Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Από τον εθνικισμό της Μεγάλης Ιδέας στον εθνικισμό του "ονόματος"

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα αθηναϊκά του διηγήματα περιγράφει «το βίο των παραριγμένων(σ.σ. των αποκλεισμένων, των «κάτω») της κοινωνίας του Άστεως». Ειδικά στο διήγημα «Χωρίς Στεφάνι» σημειώνει ότι «Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι για τις κυράδες, η δευτέρα(σ.σ. Κυριακή απόγευμα) για τις δούλες… (Η Χριστίνα η δασκάλα) δεν ήθελεν ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών». Στο ίδιο διήγημα αναφέρονται «Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού». Είναι προφανές ότι η ταξική διαστρωμάτωση και οι απόκληροι(παραριγμένοι) είναι εδώ εν έτει 1896 και η Εκκλησία αναπαράγει την κοινωνική διαίρεση, παραχωρώντας τη «βασιλεία των Ουρανών» στους έχοντες, στους "Πάνω", αυτούς οι οποίοι στο αρχικό χριστιανικό κήρυγμα δεν είχαν καμία θέση εκεί!
Οι «Πάνω» έχουν έρθει στην Ελλάδα από τις παροικίες του εξωτερικού και κουβαλούν στη σκευή τους την εκεί θέση τους στις κοινωνικές τους διαστρωματώσεις: «Η κλίμακα της παροικιακής διαστρωματικής σύνθεσης άρχιζε από τον μεγαλοτσιφλικά-μεγαλέμπορα, το βιομήχανο και τραπεζίτη και κατέληγε στο μικρομπακάλη», γράφει ο Νίκος Ψυρούκης. Πάντως, ο πάροικος του 19ου αιώνα ήταν ένας πολυμορφικός αστός (έμπορος, μεσίτης, τραπεζίτης, τσιφλικάς...), ο οποίος «πηγαίνει στην Ανατολή σαν χρυσοθήρας και λαγωνικό της αποικιοκρατίας. Όμως πιστεύει ότι με τη δράση του αυτή δίνει «τα φώτα του και τις γνώσεις του σε καθυστερημένους λαούς». Εκεί αναπτύσσεται και η Μεγάλη Ιδέα. Η παροικιακή ιδεολογία του «ξένου», του «μικρού λευκού», του μεσάζοντα που θέλει να γίνει «μεγάλος», δηλαδή αφεντικό.
Λίγοι μόνο πάροικοι, όπως ο Καβάφης και ο Σκληρός στρέφονται κατά των αποικιοκρατών και υπέρ των αποικιοκρατούμενων «βαρβάρων». Ο Κ. Καραπάνος σε ομιλία του στην Κωνσταντινούπολη έλεγε ότι «Για τον πάροικο η Μεγάλη Ιδέα ήταν λιγότερο συνδεδεμένη με την απελευθέρωση και περισσότερο με την επέκταση του ελληνισμού στα πέρατα της Γης». Σ’ αυτή την κατεύθυνση, τα παιδιά του Καραπάνου και του εφέντη Χρηστάκη-Ζωγράφου θα επιχειρήσουν την «απελευθέρωση» της Β. Ηπείρου το 1914. Γενικά, «…Η ανάγκη της προβολής και της επιβολής της παροικιακής ιδεολογίας για ‘’το μεγάλο ιστορικό προορισμό’’ της, διαμόρφωνε καταλυτικά και τον ψυχισμό του πάροικου…», αλλά και των "κάτω" από ένα σημείο και μετά.
 Το 1882 οι Άγγλοι καταλαμβάνουν την Αίγυπτο και αρχίζει η περίοδος της αποικιοκρατίας. «Τώρα, εκεί που στάθμευαν αποικιακά στρατεύματα, ο τελευταίος Άγγλος ή Γάλλος λοχίας ήταν κάτι παραπάνω από τον πάροικο τραπεζίτη, μεγαλέμπορα, βιομήχανο…».  Γι' αυτό πολλοί πάροικοι φεύγουν και αρχίζουν να εγκαθίστανται στην Αθήνα, δημιουργώντας την τάξη των «Πάνω» της εποχής…
Ιδού πως έβλεπαν τους εγχώριους «κάτω» οι νεοεγκατεστημένοι «πάνω»: Ο σημερινός «κατώτερος λαός»(!) αντιστοιχεί στους αρχαίους δούλους που έχοντας δικαιώματα μπορούν να θεωρηθούν «ως αποτελούντες μίαν τάξην», λέει ο Κ. Καραπάνος, τσιφλικάς, χρηματιστής, διπλωμάτης, πολιτικός, αρχαιολόγος (ανέσκαψε την Δωδώνη).
Αλλά αν ο Καραπάνος και οι πάροικοι «πάνω» βλέπουν τους ελλαδίτες «κάτω» ως δούλους, το «βλέμμα» των κατοίκων της παλαιάς Ελλάδας για τους Έλληνες των νέων χωρών, που απελευθερώθηκαν μετά το 1881 και τους βαλκανικούς πολέμους, δεν είναι καλύτερο. Δεν τους θεωρούν καν «καθ’ ολοκληρίαν Έλληνες»! Όπως δε περιγράφει ο ειδικός ανταποκριτής της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» το Σεπτέμβριο του 1881 από την Άρτα: «… Εάν ήσο ενταύθα θα επίστευες ότι είσαι ακόμη εις χώραν τουρκικήν. Με απογοητεύει εντελώς ο ηπειρωτικός του λαλείν ιδιωτισμός. Η φουστανέλα και το φέσι, η κάπα και ο κεκρύφαλος. Και –Θεέ μου!- τι άκομψος ενδυμασία!...». Το απόσπασμα της ανταπόκρισης καθιστά σαφές ότι η ενδυμασία, η στάση του σώματος, οι χειρονομίες, η έκφραση του προσώπου, ολόκληρη η εξωτερική συμπεριφορά των Αρτινών αντιστοιχούσε στη συμβολική τάξη των Τούρκων και όχι των Ελλήνων παροίκων των Αθηνών! Δεν είναι τυχαία η συμπεριφορά των συναδέλφων του Βιζυηνού στην Αθήνα που διασκέδαζαν με τη θρακιώτικη προφορά του. Τον χαρακτήριζαν «ξενομερίτη» και «τουρκομερίτη». Ήταν ραγιάς στην Κωνσταντινούπολη και «τουρκόσπορος» στην Αθήνα. «Ο Γ.Β(ιζυηνός) είναι γεννημένος δια να παίξη τοιούτον ρόλο επαίτου» γράφει η ίδια εφημερίδα, συνεχίζοντας πως δεν τα γράφει αυτά «προς εξευτελισμόν του» αλλά για να καταγράψει «όλα τα αποκτηνούντα στάδια, του υπηρέτου παντοπωλείου, του ψάλτου, του ράπτου, του παπαδοπαίδου, του ιεροσπουδαστού...». Αυτά σημειώνει ο Βλάσης Γαβριηλίδης, ένας εξ εκείνων που θεωρούνταν προοδευτικός για την εποχή! Έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς τι σήμαινε να είσαι «υπηρέτης παντοπώλου». Χειρότερα κι από κτήνος! Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαρίνος Αντύπας επιχείρησε αρχικά να οργανώσει τους «υπηρέτες». Εξ άλλου, ο ίδιος ο Μαρίνος Αντύπας θα χαστουκίσει τον βουλευτή γιό του Σλήμαν (στου Ζαχαράτου), γιατί η γυναίκα του τελευταίου τον χαρακτήρισε «λούμπεν»! Αυτοί είναι οι «πάνω» και οι «κάτω» της εποχής.
Αυτές οι δύο κοινωνικές κατηγορίες, αυτή η κοινωνική και πολιτιστική βαβυλωνία θα ενωθεί με βάση την εθνικιστική ιδεολογία της συνέχειας με την αρχαιότητα και την επέκταση του ελληνισμού στα αρχαία όριά του. Έτσι θα διαμορφωθεί το νεότευκτο ελληνικό κράτος-έθνος. Αλλά όταν θα επιχειρήσει να υλοποιήσει την ιδεολογία του, θα τσακιστεί, προκαλώντας τη μικρασιατική καταστροφή. Συμπέρασμα: Η Μεγάλη Ιδέα τσάκισε τον ελληνισμό, αλλά παραμένει πάντα στον πυρήνα της συντηρητικής ιδεολογίας με τη μορφή της ρεβάνς και της επανάκτησης των «χαμένων πατρίδων» («πάλι με χρόνια με καιρούς…»).
Σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ανακλαστικής εμφάνισης των ταυτοτήτων, έχουμε την εκδήλωση με αντιθετικό τρόπο της ίδιας ρεβάνς. Έτσι, ενώ υποτίθεται ότι αμυνόμαστε στον αλυτρωτισμό των κατοίκων της πΓΔΜ, στην πραγματικότητα εκδηλώνουμε τον δικό μας αλυτρωτισμό. Αυτόν που εκφράζεται μέσα από την άποψη ότι η σύγχρονη Μακεδονία είναι μία, ενιαία και ελληνική!
*από το βιβλίο "Το ματωμένο θέρος του 1882"

