Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Η αγωνία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν


Η σύγχρονη βία στις διανθρώπινες σχέσεις δεν είναι παρά μια έκφραση απελπισμένων χειρονομιών για να φθάσουμε, να αγγίξουμε τον άλλο, λέει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Δεν ξέρουμε πλέον άλλο τρόπο, καθώς είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι. Σπουδάζουμε τα πάντα, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ανθρώπινη ψυχή.  Μόνος τρόπος επαφής είναι ο φυσικός, η σεξουαλική επαφή, η σωματική επαφή με τη μορφή της βίας. Στις «Άγριες Φράουλες» το ζευγάρι είναι με τα ντοσιέ του διαζυγίου στα χέρια, φιλονικεί άγρια κι ύστερα το ίδιο άγρια κάνει σεξ. Τα σώματα έρχονται σε επαφή, οι ψυχές ποτέ. Στη σχέση του ζεύγους το συναίσθημα δεν έχει θέση, μόνο η φυσική επαφή είναι δυνατή. Τα χτυπήματα και οι ταπεινώσεις είναι ο μόνος τρόπος προσέγγισης. Η ζωή είναι ρυθμισμένη σύμφωνα με την υλική αξία και την ευχαρίστηση. Η ψυχή και η αγάπη δεν υφίστανται, ειμή μόνο ως προσωπεία, ως μάσκες. Ο κόσμος είναι μία μηχανή, ένας απρόσωπος μηχανισμός ο οποίος στις ταινίες του Μπέργκμαν παρουσιάζεται ως απειλή.
 Η αγάπη δεν υπάρχει. Η ψυχή δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι κακοφορμισμένη και τότε το λόγο έχουν οι πολυπληθείς «γιατροί, ή χειρουργοί της ψυχής». Μόνο που η ψυχή δεν μπορεί να ιαθεί με μια ψυχρή, επιστημονική προσέγγιση. Το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στην αποπροσωποποίηση, στο γεγονός ότι δεν υπάρχει μια ψυχή να δεις την ψυχή σου. Κι αυτό δεν χρειάζεται τον ορθό λόγο του «Τζέγκις»… Καντ αλλά την άλφα βήτα της Αγάπης.
Αυτά μας είχε πει από πολύ νωρίς ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Σουηδικά: Ingmar Bergman). Ο Σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1918 στην Ουψάλα, αλλά μεγάλωσε στη Στοκχόλμη. Κύρια θέματα των ταινιών του είναι η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, η αντιπαράθεση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον Θεό και η αμφισβήτηση του τελευταίου, η ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων και κυρίως των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, η αναζήτηση του νοήματος της ζωής. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά εγκαταλείπει τη χρήση συμβολισμών και αλληγοριών που κυριαρχούσαν σε παλαιότερες ταινίες του (Η Έβδομη Σφραγίδα, Άγριες φράουλες, Η τριλογία της Σιωπής) και περνά σε περισσότερο λιτές σκηνοθεσίες, ερευνώντας κυρίως τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και την προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει του εαυτό του.
Σε όλα τα βιβλία και τις συνεντεύξεις του ο Μπέργκμαν επιχειρεί μια προσέγγιση της σχέσης των ταινιών του με την προσωπική του ζωή. «Σκέφτομαι ότι είμαστε το σύνολο αυτών που έχουμε διαβάσει, που έχουμε δει, που έχουμε βιώσει. Δεν πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες γεννιούνται εν κενώ! Είμαι μια μικρή πέτρα ενός μεγάλου οικοδομήματος, εξαρτώμαι από καθένα εκ των στοιχείων αυτού του οικοδομήματος, των δίπλα, των πάνω, των κάτω». Αλλά ποια είναι αυτά που διάβασε, είδε και βίωσε ο μεγάλος σκηνοθέτης;
Κατ’ αρχήν, το γεγονός ότι ήταν γιος ενός λουθηρανού πάστορα έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στη σύλληψη και το σκεπτικό των ταινιών του. Το οικογενειακό περιβάλλον ήταν έντονα θρησκευτικό και σύμφωνα με αυτό η Εκκλησία ήταν υπερασπιστής της ηθικής - ενός ιδιότυπου ασκητισμού. Ο φόβος των τιμωριών και οι ταπεινώσεις κατά την παιδική ηλικία του Μπέργκμαν οδήγησαν σε μια αποφασιστική αντίληψη για τη χριστιανική θρησκεία: «Οι τιμωρίες ήταν επιβαλλόμενες μ’ έναν τελετουργικό τρόπο (...) είχαμε πάντα φόβο», λέει ο ίδιος.
