Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

Ο νέος ολοκληρωτισμός και η αντίδραση


Ένας παγκόσμιος πόλεμος, αν και διαφορετικός από αυτούς που έχουμε βιώσει στο παρελθόν, είναι γεγονός. Πρόκειται για τη σύγχρονη τεχνολογική και οικονομική εκδοχή του παγκοσμίου πολέμου. Τα πολλά μέτωπα δείχνουν μια δραματική και παγκόσμια κατάρρευση της διεθνούς αγοράς ελεύθερων συναλλαγών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη, η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, η Τουρκία, το Ιράν, η Βραζιλία και άλλες χώρες εμπλέκονται σε μία άνευ προηγουμένου οικονομική σύγκρουση. Οι αμοιβαίες κυρώσεις, οι νομισματικές επιθέσεις και οι πρωτοφανείς απειλές είναι οι νέες "βόμβες". Γιατί, σήμερα, δεν χρειάζονται ατομικές βόμβες για να προκαλέσουν τεράστια καταστροφή. Μειώνοντας τους διεθνείς δεσμούς και αυξάνοντας τους δασμούς, ολόκληροι πληθυσμοί θα μπορούσαν να λιμοκτονήσουν.
Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ένα ειρηνικό μέλλον σε μια μόνο χώρα, ανεξάρτητα από όλους τους άλλους. Στον σημερινό κόσμο, οι δεσμοί και οι εξαρτήσεις μεταξύ χωρών και οικονομιών δεν μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς μεγάλες συγκρούσεις.
Το διεθνές εμπόριο, το οποίο υπήρξε σ' ένα βαθμό ελεύθερη αγορά εδώ και δεκαετίες, είναι πλέον ουσιαστικά κλειστό. Εδώ είναι και το κομβικό σημείο: η Κίνα δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τα τεράστια ταμειακά της αποθέματα για να αγοράζει ακίνητα ή γιγαντιαίες επιχειρήσεις σε  ολόκληρο τον κόσμο. Με άλλα λόγια, η μετάβαση στη νέα αυτοκρατορία(σ.σ. μόνο η μετάβαση από την βρετανική στην αμερικανική αυτοκρατορία ήταν αναίμακτη), την Κίνα, ανακόπτεται. Όπως είπαμε, το κλειδί είναι το κλείσιμο των αγορών και κυρίως της αμερικανικής αγοράς. Πέρα, όμως, από αυτό, οι ΗΠΑ προβάλλουν και το νέο μεγάλο συγκριτικό τους πλεονέκτημα, που αρχικά ήταν η τεράστια στρατιωτική τους ισχύς, αλλά τώρα είναι η τεχνολογική επανάσταση, που καθιστά τις φθηνές γραμμές παραγωγής της Κίνας (το μικρό κόστος, που ήταν το μεγάλο πλεονέκτημα του κινέζικου παραδείγματος τις τελευταίες δεκαετίες), ξεπερασμένες. Η ψηφιακή επανάσταση και η ρομποτική «απελευθερώνουν» τους καπιταλιστές από την Ανθρώπινη Εργασία και ελαχιστοποιούν το κόστος παραγωγής. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε αντίθεση με την παθητική πολιτική που τις χαρακτήρισε τα τελευταία χρόνια, είναι τώρα αποφασισμένες να αναλάβουν εκ νέου τον ηγετικό ρόλο, καθώς η μάχη δεν λαμβάνει χώρα πλέον στις γραμμές παραγωγής αλλά στις νέες τεχνολογίες, στην ψηφιακή επανάσταση, όπου υπερτερεί.
Οι εξελίξεις στη γειτονική Τουρκία δίνουν ένα παράδειγμα για τη νέα «παγκόσμια σύγκρουση». Η ταχεία κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας προκάλεσε σοκ στο πλανητικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υπό το φως της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένων Πολιτειών και μετά τη δήλωση του Προέδρου Τραμπ σχετικά με τη διττή τιμολόγηση του τουρκικού χάλυβα και αλουμινίου, το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα θα μπορούσε να περιπέσει σε μία νέα κρίση χρέους. Ναι, αρκεί μια δήλωση. Γιατί το χρηματιστήριο λειτουργεί με «εφε», που είναι μία δήλωση, ένας κυκλώνας, μία απειλή πολέμου…
Πάντως, η πρώτη πράξη της σύγκρουσης ΗΠΑ-Τουρκίας, αν δεν υπάρξουν εξελίξεις στην κατεύθυνση της εξομάλυνσης με την απελευθέρωση κυρίως του πάστορα Μπράνσον, θα φτάσει στο αποκορύφωμά της τον Οκτώβριο. Οι τεράστιες αποπληρωμές δανείων από την Τουρκία πλησιάζουν πλέον την αφερεγγυότητα. Ο Ταγίπ Ερντογάν θα αναγκαστεί να λάβει δραστικά μέτρα, όπως η ελάφρυνση του χρέους, ή να προσφύγει σε χώρες (ΕΕ, Ρωσία, Ιράν, Κίνα) και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για να λάβει πολύ ακριβά δάνεια. Θα μπορούσε, τότε, ο Τραμπ να ανακοινώσει τη νίκη; Ασφαλώς όχι. Γιατί η Κίνα δεν είναι Τουρκία. Και, γενικά, σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο, δεν υπάρχει ένας μόνο νικητής, ή ένας μόνο ηττημένος. Οι χώρες και οι οικονομίες διασυνδέονται σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα από το οποίο δεν μπορούν να απεμπλακούν. Αυτή η αλληλεξάρτηση – που οι περισσότεροι παίκτες φαίνεται ότι εξακολουθούν να αγνοούν - σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβεί ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος όπου ο νικητής τα παίρνει όλα. Τελικά, ή κερδίζει κανείς ή χάνει μαζί με άλλους. Τρίτη επιλογή δεν υπάρχει υποστηρίζουν οι αναλυτές. Μόνο που το «βλέμμα» των τελευταίων είναι στραμμένο στις ισχυρές οικονομίες, χωρίς να βλέπουν τις συνέπειες που έχει αυτός ο πόλεμος για τις χώρες της περιφέρειας.
Η τρίτη επιλογή, λοιπόν, αφορά τις μικρές χώρες, όπως η Ελλάδα. Γιατί εδώ ισχύει αυτό που έλεγε ο μακαρίτης Γκαλμπραίηθ για το χρηματιστήριο. Ότι δηλαδή «Όλοι κερδίζουν και ο τελευταίος πάει στο διάολο»! Οι μικρές χώρες, η καπιταλιστική περιφέρεια, με άλλα λόγια, είναι αυτή που θα αποστερηθεί τα οφέλη της ψηφιακής επανάστασης ή ακόμα και θα πληρώσει το μάρμαρο μιας νέας οικονομικής κρίσης. Η μετάβαση στη νέα ρομποτική εποχή θα σημάνει μεγάλη μείωση της ανθρώπινης εργασίας, δηλαδή μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση στην περιφέρεια. Εξυπακούεται ότι οι μεταναστευτικές ροές προς το "κέντρο" θα ενταθούν.
Για πάντα λιτότητα λοιπόν; Για πάντα κόλαση; Χωρίς μία αντίδραση, χωρίς έναν σπασμό;
Θα το πούμε για μια ακόμα φορά, ο ναρκισσισμός των μικρών πολιτικών διαφορών των αντικαπιταλιστικών κοινωνικών δυνάμεων είναι σήμερα έγκλημα. Η αντίδραση ή θα γίνει τώρα και θα είναι παγκόσμια, ή ένας νέος ολοκληρωτισμός –απέναντι στον οποίο οι προηγούμενοι θα ωχριούν- θα επιβληθεί.