Σκότωσε την κόρη του γιατί τα είχε με Αφγανό

Σκότωσε την κόρη του με χέρια που κινούσε ένα απίστευτο μίσος. Γιατί, λέει, είχε ερωτική σχέση με έναν ξένο, μ’ έναν Αφγανό. Ποιος αλήθεια θρέφει αυτή την αγριότητα; Ποιες θεσμικές βρύσες ποτίζουν αυτόν τον ρατσισμό που μετατρέπει τις ψυχές σε μηχανές που ξερνούν θάνατο; Οι ερωτήσεις είναι ρητορικές. Ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν είναι πλέον μόνο πολιτικός είναι και κοινωνικός. Έχουν διαποτίσει τις οικογένειες, τις σχέσεις, τις συναναστροφές. Στην Κέρκυρα ο έρωτας για έναν ξένο τιμωρήθηκε με θάνατο, στον Πειραιά ένα σκούντημα απαντήθηκε με δυο σφαίρες στην καρδιά.
Κάποιοι θεωρούν ότι εδώ είχαμε πάλι μια «γυναικοκτονία». Θα πω ότι εν προκειμένω είχαμε διεμφυλική και φυλετική βία συγχρόνως, αλλά και μία άλλη αντίληψη για τον ίδιο τον έρωτα.
Στο Εγκώμιο του έρωτα ο Μπαντιού επισημαίνει ότι ο έρωτας απειλείται από τη φιλελεύθερη (συντηρητική) λογική της εμπορευματοποίησης και του μηδενικού ρίσκου, από μια λογική που θεωρεί ως κινητήρια δύναμη της ζωής το ατομικό συμφέρον, τη διαφορά και όχι την ταυτότητα. Όμως από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχει δειχθεί ότι στον έρωτα δεν υπάρχουν ταξικοί ή φυλετικοί εχθροί, δεν υπάρχουν ατομικά ή εμπορικά συμφέροντα. Αυτή είναι η προοδευτική αντίληψη.
Γιατί ο πραγματικός έρωτας είναι η δυνατότητα του συλλογικού να συμπεριλάβει ολόκληρο τον κόσμο, υπερβαίνοντας κάθε  διαφορά και να σκεφτεί πως δεν υπάρχει ένας μόνο κόσμος.