλλά εμπορική αντιμετώπιση της γης από τον Καραπάνο- το «σβήσιμο» του αγροτικού κινήματος στην Άρτα, αλλά τη διατήρησή του στη Θεσσαλία, όπου ο Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος ο νεότερος (ο γιος του εφέντη που κάποιοι τον θεωρούσαν «πεφωτισμένο» αστό) αντιμετώπισε τα εκεί τσιφλίκια του σε παραγωγική βάση. Αυτό εξηγείται λόγω του τεράστιου θεσσαλικού κάμπου εν αντιθέσει με τον αρτινό κάμπο που απελευθερώθηκε μόνο κατά τους βαλκανικούς πολέμους, αφού ήδη είχε νεκρώσει την αγορά της Άρτας εξαιτίας της αποκοπής του από την πόλη. 
Γενικά, σύμφωνα με την εφημερίδα «Μη Χάνεσαι»[3], «…Κοινωνικά λεγόμενα ζητήματα είχομεν δύο, πρώτην σχεδόν φοράν αναφαινόμενα και παρ’ ημίν: το αγροτικόν και το των απεργιών. Το πρώτον, μακράν της πρωτευούσης, εις τα βορειότερα άκρα του βασιλείου, εν συγκεκριμέναις περιστάσεσι της απελευθερώσεως των επαρχιών εκείνων και εντός τεχνητής ατμοσφαίρας ην εδημιούργησεν εκλογική μονομαχία. Το αγροτικόν ζήτημα, υφ’ ην μορφήν είχε γεννηθή, μεμονωμένης επιθέσεως καθ’ ωρισμένων ιδιοκτησιών και ιδιοκτητών, φυσικόν ήτο να αρρωστήση πριν η ανακτήση δυνάμεις και αποβή νέον ζήτημα της ημέρας. Ήδη μάλιστα θεωρείται τεθαμμένον δια παντός. Τούτο δεν σημαίνει ότι αργά ή ογλίγωρα δεν θα έχωμεν και ημείς καθολικόν αγροτικόν ζήτημα, όταν εξεγερθώσιν εκ της αποκτηνώσεως οι αγροτικοί πληθυσμοί, οι βεβυθισμένοι μακαρίως εν πνευματική δουλεία. Και τότε η πρώτη κραυγή δεν θα εκραγή εν Άρτη, ούτε εν Ζάρκω, αλλ’ εν αυτή τη Αττική ην περιέζωσαν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες…»[4].
Το αγροτικό ζήτημα έσβησε στην Άρτα γιατί γεννήθηκε μακριά από την πρωτεύουσα με συνέπεια να μείνει άγνωστο. Κυρίως, όμως, ήταν θνησιγενές γιατί οι συνθήκες της απελευθέρωσης εξασφάλισαν την προστασία των τσιφλικάδων και γιατί η επίθεση δεν ήταν γενικευμένη αλλά εναντίον ωρισμένων μόνο τσιφλικιών. Τέλος, και σημαντικότερο, το αγροτικό ζήτημα στην Άρτα αναπτύχθηκε μέσα σε μία κατασκευασμένη (τεχνητή) ατμόσφαιρα που δημιούργησε η εκλογική μονομαχία των Καραπάνου και Παχύ, δηλαδή των πολιτικών αντιθέσεων των «πάνω».  Έτσι, όταν οι δύο αντίπαλοι τα βρήκαν, σε συνδυασμό με την πώληση των τσιφλικιών στους χωρικούς, το αγροτικό κίνημα έλαβε την χαριστική του βολή.       
      
 Επανερχόμενοι στην εφημερίδα «Εμπρός»[5] διαβάζουμε ότι «Ο Γ. Παχύς υπήρξε πάντοτε υπέρμαχος της Βασιλείας Γεωργίου… και μετά πεποιθήσεως προέλεγε τα κατορθώματα του Κωνσταντίνου…» στους βαλκανικούς πολέμους. «Η δολοφονία του Βασιλέως Γεωργίου εις απίστευτον βαθμόν τον ελύπησε δεν έπαυε δε εις τας συνομιλίας του να εξυμνεί τον Βασιλέα Γεώργιο». Το γεγονός ότι ο Παχύς ήταν βασιλικός(σ.σ. δεν αποκλείεται η αποπληξία του Παχύ να επήλθε και λόγω της δολοφονίας του Γεωργίου λίγες μέρες πριν στη Θεσσαλονίκη-ο θάνατος του πρώην βουλευτή επήλθε την ημέρα της άφιξης της σορού του βασιλιά στην Αθήνα) εξηγείται και από τον γάμο του με την Αιμιλία Σκουζέ, της οποίας η οικογένεια ήταν ιδιαίτατα συνδεδεμένη με το παλάτι. Μάλιστα στους χορούς της Πρωτοχρονιάς ο βασιλιάς χόρευε με την κυρία Σκουζέ και ο Σκουζές με τη βασίλισσα! Ο Παχύς έζησε, γράφει η εφημερίδα «Εμπρός», να δει τα κτήματα των Αρτινών ελεύθερα, αλλά δεν ευτύχησε να δει ολόκληρη την Ήπειρο ελεύθερη και να «πραγματοποιήσει το πατριωτικόν αυτό ευγενές του όνειρον». Στο «ολόκληρη» η Ήπειρος συμπεριλαμβάνεται η Βόρειος Ήπειρος, της οποίας η απελευθέρωση ήταν το «πατριωτικόν όνειρον» τόσο του Παχύ και του γαμπρού του Αβέρωφ, που όμως πέθανε νωρίς, όσο και του Καραπάνου και των γιων του. Για την ακρίβεια σημειώνεται πως ο Παχύς «ως παιδίον εξεδήλου την ψυχικήν χαράν, ην ησθάνετο δια τους θριάμβους του Διαδόχου και του ελληνικού στρατού, όπως βαθέως αποτυπούτο εν τω προσώπω του η θλίψις δια την βραδύτητα πολεμικής τινος επιχειρήσεως».  Εξ αυτού συμπεραίνει κανείς ότι ο Γ. Παχύς ήταν στρατευμένος στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Βορείου Ηπείρου, όπως και ο Κ. Καραπάνος. Ο δεύτερος, μάλιστα, από το 1895, δηλαδή δύο χρόνια πριν τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και την ήττα του 1897, ζητούσε «την επίτευξιν πολεμικών παρασκευών εκ μέρους της Κυβερνήσεως δια πάσης θυσίας». Πως εννοεί το «πάση θυσία»; Ζητεί την «αποκοπήν του μισθού των υπαλλήλων εις το ήμισυ και την επιβολήν καταναγκαστικών εισφορών»!
Τι ενώνει, λοιπόν, τον Καραπάνο και τον Παχύ; Ο κοινός στόχος επέκτασης στην βόρειο Ήπειρο και ο βασιλιάς. Προς το τέλος του βίου του, πάντως, φαίνεται να αυτονομείται και πάλι ο Παχύς έναντι του Καραπάνου, ο οποίος ως πραγματικός χαμαιλέων (αφού πήγε με τον Κουμουνδούρο, τον Τρικούπη, τον Δηληγιάννη, ύστερα έκανε δικό του κόμμα) γίνεται βασιλικός και στη συνέχεια βενιζελικός, ενώ ο Παχύς παραμένει αταλάντευτα βασιλικός. Δεν πρέπει να λησμονούμε και τις εσωτερικές αντιθέσεις στο παλάτι μεταξύ του Γεωργίου και του διαδόχου Κωνσταντίνου, δηλαδή των αγγλόφιλων και των γερμανόφιλων.    
Όλα τα παραπάνω επιδιώκουν να δείξουν ότι στην Άρτα μεταφέρεται με έναν ιδιότυπο τρόπο η σύγκρουση των «πάνω» στο Λαύριο και στην πρωτεύουσα. Υπό μία άλλη οπτική, οι βασιλικοί μεταφέρουν τη σύγκρουση στο γήπεδο του αντιπάλου, δηλαδή στα τσιφλίκια του Καραπάνου, τα οποία μαζί με τα τσιφλίκια του Ζωγράφου στη Θεσσαλία αγοράζονται το 1873, όταν έχουν ξεσπάσει ήδη τα «Λαυρεωτικά»! Η στροφή του Α. Συγγρού προς την Ελλάδα και το Λαύριο όσο και των Καραπάνου, Ζωγράφου και άλλων οφείλονται στην χρηματοπιστωτική κρίση που πλήττει το 1873 την Αγγλία, την Ιταλία και τη Γερμανία, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι ήδη υπό χρεοκοπία.
 Επρόκειτο, άραγε, για μία εσωτερική αντίθεση του κεφαλαίου, ή για τη σύγκρουση δύο διαφορετικών τρόπων παραγωγής, του φεουδαρχικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο; Κάτι τέτοιο, όπως είπαμε, δεν ισχύει. Τόσο ο Συγγρός όσο και ο Καραπάνος αλλά και ο Παχύς είναι «πολυμορφικοί» επιχειρηματίες αστοί, καθώς είναι μέτοχοι στα μεταλλεία Λαυρίου, τζογάροντας άγρια στο χρηματιστήριο, έχουν τράπεζες, είναι δηλαδή νόμιμοι τοκογλύφοι, και κατέχουν και μεγάλες εκτάσεις γης, κυρίως ως τσιφλίκια αλλά και ως γη την οποία εμπορεύονται. Κατά συνέπεια, η οικονομία χαρακτηρίζεται από ένα συνονθύλευμα φεουδαλικών και εμποριο-βιομηχανικών στοιχείων που συγκεντρώνονται στα ίδια πρόσωπα.