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018

Ο Ερντογάν, ο Θεός, τα δολάρια και η Ελλάδα


«Αυτοί έχουν τα δολάριά τους, εμείς έχουμε τον Θεό μας», δήλωσε ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μιλώντας για την κατάρρευση της τουρκικής λίρας και το οικονομικό αδιέξοδο που έχει περιέλθει η Τουρκία. Στην ουσία ο Ερντογάν αντιπαραθέτει στο δολάριο(που είναι μία πίστη) την πίστη στο θεό του Ισλάμ. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για την αντιπαράθεση δύο πίστεων. Όμως η δεύτερη πίστη είναι απολύτως μεταφυσική, ενώ η πίστη στο χρήμα είναι ένα συμπίλημα, μία υλική πίστη(που σχετίζεται με την πίστωση) και συγχρόνως μία μεταφυσική πίστη, που είναι ο φετιχισμός του χρήματος αλλά και η πίστη στον προτεσταντικό θεό. Η δύναμη αυτής της διαλεκτικής εδράζεται στην καταγωγή της από την εποχή των Πατέρων του Αμερικανικού Έθνους, όπου η λογική (λόγος) και η αποκάλυψη(μεταφυσική) δεν αποκλείονται αμοιβαία αλλά διατάσσονται στην εθνική ιδέα. Γι’ αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η μόνη χώρα στην οποία ο φονταμενταλισμός πέτυχε να συγχωνευτεί με τη δημοκρατική ιδεολογία και να δημιουργήσει από αυτή μια πολιτική πίστη. Έτσι, η πίστη στο Θεό, η πίστη στη δημοκρατία, η πίστη στην Αμερική, όλα ισχύουν ως μία και ενιαία ομολογία πίστεως. Αντίθετα, ο Ερντογάν ομνύει σε έναν προνεωτερικό φονταμενταλισμό, όπου η πίστη στον Θεό, έχοντας αποκλειστικά μεταφυσικά χαρακτηριστικά, αποκλείει τη δημοκρατία. Αλλά αυτό στα λόγια, γιατί στην πραγματικότητα και ο Ερντογάν ομνύει στο χρήμα.
Είναι άραγε ο χριστιανισμός η θρησκεία του χρήματος, ή καλύτερα "η πίστη στην πίστωση"; Ο κοινωνιολόγος Φρεντερίκ Λενουάρ επιχειρεί στο βιβλίο του «Ο Χριστός φιλόσοφος» να δώσει μία απάντηση, περιγράφοντας την ανατροπή του αρχικού χριστιανικού μηνύματος από την κυρίαρχη Καθολική Εκκλησία. Το μήνυμα των πρωτοχριστιανών ήταν η ελευθερία και η ισότητα (άγνωστες τότε έννοιες) μεταξύ των διαφόρων φυλών, των τάξεων, των φύλλων, των εθνών. Ουσιαστικά, όμως, έχουμε μία πολιτιστική επανάσταση καθώς απαξιώνεται ο πλούτος ως αξία και αξιώνεται η φτώχεια. Αυτό δεν το αναφέρει ο Λενουάρ, αλλά ένας ποιητής, ο Τζιάκομο Λεοπάρντι. Γενικά, ο χριστιανισμός της Ανατολής δημιούργησε μία νέα ανθρώπινη ηθική, αλλά προπάντων ανέτρεψε τις επικρατούσες τότε κοινωνικές ιεραρχίες. ο Θεός των πρωτοχριστιανών είναι ένας φτωχός, γεννημένος μεταξύ των φτωχών, είναι ταπεινός, αποστερημένος από κάθε αγαθό, δεν έχει εξουσιαστικές φιλοδοξίες και αποδέχεται το θάνατο στο σταυρό όπως ο τελευταίος των αθλίων. Αυτός ο Θεός είναι ο Θεός της Αγάπης ακόμη και για τους εχθρούς. Αυτός είναι ο Θεός της μέριμνας για τους φτωχούς, ο Θεός της δικαιοσύνης και του συλλογικού καλού. Αλλά πως από την «αποθέωση» της συλλογικότητας φθάσαμε στη δόξα του πιο ακραίου ατομικού πνεύματος; Γι’ αυτό χρειάστηκε ο δυτικός καθολικισμός και στη συνέχεια ο προτεσταντισμός. Ο Θεός των χριστιανών έγινε ο Θεός των εχόντων. Ο Λενουάρ δεν εστιάζει σ’ αυτή την αντιστροφή, μόνο θεωρεί ότι το μήνυμα του πρώτου χριστιανισμού διαστρεβλώθηκε από την Εκκλησία και διασώθηκε από τους χριστιανούς ουμανιστές της Αναγέννησης, από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού που «αποκάθαραν» την καθολική Εκκλησία από τα εγκλήματά της, διασώζοντας τις ιδρυτικές αξίες του χριστιανισμού και καθιστώντας τες κοινή κληρονομιά του ανθρώπινου πολιτισμού. Παρόλα αυτά ο δυτικός χριστιανισμός δεν έσωσε τους ανθρώπους από τις κτηνωδίες του 20ου αιώνα που συνεχίζονται και τον 21ο. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν από πείνα και δίψα στον τρίτο κόσμο, ένα εκατομμύριο άνθρωποι είναι άστεγοι στην Ευρώπη, 3,5 εκατομμύρια στις ΗΠΑ, οι πόλεμοι συνεχίζονται, ενώ οι «πληγές» που επιφέρονται στη φύση μοιάζουν μη αναστρέψιμες.
Ο δυτικός χριστιανισμός δεν μπορεί να συνεγείρει τις συνειδήσεις. Ποιος θα το κάνει; Μπορεί άραγε ο ανατολικός χριστιανισμός; Ο Ρώσος μοναχός με την πρησμένη κοιλιά που πριν λίγες μέρες απαιτούσε τραπέζι σε κοσμοπολίτικο ρεστοράν της Ουρανούπολης; Όχι, δεν μπορεί να το κάνει. Μπορεί να το κάνει ο μουσουλμανισμός του «αγιατολάχ» Ερντογάν; Νομίζω πως όχι. Η προνεωτερική «βαθιά Τουρκία» του Ισλάμ συγκρούεται ήδη με την κουρδική Rojava και αργά ή γρήγορα θα συγκρουστεί με την νεωτερική Τουρκία της Κωνσταντινούπολης. Ήδη ο Τούρκος πρόεδρος έχει στραφεί προς το Ιράν, τη Ρωσία και την Κίνα. Θα επιχειρήσει άραγε μία εκστρατεία για την κατάληψη της… Βιέννης μέσω της Ελλάδας; Η Ελλάδα –είναι βέβαιο- έχει επιλεγεί για να συμβολίσει την εχθρική Δύση και επομένως θα συστήσει τον «εύκολο» δυτικό στόχο. Γι’ αυτό η αντιπαράθεση με την Ελλάδα θα αποκτήσει έντονα ιδεολογικά –δηλαδή θρησκευτικά- χαρακτηριστικά. Η υπόθεση της εκλογής του Μουφτή αλλά και οι Τούρκοι αξιωματικοί που ζήτησαν άσυλο στην Ελλάδα θα είναι τα σημεία αιχμής. Όμως το «παιγνίδι» θα παιχτεί τελικά για αυτό που ο Ερντογάν ρητορικά αρνείται, δηλαδή για το χρήμα, για το «μαύρο χρυσό», που τιμάται σε δολάρια!  

