Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

11. Οι βλέψεις των Ελλήνων τσιφλικούχων στα βαλκάνια-Το ματωμένο θέρος του 1882

Το 1901 πεθαίνει η Μαρία Καραπάνου, σύζυγος του Κωνσταντίνου και κόρη του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου. Τον πρηγούμενο χρόνο είχαμε ανάλογο συμβάν στο «στρατόπεδο» του μεγάλου πολιτικού του αντιπάλου, του Γεωργίου Παχύ, όταν χάνει το γιο του, τον ανθυπίλαρχο Θεόδωρο Παχύ. Ο θάνατος ήταν περίεργος. Στην εφημερίδα «Εμπρός» (16/2/1900) διαβάζουμε ότι «Τηλεγράφημα εκ Παρισίων προς τον κ. Σερπιέρην ανήγγειλε την θλιβεράν είδησιν του θανάτου του ανθυπιλάρχου Θεοδώρου Παχύ υιού του ημετέρου συμπολίτου Γ. Παχύ». Γιατί το τηλεγράφημα εστάλη στον συμπέθερο κ. Σερπιέρη(η Λαυρία Παχύ κόρη του Γεωργίου παντρεύτηκε τον Φερνάνδο Σερπιέρη)  και όχι στον ίδιο τον Γ. Παχύ; Άγνωστο. Πάντως, ο αιφνίδιος θάνατος του Γ. Παχύ το 1913, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Κ. Καραπάνου και την ημέρα που είχε φθάσει στην Αττική η σορός του δολοφονημένου βασιλιά Γεωργίου Α΄ δείχνει την ευαισθησία του και ότι πιθανόν να έπασχε από καρδιά[1]. Πάντως, ο Παχύς είχε χάσει τον μονάκριβο γιο του(είχε και δύο κόρες) κάτω από συνθήκες όλως ιδιαίτερες. Όπως σημειώνει η εφημερίδα «Εμπρός»[2] «Ο αποθανών είχε δηχθή υπό λυσσώντος κυνός, μετέβη δε εις Παρισίους, όπως νοσηλευθεί εις το Ινστιτούτον Παστέρ. Φαίνεται όμως, ότι το δήγμα ήτο βαθύ και το αίμα είχε δηλητηριασθή. Εξ άλλου δε ελέγετο, ότι ο αποθανών δεν εξηκολούθει τακτικώς την θεραπείαν επιδοθείς εις τας διασκεδάσεις. Το σπουδαίο είναι, ότι ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως, μη προηγηθέντων των συνήθων συμπτωμάτων της λύσσης. Εν αρχή υπετέθη ότι ο θάνατος προήλθε εξ άλλου νοσήματος, το Λυσσιατρείον όμως εβεβαίωσεν, ότι η νόσος παρουσίασε και άλλοτε ομοίας περιπτώσεις κεραυνοβόλου θανάτου. Κατ’ άλλο όμως τηλεγράφημα, ο θάνατος επήλθεν ησύχως…». Τι να υποθέσει κανείς; Πως γίνεται κάποιος να πεθάνει «ακαριαίως» και συγχρόνως να κάνει ολόκληρο ταξίδι στο Παρίσι και μάλιστα «λυσσασμένος»; Είναι γεγονός, πάντως, ότι όλοι πήγαιναν στο Παρίσι όχι μόνο να διασκεδάσουν(ο Κ. Καρυωτάκης και άλλοι, εκεί κόλλησαν τη σύφιλη)  αλλά και για να γιατρευθούν!
Εκείνη την εποχή το Παρίσι ήταν η πόλη-κόσμος, με την έννοια που έδινε ο Μπρωντέλ. Την είχε ανασκάψει πλήρως και την είχε ξανακτίσει ο νομάρχης Ωσμάν, λαμβάνοντας ως κριτήρια την αύξηση του πληθυσμού αλλά και τη διατήρηση της τάξης. Τα βουλεβάρτα θα γίνουν ιδιαίτερα μεγάλα για την αντιμετώπιση των εξεγέρσεων, «γιατί οι σφαίρες δεν γνωρίζουν να στρίβουν με την πρώτη δεξιά» σύμφωνα με τη ρήση συντηρητικού βουλευτή της εποχής. Γενικά, η νέα πόλη θα δημιουργηθεί με σκοπό να σβήσει τις μνήμες του 1789, του 1794, του 1799, του 1830, του 1848, του 1871.