[1] Μη χάνεσαι τομ. 3, Αρ. 398, 1883: Στον «ισολογισμό του 1882» ο Καλιβάν σημειώνει πως «ο χρηματιστικός κόσμος το μελανώτερον σημείον αυτού έχει το Λαύριον… Οι μεγάλοι κεφαλαιούχοι έφαγον τους μικρούς, πέντε εκατομμύρια εληστεύθησαν εκ της αγοράς μας, και η Εταιρία των Μεταλλουργείων απεδείχθη και πάλιν η τυχοδιωκτικοτέρα των Εταιρειών…». Και ο αστός Παχύς συνεπώς δεν ήταν καλύτερος από τον Κ. Καραπάνο με τον οποίο ενδεχομένως να συναντήθηκαν στο χρηματιστήριο. Εξάλλου, όπως επισημάναμε, ο Καραπάνος δεν ήταν ένας απλός τσιφλικάς, αλλά ένας πολυμορφικός αστός, όπως λέγονται κομψά οι τυχοδιώκτες-χρυσοκάνθαροι της εποχής.  
[2] Σύμφωνα με την απογραφή του 1881 στην Άρτα καταγράφηκαν 20.736 ανεπάγγελτοι(ανήλικοι, υπερήλικες και γυναίκες) ήτοι το 67,2%, 4.061, μαθητές 1373(4%), γεωργούς(κολίγοι, μπαστενούχοι, ελεύθεροι!) ήτοι 13,3%, εργάτες 767(2,43%), οικιακοί υπηρέτες 437(1,4%), ποιμένες 983(3,1%), αγωγιάτες 238(0,76%), επιστήμονες 57(0,19%) και 1703 βιοτέχνες(5,5%), 429 έμπυρους(1,4%), 126 κτηματίες(0, 4%). Το 1920 οι γεωργοί ανέρχονται στο 21%, οι κτηνοτρόφοι 5,2%, οι ψαράδες 0,4% και οι ανεπάγγελτοι 56,2%.
[3] Μη χάνεσαι, τομ. 3, Αρ. 398, 1883
[4] Σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα «Η σημαία των απεργιών ήρθη πρώτον εκ των τυπογραφείων… την ηκολούθησαν οι ραπτεργάται… κατόπιν οι υποδηματοποιοί… και όλων των βιομηχανικών εργοστασίων του Πειραιώς… Την εργατικήν αυτήν κίνησιν ουδείς πολιτευόμενος ανέλαβεν υπό την προστασίαν του…». Αυτό καθιστά σαφές ότι η εργατική τάξη δεν είχε πολιτική εκπροσώπηση, ήταν δηλαδή πολιτικά αποκλεισμένη και γι’ αυτό μπορούσε να εκφράσει ολόκληρη την κοινωνία.
[5] Εμπρός 15/3/1913