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Η αγωνία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν


Η σύγχρονη βία στις διανθρώπινες σχέσεις δεν είναι παρά μια έκφραση απελπισμένων χειρονομιών για να φθάσουμε, να αγγίξουμε τον άλλο, λέει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Δεν ξέρουμε πλέον άλλο τρόπο, καθώς είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι. Σπουδάζουμε τα πάντα, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ανθρώπινη ψυχή.  Μόνος τρόπος επαφής είναι ο φυσικός, η σεξουαλική επαφή, η σωματική επαφή με τη μορφή της βίας. Στις «Άγριες Φράουλες» το ζευγάρι είναι με τα ντοσιέ του διαζυγίου στα χέρια, φιλονικεί άγρια κι ύστερα το ίδιο άγρια κάνει σεξ. Τα σώματα έρχονται σε επαφή, οι ψυχές ποτέ. Στη σχέση του ζεύγους το συναίσθημα δεν έχει θέση, μόνο η φυσική επαφή είναι δυνατή. Τα χτυπήματα και οι ταπεινώσεις είναι ο μόνος τρόπος προσέγγισης. Η ζωή είναι ρυθμισμένη σύμφωνα με την υλική αξία και την ευχαρίστηση. Η ψυχή και η αγάπη δεν υφίστανται, ειμή μόνο ως προσωπεία, ως μάσκες. Ο κόσμος είναι μία μηχανή, ένας απρόσωπος μηχανισμός ο οποίος στις ταινίες του Μπέργκμαν παρουσιάζεται ως απειλή.
 Η αγάπη δεν υπάρχει. Η ψυχή δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι κακοφορμισμένη και τότε το λόγο έχουν οι πολυπληθείς «γιατροί, ή χειρουργοί της ψυχής». Μόνο που η ψυχή δεν μπορεί να ιαθεί με μια ψυχρή, επιστημονική προσέγγιση. Το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στην αποπροσωποποίηση, στο γεγονός ότι δεν υπάρχει μια ψυχή να δεις την ψυχή σου. Κι αυτό δεν χρειάζεται τον ορθό λόγο του «Τζέγκις»… Καντ αλλά την άλφα βήτα της Αγάπης.
Αυτά μας είχε πει από πολύ νωρίς ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Σουηδικά: Ingmar Bergman). Ο Σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1918 στην Ουψάλα, αλλά μεγάλωσε στη Στοκχόλμη. Κύρια θέματα των ταινιών του είναι η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, η αντιπαράθεση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον Θεό και η αμφισβήτηση του τελευταίου, η ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων και κυρίως των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, η αναζήτηση του νοήματος της ζωής. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά εγκαταλείπει τη χρήση συμβολισμών και αλληγοριών που κυριαρχούσαν σε παλαιότερες ταινίες του (Η Έβδομη Σφραγίδα, Άγριες φράουλες, Η τριλογία της Σιωπής) και περνά σε περισσότερο λιτές σκηνοθεσίες, ερευνώντας κυρίως τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και την προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει του εαυτό του.
Σε όλα τα βιβλία και τις συνεντεύξεις του ο Μπέργκμαν επιχειρεί μια προσέγγιση της σχέσης των ταινιών του με την προσωπική του ζωή. «Σκέφτομαι ότι είμαστε το σύνολο αυτών που έχουμε διαβάσει, που έχουμε δει, που έχουμε βιώσει. Δεν πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες γεννιούνται εν κενώ! Είμαι μια μικρή πέτρα ενός μεγάλου οικοδομήματος, εξαρτώμαι από καθένα εκ των στοιχείων αυτού του οικοδομήματος, των δίπλα, των πάνω, των κάτω». Αλλά ποια είναι αυτά που διάβασε, είδε και βίωσε ο μεγάλος σκηνοθέτης;
Κατ’ αρχήν, το γεγονός ότι ήταν γιος ενός λουθηρανού πάστορα έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στη σύλληψη και το σκεπτικό των ταινιών του. Το οικογενειακό περιβάλλον ήταν έντονα θρησκευτικό και σύμφωνα με αυτό η Εκκλησία ήταν υπερασπιστής της ηθικής - ενός ιδιότυπου ασκητισμού. Ο φόβος των τιμωριών και οι ταπεινώσεις κατά την παιδική ηλικία του Μπέργκμαν οδήγησαν σε μια αποφασιστική αντίληψη για τη χριστιανική θρησκεία: «Οι τιμωρίες ήταν επιβαλλόμενες μ’ έναν τελετουργικό τρόπο (...) είχαμε πάντα φόβο», λέει ο ίδιος.
Όταν ο νεαρός Μπέργκμαν βγήκε από το προστατευμένο αστικό του περιβάλλον, βρήκε απέναντί του μία βίαιη πραγματικότητα από την οποία ο Θεός απουσίαζε. Αυτή η σιωπή του Θεού τού ήταν ανυπόφορη. Το αίσθημα της εγκατάλειψης τον οδηγεί μέχρι την άρνηση της ύπαρξής του. Έτσι, η χριστιανική θρησκεία ενώ συνιστά τη βάση του ψυχοδιανοητικού του σύμπαντος, είναι συγχρόνως και το αντικείμενο της απέχθειάς του.
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Μπέργκμαν: «Αφομοίωσα τον χριστιανισμό μαζί με το μητρικό γάλα, βγήκα από έναν συντηρητικό χριστιανικό κόσμο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι έκδηλο πως ορισμένα αρχέτυπα παρέμειναν στο βάθος της συνείδησής μου, και ότι κάποιες γραμμές, κάποια φαινόμενα, ορισμένες συμπεριφορές είναι ταυτόσημες με τη χριστιανική αντίληψη».
  Η επιρροή από τον Κίρκεγκααρντ
 Αυτή η σχέση του Μπέργκμαν με τη χριστιανική θρησκεία τον έφερε κοντά στις αντιλήψεις του Κίρκεγκααρντ. Δεν υπάρχει μελέτη για τον μεγάλο σκηνοθέτη που να μην κάνει αναφορά στον καθοριστικό επηρεασμό του Μπέργκμαν από τον μεγάλο φιλόσοφο της υπαρξιακής Αγωνίας. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκααρντ «Η χριστιανικότητα δεν είναι παρά ένα τεράστιο συνονθύλευμα από λάθη και ψευδαισθήσεις με τις οποίες συνδέεται μια αδύνατη και ελαφριά δόση του αυθεντικού χριστιανισμού» (σ.σ. αυτή είναι η αφετηρία του χριστιανικού υπαρξισμού).
Εντούτοις μεταξύ Μπέργκμαν και Κίρκεγκααρντ υπάρχει μια διάσταση απόψεων. Για τον δεύτερο η ύπαρξη είναι ουσιωδώς σχετιζόμενη με το Θεό, ενώ για τον Μπέργκμαν η ιδέα του Θεού προκύπτει από μια εσωτερική αναγκαιότητα. Ο σκηνοθέτης αγωνίζεται για να εξέλθει από τη σκιά του «δογματικού Θεού» για να βρει τον εαυτό του, την ίδια την ύπαρξή του: «Αρνούμαι, με οποιοδήποτε τρόπο, να προσαρμοστώ σε μια φόρμουλα, να συμμορφωθώ σ’ ένα σύστημα», λέει ο ίδιος, θέτοντας έτσι το ζήτημα της αντίθεσης μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας.
Συνεπώς ο υπαρξισμός του Μπέργκμαν διαφοροποιείται από τον υπαρξισμό του Κίρκεγκααρντ, τουλάχιστον στις πρώτες ταινίες, ενώ είναι εντονότατος στις τελευταίες.
Στις πρώτες ταινίες όλες οι ιστορίες λαμβάνουν χώρα σε απομονωμένους χώρους, σηματοδοτώντας την απόρριψη της κοινωνίας και των συμβάσεών της καθώς και των εκπροσώπων της Αλήθειας. Οι πρωταγωνιστές απορρίπτουν αποφασιστικά καθετί που επιβάλλεται «απ’ έξω» ως Αλήθεια. Έτσι εξηγείται η μεγάλη ευθραυστότητα της τελευταίας, που προκαλεί την εισαγωγή ενός νέου στοιχείου, της ελευθερίας. Τα πρόσωπα βρίσκονται σε μια κατάσταση διαχείρισης νέων σκεπτικών όπως η δυνατότητα και η επιλογή. Από εδώ όμως προκύπτει και η αναπόφευκτη αντιπαράθεση με την αγωνία. Η απελευθέρωση του προσώπου (του ατόμου) έρχεται αγκαλιά με την αγωνία. Η εποχή της νέας ατομικότητας και της ύπαρξης των προσώπων ως υποκειμένων έχει έλθει. Από την αντικειμενική Αλήθεια που επιβάλλεται γενικά στους πάντες και τα πάντα, οδηγούμαστε στην υποκειμενική Αλήθεια και την τεράστια ποικιλία των περιπτώσεών της. Η πραγματικότητα, τώρα, δεν ταυτίζεται μονοδιάστατα με το ορατό. Η εποχή που οι μάσκες πέφτουν, έχει έλθει. Η αναζήτηση του προσώπου του καθενός από τον καθένα γίνεται ένα από τα πρωταρχικά κίνητρα των πρωταγωνιστών. Αλλά η ιδέα των μασκών οδηγεί σε μια αντίληψη της ύπαρξης που έτσι γίνεται μια διαδοχή ρόλων.
Μία φράση του Κίρκεγκααρντ θα είναι καθοριστική για τον Μπέργκμαν. Σ’ αυτή ο πρώτος λέει «επέλεξα το απόλυτο, αλλά τι είναι αυτό; Εγώ ο ίδιος μέσα στην αιώνια αξία μου». Από εδώ εξάγεται το νόημα της ζωής ως «υπάρχειν». Το ζήτημα, λοιπόν, είναι «να υπάρχω».
Όσο για το Θεό: «Δεν ξέρω ακόμα εάν η αγάπη αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού ή εάν αυτή είναι ο ίδιος ο Θεός»!
Και η Αγωνία; Η υπαρξιακή Αγωνία; Αυτή δεν είναι παρά ένα προπαρασκευαστικό στάδιο που οδηγεί στην πίστη αρχικά της ηθικής, μετά της θρησκείας και ύστερα της αισθητικής, της ελπίδας, της απελπισίας.
Ο Μπέργκμαν πέθανε στις 30 Ιουλίου 2007.


Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Το bullying είναι το άλλο όνομα του φασισμού


Ο ατομικός εκφοβισμός, το bullying εναντίον του άλλου, του διπλανού, η «μικρή ατομική τρομοκρατία» λειτουργούσε πάντα δίπλα στη «μεγάλη τρομοκρατία» του πολιτικού φασισμού. Το bullying ανάγει κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες σε ατομικές, σε ένα επιφανειακό επίπεδο ψυχολογίας, καθιστώντας αόρατες τις σχέσεις εξουσίας και τις ευρύτερες θεσμοθετημένες πρακτικές που διαπερνούν αυτές τις διαδικασίες. Υπό μία έννοια, δηλαδή, αποπολιτικοποιεί και συγκαλύπτει την κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική διάσταση της γενικής βίας. Με άλλα λόγια συγκαλύπτει τον πολιτικό φασισμό. Μερικές φορές, μάλιστα, όπως σήμερα, τον νομιμοποιεί -κι αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο.
Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο μία πρακτική, έχει και τη θεωρητική του στήριξη. Οι ουσιοκρατικές φιλοσοφίες χάρη στις οποίες συγκροτείται το υποκείμενο, βοηθούν ενεργά στην αναπαραγωγή ενός συστήματος που αποκλείει τον άλλον με βίαιο τρόπο. Συγκεκριμένα, βοηθούν ένα άδικο και βίαιο, δηλαδή φασιστικό σύστημα να αποδώσει σε μερικές συμπεριφορές και λόγους -με βάση ένα αυθαίρετο κριτήριο- το στάτους του φυσιολογικού και σε άλλες το χαρακτηρισμό: «αποκλίνον-παθολογικό». Τα άτομα στο σύστημα αυτό διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτά που αναγνωρίζονται ως «πραγματικά» ανθρώπινα υποκείμενα, και άρα άξια να είναι ισότιμα μέλη της πολιτικής κοινότητας, και σε αυτά που θεωρούνται μη-ανθρώπινα, δηλαδή «παρεκκλίνοντα». Εδώ έχουμε τον homo sacer, τον δούλο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που δεν προστατεύεται από κανένα νομικό πλαίσιο και ο καθένας μπορεί να τον σκοτώσει, μέχρι τη σημερινή αντιμετώπιση των προσφύγων και των μεταναστών, των γυναικών –κυρίως στο trafficking-, των ομοφυλόφιλων, των Ρομά κ.ά.
Οι ανθρωποκεντρικοί λόγοι  επιτρέπουν να οριοθετείται το τι είναι το πολιτισμικά διανοήσιμο ως ανθρώπινο, με αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι να «αποανθρωποποιούνται» και να μην αναγνωρίζονται ως ισότιμοι, αλλά να θεωρούνται ως ένα είδος «παρία», περιττού (σ.σ. στην έννοια του «περιττού» βασίζεται ο ολοκληρωτισμός σύμφωνα με την Άρεντ), «γυμνού» από κάθε δικαίωμα, από κάθε πολιτική και νομική προστασία.
Κάποιοι λένε πως είναι θέμα εκπαίδευσης. Ότι δηλαδή η εκπαίδευση στην Ελλάδα θα πρέπει να αμφισβητήσει τις κανονιστικές μορφοποιήσεις και ιδιότητες που έχουν ταξινομηθεί στην κατηγορία «διαφορετικοί», «παρεκκλίνοντες», να άρει το βίαιο αποκλεισμό από το κοινωνικό γίγνεσθαι που υφίστανται άτομα επειδή, τάχα, ο τρόπος ζωής τους «παρεκκλίνει» από το -οριζόμενο αυθαίρετα από τις σχέσεις εξουσίας- «κανονικό» ή «φυσιολογικό». Αντί, δηλαδή, η εκπαιδευτική διαδικασία να νομιμοποιεί δομές εξουσίας που δεν αναγνωρίζουν όλα τα ανθρώπινα όντα ως ανθρώπινα και, κατά συνέπεια, τα αποκλείουν, πρέπει να πρωτοστατήσει στη συγκρότηση μιας νέας ηθικής, η οποία θα προκρίνει τον σεβασμό για τον Άλλο και την άρνηση κάθε είδους βίαιου αποκλεισμού με επίγνωση του ρόλου που διαδραματίζουν οι σχέσεις εξουσίας στη διαμόρφωση των υποκειμένων. Όμως δεν είναι μόνο θέμα εκπαίδευσης.
Είναι και θέμα Συμβολικής Τάξης. Μιας κατάστασης δηλαδή που διαπερνά τα πάντα, τον τρόπο ζωής, τον τρόπο σκέψης, τον τρόπο που κανείς τρώει, κάθεται, κοιμάται ή κάνει σεξ, τον τρόπο που οδηγεί, που συναλλάσσεται... Είναι θέμα συνεπώς Πολιτισμού και Πολιτικής. Και μιλάω για τον φασισμό του viril και της δύναμης των φαρμακοδιεγερμένων μούσκλων των γυμναστηρίων, αυτών που παραπέμπουν στην εκπαίδευση της Χρυσής Αυγής, το φασισμό του φαλλού, όπως συμβολίζεται με τα ξυρισμένα κεφάλια των φασιστοειδών, τον φασισμό που επικρατεί παντού, αποκλείοντας τον αδύνατο, τον διαφορετικό, τον άλλο και επιβάλλοντας μία κανονιστική αντίληψη του ανθρώπινου, μια κανονιστική αντίληψη για το τι και πως πρέπει να είναι το ανθρώπινο σώμα. Αυτός ο κοινωνικός και πολιτιστικός φασισμός είναι ο μεγάλος κίνδυνος των σημερινών κοινωνιών, καθώς προτείνει ως στοιχείο κοινωνικής συνοχής το μίσος και όχι την Αγάπη και την Αλληλεγγύη. Έτσι, η ρίζα του ανήκειν και ο συνδετικός ιστός του συνανήκειν γίνεται το μίσος για τον άλλον! 
Παραδόξως, το μίσος αυτό των φασιστών βρίσκει «στέγη» και κατοικεί στο θεσμικό κέλυφος που λέγεται Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία. Η τελευταία δεν έχει καμία σχέση με το περιεχόμενο της χριστιανικής αγάπης, αλλά είναι ένας ισχυρότατος θεσμός εξουσίας ακροδεξιού τύπου, δηλαδή της πιο άγριας μισαλλοδοξίας. Γι’ αυτό η αντιπαράθεση με την Εκκλησία πρέπει να γίνεται σ’ αυτό το πολιτικό πλαίσιο και όχι του οικονομίστικου διαχωρισμού «Κράτους-Εκκλησίας». Δηλαδή του "χωρισμού" ενός συντηρητικού θεσμού εξουσίας από έναν άλλο υπερσυντηρητικό θεσμό…



Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Το τέρας που γεννά η ένωση νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών

Στην Αυστρία οι νεοφιλελεύθεροι και οι ακροδεξιοί ψήφισαν το 12ωρο. Αυτά τα δύο φαινομενικά ετερόκλητα ρεύματα συναντώνται και στην Ελλάδα. Ετερόκλητα γιατί αυτοί που διακηρύσσουν τον κοινωνιολογικό ατομικισμό (τύπου Θάτσερ, που έλεγε ότι «Κοινωνία δεν υπάρχει»), δηλαδή οι νεοφιλελεύθεροι, συναντούν και συνεργάζονται με τους ακροδεξιούς, που εκφράζουν ένα ξενοφοβικό και ρατσιστικό «Εμείς», μία συλλογικότητα. Με άλλα λόγια, το απόλυτο Εγώ συναντά το απόλυτο Εμείς σε μία δικέφαλη, τερατώδη πολιτική οντότητα, που ξερνάει μίσος. Το νεοφιλεύθερο «Εγώ», λοιπόν, του στενού κοινωνιολογικού ατομικισμού, και η φονταμενταλιστική δεξιά συστήνουν ένα "μετα-Εμείς", μια περίκλειστη, σάπια συλλογικότητα, προσδιοριζόμενη από το φόβο των Άλλων, των ξένων, είτε αυτοί είναι μετανάστες είτε είναι «γείτονες». Μια πρώτη αντίφαση, συνεπώς, είναι η συνάντηση των νεοφιλελεύθερων ατομικιστών με τους φανατικούς ακροδεξιούς σε μία ένωση που υποστηρίζει την μοναδικότητα και υπεροχή της πολιτιστικής μας ταυτότητας, την οποία όποιος δεν αποδέχεται είναι εχθρός μας. Αλλά ακριβώς αυτό δεν πρέσβευαν και οι Ναζί;  
Εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε λαός πρέπει να σέβεται την διιστορική αξιοπρέπεια και τον πολιτισμό των άλλων λαών. Εμείς δεν θα πούμε αυτό, που συνιστά ούτως ή άλλως αξίωμα, απλώς θα διατυπώσουμε το ερώτημα: Μπορεί μια κοινωνία να παραμένει αμετάβλητη μέσα στους αιώνες σε σχέση με τον αρχικό εαυτό της; Καμία κοινωνία δεν καταφέρνει να διασχίσει τους αιώνες αμετάβλητη. Το αντίθετο. Μια πόλη, όπως εξήγησε ήδη ο Αριστοτέλης, μοιάζει με ποταμό. Ακριβώς όπως ένας ποταμός συνεχίζει να υφίσταται επειδή ανανεώνει συνεχώς τα νερά του, μια πόλη διαρκεί επειδή ανανεώνεται συνεχώς – επειδή αλλάζει τη σύνθεσή της (με τη διαδοχή των γενεών), την εσωτερική της λειτουργία και την προσαρμογή της στο περιβάλλον. Έχουμε, λοιπόν, γεωγραφικά κριτήρια ταυτότητας για αυτό που ονομάζουμε "τον ίδιο ποταμό". Το ίδιο ισχύει και για τους διάφορους τύπους κοινωνίας. Το κριτήριο της ταυτότητας για την "ίδια πόλη", δηλαδή μια πολιτική κοινότητα, υπάρχει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στη μετάδοση νόμων και εθίμων. Υπ’ αυτή την οπτική, υπάρχει σήμερα η «ελληνική Μακεδονία», η «βουλγαρική», η «αλβανική» και η «Βόρεια»! Ο θρύλος του «Ματωμένου Γάμου» (δες και το «Τι ζητούν οι βάρβαροι;» του Δ. Κούρτοβικ) και οι διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων φανερώνουν τις διαφορές στις βαλκανικές ταυτότητες, που όμως «κυλούν» στην ίδια «αιματοβαμμένη» βαλκανική κοίτη!   
Το πρόβλημα κατά συνέπεια στο θέμα της ταυτότητας δεν είναι να οικειωθεί κάποιος στοιχεία της δικής σου ταυτότητας (στον "Ματωμένο Γάμο" η οικείωση προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε βαλκανικού λαού) αλλά να σου απαγορεύσει να χρησιμοποιείς εσύ ο ίδιος στοιχεία της. Να σου ζητήσει δηλαδή να εγκαταλείψεις μια γλώσσα, ένα τελετουργικό, να παραιτηθείς από κάτι, να ενεργήσεις σαν να ήσουν κάποιος άλλος. Το σημερινό πρόβλημα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης δεν είναι ο αλυτρωτισμός κρατιδίων όπως η πΓΔΜ, αλλά η απάλειψη τοπικών πολιτιστικών στοιχείων από τον οδοστρωτήρα της αμερικανικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Η Αμερική είναι παντού και επιδιώκει να είναι παντού, ως γλώσσα, ως καταναλωτικός τρόπος ζωής, ως τρόπος σκέψης, κι εμείς ενοχλούμαστε από τον δήθεν ιμπεριαλιστή "ψύλλο" που έχει αλυτρωτικές βλέψεις!
Το κλειδί του σύγχρονου λόγου για τις συλλογικές ταυτότητες έγκειται στη μετάβαση στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, το "εμείς".  Μια ομάδα έχει συλλογική ταυτότητα αν τα μέλη της έχουν τις μορφές γλώσσας που τους επιτρέπουν να πουν στον κόσμο: υπάρχω ως ομάδα. Η συλλογική ταυτότητα βρίσκεται σε στιγμές που τα μέλη μιας κοινωνίας λένε "ποιοι είναι". Δεν το λένε κατ’ ανάγκη σε μια αρθρωτή δήλωση, σε προτάσεις, αλλά στα μνημεία τους - δείχνοντας τι τιμούν - στις τελετές και τις λειτουργίες τους - όπου οργανώνουν την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, στα εκπαιδευτικά τους ιδρύματα, όπου εκφράζουν τι θέλουν να μεταδώσουν.   
Ο άνθρωπος σήμερα ερμηνεύει το δικαίωμά του στην χειραφέτηση ως δικαίωμα να καθορίζει την ταυτότητά του, να τη συλλαμβάνει και να την καταλαβαίνει, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτήν κοινωνικούς δεσμούς που δεν οφείλονται σε κοινωνικές συμβάσεις. Χρησιμοποιεί δηλαδή το ιδίωμα της πληθυντικής του (εθνοτικής, φυλετικής, σεξουαλικής…) ταυτότητας, όχι για να ξεχωρίσει, όχι για να αντιπαρατεθεί, όχι για να ετεροπροσδιοριστεί, αλλά για να κάνει ένα βήμα προς τη συμφιλίωση με τη δική του ανθρωπιά. «Για να αγαπάς βαθειά σαν Έλληνας που είσαι», που έλεγε ο μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ, και όχι για να μισείς, όχι για να σκοτώνεις όπως ο Μερσώ στον Ξένο του Καμύ για να μην αισθάνεται μόνος, για να μην αισθάνεσαι "ανάδελφος". Συνεπώς, η δική μας ταυτότητα, το δικό μας «Εμείς» δεν έχει ούτε το στοιχείο του υπερτροφικού ναρκισσισμού των νεοφιλελεύθερων ατομικιστών ούτε τον φανατισμό του δήθεν ενιαίου, αδιαίρετου και αδιατάρακτου στους αιώνες των αιώνων, όπως διατείνονται οι ακροδεξιοί φονταμενταλιστές, αλλά ούτε και την τερατώδη μηχανή μίσους εναντίον του Ανθρώπου, που δημιουργεί η ένωση των δύο στοιχείων.
Η αρχή της εννοιολογικής σοφίας στο θέμα των ταυτοτήτων είναι να σταματήσουμε να συγχέουμε την ταυτότητα (που μας οδηγεί στο ερώτημα: "Τι θα κάνουμε;", δηλαδή στο μέλλον) με την ενότητα (όπου υποτίθεται ότι όλες οι απαντήσεις πρέπει να συμφωνούν) ...
* Στοιχεία της συλλογιστικής μας βασίζονται στο βιβλίο του Vincent Descombes, Les Embarras de l’identité,Gallimard, coll. « NRF Essais », Paris, 2013.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Αυτό είναι ο άνθρωπος;