Κι ενώ τον Φεβρουάριο του 1900 πεθαίνει στο Παρίσι ο Θεόδωρος Παχύς από… λύσσα, στις 24 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, δηλαδή μετά από τρεις μήνες, «Μετά πολλής επισημότητος ετελέσθησαν εν τω κτήματι του κ. Παχύ, τω γνωστώ «Πύργω της Αμαλίας»[3], οι γάμοι του βουλευτού Καλαμπάκας κ. Αυγερινού Αβέρωφ μετά της καλλιμόρφου δεσποινίδος Ελένης Παχύ… ως παράνυμφοι παρέστησαν η κ. χήρα Γ. Σκουζέ(γιαγιά της νύφης από τη μητέρα της), η κυρία Λαυρία Σερπιέρη αδελφή της νύφης και σύζυγος του Φ. Σερπιέρη) και οι κ.κ. Α. και Κ. Σκουζές. Ο Αυγερινός Μ. Αβέρωφ μαζί με τον Πύρρο Καραπάνο πρωτοστατούσαν στην «Ηπειρωτική Αδελφότητα», αλλά ο πρώτος θα πεθάνει και θα κηδευθεί τις 22 Μαΐου 1910(διαβάζουμε ότι μητέρα του είναι η Αμαλία Αβέρωφ και αδερφοί του οι Γεώργιος Αβέρωφ, Αγγελική Ρικάκη, Αναστάσιος Αβέρωφ, Μαρία Γ. Αβέρωφ, Ευθυμία Αβέρωφ)[4]. Πάντως,  ο Γ. Παχύς συνδέεται με τον Κ. Καραπάνο και μέσω του γαμπρού του Αυγερινού Αβέρωφ, ο οποίος συμμετέχει με τους αδελφούς Καραπάνου στην κίνηση για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου.
Η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου σχεδιάζεται από τον Κ. Καραπάνο δεκαετίες πριν. Η εφημερίδα «Άραχθος»[5], ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο τσιφλικάς, δημοσιεύει δύο προκηρύξεις Αλβανών της άνω Αλβανίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας με ημερομηνία 2 Απριλίου 1884, όπου σημειώνεται ότι «Η Αλβανία αποτελεί έθνος πέντε περίπου εκατομμυρίων. Γνωστά εισιν η δόξα και τα δυστυχήματα του πανάρχαιου τούτου λαού. Διεκρίθη κατά τους ηρωικούς αιώνας, συνώδευσε κατά ταύτα τον Μακεδόνα Αλέξανδρον και το Πύρρον εις το στάδιον των κατακτήσεων και επιτέλους τον Σκενδέρμπεην εις τα περίφημα αυτού ανδραγαθήματα. Επίσης, κατά τους αιματηρούς αγώνας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Αλβανοί ουδαμώς εφάνησαν κατώτεροι τον νουν και την ανδρείαν των Ελλήνων αδελφών, Αλβανοί δε υπήρξαν ο Μάρκος Βότσαρης, οι Σουλιώται και άλλοι ήρωες του ενδόξου τούτου δράματος. Ήδη ο γενναίος ούτος και άξιος μεγάλου μέλλοντος λαός στενάζει άνευ παιδείας, άνευ οδών, άνευ εμπορίου… Πολλάκις έλαβε τα όπλα, ίνα αποσείσει τον απεχθή τούτον ζυγόν, αλλά μάταιαι απέβησαν πάσαι αυτού οι προσπάθειαι… Η Αλβανία εξεγειρομένη κατά της τουρκικής κυβερνήσεως… (ζητεί) μόνον το δικαίωμα, δι’ ου εσχηματίσθησαν τα νέα κράτη της Ευρώπης, ήτοι την ευκολίαν της μετά της Ελλάδος Ενώσεως, μετά κυβερνήσεως, μεθ’ ης συνδέεται κάλλιον δια του αίματος, των συμφερόντων και των εθνικών πόθων. Ζητεί τέλος να εκφράση την εαυτής θέληση δια δημοψηφίσματος…».