Όταν ο νεαρός Μπέργκμαν βγήκε από το προστατευμένο αστικό του περιβάλλον, βρήκε απέναντί του μία βίαιη πραγματικότητα από την οποία ο Θεός απουσίαζε. Αυτή η σιωπή του Θεού τού ήταν ανυπόφορη. Το αίσθημα της εγκατάλειψης τον οδηγεί μέχρι την άρνηση της ύπαρξής του. Έτσι, η χριστιανική θρησκεία ενώ συνιστά τη βάση του ψυχοδιανοητικού του σύμπαντος, είναι συγχρόνως και το αντικείμενο της απέχθειάς του.
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Μπέργκμαν: «Αφομοίωσα τον χριστιανισμό μαζί με το μητρικό γάλα, βγήκα από έναν συντηρητικό χριστιανικό κόσμο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι έκδηλο πως ορισμένα αρχέτυπα παρέμειναν στο βάθος της συνείδησής μου, και ότι κάποιες γραμμές, κάποια φαινόμενα, ορισμένες συμπεριφορές είναι ταυτόσημες με τη χριστιανική αντίληψη».
  Η επιρροή από τον Κίρκεγκααρντ
 Αυτή η σχέση του Μπέργκμαν με τη χριστιανική θρησκεία τον έφερε κοντά στις αντιλήψεις του Κίρκεγκααρντ. Δεν υπάρχει μελέτη για τον μεγάλο σκηνοθέτη που να μην κάνει αναφορά στον καθοριστικό επηρεασμό του Μπέργκμαν από τον μεγάλο φιλόσοφο της υπαρξιακής Αγωνίας. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκααρντ «Η χριστιανικότητα δεν είναι παρά ένα τεράστιο συνονθύλευμα από λάθη και ψευδαισθήσεις με τις οποίες συνδέεται μια αδύνατη και ελαφριά δόση του αυθεντικού χριστιανισμού» (σ.σ. αυτή είναι η αφετηρία του χριστιανικού υπαρξισμού).
Εντούτοις μεταξύ Μπέργκμαν και Κίρκεγκααρντ υπάρχει μια διάσταση απόψεων. Για τον δεύτερο η ύπαρξη είναι ουσιωδώς σχετιζόμενη με το Θεό, ενώ για τον Μπέργκμαν η ιδέα του Θεού προκύπτει από μια εσωτερική αναγκαιότητα. Ο σκηνοθέτης αγωνίζεται για να εξέλθει από τη σκιά του «δογματικού Θεού» για να βρει τον εαυτό του, την ίδια την ύπαρξή του: «Αρνούμαι, με οποιοδήποτε τρόπο, να προσαρμοστώ σε μια φόρμουλα, να συμμορφωθώ σ’ ένα σύστημα», λέει ο ίδιος, θέτοντας έτσι το ζήτημα της αντίθεσης μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας.
Συνεπώς ο υπαρξισμός του Μπέργκμαν διαφοροποιείται από τον υπαρξισμό του Κίρκεγκααρντ, τουλάχιστον στις πρώτες ταινίες, ενώ είναι εντονότατος στις τελευταίες.
Στις πρώτες ταινίες όλες οι ιστορίες λαμβάνουν χώρα σε απομονωμένους χώρους, σηματοδοτώντας την απόρριψη της κοινωνίας και των συμβάσεών της καθώς και των εκπροσώπων της Αλήθειας. Οι πρωταγωνιστές απορρίπτουν αποφασιστικά καθετί που επιβάλλεται «απ’ έξω» ως Αλήθεια. Έτσι εξηγείται η μεγάλη ευθραυστότητα της τελευταίας, που προκαλεί την εισαγωγή ενός νέου στοιχείου, της ελευθερίας. Τα πρόσωπα βρίσκονται σε μια κατάσταση διαχείρισης νέων σκεπτικών όπως η δυνατότητα και η επιλογή. Από εδώ όμως προκύπτει και η αναπόφευκτη αντιπαράθεση με την αγωνία. Η απελευθέρωση του προσώπου (του ατόμου) έρχεται αγκαλιά με την αγωνία. Η εποχή της νέας ατομικότητας και της ύπαρξης των προσώπων ως υποκειμένων έχει έλθει. Από την αντικειμενική Αλήθεια που επιβάλλεται γενικά στους πάντες και τα πάντα, οδηγούμαστε στην υποκειμενική Αλήθεια και την τεράστια ποικιλία των περιπτώσεών της. Η πραγματικότητα, τώρα, δεν ταυτίζεται μονοδιάστατα με το ορατό. Η εποχή που οι μάσκες πέφτουν, έχει έλθει. Η αναζήτηση του προσώπου του καθενός από τον καθένα γίνεται ένα από τα πρωταρχικά κίνητρα των πρωταγωνιστών. Αλλά η ιδέα των μασκών οδηγεί σε μια αντίληψη της ύπαρξης που έτσι γίνεται μια διαδοχή ρόλων.
Μία φράση του Κίρκεγκααρντ θα είναι καθοριστική για τον Μπέργκμαν. Σ’ αυτή ο πρώτος λέει «επέλεξα το απόλυτο, αλλά τι είναι αυτό; Εγώ ο ίδιος μέσα στην αιώνια αξία μου». Από εδώ εξάγεται το νόημα της ζωής ως «υπάρχειν». Το ζήτημα, λοιπόν, είναι «να υπάρχω».
Όσο για το Θεό: «Δεν ξέρω ακόμα εάν η αγάπη αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού ή εάν αυτή είναι ο ίδιος ο Θεός»!
Και η Αγωνία; Η υπαρξιακή Αγωνία; Αυτή δεν είναι παρά ένα προπαρασκευαστικό στάδιο που οδηγεί στην πίστη αρχικά της ηθικής, μετά της θρησκείας και ύστερα της αισθητικής, της ελπίδας, της απελπισίας.
Ο Μπέργκμαν πέθανε στις 30 Ιουλίου 2007.


Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Το bullying είναι το άλλο όνομα του φασισμού


Ο ατομικός εκφοβισμός, το bullying εναντίον του άλλου, του διπλανού, η «μικρή ατομική τρομοκρατία» λειτουργούσε πάντα δίπλα στη «μεγάλη τρομοκρατία» του πολιτικού φασισμού. Το bullying ανάγει κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες σε ατομικές, σε ένα επιφανειακό επίπεδο ψυχολογίας, καθιστώντας αόρατες τις σχέσεις εξουσίας και τις ευρύτερες θεσμοθετημένες πρακτικές που διαπερνούν αυτές τις διαδικασίες. Υπό μία έννοια, δηλαδή, αποπολιτικοποιεί και συγκαλύπτει την κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική διάσταση της γενικής βίας. Με άλλα λόγια συγκαλύπτει τον πολιτικό φασισμό. Μερικές φορές, μάλιστα, όπως σήμερα, τον νομιμοποιεί -κι αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο.
Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο μία πρακτική, έχει και τη θεωρητική του στήριξη. Οι ουσιοκρατικές φιλοσοφίες χάρη στις οποίες συγκροτείται το υποκείμενο, βοηθούν ενεργά στην αναπαραγωγή ενός συστήματος που αποκλείει τον άλλον με βίαιο τρόπο. Συγκεκριμένα, βοηθούν ένα άδικο και βίαιο, δηλαδή φασιστικό σύστημα να αποδώσει σε μερικές συμπεριφορές και λόγους -με βάση ένα αυθαίρετο κριτήριο- το στάτους του φυσιολογικού και σε άλλες το χαρακτηρισμό: «αποκλίνον-παθολογικό». Τα άτομα στο σύστημα αυτό διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτά που αναγνωρίζονται ως «πραγματικά» ανθρώπινα υποκείμενα, και άρα άξια να είναι ισότιμα μέλη της πολιτικής κοινότητας, και σε αυτά που θεωρούνται μη-ανθρώπινα, δηλαδή «παρεκκλίνοντα». Εδώ έχουμε τον homo sacer, τον δούλο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που δεν προστατεύεται από κανένα νομικό πλαίσιο και ο καθένας μπορεί να τον σκοτώσει, μέχρι τη σημερινή αντιμετώπιση των προσφύγων και των μεταναστών, των γυναικών –κυρίως στο trafficking-, των ομοφυλόφιλων, των Ρομά κ.ά.
Οι ανθρωποκεντρικοί λόγοι  επιτρέπουν να οριοθετείται το τι είναι το πολιτισμικά διανοήσιμο ως ανθρώπινο, με αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι να «αποανθρωποποιούνται» και να μην αναγνωρίζονται ως ισότιμοι, αλλά να θεωρούνται ως ένα είδος «παρία», περιττού (σ.σ. στην έννοια του «περιττού» βασίζεται ο ολοκληρωτισμός σύμφωνα με την Άρεντ), «γυμνού» από κάθε δικαίωμα, από κάθε πολιτική και νομική προστασία.
Κάποιοι λένε πως είναι θέμα εκπαίδευσης. Ότι δηλαδή η εκπαίδευση στην Ελλάδα θα πρέπει να αμφισβητήσει τις κανονιστικές μορφοποιήσεις και ιδιότητες που έχουν ταξινομηθεί στην κατηγορία «διαφορετικοί», «παρεκκλίνοντες», να άρει το βίαιο αποκλεισμό από το κοινωνικό γίγνεσθαι που υφίστανται άτομα επειδή, τάχα, ο τρόπος ζωής τους «παρεκκλίνει» από το -οριζόμενο αυθαίρετα από τις σχέσεις εξουσίας- «κανονικό» ή «φυσιολογικό». Αντί, δηλαδή, η εκπαιδευτική διαδικασία να νομιμοποιεί δομές εξουσίας που δεν αναγνωρίζουν όλα τα ανθρώπινα όντα ως ανθρώπινα και, κατά συνέπεια, τα αποκλείουν, πρέπει να πρωτοστατήσει στη συγκρότηση μιας νέας ηθικής, η οποία θα προκρίνει τον σεβασμό για τον Άλλο και την άρνηση κάθε είδους βίαιου αποκλεισμού με επίγνωση του ρόλου που διαδραματίζουν οι σχέσεις εξουσίας στη διαμόρφωση των υποκειμένων. Όμως δεν είναι μόνο θέμα εκπαίδευσης.
Είναι και θέμα Συμβολικής Τάξης. Μιας κατάστασης δηλαδή που διαπερνά τα πάντα, τον τρόπο ζωής, τον τρόπο σκέψης, τον τρόπο που κανείς τρώει, κάθεται, κοιμάται ή κάνει σεξ, τον τρόπο που οδηγεί, που συναλλάσσεται... Είναι θέμα συνεπώς Πολιτισμού και Πολιτικής. Και μιλάω για τον φασισμό του viril και της δύναμης των φαρμακοδιεγερμένων μούσκλων των γυμναστηρίων, αυτών που παραπέμπουν στην εκπαίδευση της Χρυσής Αυγής, το φασισμό του φαλλού, όπως συμβολίζεται με τα ξυρισμένα κεφάλια των φασιστοειδών, τον φασισμό που επικρατεί παντού, αποκλείοντας τον αδύνατο, τον διαφορετικό, τον άλλο και επιβάλλοντας μία κανονιστική αντίληψη του ανθρώπινου, μια κανονιστική αντίληψη για το τι και πως πρέπει να είναι το ανθρώπινο σώμα. Αυτός ο κοινωνικός και πολιτιστικός φασισμός είναι ο μεγάλος κίνδυνος των σημερινών κοινωνιών, καθώς προτείνει ως στοιχείο κοινωνικής συνοχής το μίσος και όχι την Αγάπη και την Αλληλεγγύη. Έτσι, η ρίζα του ανήκειν και ο συνδετικός ιστός του συνανήκειν γίνεται το μίσος για τον άλλον! 