Οι εκδηλώσεις του μικρομέγαλου Εγώ μας είναι αστείες μπροστά στην «ύβρι» που συντελείται στη Γάζα, όπου οι ισραηλινοί επιδίδονται σε νέες σφαγές νηπίων. Το Μ. Σάββατο σκότωσαν ένα ακόμη παιδί, την Μαριάμ Μααρούφ (χθες σκότωσαν άλλα τέσσερα, την ώρα που έπιναν το γάλα τους. Συνολικά 58 παιδιά δολοφονήθηκαν από το Γενάρη). Και κανείς δεν διαμαρτύρεται, κανείς δεν κραυγάζει. Συνηθίσαμε πια το αίμα και το έγκλημα (Απρίλης 2008)
Βλέπω, τα παιδιά με τις σφενδόνες να πέφτουν νεκρά από τις σφαίρες των σιδερόφρακτων Γολιάθ (Απρίλης 2018).
Βλέπω τον  Πάπα Φραγκίσκο να βαφτίζει τον «ήρωα μετανάστη», τον Τζον Όγκα από τη Νιγηρία, που ακινητοποίησε τον ληστή. Ποια η επιβράβευση του Όγκα; Αντί του σεβασμού, η αφαίρεση της ταυτότητάς του. Τον έκαναν χριστιανό. Δείχνοντας έτσι ότι όποιος δεν είναι χριστιανός, όποιος δεν εντάσσεται στη δική τους πολιτιστική ταυτότητα είναι ξένος, είναι απόκληρος, είναι εχθρός… Το ίδιο πίστευαν και οι ναζί!
Βλέπω τα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης, τους άστεγους στις στοές, το άδειο βλέμμα του άνεργου, τα πνιγμένα παιδιά στη Λέσβο κι εκείνους που βρίσκουν καταφύγιο σε νάιλον σκηνές στους ελαιώνες. Τα όνειρα τους ψυγμένοι εφιάλτες. Τα ξέρω αυτά τα χώματα, αυτά τα όνειρα. Οι ίδιοι πλάνητες, τα ίδια φαντάσματα, όπως εκείνα στη Λεκάνη της Σκόνης (Dustbowl), στην περιοχή των κεντρικών ΗΠΑ, τη φοβερή εκείνη δεκαετία του 1930, μετά το μεγάλο κραχ. Όπως τότε έτσι και τώρα, τους βλέπω να στήνουν και να ξεστήνουν τις «Χούβερβιλς», τις κατασκηνώσεις των τσαντιριών, να τους κυνηγούν οι σερίφηδες, ο «κοινωνικός αυτοματισμός», η Κου Κλουξ Κλαν, που εδώ λέγεται Χρυσή Αυγή, αλλά και η δική τους εσωτερική μαφία.
Βλέπω τους γιους και τις θυγατέρες των ανέστιων, των πεινασμένων και των άνεργων του 1930 και του 2012 και του 2018 να πολιορκούν ξανά τη ζωή, εκεί όπου αυτή εξακολουθεί να καρπίζει. Να έρχονται από παντού. Να κυνηγιούνται από τους φασίστες. Κι απέναντι οι θεατές, οι δήθεν συμπάσχοντες με τα πάθη των χριστών, που θεωρούν πως ό,τι βλέπουν δεν είναι παρά μία ακόμη τηλεοπτική παράσταση, ένα χάπενινγκ, μία προσομοίωση, ένα θεατρικό παιγνίδι, όπου το δράμα των ανθρώπων θα λάβει τέλος με το τέλος του έργου, όταν τα φώτα κλείσουν.
Και, λες, αυτό είναι ο άνθρωπος;
Κι όμως, κάποτε τα φρούρια ταπεινώνονται και οι πανοπλίες πέφτουν. Κάποτε το Εγώ κενώνεται και πληρώνεται μεθυστικά από τον έρωτα για τον Άλλο. Κάποτε διακόσιοι σπόροι κερασιάς γονιμοποιούν την άβυσσο. Και τότε, αναφωνείς, ζήτω η άνοιξη, ζήτω το Πάσχα, ζήτω η ζωή που πεθαίνει χίλιες φορές κι ανασταίνεται άλλες τόσες.

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

20. Από το αγροτικό ζήτημα στην οικολογία- Το ματωμένο θέρος του 1882

Τόπος, τελικά, θα πει χρόνος. Η αναγνώριση ενός τόπου δεν ολοκληρώνεται παρά περι-διαβάζοντας τα ίχνη των ανθρώπων που τον περπάτησαν, τα συναισθήματα που γέννησε, τις ιδέες που εξέθρεψε, τις συγκρούσεις, τις μάχες και τις συμφιλιώσεις. 
Έξω απ’ αυτές τις δύο πύλες της Άρτας, σε «ουδέτερο πεδίο» συναντώνται ο κάτοικος της πόλης και ο αγρότης, ο κάτοικος του χωριού. Εκεί λαμβάνουν χώρα οι συναλλαγές αλλά και οι μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις των αγροτών που διεκδικούν από το κράτος τα χωράφια τους ή καλύτερες τιμές για τα προϊόντα τους. Γιατί το κράτος εκπροσωπεί κατά κανόνα τους τσιφλικάδες, τους εμπόρους και τους μεσάζοντες. Και το κράτος κατοικεί στην πόλη. Γι' αυτό απαιτείται ένα "ουδέτερο έδαφος", στα σύνορα της πόλης, εκεί όπου θα διαδραματίζονται οι θεσμισμένες αρχαϊκές εμπορικές «μάχες» των παζαριών με «χαμένο» κατά παράδοση τον κάμπο και την ορεινή κτηνοτροφία και βιοτεχνία. Το «Μουχούστιον», όπως μαρτυρεί ο Ξενόπουλος, ήταν προάστιο στην άκρη (τότε) της Άρτας που πήρε το όνομα από τα μοναστηριακά κτήματα που κατείχε στην περιοχή η Μονή Θεοτόκου-Μουχουστίου (στο χωριό Ραφταναίοι).
Το 1907 δολοφονείται ο Μαρίνος Αντύπας. Η αντίθεση του χωριού και της πόλης, της περιφέρειας και του κέντρου θα κορυφωθεί με το Κιλελέρ αλλά και το κίνημα του 1909.
 Η αντίθεση πόλης-υπαίθρου καταλήγει στην επιβολή της πόλης, του αστικού τρόπου, ο οποίος στο «θαύμα της Καισαριανής»(1901) σημαίνει την απώλεια, τον ακρωτηριασμό του συναισθήματος, της συν-πάθειας: «Τότε ήτον άλλος κόσμος. Οι άνθρωποι είχαν πόνο, είχαν αγάπη αναμεταξύ τους». Ο Παπαδιαμάντης είναι ο εξόριστος της πόλης, ο εσωτερικός μετανάστης. Δεν είναι πάντως ο αποκλεισμένος, ο εκτός του οργανωμένου σώματος της κοινωνίας, αντιθέτως. Ο Παπαδιαμάντης[1] θεωρεί την πόλη ως αιτία διάλυσης όλων εκείνων των αρμών που συνέδεαν οργανικά το άτομο με την τοπική και τη θεϊκή κοινότητα, εξασφαλίζοντας τη συνοχή όχι μόνο της ελληνορθόδοξης συλλογικότητας αλλά και του ίδιου του Έλληνα ανθρώπου ως Προσώπου. Στη Σκιάθο συναιρείται «το φυσικό με το ανθρώπινο στοιχείον και η θεία παρουσία σ’ ένα σύστημα κοινής αναφοράς και αλληλοπροσδιορισμού»[2]. Αυτή η συναίρεση δεν υπάρχει πια. Ο χωρικός ανήκει στη φύση, βρίσκεται εντός της, ενώ ο αστός είναι έξω απ’ αυτή, για να την ελέγχει και να την εκμεταλλεύεται. Όμως στην Ελλάδα, στα χρόνια του τέλους του 19ου αιώνα, οι αγρότες δεν είναι ούτε απλά ένα κομμάτι της φύσης ούτε ένα «σακί πατάτες», όπως έλεγε ο Καρλ Μαρξ, αλλά είναι οι φορείς της εθνικής ιδιαιτερότητας, της εθνικής ιδιοπροσωπίας, που πρέπει να επινοηθεί (γιατί η παράδοση του νέου έθνους-κράτους είναι επινοημένη. Και είναι κρίμα που 400 χρόνια παράδοσης έχουν "σβηστεί" με ένα μεγάλο ψέμμα. Φορέας αυτής της παράδοσης ήταν κυρίως η ύπαιθρος), της εντοπίας, των ελληνικών ηθών και του ελληνικού πολιτισμού, του ελληνικού τρόπου, διακρινόμενου ευκρινώς από τον τρόπο των Άλλων και ο οποίος βρίσκεται εν αρμονία με τη φύση[3]. Επίσης, αυτή την εποχή η ύπαιθρος ανασύρεται στη μνήμη ως αντίβαρο στην αίσθηση του πολιτισμικού ελλείμματος του άστεως[4]. Ανασύρεται όμως στρεβλά και διακωμωδείται από τον υπό διαμόρφωση αστικό πολιτισμό ως παρωχημένη "βουκολικότητα" και ακαλλιέργητη "χωριατιά". Από την πλευρά των χωρικών το αστικό είναι συνυφασμένο με το πλαστό, το μη γνήσιο, το ξενόφερτο, το μιμητικό, το ανήθικο και το μολυσματικό. Η "σύγκρουση", συνεπώς, είναι και πολιτισμική.
 Παρ’ όλα αυτά η πόλη νίκησε. Οι Έλληνες κοίταξαν μια μέρα τον εαυτό τους στον καθρέφτη και δεν τον αναγνώρισαν. Σήμερα, όμως, δεν έχει απομείνει τίποτα από την πόλη. Η πόλη δεν υπάρχει πια παρά ως ένα τοπίο κινούμενων ανδρεικέλων. Οι επικοινωνιακοί πυρήνες του αστεακού χώρου όπως η πλατεία, η αγορά, ο δρόμος έχουν χάσει τη σημασία και τη λειτουργία τους, έχουν απεκδυθεί τη λαμπρή μνήμη, δεν ενεργοποιούν τη συλλογική μίμηση και δεν εγκαλούν στη συλλογική δράση. Αλλά εκείνη την εποχή ό,τι σήμερα έχει παρακμάσει, τότε ήταν το περιεχόμενο του επελαύνοντος δυναμικά αστεακού και αστικού, δυτικόφρονος πολιτισμού, που σάρωσε τις τοπικές παραδόσεις.
Στο πολιτιστικό πεδίο, και μακριά από τις καλύβες των κολίγων της Άρτας και της Θεσσαλίας καθώς και τις υπόγειες κατοικίες των υπηρετών οινοπαντοπωλείων ή των εργατών των ορυχείων του Λαυρίου έχουμε τη σύγκρουση της Παράδοσης με τους εισαγόμενους θεσμούς, που μεταφέρθηκαν από τους πλούσιους Έλληνες της διασποράς, τα ξενόφιλα κόμματα και τους βασιλιάδες[5]. Αυτοί θα είναι οι φορείς. Η Δύση θα παραμένει ο τόπος προέλευσης του καινούργιου, του νεωτερικού. Από εδώ θα προκύψει η αλλαγή του ρομαντικού βλέμματος -που δεν πρόλαβε να αναπτυχθεί στην Ελλάδα-, το οποίο θα γίνει πλέον ρεαλιστικό. Έτσι, το 1880 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «Νανά» του Αιμιλίου Ζολά, του οποίου ο πρόλογος καθίσταται «το μανιφέστο του ρεαλισμού στην Ελλάδα».
 Είχε προηγηθεί η συνάντηση-σύγκρουση στα σύνορα, που διαμόρφωσε τη «διασυνοριακή λαλιά». Γιατί, αν ο τόπος είναι μνήμη και φυσική τοποθεσία, περιοχή μνείας-μάθησης και γεωγραφίας, χώρος και λόγος, η διασυνοριακή λαλιά (προφορική γλώσσα) κατά το ανάλογο της «διασυνοριακής γραφής»(Extraterritorial του Steiner, 1975) αποτέλεσε την έκφραση της αντιπαλότητας-σύνθεσης του οθωμανικού και του ελληνικού στοιχείου, το οποίο έλαβε χώρα στα όρια, στα νέα σύνορα. Το «ελληνικό», μάλιστα, εκπεφρασμένο από τον ανοικτίρμονα μηχανισμό των Ελλήνων τσιφλικάδων, ήταν πιο εχθρικό και ανοίκειο από το «τουρκικό» στοιχείο, πολύ περισσότερο καθώς διέψευσε τις προσδοκίες. Η συνάντηση, πάντως, των δύο «στοιχείων» γινόταν στο θρυλικό γεφύρι της Άρτας[6]. Εκεί λάμβανε χώρα η ανταλλαγή «ξεριζωμένων» Ελλήνων και «ξεριζωμένων» Οθωμανών αλλά και Εβραίων. Εκεί εγκλωβίζονται οι νομάδες των χωριών των Τζουμέρκων. Εκεί είναι το σημείο τομής, όπου οι κάτοικοι της πόλης ανασυστήνουν την ψυχή τους, καθώς επανασυνθέτουν το βιός τους που βρίσκεται στην τουρκοκρατούμενη πλευρά και τον βίο τους που βρίσκεται στην Άρτα. Εκεί συναντάται ο ελληνικός με τον τουρκικό Καραγκιόζη. Ο δεύτερος είναι δημιούργημα του «ανατολικού φεουδαλισμού» και συνιστά μια ανάγνωση της κοινωνίας από τα μουσουλμανικά λαϊκά στρώματα, που είναι οργανικά ενταγμένα στην οθωμανική κοινωνία και αισθάνονται δικό τους το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας. Γι’ αυτό ο τουρκικός Καραγκιόζης δεν κάνει ποτέ κριτική ενάντια στην εξουσία(αφού αυτή είναι οικεία, δική του) και είναι ένας Καραγκιόζης κωμικός(ερωτο-ηθικός, ατομικός), ενώ ο ελλαδικός Καραγκιόζης είναι «κοινωνικο-ηθικός». Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, αφού η νέα εξουσία, οι φαναριώτες είναι ομάδα της πρώην ανώτερης οθωμανικής τάξης, η οποία, όμως, κλείνει προς τις νέες δυτικές εξαρτήσεις, που μοιράζονται την υπό διάλυση οθωμανική αυτοκρατορία. Στην εξαρτημένη Ελλάδα ο καραγκιόζης-λαός συνεχίζει να κάνει τεμενάδες στον πασά, που τώρα είναι ο τσιφλικάς-βουλευτής, ή ο αλλοδαπός τροϊκανός (που υπήρχε και την εποχή της "πτώχευσης" του Τρικούπη. Ένας απ' αυτούς, ο Λω παντρεύτηκε τη γνωστή στη συνέχεια λαίδη Λω) και ο εγχώριος «επιστάτης» του, ακολουθούμενος από τις μικροαστικές μάζες, άλλοτε ελάσσονες συνεταίρους στο εμπορομεσιτικό σύστημα και άλλοτε πολίτες-πελάτες στο πελατειακό σύστημα που είτε προσλαμβάνονταν στο γκουβέρνο με αντάλλαγμα την ψήφο είτε προστατεύονταν από την απόλυση με το ίδιο αντάλλαγμα. Όμως, έρχεται η στιγμή που όλοι μαζί εξεγείρονται ταυτόχρονα εναντίον του μεγαλοαστικού ηγεμονικού εξωχώριου και εγχώριου κατεστημένου.
Αυτό αναμένεται να συμβεί και τώρα ως αντίδραση στην κοινωνική, πολιτιστική και περιβαλλοντική πτώχευση της μεταπολεμικής και «μεταπολιτευτικής» Ελλάδας, την οποία οι ποιητές προέβλεψαν ότι θα εκφραστεί με τον πλειστηριασμό της Ακρόπολης[7]!
            Γιατί, σήμερα, επιστρέφουμε στις εργασιακές σχέσεις και την κοινωνική κατάσταση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, τότε που ο δουλοπάροικος και ο κολίγος της Άρτας και της Θεσσαλίας συναντούσαν τον εργάτη των ορυχείων του Λαυρίου στο μαρμάρινο θάλαμο με τα πτώματα στα έγκατα της γης. Γιατί οι σημερινοί πλανητικοί αστοί του χρηματιστηρίου και του χρηματοστοπιστωτικού κεφαλαίου τείνουν να καταστούν «πολυμορφικοί», όπως τότε που ο φεουδάρχης της Ηπείρου και της Θεσσαλίας ήταν συγχρόνως και «επενδυτής» του χρηματιστηρίου ή του real estate! Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή στην παλιά ταξική κατηγοριοποίηση και οικονομική λειτουργία των Ελλήνων, αστών και εργαζομένων, δεν θα σώσει κανέναν. Και ο «κατώτερος λαός» και οι ελίτ, και οι «πάνω» και οι «κάτω» –πλην των ελαχίστων που ανήκουν στην Κοσμόπολη- έχουμε πλέον κοινή μοίρα έναντι των πλανητικών υπερ-πλούσιων.  Όσο για την προσπάθεια διαμόρφωσης νέων ισορροπιών σε εθνικό επίπεδο αυτή είναι αδύνατη, αφού ο καθορισμός των ορίων της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν είναι δυνατός σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης και με τους άγριους, νεοφιλελεύθερους όρους της τρόικας. Η απόπειρα να εξέλθει κανείς είτε ως επιχείρηση είτε ως κοινωνία από αυτή την κατάσταση είναι σαν να προσπαθεί να ξεφύγει μόνος του από την παγκόσμια μαφία. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η ανάπτυξη ενός παγκόσμιου κινήματος, που δεν θα αμύνεται απλώς αλλά και θα προτείνει έναν νέο παγκόσμιο οικονομικό μοντέλο, αντιπαραθέτοντας, συγχρόνως, ένα νέο είδος ανθρώπου απέναντι στο σημερινό εγωτικό κανίβαλο, ένα είδος, δηλαδή, που θα βρίσκει τον εαυτό του σε μία νέα αξιοπρέπεια και την πλήρωσή του σε μια νέα συλλογικότητα, εκεί όπου θα παράγεται η αγάπη ως συντροφικότητα και η αγωνιστική αλληλεγγύη ως αρμός των διυποκειμενικών σχέσεων σε βάρος της δύναμης και της απληστίας, ενώ παράλληλα θα προτείνει μία προοπτική της εργασίας που δεν θα είναι μόνο άχθος αλλά και δημιουργία. Με άλλα λόγια, χρειάζεται ένα παγκόσμιο κίνημα της διευρυμένης πολιτικής και κοινωνικής «οικολογίας», που θα περιλαμβάνει και τη σχέση μας με τη φύση (που σημαίνει επίσης ένα όριο στη συσσώρευση) αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων του «οίκου» που λέγεται Γη, των ανθρώπων ως μερών της φύσης. Αυτό σημαίνει επανένταξη του ανθρώπου και του πνεύματός του στη φύση και τη φύση του. Σημαίνει μια νέα φιλοσοφία και στάση ζωής, την εντοπία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν θα είναι εκτός αλλά εντός της φύσης και σε αρμονία μαζί της. Σημαίνει εξάλειψη του οποιουδήποτε ρατσισμού, της όποιας κοινωνικής ανισότητας και αδικίας, ενώ σε πολιτικό επίπεδο θα εξαλείφει τη δυνατότητα των «πάνω» να μεταθέτουν τις συγκρούσεις στην περιφέρεια και να προκαλούν τους εμφυλίους των «κάτω». Όσο για τους «κάτω», όλοι είμαστε πλέον ξένοι στο σπίτι μας, ακόμη και απέναντι στον εαυτό μας. Γι’ αυτό θα πούμε, παραφράζοντας τον Ρεμπώ, ότι όλοι «οι άλλοι είναι εμείς». Ο πλούτος του μείγματος που θα δημιουργηθεί από τη συνάντηση ανθρώπων και πολιτισμών θα είναι εκρηκτικός και θα παράσχει ένα νέο πλούσιο νόημα ζωής για όλους. Με άλλα λόγια, οι «κάτω»  -οι εκτός, οι παραριγμένοι, οι φτωχοί, οι άνεργοι και οι μετανάστες-, όλοι οι αποκλεισμένοι, όλοι οι απόκληροι, όπως έχει συμβεί μέχρι τώρα, θα εκφράσουν και τα υπαρξιακά και οντολογικά αιτήματα ολόκληρης της κοινωνίας.
 Βέβαια, «το μέλλον διαρκεί πολύ», όπως κάθε μεταβατική περίοδος, όπως κάθε εποχή μεταξύ των εποχών, όπως κάθε μεσαίωνας, όπως συνέβαινε στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως συμβαίνει σήμερα, όπου το παλιό έχει ξεθυμάνει τελείως αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμη εμφανιστεί…
  