Την προκήρυξη αυτή όπου τίθεται για τους Αλβανούς το δίλημμα «ή δημοψήφισμα ή πόλεμος εξοντώσεως» υπογράφει κάποιος Πρεγκ Γκιόκας. Ο ίδιος υπογράφει και τη δεύτερη προκήρυξη υπό τον τίτλο
«… οι Αλβανοί όλων των επαρχιών της Ελλάδος»:
«… Εάν η πεπολιτισμένη Ευρώπη αναγνωρίζη, ότι οι ήρωες του Ομήρου ως εκείνοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ότι οι στρατιώται του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, ως εκείνοι του Πύρρου και του Σκενδέρμπεη, αποτελούσιν ένα και μόνον λαόν μετά των οπαδών του Μπότσαρη, του Τσαβέλα(sic), του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη, της Μπουμπουλίνας και του Γερμανού, δια της ιστορίας και του εθνικού ενδύματος, τα οποία έχουσι κοινά, δεν θα αρνηθεί ότι η Θράκη, η Μακεδονία, το Ιλυρρικόν, η Θεσσαλία, η Αλβανία και η Ήπειρος αποτελούσιν μίαν χώραν ενός και μόνον έθνους μετά της Ελλάδος, της Βοιωτίας, της Αρκαδίας και της Πελοπονήσου, δεν θα αρνηθή ότι έχομεν το δικαίωμα να ενωθώμεν από του Αίμου μέχρι του Αιγαίου πελάγους και από τον Αδριατικόν κόλπον μέχρι του Ελλησπόντου, όπως ιδρύσωμε την Νέαν Ελλάδα μεταξύ των ορίων της αρχαίας Ελλάδος…».
Είναι προφανές ότι ο Κ. Καραπάνος επιδιώκει την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας στα όρια της (βαλκανικής) αρχαίας Ελλάδος, αλλά προκαλεί έκπληξη η άποψή του ότι η Ελλάδα(Βοιωτία, Αρκαδία, Πελοπόννησος) και η Ήπειρος, η Μακεδονία, Θράκη και Αλβανία αποτελούν ένα έθνος. Πάντως, ο θάνατος του Κ. Καραπάνου θα επέλθει τη στιγμή που οι δύο γιοι του όπως και οι γιοι άλλων τσιφλικούχων θα συμμετέχουν στον «Ηπειρωτικό αγώνα» και στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου. Όμως, οι μεγάλες δυνάμεις θα ζητήσουν την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο και ο Ελ. Βενιζέλος θα τη δεχθεί, καθώς επιχειρεί να εδραιώσει την επέκταση προς τη Μακεδονία και τη Θράκη, θυσιάζοντας την… Αλβανία.
Εν τω μεταξύ, βρισκόμαστε στην περίοδο της κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του αναπροσανατολισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προς άλλες αγορές και σε πιο ασφαλείς έδρες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιχειρηματική αντίληψη των κεφαλαιούχων της ελληνικής διασποράς είναι βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, όλοι τους είναι με τη βαλίτσα στο χέρι έτοιμοι να αναχωρήσουν ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό και οι επενδύσεις τους δεν γίνονται σε μακροπρόθεσμη και παραγωγική βάση. Τουναντίον είναι της λεγόμενης «αρπαχτής». Συνεπώς, οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν επικαθορίζονται τόσο από τον τρόπο παραγωγής όσο από την πολιτική σύγκρουση, για την ακρίβεια από τον πόλεμο θέσεων μοναρχικών-αντιμοναρχικών, όπου συνοψίζονται οι αντιτιθέμενες εσωτερικές δυνάμεις, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά κέντρα εξάρτησης. Η σύγκρουση αυτή φαίνεται να διαπερνά, να προσωποποιεί και να φενακίζει ιδεολογικά όλες τις άλλες συγκρούσεις. Το ίδιο φερ’ ειπείν συνέβη και στην Πελοπόννησο με τα «σταφιδικά». Οι παραγωγοί στρέφονταν εναντίον των κυβερνήσεων και των κομμάτων και ζητούσαν τη λύση από το βασιλιά, ο οποίος θα θέσει υπό την αιγίδα του ακόμη και συνέδριο για τη γεωργία στο Ναύπλιο!
Όσο για τους «κάτω», στο Λαύριο ήταν πραγματικά «κάτω» σε σχέση με τους κολίγους, καθώς δούλευαν σε τεράστια βάθη επί 16 ώρες, ενώ πολλοί σκοτώνονταν καθημερινά. Γι’ αυτό υπήρχε ένα μαρμαρένιο δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τα πτώματα και το βράδυ θάβονταν κρυφά στον Άγιο Κωνσταντίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή στρατοπέδευαν 400 στρατιώτες και πάντα υπήρχε ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ο «εσωτερικός εχθρός» έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα. 