Παραδόξως, το μίσος αυτό των φασιστών βρίσκει «στέγη» και κατοικεί στο θεσμικό κέλυφος που λέγεται Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία. Η τελευταία δεν έχει καμία σχέση με το περιεχόμενο της χριστιανικής αγάπης, αλλά είναι ένας ισχυρότατος θεσμός εξουσίας ακροδεξιού τύπου, δηλαδή της πιο άγριας μισαλλοδοξίας. Γι’ αυτό η αντιπαράθεση με την Εκκλησία πρέπει να γίνεται σ’ αυτό το πολιτικό πλαίσιο και όχι του οικονομίστικου διαχωρισμού «Κράτους-Εκκλησίας». Δηλαδή του "χωρισμού" ενός συντηρητικού θεσμού εξουσίας από έναν άλλο υπερσυντηρητικό θεσμό…



Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Το τέρας που γεννά η ένωση νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών

Στην Αυστρία οι νεοφιλελεύθεροι και οι ακροδεξιοί ψήφισαν το 12ωρο. Αυτά τα δύο φαινομενικά ετερόκλητα ρεύματα συναντώνται και στην Ελλάδα. Ετερόκλητα γιατί αυτοί που διακηρύσσουν τον κοινωνιολογικό ατομικισμό (τύπου Θάτσερ, που έλεγε ότι «Κοινωνία δεν υπάρχει»), δηλαδή οι νεοφιλελεύθεροι, συναντούν και συνεργάζονται με τους ακροδεξιούς, που εκφράζουν ένα ξενοφοβικό και ρατσιστικό «Εμείς», μία συλλογικότητα. Με άλλα λόγια, το απόλυτο Εγώ συναντά το απόλυτο Εμείς σε μία δικέφαλη, τερατώδη πολιτική οντότητα, που ξερνάει μίσος. Το νεοφιλεύθερο «Εγώ», λοιπόν, του στενού κοινωνιολογικού ατομικισμού, και η φονταμενταλιστική δεξιά συστήνουν ένα "μετα-Εμείς", μια περίκλειστη, σάπια συλλογικότητα, προσδιοριζόμενη από το φόβο των Άλλων, των ξένων, είτε αυτοί είναι μετανάστες είτε είναι «γείτονες». Μια πρώτη αντίφαση, συνεπώς, είναι η συνάντηση των νεοφιλελεύθερων ατομικιστών με τους φανατικούς ακροδεξιούς σε μία ένωση που υποστηρίζει την μοναδικότητα και υπεροχή της πολιτιστικής μας ταυτότητας, την οποία όποιος δεν αποδέχεται είναι εχθρός μας. Αλλά ακριβώς αυτό δεν πρέσβευαν και οι Ναζί;  
Εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε λαός πρέπει να σέβεται την διιστορική αξιοπρέπεια και τον πολιτισμό των άλλων λαών. Εμείς δεν θα πούμε αυτό, που συνιστά ούτως ή άλλως αξίωμα, απλώς θα διατυπώσουμε το ερώτημα: Μπορεί μια κοινωνία να παραμένει αμετάβλητη μέσα στους αιώνες σε σχέση με τον αρχικό εαυτό της; Καμία κοινωνία δεν καταφέρνει να διασχίσει τους αιώνες αμετάβλητη. Το αντίθετο. Μια πόλη, όπως εξήγησε ήδη ο Αριστοτέλης, μοιάζει με ποταμό. Ακριβώς όπως ένας ποταμός συνεχίζει να υφίσταται επειδή ανανεώνει συνεχώς τα νερά του, μια πόλη διαρκεί επειδή ανανεώνεται συνεχώς – επειδή αλλάζει τη σύνθεσή της (με τη διαδοχή των γενεών), την εσωτερική της λειτουργία και την προσαρμογή της στο περιβάλλον. Έχουμε, λοιπόν, γεωγραφικά κριτήρια ταυτότητας για αυτό που ονομάζουμε "τον ίδιο ποταμό". Το ίδιο ισχύει και για τους διάφορους τύπους κοινωνίας. Το κριτήριο της ταυτότητας για την "ίδια πόλη", δηλαδή μια πολιτική κοινότητα, υπάρχει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στη μετάδοση νόμων και εθίμων. Υπ’ αυτή την οπτική, υπάρχει σήμερα η «ελληνική Μακεδονία», η «βουλγαρική», η «αλβανική» και η «Βόρεια»! Ο θρύλος του «Ματωμένου Γάμου» (δες και το «Τι ζητούν οι βάρβαροι;» του Δ. Κούρτοβικ) και οι διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων φανερώνουν τις διαφορές στις βαλκανικές ταυτότητες, που όμως «κυλούν» στην ίδια «αιματοβαμμένη» βαλκανική κοίτη!   
Το πρόβλημα κατά συνέπεια στο θέμα της ταυτότητας δεν είναι να οικειωθεί κάποιος στοιχεία της δικής σου ταυτότητας (στον "Ματωμένο Γάμο" η οικείωση προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε βαλκανικού λαού) αλλά να σου απαγορεύσει να χρησιμοποιείς εσύ ο ίδιος στοιχεία της. Να σου ζητήσει δηλαδή να εγκαταλείψεις μια γλώσσα, ένα τελετουργικό, να παραιτηθείς από κάτι, να ενεργήσεις σαν να ήσουν κάποιος άλλος. Το σημερινό πρόβλημα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης δεν είναι ο αλυτρωτισμός κρατιδίων όπως η πΓΔΜ, αλλά η απάλειψη τοπικών πολιτιστικών στοιχείων από τον οδοστρωτήρα της αμερικανικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Η Αμερική είναι παντού και επιδιώκει να είναι παντού, ως γλώσσα, ως καταναλωτικός τρόπος ζωής, ως τρόπος σκέψης, κι εμείς ενοχλούμαστε από τον δήθεν ιμπεριαλιστή "ψύλλο" που έχει αλυτρωτικές βλέψεις!
Το κλειδί του σύγχρονου λόγου για τις συλλογικές ταυτότητες έγκειται στη μετάβαση στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, το "εμείς".  Μια ομάδα έχει συλλογική ταυτότητα αν τα μέλη της έχουν τις μορφές γλώσσας που τους επιτρέπουν να πουν στον κόσμο: υπάρχω ως ομάδα. Η συλλογική ταυτότητα βρίσκεται σε στιγμές που τα μέλη μιας κοινωνίας λένε "ποιοι είναι". Δεν το λένε κατ’ ανάγκη σε μια αρθρωτή δήλωση, σε προτάσεις, αλλά στα μνημεία τους - δείχνοντας τι τιμούν - στις τελετές και τις λειτουργίες τους - όπου οργανώνουν την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, στα εκπαιδευτικά τους ιδρύματα, όπου εκφράζουν τι θέλουν να μεταδώσουν.   
Ο άνθρωπος σήμερα ερμηνεύει το δικαίωμά του στην χειραφέτηση ως δικαίωμα να καθορίζει την ταυτότητά του, να τη συλλαμβάνει και να την καταλαβαίνει, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτήν κοινωνικούς δεσμούς που δεν οφείλονται σε κοινωνικές συμβάσεις. Χρησιμοποιεί δηλαδή το ιδίωμα της πληθυντικής του (εθνοτικής, φυλετικής, σεξουαλικής…) ταυτότητας, όχι για να ξεχωρίσει, όχι για να αντιπαρατεθεί, όχι για να ετεροπροσδιοριστεί, αλλά για να κάνει ένα βήμα προς τη συμφιλίωση με τη δική του ανθρωπιά. «Για να αγαπάς βαθειά σαν Έλληνας που είσαι», που έλεγε ο μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ, και όχι για να μισείς, όχι για να σκοτώνεις όπως ο Μερσώ στον Ξένο του Καμύ για να μην αισθάνεται μόνος, για να μην αισθάνεσαι "ανάδελφος". Συνεπώς, η δική μας ταυτότητα, το δικό μας «Εμείς» δεν έχει ούτε το στοιχείο του υπερτροφικού ναρκισσισμού των νεοφιλελεύθερων ατομικιστών ούτε τον φανατισμό του δήθεν ενιαίου, αδιαίρετου και αδιατάρακτου στους αιώνες των αιώνων, όπως διατείνονται οι ακροδεξιοί φονταμενταλιστές, αλλά ούτε και την τερατώδη μηχανή μίσους εναντίον του Ανθρώπου, που δημιουργεί η ένωση των δύο στοιχείων.
Η αρχή της εννοιολογικής σοφίας στο θέμα των ταυτοτήτων είναι να σταματήσουμε να συγχέουμε την ταυτότητα (που μας οδηγεί στο ερώτημα: "Τι θα κάνουμε;", δηλαδή στο μέλλον) με την ενότητα (όπου υποτίθεται ότι όλες οι απαντήσεις πρέπει να συμφωνούν) ...
* Στοιχεία της συλλογιστικής μας βασίζονται στο βιβλίο του Vincent Descombes, Les Embarras de l’identité,Gallimard, coll. « NRF Essais », Paris, 2013.