[1] Η αντίστιξη πόλης-υπαίθρου αποτυπώνει τις διαφορές δύο αντίπαλων κόσμων, ενός ομοιογενούς κι ενός ετερογενούς, που συνυπάρχουν και μπορούν να βιωθούν εναλλακτικά. Αρχικά η επαφή των δύο κόσμων ήταν αδύνατη(«Χρυσούλα» Δροσίνη). Στη συνέχεια η σύγκρουση, άρα επαφή θα έχει ποικίλες συνέπειες. «Ο πολιτισμός εις το χωρίον»του Παπαδιαμάντη(1891) περιγράφει τις συνέπειες του εισερχόμενου αστικού πολιτισμού στο χωριό. Πλέον το οικονομικό όφελος και το ατομικό συμφέρον εγγράφονται στους ανθρωπολογικούς και κοινωνικούς κώδικες. Το νεωτερικό άτομο γεννιέται στην πόλη. Μαζί και οι απρόσωπες σχέσεις, η μοναξιά, η απόσπαση από τη φύση και η ξενότητα
[2] Mario Vitti, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Κέδρος
[3] Η «εντοπία» είναι αυτή η αρμονία με τη φύση και όχι η τοπικότητα.
[4] Γεωργία Γκότση, Η ζωή εν τη πρωτευούση, Νεφέλη, Αθήνα, 2004
[5] Mario Vitti, 1980: «Ύστερα από αυτήν τη συστηματική γενοκτονία στο επίπεδο των παραδόσεων και την εξωφρενική απομίμηση δυτικών ηθών, ήταν επόμενο να σταματήσουν κάποτε οι Έλληνες μπρος σ’ έναν καθρέφτη, για να κοιτάξουν την μεταμφίεσή τους και να τρομάξουν». Οι Έλληνες έγιναν κάτι άλλο απ’ αυτό και σε αντίθεση με αυτό που ήταν(«εις αντιφατικήν με τον εαυτόν μας κατάστασιν», Π. Καλλιγάς, ‘’Μελέται’’, 1, 1899).
[6] Η νέα «γέφυρα» της διασυνοριακής γραφής είναι το διαδίκτυο, όπου δημιουργείται η διασυνοριακή λαλιά των «γκρίκλις»