Το 1901 πεθαίνει η Μαρία Καραπάνου, σύζυγος του Κωνσταντίνου και κόρη του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου. Τον πρηγούμενο χρόνο είχαμε ανάλογο συμβάν στο «στρατόπεδο» του μεγάλου πολιτικού του αντιπάλου, του Γεωργίου Παχύ, όταν χάνει το γιο του, τον ανθυπίλαρχο Θεόδωρο Παχύ. Ο θάνατος ήταν περίεργος. Στην εφημερίδα «Εμπρός» (16/2/1900) διαβάζουμε ότι «Τηλεγράφημα εκ Παρισίων προς τον κ. Σερπιέρην ανήγγειλε την θλιβεράν είδησιν του θανάτου του ανθυπιλάρχου Θεοδώρου Παχύ υιού του ημετέρου συμπολίτου Γ. Παχύ». Γιατί το τηλεγράφημα εστάλη στον συμπέθερο κ. Σερπιέρη(η Λαυρία Παχύ κόρη του Γεωργίου παντρεύτηκε τον Φερνάνδο Σερπιέρη)  και όχι στον ίδιο τον Γ. Παχύ; Άγνωστο. Πάντως, ο αιφνίδιος θάνατος του Γ. Παχύ το 1913, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Κ. Καραπάνου και την ημέρα που είχε φθάσει στην Αττική η σορός του δολοφονημένου βασιλιά Γεωργίου Α΄ δείχνει την ευαισθησία του και ότι πιθανόν να έπασχε από καρδιά[1]. Πάντως, ο Παχύς είχε χάσει τον μονάκριβο γιο του(είχε και δύο κόρες) κάτω από συνθήκες όλως ιδιαίτερες. Όπως σημειώνει η εφημερίδα «Εμπρός»[2] «Ο αποθανών είχε δηχθή υπό λυσσώντος κυνός, μετέβη δε εις Παρισίους, όπως νοσηλευθεί εις το Ινστιτούτον Παστέρ. Φαίνεται όμως, ότι το δήγμα ήτο βαθύ και το αίμα είχε δηλητηριασθή. Εξ άλλου δε ελέγετο, ότι ο αποθανών δεν εξηκολούθει τακτικώς την θεραπείαν επιδοθείς εις τας διασκεδάσεις. Το σπουδαίο είναι, ότι ο θάνατος επήλθεν ακαριαίως, μη προηγηθέντων των συνήθων συμπτωμάτων της λύσσης. Εν αρχή υπετέθη ότι ο θάνατος προήλθε εξ άλλου νοσήματος, το Λυσσιατρείον όμως εβεβαίωσεν, ότι η νόσος παρουσίασε και άλλοτε ομοίας περιπτώσεις κεραυνοβόλου θανάτου. Κατ’ άλλο όμως τηλεγράφημα, ο θάνατος επήλθεν ησύχως…». Τι να υποθέσει κανείς; Πως γίνεται κάποιος να πεθάνει «ακαριαίως» και συγχρόνως να κάνει ολόκληρο ταξίδι στο Παρίσι και μάλιστα «λυσσασμένος»; Είναι γεγονός, πάντως, ότι όλοι πήγαιναν στο Παρίσι όχι μόνο να διασκεδάσουν(ο Κ. Καρυωτάκης και άλλοι, εκεί κόλλησαν τη σύφιλη)  αλλά και για να γιατρευθούν!
Εκείνη την εποχή το Παρίσι ήταν η πόλη-κόσμος, με την έννοια που έδινε ο Μπρωντέλ. Την είχε ανασκάψει πλήρως και την είχε ξανακτίσει ο νομάρχης Ωσμάν, λαμβάνοντας ως κριτήρια την αύξηση του πληθυσμού αλλά και τη διατήρηση της τάξης. Τα βουλεβάρτα θα γίνουν ιδιαίτερα μεγάλα για την αντιμετώπιση των εξεγέρσεων, «γιατί οι σφαίρες δεν γνωρίζουν να στρίβουν με την πρώτη δεξιά» σύμφωνα με τη ρήση συντηρητικού βουλευτή της εποχής. Γενικά, η νέα πόλη θα δημιουργηθεί με σκοπό να σβήσει τις μνήμες του 1789, του 1794, του 1799, του 1830, του 1848, του 1871.