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

9. Βλέκας, Τζιριτόκωστας, Λάρας... Το ματωμένο θέρος του 1882


Ο Παύλος Καλλιγάς στο μυθιστόρημά του «Θάνος Βλέκας»[1] αναφέρεται στις σχέσεις ληστών και άρχουσας τάξης[2]. Καταγγέλλει συγκεκριμένα «τη διπροσωπία των ισχυρών της επαρχίας, τη βραδύτητα των δικαστηρίων, το φορολογικό σύστημα, την αμορφωσιά του Ορθόδοξου κλήρου, την έλλειψη οδικού δικτύου και το συνακόλουθο μαρασμό του εμπορίου, το μίσος των αγροτών για τη στρατιωτική θητεία, κι επιμένει στα ελαττώματα του τρόπου διανομής των γαιών(σ.σ. της παλαιάς Ελλάδας) στους αγωνιστές»[3].
 Επίσης, ο Π. Καλλιγάς ασκεί κριτική στη «βιαστική προσαρμογή σε ξενόφερτους νόμους, της ληστείας και τους δεσμούς της με την άρχουσα τάξη, την εκμετάλλευση των αγροτών από τους κερδοσκόπους και τους πανούργους, την κοινωνική αδικία γενικά»[4]. Όμως, ο «Θάνος Βλέκας» είναι κάτοικος της παλαιάς Ελλάδας και όχι ο κολίγος των τσιφλικιών των νέων χωρών. Παρόλα αυτά και στις δύο περιπτώσεις –Θάνου Βλέκα και κολίγων- έχουμε «πρόσωπα ταπεινά και υποτακτικά (που) δίνουν επανειλημμένα δείγματα των διανοητικών τους ορίων» καθώς δεν μπορούν να αντιληφθούν την κακία και τη σκληρότητα του κόσμου αλλά και το νόημα των «κοινών γεγονότων». Εν προκειμένω, ο Καλλιγάς[5] αναφέρεται στην αντίληψη, άλλως πως στα «διανοητικά όρια» και ενδεχομένως στην περιορισμένη ικανότητα πρόσληψης εκ μέρους των «ταπεινών προσώπων» του νέου αστικού κόσμου του οποίου αγνοούσαν τους αναγκαίους για την αποκωδικοποίησή του κώδικες. Άρα το επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των κατοίκων των πόλεων και των χωρικών ήταν μέγα. Αλλά και στις πόλεις το χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων είναι μεγάλο.
Σύμφωνα με τον Πέτρο Χάρη[6], ο Ανδρέας Καρκαβίτσας παρουσιάζει στο «Ζητιάνο» τους ανθρώπους «της υπαίθρου χώρας, που ελάχιστα διαφέρουν από τα κτήνη τους…». Ομοίως παρουσιάζεται η «ελεεινή συγκρότηση του κράτους», η ρουσφετολογία, η μικροπολιτική, η κακή διοίκηση και η δυσκίνητη δικαιοσύνη. Εδώ θριαμβεύει το κακό, καθώς ο πρωταγωνιστής θα οδηγήσει μία γυναίκα στην αυτοκτονία κι όλους τους άντρες του χωριού στη φυλακή με την κατηγορία του εμπρησμού, εξαπατώντας τους πάντες. Το κακό, και όχι το καλό, νικά. Η ιδέα της θείας δικαιοσύνης σαρκάζεται. Αλλά το πλέον σημαντικό είναι ότι ο ζητιάνος(Τζιριτόκωστας) –πρόγονος του σύγχρονου «λαμόγιου»- είναι μια ενσυνείδητη δύναμη του κακού, σε αντίθεση με την ασυνείδητη δράση της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη, της Φραγκογιαννούς, η οποία νομίζει ότι κάνει το καλό, ενώ τελικά κάνει κακό.
Ο Τζιριτόκωστας σύμφωνα με τον Φώτο Πολίτη «είναι ο Έλλην πολιτικός, ο Έλλην επιστήμων, ο Έλλην χρηματιστής ή έμπορος, ο ολέθριος «έξυπνος» Ρωμιός της εποχής μας, ο εκμεταλλευόμενος την ευπιστίαν και την αφέλειαν του πλήθους, αμείλικτος όταν πρόκειται δια την πεντάραν, ταπεινός και χαμερπής προ του ισχυρού, οπισθόβουλος, αεικίνητος, δόλιος, άνθρωπος χωρίς οίκτον, χωρίς ιερόν και όσιον, αδηφάγος και άθλιος και… νικητής…»[7]. Η απατεωνιά(συνυφασμένη με τη ζητιανιά τότε και με τη «λαμογιά» σήμερα) περιγράφεται ως υψηλού κύρους τέχνη. Ο μεγαλύτερος ζητιάνος-απατεώνας χαίρει μεγάλης εκτίμησης από την κοινωνία. Ο ζητιάνος βολιδοσκοπεί πάντα από ψηλά το χώρο του και τις συγκεκριμένες αδυναμίες των ανθρώπων του. Πρώτα ιχνηλατεί, μελετά κι ύστερα κατεβαίνει για να «κολακέψει τις αδυναμίες αυτές». «Όταν δεν εύρισκε τους ελεήμονες, εζητούσε τους δεισιδαίμονες, τους μωρούς».
  Ο ζητιάνος είναι ο ενδιάμεσος μεταπράτης, ο κοινωνιολογικός πρόγονος του μικροαστού και του μέλους των «μεσαίων τάξεων», είναι αυτός που κινείται μεταξύ των «πάνω» και των «κάτω», είναι ο επιστάτης, ο τοπικός προύχοντας και κομματάρχης, είναι γενικά οι πολίτες, οι άνθρωποι του πυρήνα της πόλης, οι άνθρωποι του τσιφλικούχου-βουλευτή και του παρα-κράτους και ακολούθως του πελατειακού κράτους. Οι Φαναριώτες, οι υβριδικοί αστοί, είναι ως επί το πλείστον οι «πάνω», αυτοί που είναι οικονομικά πανίσχυροι και εμποτισμένοι με την οθωμανική δεσποτική κουλτούρα, που «βλέπει» τους Ελλαδίτες κολίγους ή γεωργούς ως πραγματικά κτήνη. Οι νεόφερτοι Έλληνες τσιφλικούχοι, μάλιστα, ήταν ακόμη χειρότεροι από τους Οθωμανούς, όπως συμπεραίνει κανείς από τη νοσταλγία που εκφράζει η ρήση των «κάτω», «που είσαι κατακαημένο τούρκικο»! 0ι χωρικοί θεωρούσαν ότι απλώς άλλαξαν αφέντη. Είναι σύνηθες, όπως κατά τη φεουδαρχία, το δικαίωμα της «πρώτης νύχτας». Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και ο δυτικής κουλτούρας βασιλιάς Γεώργιος Α΄ θρυλείται ότι περνώντας από την Άρτα στη Θεσσαλία, το φθινόπωρο του1881, ζήτησε κατά τη διαμονή στους Καλαρρύτες να του φέρουν μία κοπέλα!   
 Στο μυθιστόρημα «Λουκής Λάρας» του Δημήτρη Βικέλα[8] ένας γέρος έμπορος χαίρεται τους «τίμιους καρπούς» της εμπορικής του πρωτοβουλίας, προβαίνοντας στην «επική εξύμνηση του εμπορίου» και μιας αντιηρωικής, μη εξιδανικευμένης αλλά «προσγειωμένης» ζωής. Υπό την οπτική του Κ. Καραπάνου είναι ο έμπορος που είναι συνυφασμένος με τον πολιτισμό. Ο Λουκής Λάρας δημοσιεύτηκε σε δέκα συνέχειες στην «Εστία» το 1879. Επίσης, από το 1878 ως το 1881 έχουμε τη διάσκεψη του Βερολίνου, στην οποία οι Έλληνες αντιπρόσωποι γίνονται δεκτοί μόνο για ακρόαση. Η κυρίαρχη αντίθεση της εποχής σύμφωνα με τον Μάριο Βίτι είναι «οι μεταρρυθμιστές με τον Τρικούπη» και «οι συντηρητικοί εθνικιστές με τον Δηλιγιάννη». Ο τελευταίος θα υπερασπιστεί τη Μεγάλη Ιδέα το 1878 και το 1897.
Ποια ήταν η ελληνική κοινωνία την περίοδο αυτή; «Ο Ροΐδης ήταν κατηγορηματικός. Η ελληνική κοινωνία, ξεχνώντας την ταπεινή και ηρωική καταγωγή της από το ’21, κατέχεται από ένα αίσθημα, του «πόθου ευρωπαϊκής ευζωίας». Τίποτε άλλο δεν την απασχολεί πλην [ενός ιδανικού] συνισταμένου εκ μετοχών τινών της Εθνικής Τραπέζης, θεωρείον πρώτης σειράς, αιθούσης μετά κλειδοκυμβάλου, ταξιδίου το θέρος εις την Ευρώπην και γαλλίδος για τα τέκνα του παιδαγωγού»(Παρνασσός, 1, 1877)[9]. Αυτοί που περιγράφονται δεν είναι ασφαλώς ούτε οι κολίγοι, ούτε οι μικροκληρούχοι, ούτε οι υπηρέτες, ούτε οι εργάτες[10], αλλά  αστοί, παλαιοί και νέοι-πολυμορφικοί, ετερόχθονες και αυτόχθονες. Είναι αυτοί που καταγίνονται σε φιλανθρωπίες, οργανωμένοι σε δεκάδες φιλανθρωπικά σωματεία και εκκλησιαστικά φιλόπτωχα ταμεία με τα οποία εξασφαλίζουν τη συναίνεση του βιασμού των «κάτω». Οι τελευταίοι, δηλαδή οι χωρικοί και οι «υπηρέτες» της πόλης, δεν έχουν άλλο τρόπο να δουν και να σκεφθούν τον κόσμο ειμή μόνο μέσω της ιδεολογίας των «πάνω», δηλαδή των αφεντικών τους. Γι’ αυτό και δεν εξανίστανται, σιδερωμένοι χειροπόδαρα από μία πνευματική εξουσία, κυρίως του θεσμού της Εκκλησίας, που νομιμοποιεί τους τσιφλικούχους, όντας η ίδια τσιφλικάς! Εν συνόψει, η επαρχιακή πόλη –και όχι η πρωτεύουσα- θα ελεγχθεί από τους μεγαλογαιοκτήμονες και θα συστήσει το «βαθύ παρα-κράτος». Κι αυτό γιατί οι τσιφλικούχοι θα εγκαταστήσουν στις επαρχιακές πόλεις τον «παρα-κρατικό» μηχανισμό τους για τη διοίκηση και τον έλεγχο των κολίγων και των γεωργών των τσιφλικιών τους.      
 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

[1] Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» σε συνέχειες (Οκτ. 1855-Φεβρ. 1856). Σε αυτοτελές βιβλίο εκδόθηκε το 1890.
[2] Mario Vitti: Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Κέδρος, Αθήνα, 1980
[3] στο ίδιο σ. 31. Εκμεταλλευόμενος τα κενά του νόμου ο Τάσος, αδελφός του Θάνου Βλέκα, εγκληματεί σε βάρος των χωρικών.
[4] Στο ίδιο, σ. 41
[5] Ο Κωλέττης απομάκρυνε από την έδρα Ιστορίας του φυσικού δικαίου τον Π. Καλλιγά, λόγω της αντίθεσης του δεύτερου στην πολιτική του Όθωνα. Ο Καλλιγάς ήταν αντίθετος στη Μεγάλη Ιδέα και στις παγίδες της και ζητούσε τη σταδιακή προσαρμογή και εξυγίανση του μικρού κράτους καθώς και στην απελευθέρωση των δουλοπάροικων από το φόβο και τους τοκογλύφους, για να φτάσει στην πραγμάτωση μιας αληθινής κοινωνικής δικαιοσύνης».  
[6] Πέτρος Χάρης, Έλληνες πεζογράφοι…, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1979
[7] Φώτος Πολίτης, Είκοσι χρόνια κριτικής, βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1938
[8] Δημλητρης Βικέλας, Λουκής Λάρας, Εστία, Αθήνα, 1879
[9]Το παραθέτει ο Μ. Βίτι «Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Κέδρος 1980, σ. 223
[10] Στους «εργάτας» συνιστάται υπομονή και μη καταφυγή στην απεργία αλλά στη Θεία Πρόνοια, όπως στο βιβλιαράκι του Ν. Δραγούμη «Συμβουλαί εις τους χειρώνακτας»

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

8. Πολιτική πατρωνεία-Το ματωμένο θέρος του 1882



Στην Άρτα και στα Τζουμέρκα ο Κ. Καραπάνος «κάνει όργια» σύμφωνα με τον Γεώργιο Α. Δουρούτη[1]. Το σπουδαιότερο είναι ότι «εξαγόρασε» και κατέστησε κομματάρχη του τον μεγαλύτερο αντίπαλό του, τον βουλευτή Γεώργιο Παχύ. Ο Παχύς έχει ηρωοποιηθεί από τους έχοντες λειψή γνώση των ιστορικών γεγονότων. Είναι αλήθεια ότι πάλεψε δίπλα στους γεωργούς και στους κολίγους που καταδίωκαν οι επιστάτες και τα όργανα εν γένει του τσιφλικά, αλλά στη συνέχεια συμμάχησε μαζί του. Αλλά η «εξαγορά» του Παχύ για την οποία μιλά ο Δουρούτης δεν φαίνεται ισχυρή, καθώς ο Γ. Παχύς ήταν πάρα πολύ πλούσιος(μεγαλομέτοχος των μεταλλείων Λαυρίου και γαιοκτήμονας, συμπέθερος του Σερπιέρη και γαμπρός του Αλ. Σκουζέ). Αντιθέτως, η πολιτική συνύπαρξη φαίνεται να προκύπτει μετά από «υψηλή» διαμεσολάβηση[2]. Πέραν τούτων, είναι φανερό, αλλά άγνωστο στους πολλούς, ότι το αγροτικό κίνημα ξεκίνησε στην Άρτα το 1873, εναντίον του Καραπάνου, και κορυφώθηκε τα χρόνια 1881-1883, ενώ απονεκρώθηκε στη συνέχεια, ξεσπώντας, τελικά, στη γειτονική Θεσσαλία το 1910. Αυτό οφείλεται στο ότι ο Καραπάνος πούλησε τα τσιφλίκια του στους «χωρικούς». Αντίθετα, ο πεθερός του, Χρηστάκης Ζωγράφος στη Θεσσαλία αντιμετώπισε τα τσιφλίκια παραγωγικά. Επίσης, αυτό συνέβη λόγω της προεργασίας που έγινε στους «κάτω»[3], οι οποίοι απέκτησαν στο πρόσωπο του χριστιανο-κοινωνιστή Μαρίνου Αντύπα, το μύθο-σύμβολο του αγώνα τους.

Στο πολιτικό-εκλογικό πεδίο, όπως σημειώνει ο ειδικός ανταποκριτής «Ζ.» της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» το Σεπτέμβριο του 1881: «…εξ όσων έκρινα και ακούω, έχω πεποίθησιν ότι ο Αρτινός θα αφομοιωθεί εντελώς εις πρώτον βουλευτικόν αγώνα προς ημάς τους εκλογείς της παλαιάς Ελλάδος. Από ημάς εξαρτάται να τους διαφθείρωμεν και αυτούς εντελώς, και τότε αλλοίμονον! Τυραννίσκοι νέοι, αμαθέστεροι, μάλιστα, επί των βουλευτών των, οι δε βουλευταί των επί των κυβερνώντων. Κλαύσετέ μας». Όπως καταγράφεται δε, ο Καραπάνος θα εξαγοράσει ψήφους δίνοντας χρήματα, μειώνοντας επιτόκια δανείων κ.ά. Συγκεκριμένα, το σύστημα της πατρωνείας βασίζεται στους διορισμούς(οι δημόσιοι υπάλληλοι ανήκαν σε δίκτυα πατρωνείας και το 1905-6 είχαμε έναν χωροφύλακα ανά 90 ενήλικες άρρενες) και τις μικροεξυπηρετήσεις. Αξίζει να σημειωθεί η άμεση αντικατάσταση του εισαγγελέα Άρτας διότι ήταν επιεικής προς τους ξεσηκωμένους εναντίον του Καραπάνου αγρότες. Αλλά το γεγονός ότι ο ίδιος ο τσιφλικούχος Κ. Καραπάνος εκλέγετο βουλευτής στην Άρτα τον καθιστούσε πιο ήπιο έναντι των άλλων συναδέλφων του, που δεν ήταν πολιτικοί.
Σύμφωνα με τους μελετητές υπήρχε καλυτέρευση των όρων στη σχέση του αγρότη-μικροκαλλιεργητή με το γαιοκτήμονα «ιδίως αν ήταν ο ίδιος υποψήφιος»[4]. Έτσι είχαμε παράταση προθεσμίας εξόφλησης δανείων, χαμηλότερους τόκους, αναβολές προσωποκράτησης για χρέη, επιείκεια σε περίπτωση ληστείας, βοήθεια για μετανάστευση, κουμπαριές, διορισμούς κ.ά. Πολλές από αυτές τις εξυπηρετήσεις-ρουσφέτια γίνονταν κατευθείαν από τον πολιτικό, πολλές άλλες όμως γίνονταν από τους ανθρώπους του που ήταν ενδιάμεσοι στην ιεραρχία του δικτύου της πατρωνείας(επιστάτες, τοπικοί κομματάρχες). Ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών σε συνδυασμό με το ισχύον πελατειακό σύστημα είχε ως αποτέλεσμα κάθε εύνοια στην ευρύτερη περιφέρεια, η οποία ήταν ενδεχόμενο να ωφελήσει έναν ανταγωνιστή υποψήφιο ακόμα και του ίδιου κόμματος να μπλοκάρεται! Οι πιο εύποροι μικροϊδιοκτήτες πάντως θα ενταχθούν στο σύστημα, διεκδικώντας τις πελατειακές παροχές, καθιστάμενοι πολλές φορές κομματάρχες.
Ειδικά «Οι δημόσιοι υπάλληλοι ανήκαν σε δίκτυα πατρωνείας, η Διοίκηση βρισκόταν σε θέση εξάρτησης από την πολιτική ηγεσία»[5]. Οι εκλογείς διαπραγματεύονταν και επιτύγχαν καλύτερους όρους στη σχέση τους με τον τσιφλικά, αλλά πολλές φορές η εξαγορά των ψήφων γίνονταν έναντι πινακίου φακής και η διευθέτηση της σύγκρουσης πόλης-χωριού μέσω τω εκλογών αποδεικνύονταν εντέλει καταστροφική για την πολιτική και τα όποια ψήγματα δημοκρατίας. Εκτός όμως, από το πελατειακό κράτος και τους πάτρωνες-πολιτικούς, ο «μέγας των ρουσφετολόγων» ήταν ο βασιλιάς[6]. Αυτός ήταν ο ενδιάμεσος –με τη σχετική αυτονομία του- μεταξύ των δυνάμεων της ξενικής προστασίας και της επιχειρηματικής ομογένειας. Γενικά, ο βασιλιάς σε συνεργασία μ’ ένα μέρος της επιχειρηματικής ομογένειας ήταν η «γέφυρα» που συνέδεε το «έξω» με το «εντός», τις δυνάμεις της εξάρτησης και τα εντός της χώρας συμφερόντά τους, όπως το Λαύριο, οι προμήθειες πολεμικού υλικού κ.ά. Είναι γνωστή η εμπλοκή του πρίγκηπα Νικόλαου στην αγορά από τον ελληνικό στρατό πυροβόλων[7].
      
    Ο Γεώργιος Α. Δουρούτης είναι κάτοικος Αθηνών και διαμένει «προσωρινώς εν Άρτη» καθώς είναι υποψήφιος βουλευτής της. Μέσα από το πόνημά του «Το μυσαρόν Έγκλημα της Δωροδοκίας θα μείνει ατιμώρητον όπως άλλοτε; Ενστάσεις κατά του κύρους της εκλογής Νομού Άρτης ως προς τους ανακηρυχθέντας ως βουλευτάς κους Κ. Καραπάνον, Ιωάννην Καραπάνον και Κ. Κοττίκαν-βουλευτικές εκλογές 7/2/1899» γίνονται γνωστοί οι τρόποι υφαρπαγής ή εξαγοράς της ψήφου των εκλογέων της Άρτας. Το σημαντικότερο είναι ότι μαθαίνουμε την πολιτική ανθρωπογεωγραφία της περιοχής αλλά και το εκπληκτικότερο ότι ο Γεώργιος Παχύς, ο προστάτης των αγωνιζόμενων εναντίον του τσιφλικά Καραπάνου χωρικών-αγροτών, κατέστη ένας απλός κομματάρχης του τελευταίου! Σημειώνεται δε ότι «Οι Καραπάνοι μετέβαλλον την ευγενή άμιλλαν σε «ταλαρομαχίαν» κατά την έκφραση του σημερινού φίλου των κ. Γ. Παχύ»[8]! Άρα, η σύμπραξη Καραπάνου και Παχύ ξεκινά το 1899. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα προεκλογικά συνθήματα της εποχής συμπύκνωνε το περιεχόμενο της πολιτικής αντιπαράθεσης ως εξής: «Τον παρά και στον Καρά»! Αλλά με ποιο τρόπο ο Κ. Καραπάνος προσεταιρίστικε τον επίσης ισχυρό, πολιτικά, αλλά και υλικά αντίπαλό του; Αυτό δεν διευκρινίζεται. Απλώς αναφέρονται τα κάτωθι: «Προς απόδειξιν τούτου επικαλούμαι ως μάρτυρας… τον κ. Γεώργιον Παχύν ταχθέντα εν αρχή μετά του συνδυασμού των κ.κ. Καραπάνων, αλλά κατόπιν αρκεσθέντα να συμπράξη ως απλούς αυτού κομματάρχης, δια λόγους οίτινες εν τω μέλλοντι βεβαίως θα γνωσθώσι, και πολλάκις διαμαρτυρηθέντα εν τω παρελθόντι εν τη Βουλή, δια τις επεμβάσεις και δωροδοκίας και τα όργια του κ. Καραπάνου»[9].
 Αλλά ας δούμε τους τρόπους δωροδοκίας των ψηφοφόρων από τον Κ. Καραπάνο –όχι δια χειρών του ιδίου αλλά μέσω των ανθρώπων του- όπως τους καταγράφει ο Γ. Δουρούτης:
«Άμεσος χρηματισμός: δόθηκαν στους χωρικούς-180 εκλογείς- Σκουληκαριάς δραχμαί 3000 εις μετρητά υπό το πρόσχημα έργων. «Οι κάτοικοι Άρτης κ. Παναγιώτης Βούλγαρης και οι εκλογείς Άρτης κκ. Γεώργιος Φούρναρης, Κωνσταντίνος Αγαθής και Ιωάννης Ζεμάνης, δύνανται, ως μοι είπον, να βεβαιώσωσι μεθ’ όρκου ότι πολλοί γνωστοί των εκλογείς έλαβον δραχμάς 20 δι’ έκαστον ψήφον ίνα ψηφίσωσι τον καραπανικόν συνδυασμόν…».  Σε άλλο σημείο αναφέρεται πως στη Σκουληκαριά στις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885 ο Καραπάνος έδωσε 300 ναπολεόνια μετρητά. Τα ναπολεόνια «μετρήθηκαν» στους πιστωτές! «Έτσι οι «Σκουληκαρίται» απηλλάγησαν του υπολοίπου του χρέους των, του προερχομένου εκ της εξαγοράς του χωρίου Σκουληκαριά παρά του Αβραάμ πασσά…».
Αλλά και με μείωση των τόκων γινόταν η εξαγορά των ψήφων. Οι χωρικοί του Μήγερι για να υπερψηφίσουν τον συνδυασμό του Καραπάνου, έλαβαν ρητή υπόσχεση από τον ίδιο τον Καραπάνο ότι κατά την πληρωμή του τόκου και του χρεωλυσίου των οφειλομένων από τους Μηγερίτες, η οθωμανική λίρα θα υπολογίζεται κατά τρεις δραχμές λιγότερο από την τρέχουσα αξία της.
Επίσης, ο εκλογεύς Κωνστ. Νικολ. Σακάς «εμαρτύρησεν εν τη οικία μου ενώπιον των κάτωθι σημειουμένων μαρτύρων ότι ο αδελφός του Μιχαήλ Νικολ. Σακάς εδωροδοκήθη παρά των υπαλλήλων των γραφείων εν Άρτη του κ. Καραπάνου δι’ ενός ζεύγους υποδημάτων και οκτώ δραχμών εις μετρητά…»[10].
Ο «Δήμαρχος Αγνάντων και φίλος του κ. Καραπάνου Σπυ. Χριστογεώργος διένειμε δραχμάς 216 εις 60 εκλογείς του χωρίου Κουσοβίστας…».  Ομοίως, «εντός του χωρίου Σχωρέτσανα οι Δημήτριος Συμπέθερος, Βασίλειος Καψάλης… και ο δικηγόρος Μιχαήλ Πατσαλιάς, ως αντιπρόσωποι του κ. Καραπάνου και κατ’ εντολήν αυτού, διένειμον χρήματα εις 200 περίπου εκλογείς…». Ακόμη, στο δήμο Αγνάντων «… Ο Δήμαρχος Σπυρίδων Λύτρας, ο δικηγόρος Νικόλαος Μπέκας και ο Δημήτριος Μπέκας και οι Δημήτριος Τσίρκας, Βασίλειος Ιω. Γιαννάκης και Ιωάννης Κοντογιάννης, φίλοι και κομματάρχαι του κ. Καραπάνου, διένειμον χρήματα εις εκατόν πεντήκοντα περίπου… Ωρισμένως δε ο Γιαννακούλας Νούτσος την 6 Φεβρουαρίου 1899, ήτοι την παραμονήν της ψηφοφορίας έλαβε παρά του κ. Γιαννάκη Αποστόλη Μπανιά και παρά του Κοντογιάννη δραχμάς τριακοσίας…»[11].
 Αλλά ο πλέον πρωτότυπος τρόπος εξαγοράς ήταν η πρόκληση της σύλληψης και ακολούθως της προσωποκράτησης αντιπάλων του Καραπάνου με ένταλμα του «κ. Ταμίου Άρτης κατ’ εντολήν του υποκατ. Τραπέζης Ηπειροθεσσαλίας». Έτσι οι αντικαραπανικοί οφειλέτες (εκ Κομποτίου: Γεώργιος Πετσιμέρης, Απόστολος Μωρέτης, Νικόλαος Ρίζος και Βασίλειος Ζαμπράκος) οδηγούνται στις φυλακές και αποφυλακίζονται κατόπιν παρεμβάσεως του Καραπάνου και με την υποχρέωση των αποφυλακισθέντων να τον ψηφίσουν!
Το φαινόμενο όμως της διαφθοράς δεν είναι μόνο «καραπανικό», είναι και… Παχύ. Στην εφημερίδα «Σκριπ»(6/12/1895) και στη στήλη «Νεώτερα» υπό τον τίτλο «Πρόκλησις εις μονομαχίαν…» αναφέρεται επιστολή του βουλευτή Άρτας κ. Βότσαρη προς τον υπουργό των Εξωτερικών Σκουζέ, όπου «πικρώς επικρίνει αυτόν, καθ’ ό επεμβαίνοντα εις τα της επαρχίας του χάριν του συγγενούς του κ. Παχή». Συγκεκριμένα, ο Βότσαρης κατηγορεί τον Σκουζέ διότι διόρισε τον Γαρουφαλιά, «προσωπικό αντίπαλο του Βότσαρη», προξενικό πράκτορα στη Φιλιππιάδα. Αγανάκτησε δε τόσο πολύ ο Βότσαρης που προκαλεί εμμέσως τον Σκουζέ σε μονομαχία. Η μονομαχία δεν έγινε ποτέ, αλλά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ο Βότσαρης πεθαίνει. Αλλά κι εδώ φαίνεται να έχουμε έναν διακανονισμό δια των μετοχών. Για την ακρίβεια στην εφημερίδα «Σκριπ» (18/1/1908) και υπό τον τίτλο «Το Λαύριο ως αποκάλυψις» σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι μέτοχοι της Γαλλικής Εταιρείας είναι, εκτός του Ι. Σερπιέρη(18%), του Γ. Παχύ(10%), του Ανδρ. Συγγρού(32%) κ.ά., και η Χαρίκλεια χήρα Ν. Δ. Βότσαρη(βουλευτή Άρτας) «δι’ εαυτήν και ως επίτροπος των ανηλίκων τέκνων της». Αντιλαμβάνεται, συνεπώς, κανείς πως λύνονταν οι διαφορές και πως γίνονταν οι διευθετήσεις. Ο «φίλος», συνεπώς, των αγροτών(για την ακρίβεια μικροϊδιοκτητών-τσιπλάκηδων) Γ. Χ. Παχύς δεν ήταν κάποιος «Αντύπας» παρά το γεγονός ότι κι αυτός φυλακίσθηκε, αλλά ένας άνθρωπος της καθεστηκυίας τάξης.
Πάντως, το 1912, ο κυβερνητικός συνδυασμός στην Άρτα απαρτίζεται σύμφωνα με τις πληροφορίες του ανταποκριτή της ΣΚΡΙΠ από τους Γ. Παχύ, Σπυρ. Σίμο και Σπυρομήλιο. Ο δημοσιογράφος μεταφέρει την κακή εντύπωση που προκάλεσε η αναγγελία του συνδυασμού καθώς απαρτίζεται από άτομα εντελώς ξένα προς την περιοχή, αποκλείοντας κάθε «τοπικό στοιχείο». Ο Παχύς μάλιστα χαρακτηρίζεται ως «παλιοκομματικός και ήδη γέρων άχρηστος πλουτοκράτης δε και αείποτε υπέρμαχος και σύμμαχος του Καραπάνου». Ο ανταποκριτής κάνει ασφαλώς λάθος, καθώς ο Παχύς δεν ήταν πάντοτε σύμμαχος του Κ. Καραπάνου, αντιθέτως. Όμως αποδεικνύει ότι ο Παχύς απομακρύνεται εκ νέου από τον τσιφλικούχο της Άρτας. Και ο Σίμος χαρακτηρίζεται «ο μεγαλύτερος δημοκόπος, θρασύτατος και ανειλικρινέστερος των πολιτευτών», ενώ ο Σπυρομήλιος «κατάλληλος δια πάσαν άλλην ασχολίαν ουχί όμως και δια καθήκοντα του βουλευτού και δη του Νομού Άρτης». Ποιον προκρίνει και εγκρίνει ο «ανταποκριτής»; Τον Ευάγγ. Γαρουφαλιά, που «θα καταρτίσει ίδιον συνδυασμόν εκ τοπικών στοιχείων, πάντως δε πολιτικών προσώπων, ομοφρόνων του και υπό σημαίαν ανεξαρτήτων φιλελευθέρων»! Απέναντι στον κυβερνητικό συνδυασμό τίθεται ο «καραπανικός» συνδυασμός που συμπεριλαμβάνει τους δύο γιους αλλά και τον πατέρα Κ. Καραπάνο. Μετά τις εκλογές η Βουλή θα αποφασίσει για τις καταγγελίες χρηματισμού των ψηφοφόρων από τους Καραπάνους. Την ίδια εποχή στη Γέφυρα γίνεται «κάθαρση» λόγω της χολέρας και οι εκεί αποκλεισμένοι εκατοντάδες εργάτες λιμοκτονούν. Κι αυτά ενώ ο δήμαρχος Αρταίων Χέλμης(αντιπρόσωπος του Καραπάνου) καταδικάζεται ερήμην για δωροδοκία ψηφοφόρων σε δύο μήνες φυλάκιση, 1500 δραχμές πρόστιμο και έξι χρόνια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.  
 Τη δωροδοκία των ψηφοφόρων από τους Καραπάνους παραδέχθηκε και ο ίδιος ο πρόεδρος της Κυβέρνησης Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά το θέμα όπως δήλωσε στη Βουλή ήταν αν «η δωροδοκία αύτη επέδρασεν επί του αποτελέσματος των εκλογών. Εκ του πίνακος των αποτελεσμάτων ον έχω υπ’ όψιν μου φρονώ ότι το αποτέλεσμα των κ.κ. Καραπάνων δεν επηρεάζεται. Ως προς τους δύο τελευταίους επιτυχόντας πιθανόν να υπάρξει αμφιβολία ότι επειρεάζεται η εκλογή των». Τάδε έφη ο Ελ. Βενιζέλος!








[1] Γεώργιος Α. Δουρούτη: «Το μυσαρόν έγκλημα της δωροδοκίας θα μείνει ατιμώρητον όπως άλλοτε;: Ενστάσεις κατά του κύρους της εκλογής Νομού Άρτης ως προς τους ανακηρυχθέντας ως βουλευτάς κους Κ. Καραπάνον, Ιωάννην Καραπάνον και Ιωάννην Κοττίκαν», βουλευτική εκλογή 7/2/1899, Αθήναι, 4/3/1899. 
[2] Αναγράφεται στις εφημερίδες της εποχής το δείπνο των Καραπάνου, Παχύ, Σκουζέ κ.ά. στο σπίτι του τελευταίου, ο οποίος ήταν άνθρωπος του παλατιού και πεθερός του Παχύ.
[3] Στην Ελλάδα οι «κάτω» είχαν και μία συγκεκριμένη εντοπιότητα, έναν ορισμένο τόπο, τους «κάτω μαχαλάδες».
[4] Γιώργος Δερτιλής, ο. π.
[5] Γιώργος Δερτιλής, στο ίδιο
[6] Γιώργος Δερτιλής στο ίδιο, σελ. 160
[7] Γ. Δερτιλής στο ίδιο, σελ. 162
[8] Δουρούτης Γεώργιος Α. ο.π., σελ.48
[9] Στο ίδιο, σελίδα 46 και 48
[10] Επίσης, Ο Δουρούτης σημειώνει ότι ο εκλογεύς Άρτης Θεόδωρος Ν. Σακάς «εξέθηκεν εν τη οικία μου… τα ακόλουθα… Μας ετσάκωσεν ο αλαταποθηκάριος κ. Βασίλειος Ζήσης περί τους 14 εκλογείς… και ήθελε να μας δώση 15 δραχμάς εις έκαστον ίνα ψηφίσωμεν τους δύο Καραπάνους, επί τω όρω να προσέλθουσι όλοι ομού ίνα ψηφίσωσιν υπό την επίβλεψιν ειδικών ανθρώπων του Καραπάνου. Ούτοι δεν εδέχθησαν…». Δεν εδέχθησαν όλοι μαζί. Ένας-Ένας όμως εδέχθησαν! Ακόμη ο Μήτσος Λάμπρου εξ Άρτης, «ωμολόγησε… ενώπιον… ότι ο Μήτσος Παναγής εξ Άρτης άνθρωπος των κκ. Καραπάνων τω επρότεινε να τω δώση δραχμάς δέκα κατ’ αρχάς και ύστερον ο Ιωάννης Λιμούρης κομματάρχης κκ. Καραπάνων των επρότεινε δραχμάς δεκαπέντε… Αλλά επειδή τον έκλεισαν εν τω γραφείω κ. Καραπάνου ίνα λάβη εκεί τα χρήματα ενώπιον του Γεωργίου Πάντζου, δικαστικού κλητήρος εν Άρτη, όστις του επέβαλε ως όρον να ορκισθεί επί του ιερού Ευαγγελίου, ευρισκομένου κεκαλυμμένου επί του γραφείου και ξεσκεπασθέντος, ηρνήθη…».
[11] Στο ίδιο

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

7. Το παρακράτος της Άρτας- Το ματωμένο θέρος του 1882

Το παρακράτος της Άρτας
Οι Αρτινοί ζούσαν κάτω από την εξουσία Καραπάνου. Αλλά τι είδους εξουσία ήταν αυτή; Δεν μιλάμε εν προκειμένω για «παρακράτος»[1], γιατί αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη κράτους, που δεν υπάρχει για ένα ικανό χρονικό διάστημα μετά την απελευθέρωση, αλλά για ένα τοπικό δίκτυο από επιστάτες ή από εικονικούς ενοικιαστές των κτημάτων των τσιφλικάδων, διασυνδεδεμένων με τον βασιλικό Επίτροπο, τον δήμαρχο, τον Νομάρχη, τον εισαγγελέα, τοπικούς παράγοντες( δικηγόρους, δημοσιογράφους-ο Κάος έγραφε και διηύθυνε την εφημερίδα «Άρτα» του Καραπάνου[2]), προξένους κ.ά., και, προπάντων, με την χωροφυλακή και την αγροφυλακή που δεν ήταν παρά οι φρουρές των γαιοκτημόνων, απαρτιζομένων συνήθως από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου(απόδειξη αυτών τα γεγονότα στο Ζάρκο[3]). Το δίκτυο αυτό του αρχικά «βαθέως παρα-κράτους» ήταν μία αντι-δομή έναντι της οθωμανικής διοίκησης μέχρι το 1881, αλλά και η δομή εξουσίας που θα καλύψει κατά την μεταβατική περίοδο μετά την απελευθέρωση το κενό των ελληνικών κρατικών θεσμών. Η τοπική αυτή «παρα-εξουσία» ήταν πιο επικίνδυνη καθώς ήταν ανεξέλεγκτη. Οι γαιοκτήμονες, όπως ο Κ. Καραπάνος και ο αδελφός του- δήμαρχος Άρτας- ζούσαν μακριά από την ιδιοκτησία τους ακόμη και από τη δημαρχία τους, αφού ήταν μόνιμοι κάτοικοι των Αθηνών. Συνεπώς, όντας μακριά από τα τσιφλίκια τους, δέχονταν την μονόπλευρη πληροφόρηση των ανθρώπων τους σ’ αυτά, που συχνά εγκληματούσαν, λειτουργώντας με απόλυτη σχεδόν εξουσία. Στις 5 Μαρτίου 1883 ο βουλευτής Ν. Ταρμπάζης θα πει: «Εν τοις χωρίοις Γριζιάνω, Νεοχωρίω και ιδίως εν Ζάρκω, η εκεί Επιστασία του Χρηστάκη Ζωγράφου μετετράπη σε αληθές κράτος εν κράτει…»
Στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής, ο βουλευτής Αττικής[4] Αντώνης Ζυγομαλάς αναφέρεται στη στρατολόγηση-μίσθωση ληστών(Σουλιωτών) από τον Καραπάνο[5]. Μάλιστα, δύο εξ αυτών συνελήφθησαν «υπό του κ. Εισαγγελέως Άρτης ως κεκηρυγμένοι λησταί και νομίζω ότι κατεδικάσθησαν εις θάνατον»[6]. Σύμφωνα με τον ίδιο βουλευτή «…185 κεκηρυγμένοι λησταί, κακούργοι, υπήρχον ελεύθεροι εις την Θεσσαλίαν και την Ήπειρον, και οι πλείστοι εξ αυτών κατεγίνοντο εις το να ληστεύωσι και τυραννώσι τους αθώους κατοίκους, υπηρετούντες τους ιδιοκτήτας». Ο Καραπάνος εξανίσταται φωνάζοντας «Είνε ψεύδος», ενώ ο Ζυγομαλάς, σύμμαχος του Γ. Παχύ, απαντά «Το διαβεβαιώ επισημότατα». Ανάλογη αναφορά έχουμε από τον βουλευτή Ν. Ταρμπάζη για τους 100 Αλβανούς στο Ζάρκο της Θεσσαλίας: «Οι χωροφύλακες του εν Ζάρκω σταθμού κατώκουν εντός της Επιστασίας… υπό τα διαταγάς των επιστατών»(Φεβρουάριος 1882). Οι κατηγορίες για τη χρησιμοποίηση ληστών ως οργάνων της τάξης συνεχίζονται και αργότερα. Στις 19 Αυγούστου 1882 η εφημερίδα του τσιφλικά Καραπάνου «Άρτα» σημειώνει πως δεν θα ασχοληθεί με την απάντηση στο αν «οι ιδιοκτήται έχουν εν τη υπηρεσία των ληστάς ως αγροφύλακας…»!  
Αλλά και μετά την εγκατάσταση στις απελευθερωμένες περιοχές των κρατικών αρχών, το βαθύ παρα-κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί καθώς οι νέες αρχές διορίζονται από τους τσιφλικούχους. Αυτό γίνονταν ιδιαίτερα αισθητό στις στιγμές των συγκρούσεων ή των εκλογικών αναμετρήσεων. Ο «Τύπος» του Βόλου πληροφορεί πως κατά την προεκλογική περίοδο το έτος 1905 η κατάσταση στα Τρίκαλα είναι φρικιαστική. «Σχεδόν καθ’ εκάστην συνάπτεται πετροπόλεμος από τον οποίον δεν λείπουν και οι πυροβολισμοί» (2/2), ενώ η «Ακρόπολις» (9/2) έγραφε : «Η συμπλοκή στα Τρίκαλα έλαβεν όψιν μάχης [...]. Οι Καραγκούνηδες εφανατίσθησαν υπέρ του Ζάππα και οι Βλάχοι υπέρ του Χατζηγάκη, εξ ου απειλούνται και άλλαι σκηναί»[7].
Η παράθεση των αποσπασμάτων των εφημερίδων εκείνης της εποχής κρίθηκε σκόπιμη για την κατάδειξη του κλίματος πόλωσης και φανατισμού που επικρατούσε στην πολιτική σκηνή αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση. Η βία και η διαχείρισή της πολλές φορές αποδείχθηκε ο κρισιμότερος παράγοντας κάθε είδους πολιτικών εκλογικών διαδικασιών. Η οπλιτική βία των ληστών και η χρησιμοποίηση – εκμετάλλευσή της για πολιτικούς σκοπούς ήταν διαδεδομένη όχι μόνο κατά τις αρχές του 20ου αιώνα αλλά και κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Συνδετικός κρίκος μεταξύ ληστών και πολιτικών προσώπων ήταν οι δήμαρχοι, νομάρχες, πάρεδροι, οι οποίοι ως δημοτικοί άρχοντες και ως εντολοδόχοι των πολιτευτών (οι οποίοι τύχαινε να είναι μεγαλοτσιφλικάδες, όπως οι Ζάππας, Ζωγράφος, Καραπάνος) συνέδεαν τη συμμορία και τον πολιτευτή. Με άλλα λόγια, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και ιδιαίτερα οι ισχυροί, ευνοούσαν την παρεμβολή της συμμορίας στην πολιτική διαδικασία, προκρίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την αναγωγή της συμμορίας σε ανεπίσημο αλλά ουσιαστικό πολιτικό και παραθεσμικό παράγοντα, νομιμοποιώντας ως ένα σημείο την παρανομία. Ακόμη και το ίδιο το κράτος παρέβλεπε τα αδικήματα των παρανόμων όταν αυτοί εργάζονταν για μεγαλοτσιφλικάδες ή άλλους μεγαλοσχήμονες ισχυρούς άνδρες, οι οποίοι στήριζαν, και μερικές φορές υπαγόρευαν, την πολιτική των κυβερνώντων.
Για παράδειγμα η Κυβέρνηση του Χαρ. Τρικούπη  δυο χρόνια μετά την ένωση της Θεσσαλίας με το ελληνικό κράτος δε δίστασε να διατάξει «τους βασιλικούς επιτρόπους και τας στρατιωτικάς αρχάς ίνα υποστηρίξωσι, δι’ όλων αυτών των μέσων τα δίκαια των ιδιοκτητών» υποστηρίζοντας τη γραμμή της εφημερίδας «Αστήρ». Με σκοπό τη στήριξη των οργάνων της Τρικουπικής Κυβέρνησης οι κεφαλαιούχοι έστειλαν τα δικά τους εξαγριωμένα όργανα, ανάκατα με Αλβανούς ληστές, για να εισπράξουν γήμορο ή να βασανίσουν όσους αρνούνταν την καταβολή του[8].
Σε συνεδρίαση της Βουλής ο βουλευτής Τρικάλων Ν. Ταρμπάζης[9] εγκάλεσε τον Χαρ. Τρικούπη με αφορμή τα λεγόμενά του για ανυπαρξία «αγροτικού ζητήματος» στη συνεδρίαση της Βουλής (5 Μαρτίου 1883) επισημαίνοντας ότι ο τσιφλικάς Χρηστάκης Ζωγράφος  συγκέντρωσε  Αλβανούς «κακίστης διαγωγής», μερικοί από τους οποίους υπήρξαν ληστές ή κακούργοι και φυγόδικοι στην πατρίδα τους. Αυτοί έβριζαν και έδερναν τους αγρότες μπροστά στις κρατικές αρχές, έκλεβαν ασύστολα και μοιράζονταν τα λάφυρα[10].
Επιπρόσθετα, οι δημοτικοί άρχοντες όπως και οι τσελιγκάδες, ήταν αυτοί που έρχονταν σε επαφή με τις προστατευόμενες συμμορίες των πολιτευτών, στηρίζοντάς τους με οποιονδήποτε τρόπο και παίρνοντας συχνά τα ανάλογα ανταλλάγματα.
Κατά την εφημερίδα «Ακρόπολις» (20/10/1892) «ο λόγος της εγκληματικότητος εν τω διαμερίσματι της Καρδίτσης – Τρικάλων είναι διότι και ο τόπος πρόσφορος προς φυγοδικίαν είναι και προστασία των πολιτευομένων φαίνεται ότι παρέχεται». Το σχόλιο της ίδιας εφημερίδας για την επιτυχία του Δημάρχου Αλμυρού είναι ενδεικτικό της επικρατούσας κατάστασης: «Ενίκησε χάρις εις την αναφανδόν υποστήριξιν του ληστάρχου Τσούλη όστις ηπείλησε θανάτω και εξοντώσει όσους καταψηφίσωσιν αυτόν»[11].
        Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι οι επιστάτες ήταν τα κύρια εκτελεστικά όργανα των τσιφλικάδων και βρίσκονται στην κορυφή της τοπικής ιεραρχίας[12], στην οποία υπάγονται όλες οι διοικητικές και δικαστικές αρχές καθώς και τα σώματα ασφαλείας αποτελούμενα από ληστές. Το «βαθύ παρα-κράτος», λοιπόν, είναι εδώ σε πλήρη ανάπτυξη -στο βαθμό που αναπτύσσεται στις μόλις απελευθερωθείσες περιοχές το ελληνικό κράτος. Το «παρα-κράτος» ενίοτε λειτουργεί σχετικά αυτόνομα αναφορικά με τους τσιφλικάδες, αλλά πάντοτε προς εξυπηρέτησή τους. Στη σχετική αυτονομία του οφείλονται μία σειρά από εγκλήματα προσωπικού χαρακτήρα. Ας μη ξεχνάμε ότι και η περίπτωση του Μαρίνου Αντύπα ήταν μία υπόθεση που έπληττε την υπόσταση του «βαθέως παρα-κράτους», αφού ο Αντύπας ήταν ένας εξ αυτών, δηλαδή επιστάτης.
Δηλωτική της αυτονομίας του τοπικού παραθεσμικού δικτύου εξουσίας είναι η «παράκληση» στη σύνταξη της εφημερίδας «Άρτα» του δημάρχου της ομώνυμης πόλης και διαμένοντος στην Αθήνα Ιωάννη Καραπάνου, αδελφού του τσιφλικά και ιδιοκτήτη της εφημερίδας, να πάψει να αντικρούει «πάσαν κακοήθειαν δημοσιευομένην καθ’ ημίν, καθόσον εν τη κοινωνία, εν ή είμεθα γνωστοί, η υπόληψις της οικογενείας μας είναι τοσούτον εδραιωμένη, ώστε ούτε εκ των δημοσιευομένων κακοηθειών θίγεται ούτε ανάγκη υπερασπίσεως έχει…»[13]. Επίσης, η ίδια εφημερίδα στις 14 Μαΐου 1883 σημειώνει «Παρεκλήθημεν υπό του Καραπάνου να δηλώσωμεν εν ονόματι αυτού ότι τα εν κυρίω άρθρω του προχθεσινού φύλλου μας δημοσιευθέντα ουδόλως συμμερίζεται ούτε θεωρεί τα εν αυτώ ως έχοντα υποστάσεως». Ουσιαστικά οι Καραπάνοι αίρουν την εμπιστοσύνη τους στην εφημερίδα τους, απαγορεύοντας να τους… υπερασπίζεται, αλλά συγχρόνως βρίσκονται και σε διαφορετική πολιτική γραμμή με αυτή της εφημερίδας τους!
Η σύγκρουση, συνεπώς, του τσιφλικά με τους χωρικούς λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της σύγκρουσης πόλης-χωριού, όπου η πρώτη είναι το ελεγχόμενο εν μέρει από τον τσιφλικά «βαθύ παρα-κράτος», που ενίοτε αυτονομείται και αποδεικνύεται πολύ σκληρότερο από αυτόν. Το «παρα-κράτος», που υφίσταται μετά την απελευθέρωση, είναι αντίστοιχο με την «παρακυβέρνηση» των τοπικών κοτσαμπάσηδων επί οθωμανικής κατοχής, που λειτουργεί συμπληρωματικά με την κεντρική κυβέρνηση. Οι κοτζαμπάσηδες(προεστοί και φοροεισπράκτορες ή ενοικιαστές φόρων στον ελλαδικό χώρο), ένα «είδος χριστιανών Τούρκων»[14], συνέχισαν να λειτουργούν και μετά τη μεταβίβαση των τσιφλικίων από τους Οθωμανούς μουσουλμάνους στους Οθωμανούς Έλληνες(Φαναριώτες), όχι πλέον ως «παρακυβέρνηση» αλλά ως «παρα-κράτος», καθώς η τοπική νόμιμη εξουσία των απομακρυσμένων από την πρωτεύουσα τσιφλικίων συνδέεται και συνεργάζεται με ληστές και παρανόμους.



[1] Γράφουμε «παρα-κράτος» τη διαπλοκή κράτους και εγκληματικών στοιχείων, όπως ληστές αλλά και εξωθεσμικοί παράγοντες όπως οι οικονομικοί αλλά και οι άνθρωποί τους. Και «παρακράτος» το κράτος στις απελευθερωθείσες περιοχές όπου το κράτος υπό την έννοια των ελληνικών κρατικών θεσμών και νόμων δεν υφίσταται ακόμη. Είναι η εποχή της μετάβασης από την οθωμανική κυριαρχία στο ελληνικό κράτος και τα όρια ενίοτε είναι δισδυάκριτα.
[2] Αν δεχθούμε τη διασύνδεση των πολιτικών σχηματισμών με εφημερίδες της εποχής όπως καταγράφονται στην εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», αυτή είναι: Χ. Τρικούπης-Άστυ, Κυβέρνησις-Εφημερίδα, Θ. Δηληγιάννης-Επιθεώρησις, Κ. Καραπάνος-Καιροί, Ν. Κωνσταντόπουλος-Παλιγγενεσία
[3] ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ(1883): «Εν Ζάρκω οι επιστάται του Χρηστάκη Ζωγράφου, τη εγκρίσει του νομάρχου Τρικάλων, κατήρτισαν υπό το πρόσχημα αγροφυλακής ιδίαν δύναμιν εξ εκατόν αλβανών οπλισμένων, ενεργούντων αυτοβούλως και ανεξαρτήτως πάσης άλλης του κράτους αρχής. Κατά τον Ιούνιον του 1882 επυροβόλησαν κατά δύο φιλήσυχων πολιτών. Κατά τον Ιούλιον του αυτού έτους παραβίασαν το άσυλον της οικίας του Παπανδρέου περί ώραν 7μμ, θραύσαντες τας θύρας και αρπάσαντες τας εν τη αυλή δέσμας σταχύων. Κατά την 2 Αυγούστου 1882 επυροβόλησαν κατά πληθύος κατοίκων διαφόρων χωρίων και κατ’ αυτού του σταθμάρχου του πεζικού δι’ όπλων Μαρτέν, δι’ ων άπαντες εισιν ωπλισμένοι…».
[4] Στην Αττική τσιφλικούχοι ήταν οι Συγγρός, Σκουζές, Μερκάτης, Καλλιφρονάς, Καμπάς αλλά και ο Γ. Παχύς!
[5] Σύμφωνα με την απογραφή του 1881 στους Μελισσουργούς υπήρχαν 1.710 κάτοικοι και το 1920 μόλις 168. Στα Θεοδώριανα 935 και 353 αντίστοιχα. Οι λόγοι της ερήμωσης ήταν οι ληστές των τσιφλικάδων αλλά και η μετανάστευση είτε στα πεδινά(αγροτικός εποικισμός) όπου είχαν ισχυρή παρουσία οι αποχωρήσαντες Τούρκοι είτε στην Αθήνα και το εξωτερικό.
[6] Πρακτικά Βουλής, όπως υπάρχουν στην Ιστορία της Ελλάδος του Γ. Κορδάτου, «το αγροτικόν ζήτημα», εκδ. Αιών, Αθήνα, 1958 
[7] Εφ. Τύπος Βόλου 2/2/1905, εφ. Αναγέννησις 9/2/1905,πρβλ.Μαρούλα Κλιάφα ό.π.,τ.Α’ σ.256
[8] Λ. Αρσενίου Το έπος των Θεσσαλών αγροτών…ΦΙΛΟΣ Τρίκαλα 1994, σ. 42
[9] Ή Τορμπάζης; Τον διαβάζουμε επίσης αλλού ως Ταρμπάζη ή Τορμπαζή και φαίνεται να είναι το ίδιο πρόσωπο, ο βουλευτής Τρικάλων.
[10] Λ. Αρσενίου ό.π.
[11] Εφ. Ακρόπολις 20/10/1892, πρβλ.Μαρούλα Κλιάφα Τρίκαλα… τ. Α’, σσ.112-113
[12] Γι’ αυτό στην περίπτωση της δίκης του δολοφόνου του Μ. Αντύπα, του επιστάτη του τσιφλικά Μεταξά, του Ιωάννη Κυριακού ή Κυριάκου, δεν δικάζεται μόνο ο φονιάς του Αντύπα αλλά και ο θεσμός της επιστασίας. Κι αυτός είναι ο λόγος της εξαγοράς μαρτύρων, δημοσιογράφων και της εντέλει αθώωσης του Κυριακού. 
[13] Εφημερίδα «Άρτα» 10 Ιουλίου 1882, στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ». Επιπλέον, η σύνταξη της καραπανικής εφημερίδας υποχρεώνεται να δηλώσει ότι «Επειδή διάφοροι περί των πολιτικών κρίσεις της συντάξεως τη «Άρτας», εθεωρήθησαν ως κρίσεις του κόμματος του Κ. Καραπάνου, είμεθα ηναγκασμένοι(σ.σ. τους ανάγκασαν οι χρηματοδότες Καραπάνοι) να δηλώσωμεν ότι, καίτοι όντες φίλοι του κόμματός του, και έχοντες υπόληψιν προς αυτό, ουχ ήττον οι διάφοροι αύται κρίσεις εισίν όλως ημέτεραι και ουδόλως αντιπροσωπεύουσι τας σκέψεις και ιδεάς του κόμματος του Κ. Καραπάνου»! Αυτό συνιστά κυριολεκτικά αποκήρυξη και δείχνει ότι το εντόπιο «βαθύ κράτος» αποτελούμενο από δημόσιους λειτουργούς που διόριζαν οι Καραπαναίοι  και από τους δικούς τους ανθρώπους, όπως ο διευθυντής της εφημερίδας «Άρτα», που διαπλέκονταν με τους πρώτους, πολλές φορές αυτονομούνταν από τα αφεντικά τους.   
[14] Κώστας Λάμπος, «Εξάρτηση, Προχωρημένη Υπανάπτυξη και Αγροτική Οικονομία της Ελλάδας», εκδόσεις Αιχμή, Αθήνα 1983, σελ. 127: «Μέσα στο τουρκικό κράτος υπήρχε άλλη μια εξουσία, μια παρακυβέρνηση…». Αυτό ισχυρίζεται ο Γ. Κορδάτος. Ο Κ. Λάμπος χαρακτηρίζει την περίοδο 1829-1922 ως δεύτερη φάση της αποικιοκρατικής(ημιαποικιοκρατικής) εξάρτησης της Ελλάδας κυρίως από την Αγγλία.