Κι ενώ τον Φεβρουάριο του 1900 πεθαίνει στο Παρίσι ο Θεόδωρος Παχύς από… λύσσα, στις 24 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, δηλαδή μετά από τρεις μήνες, «Μετά πολλής επισημότητος ετελέσθησαν εν τω κτήματι του κ. Παχύ, τω γνωστώ «Πύργω της Αμαλίας»[3], οι γάμοι του βουλευτού Καλαμπάκας κ. Αυγερινού Αβέρωφ μετά της καλλιμόρφου δεσποινίδος Ελένης Παχύ… ως παράνυμφοι παρέστησαν η κ. χήρα Γ. Σκουζέ(γιαγιά της νύφης από τη μητέρα της), η κυρία Λαυρία Σερπιέρη αδελφή της νύφης και σύζυγος του Φ. Σερπιέρη) και οι κ.κ. Α. και Κ. Σκουζές. Ο Αυγερινός Μ. Αβέρωφ μαζί με τον Πύρρο Καραπάνο πρωτοστατούσαν στην «Ηπειρωτική Αδελφότητα», αλλά ο πρώτος θα πεθάνει και θα κηδευθεί τις 22 Μαΐου 1910(διαβάζουμε ότι μητέρα του είναι η Αμαλία Αβέρωφ και αδερφοί του οι Γεώργιος Αβέρωφ, Αγγελική Ρικάκη, Αναστάσιος Αβέρωφ, Μαρία Γ. Αβέρωφ, Ευθυμία Αβέρωφ)[4]. Πάντως,  ο Γ. Παχύς συνδέεται με τον Κ. Καραπάνο και μέσω του γαμπρού του Αυγερινού Αβέρωφ, ο οποίος συμμετέχει με τους αδελφούς Καραπάνου στην κίνηση για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου.
Η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου σχεδιάζεται από τον Κ. Καραπάνο δεκαετίες πριν. Η εφημερίδα «Άραχθος»[5], ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο τσιφλικάς, δημοσιεύει δύο προκηρύξεις Αλβανών της άνω Αλβανίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας με ημερομηνία 2 Απριλίου 1884, όπου σημειώνεται ότι «Η Αλβανία αποτελεί έθνος πέντε περίπου εκατομμυρίων. Γνωστά εισιν η δόξα και τα δυστυχήματα του πανάρχαιου τούτου λαού. Διεκρίθη κατά τους ηρωικούς αιώνας, συνώδευσε κατά ταύτα τον Μακεδόνα Αλέξανδρον και το Πύρρον εις το στάδιον των κατακτήσεων και επιτέλους τον Σκενδέρμπεην εις τα περίφημα αυτού ανδραγαθήματα. Επίσης, κατά τους αιματηρούς αγώνας της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι Αλβανοί ουδαμώς εφάνησαν κατώτεροι τον νουν και την ανδρείαν των Ελλήνων αδελφών, Αλβανοί δε υπήρξαν ο Μάρκος Βότσαρης, οι Σουλιώται και άλλοι ήρωες του ενδόξου τούτου δράματος. Ήδη ο γενναίος ούτος και άξιος μεγάλου μέλλοντος λαός στενάζει άνευ παιδείας, άνευ οδών, άνευ εμπορίου… Πολλάκις έλαβε τα όπλα, ίνα αποσείσει τον απεχθή τούτον ζυγόν, αλλά μάταιαι απέβησαν πάσαι αυτού οι προσπάθειαι… Η Αλβανία εξεγειρομένη κατά της τουρκικής κυβερνήσεως… (ζητεί) μόνον το δικαίωμα, δι’ ου εσχηματίσθησαν τα νέα κράτη της Ευρώπης, ήτοι την ευκολίαν της μετά της Ελλάδος Ενώσεως, μετά κυβερνήσεως, μεθ’ ης συνδέεται κάλλιον δια του αίματος, των συμφερόντων και των εθνικών πόθων. Ζητεί τέλος να εκφράση την εαυτής θέληση δια δημοψηφίσματος…».
Την προκήρυξη αυτή όπου τίθεται για τους Αλβανούς το δίλημμα «ή δημοψήφισμα ή πόλεμος εξοντώσεως» υπογράφει κάποιος Πρεγκ Γκιόκας. Ο ίδιος υπογράφει και τη δεύτερη προκήρυξη υπό τον τίτλο
«… οι Αλβανοί όλων των επαρχιών της Ελλάδος»:
«… Εάν η πεπολιτισμένη Ευρώπη αναγνωρίζη, ότι οι ήρωες του Ομήρου ως εκείνοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ότι οι στρατιώται του Μιλτιάδου, του Θεμιστοκλέους, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, ως εκείνοι του Πύρρου και του Σκενδέρμπεη, αποτελούσιν ένα και μόνον λαόν μετά των οπαδών του Μπότσαρη, του Τσαβέλα(sic), του Μιαούλη, του Κολοκοτρώνη, της Μπουμπουλίνας και του Γερμανού, δια της ιστορίας και του εθνικού ενδύματος, τα οποία έχουσι κοινά, δεν θα αρνηθεί ότι η Θράκη, η Μακεδονία, το Ιλυρρικόν, η Θεσσαλία, η Αλβανία και η Ήπειρος αποτελούσιν μίαν χώραν ενός και μόνον έθνους μετά της Ελλάδος, της Βοιωτίας, της Αρκαδίας και της Πελοπονήσου, δεν θα αρνηθή ότι έχομεν το δικαίωμα να ενωθώμεν από του Αίμου μέχρι του Αιγαίου πελάγους και από τον Αδριατικόν κόλπον μέχρι του Ελλησπόντου, όπως ιδρύσωμε την Νέαν Ελλάδα μεταξύ των ορίων της αρχαίας Ελλάδος…».
Είναι προφανές ότι ο Κ. Καραπάνος επιδιώκει την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας στα όρια της (βαλκανικής) αρχαίας Ελλάδος, αλλά προκαλεί έκπληξη η άποψή του ότι η Ελλάδα(Βοιωτία, Αρκαδία, Πελοπόννησος) και η Ήπειρος, η Μακεδονία, Θράκη και Αλβανία αποτελούν ένα έθνος. Πάντως, ο θάνατος του Κ. Καραπάνου θα επέλθει τη στιγμή που οι δύο γιοι του όπως και οι γιοι άλλων τσιφλικούχων θα συμμετέχουν στον «Ηπειρωτικό αγώνα» και στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου. Όμως, οι μεγάλες δυνάμεις θα ζητήσουν την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο και ο Ελ. Βενιζέλος θα τη δεχθεί, καθώς επιχειρεί να εδραιώσει την επέκταση προς τη Μακεδονία και τη Θράκη, θυσιάζοντας την… Αλβανία.
Εν τω μεταξύ, βρισκόμαστε στην περίοδο της κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του αναπροσανατολισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προς άλλες αγορές και σε πιο ασφαλείς έδρες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιχειρηματική αντίληψη των κεφαλαιούχων της ελληνικής διασποράς είναι βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, όλοι τους είναι με τη βαλίτσα στο χέρι έτοιμοι να αναχωρήσουν ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό και οι επενδύσεις τους δεν γίνονται σε μακροπρόθεσμη και παραγωγική βάση. Τουναντίον είναι της λεγόμενης «αρπαχτής». Συνεπώς, οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν επικαθορίζονται τόσο από τον τρόπο παραγωγής όσο από την πολιτική σύγκρουση, για την ακρίβεια από τον πόλεμο θέσεων μοναρχικών-αντιμοναρχικών, όπου συνοψίζονται οι αντιτιθέμενες εσωτερικές δυνάμεις, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά κέντρα εξάρτησης. Η σύγκρουση αυτή φαίνεται να διαπερνά, να προσωποποιεί και να φενακίζει ιδεολογικά όλες τις άλλες συγκρούσεις. Το ίδιο φερ’ ειπείν συνέβη και στην Πελοπόννησο με τα «σταφιδικά». Οι παραγωγοί στρέφονταν εναντίον των κυβερνήσεων και των κομμάτων και ζητούσαν τη λύση από το βασιλιά, ο οποίος θα θέσει υπό την αιγίδα του ακόμη και συνέδριο για τη γεωργία στο Ναύπλιο!
Όσο για τους «κάτω», στο Λαύριο ήταν πραγματικά «κάτω» σε σχέση με τους κολίγους, καθώς δούλευαν σε τεράστια βάθη επί 16 ώρες, ενώ πολλοί σκοτώνονταν καθημερινά. Γι’ αυτό υπήρχε ένα μαρμαρένιο δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τα πτώματα και το βράδυ θάβονταν κρυφά στον Άγιο Κωνσταντίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην περιοχή στρατοπέδευαν 400 στρατιώτες και πάντα υπήρχε ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ο «εσωτερικός εχθρός» έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα. 

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Ένα χρόνο πριν, το 1912, είχε μεταβιβάσει την περιουσία του στη γυναίκα και τις δύο κόρες του
[2] «Εμπρός»(16/2/1900)
[3] Ιδού η απόδειξη από τον Τύπο της εποχής ότι το «παλατάκι» ανήκε στο ζεύγος Παχύ-Σκουζέ. 
[4] ΣΚΡΙΠ 22/5/1910
[5] Εφημερίδα «Άραχθος», 20 Απριλίου 1884

Δεν υπάρχουν σχόλια: