Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Καλή Χρονιά, αδέρφια
Και είθε να χειραφετηθούμε από τον πολύ εαυτό μας
και με κενωμένο Εγώ σαν τους ερωτευμένους,να γίνουμε ΕΜΕΙΣ

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

4 Το ματωμένο θέρο του 1882-Η κοινωνία του ρακιού

http://www.artinews.gr/%CF%84%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF-%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%8D-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF-%CE%B8%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-1882.html
Οι Αρτινοί σύμφωνα με τον Σεραφείμ Ξενόπουλο είναι ζωηροί, εργατικοί και φιλόκαλοι αλλά κάποιοι είναι «και φιλήδονοι και φίλοι των διασκεδάσεων και των κατά κόρων συμποσίων μέχρι επιμέμπτου βαθμού… (Στις διασκεδάσεις) «οι της δευτέρας ως επί το πλείστον και τρίτης τάξεως πολίται συγκροτούσιν εις διάφορα διασκεδαστικά μέρη και εις ταβέρνας πολυέξοδα βακχικά, εν χοροίς και τυμπάνοις, συμπόσια, απολήγοντα πολλάκις εις διενέξεις…»[1]. Αλλά αυτή είναι μία από τις ιδιαιτερότητες των παραδοσιακών Ορθόδοξων χριστιανικών κοινωνιών σε αντίθεση με τις προτεσταντικές, καθώς η γιορτή είναι ένας θεσμός, όπου θυσιάζεται το περίσσιο, σώζοντας από τη βία της συσσώρευσης. Εδώ οι άντρες περιφρονούν το χρήμα, αφήνοντας τις παραγωγικές δραστηριότητες στις γυναίκες, ενώ οι ίδιοι κρατούν για τον εαυτό τους τις δραστηριότητες του παιχνιδιού και της γιορτής. Έτσι το σκόρπισμα μέσω της διασκέδασης (από το σκεδάvνυμι) σώζει από τη βία της συσσώρευσης και ανασυστήνει τον κομματιασμένο εαυτό. Αλλά η περιγραφή αυτή αφορά μία αγροτική κοινωνία και, όπως λέει ο Σ. Ξενόπουλος, τη δεύτερη και την τρίτη τάξη, δηλαδή τους «κάτω», που αργότερα θα αποκληθεί και «Η κοινωνία του ρακιού».
Ο θεσμισμένος πυρήνας της κοινωνίας αυτής είναι το καφενείο. Αλλά γιατί ο μητροπολίτης Ξενόπουλος αντιτίθεται στο «καφενείο»; Γιατί τα καφενεία ως τόποι κοινωνικής και πολιτικής επικοινωνίας λειτουργούν ως αντιδομή στην εύτακτη οικιακή λογική και ιδεολογία των ανώτερων τάξεων, εν προκειμένω της πρώτης τάξεως που προβάλλεται ως πρότυπο από την Εκκλησία. Στο καφενείο αίρονται οι ταξικές διαφορές μέσα από τις εξισωτικές πρακτικές του «κεράσματος» της παρέας, του ιδιότυπου αυτού «πότλατς», και της συναισθηματικής φιλίας που αναπτύσσεται. Εδώ οι διαφορές των ανδρών –αυτοί πηγαίνουν κυρίως στο καφενείο- οργανώνονται στη βάση του κεφιού και του φιλότιμου (και όχι οικονομικά, ή ταξικά), κυρώνοντας την αυτονομία του αρσενικού ως ηθικού προσώπου που αντιτίθεται στις εξαρτήσεις του γάμου και της οικιακότητας καθώς και στην οικονομική και πολιτική συναλλαγή. Μέσα από την τελετουργία του δώρου και αντιδώρου μέσω της ανταλλαγής ποτών, αναπτύσσεται μία ανώτερου τύπου αμοιβαιότητα(η ρακοποσία της παρέας) όπου γίνεται η όσμωση και ο μετασχηματισμός των κοινωνικο-οικονομικών και άλλων διαφορών σε μία κοινότητα φιλίας[2]
Η κατανάλωση ρακιού συμβολίζει την ανδρική ουσία και ως μορφή γιορτής έχει ως σκοπό την αντι-συσσώρευση, τη θυσία του περίσσιου υπέρ του κοινωνικού. Αυτός ο εξισωτικός συμποσιασμός του καφενείου θα αντιτεθεί στις δυνάμεις της αγοράς, του χρήματος και του κράτους, αναδεικνύοντας συγχρόνως το πολιτικό υποκείμενο που αποκλήθηκε «λαός». Με άλλα λόγια, οι πληβείοι-άντρες ασκούν κριτική, αντιστέκονται ή αποφεύγουν τόσο τις αφομοιωτικές ιδιότητες του νοικοκυριού όσο και τη διείσδυση του κράτους. Το καφενείο θα είναι ένας ριζοσπαστικός αντιστικτικός θεσμός σε σχέση με το σπίτι, την εκκλησία και την πολιτική συντήρηση. Το γλέντι θα προηγείται αξιολογικά της εργασίας(δουλειά από το δουλεία). Η ρακοποσία και η τελετουργική κατανάλωση στο πλαίσιο δώρου-αντίδωρου θα προηγείται της αποταμίευσης. Βέβαια, υπάρχει και μία άλλη κατηγορία ανδρών(των νοικοκυραίων) που εισάγουν στο χώρο του καφενείου τις αρχές του νοικοκυριού και ανέχονται το κράτος. Αυτοί καλούν το κράτος να ρυθμίσει τη σύγκρουση οικογένειας και κοινότητας, τη σύγκρουση των ατομικών ή οικογενειακών τους συμφερόντων. Έτσι, τα καφενεία θα είναι από τη μια αντισυμβατικά και χώροι αντισυσσώρευσης και αμφισβήτησης και από την άλλη συμβατικά και συμβατά με την κοινωνία των νοικοκυραίων και τη συσσώρευση. Αργότερα, τα πρώτα θα είναι τα αριστερά και τα δεύτερα τα δεξιά καφενεία...
 Ο «ρακιτζής», αυτός που αντέχει περισσότερο στην (αγωνιστική) ανταλλαγή ρακιών γίνεται ο φυσικός ηγέτης της συλλογικότητας. «Από τη σκοπιά του καφενείου, ηγέτης είναι αυτός που διατηρεί το δικαίωμα να προσφέρει ποτό στους άλλους, όταν οι άλλοι χάνουν αυτό το δικαίωμα, διότι δεν είναι σε θέση να πιουν και άρα να δεχθούν προσφορές». Εδώ κυριαρχούν οι αξίες του δώρου(κέρασμα αλλά και φιλοξενία), που συνοψίζονται στην έννοια του «φιλότιμου»[3]. Δεν είναι τυχαίο πως ο συμποσιασμός της ανδροπαρέας είναι ανοιχτός τόσο στους ντόπιους όσο και στους ξένους. Αντίθετα, ο νοικοκυρίστικος συμποσιασμός είναι κλειστός και απαγορευτικός στους ξένους...

[1] Σεραφείμ Ξενόπουλος, Δοκίμιον περί Άρτης, Άρτα, 1962
[2] Κοινότητα Κοινωνία και Ιδεολογία, συλλογικό Παπαζήσης, 1990, Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, σελ. 338
[3]  Στο ίδιο, Ευθ. Παπαταξιάρχης, σελ. 339

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

3 Το ματωμένο θέρος του 1882


ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
Ποια, όμως, ήταν η σχέση των «πάνω» με τους «κάτω» στην ελληνική κοινωνία της εποχής; Ποια ήταν η θέση και η σχέση αφέντη, υπηρέτη, επιστάτη και κολίγου; Η σχέση μεταξύ γαιοκτήμονα και κολίγου ήταν σχέση αφέντη και δούλου με τη χείριστη μορφή του res. Αλλά οφείλουμε να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ της πρωτεύουσας και της υπαίθρου.
Στην πόλη, στην αστική κοινωνία της Αθήνας, ο κοινωνικός διαχωρισμός δεν έχει τους ενδιάμεσους, τη μεσαία –δεύτερη- τάξη(τους τσιπλάκηδες), αλλά μόνο δύο τάξεις. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα αθηναϊκά του διηγήματα περιγράφει «το βίο των παραριγμένων(σ.σ. των αποκλεισμένων, των «κάτω») της κοινωνίας του Άστεως»[1]. Ειδικά στο διήγημα «Χωρίς Στεφάνι»[2] σημειώνει ότι «Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι για τις κυράδες, η δευτέρα(σ.σ. Κυριακή απόγευμα) για τις δούλες… (Η Χριστίνα η δασκάλα) δεν ήθελεν ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών». Στο ίδιο διήγημα αναφέρονται «Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού». Είναι πρόδηλο, άρα, ότι η ταξική διαστρωμάτωση και οι απόκληροι(παραριγμένοι) είναι εδώ εν έτει 1896[3] και η Εκκλησία αναπαράγει την κοινωνική διαίρεση, παραχωρώντας τη «βασιλεία των Ουρανών» στους έχοντες, αυτούς οι οποίοι στο αρχικό χριστιανικό κήρυγμα δεν είχαν καμία θέση εκεί!
 Ποια, όμως, είναι η θέαση του κόσμου και των Ελλήνων, ποια είναι η ιδεολογία του Κωνσταντίνου Καραπάνου και πως οι «πάνω» εν γένει «βλέπουν» τους συμπατριώτες τους «κάτω»;
 Οι «Πάνω» έρχονται στην Ελλάδα από τις παροικίες, κουβαλώντας στη σκευή τους και τις κοινωνικές τους διαστρωματώσεις και συνήθειες: «Η κλίμακα της παροικιακής διαστρωματικής σύνθεσης άρχιζε από τον μεγαλοτσιφλικά-μεγαλέμπορα, το βιομήχανο και τραπεζίτη και κατέληγε στο μικρομπακάλη»[4]. Πάντως, ο πάροικος του 19ου αιώνα ήταν ένας πολυμορφικός αστός (έμπορος, μεσίτης, τραπεζίτης, τσιφλικάς, ακόμα και παραγωγός-βιομήχανος). Ο πάροικος «πηγαίνει στην Ανατολή σαν χρυσοθήρας και λαγωνικό της αποικιοκρατίας. Όμως πιστεύει ότι με τη δράση του αυτή δίνει «τα φώτα του και τις γνώσεις του» σε καθυστερημένους λαούς»[5]. Τα ίδια έλεγε και ο Κ. Καραπάνος σε ομιλία του στην Κωνσταντινούπολη. «Για τον πάροικο η Μεγάλη Ιδέα ήταν λιγότερο συνδεδεμένη με την απελευθέρωση και περισσότερο με την επέκταση του ελληνισμού(σ.σ. του ελληνοορθόδοξου χριστιανικού πνεύματος) στα πέρατα της Γης»[6]. «…Η ανάγκη της προβολής και της επιβολής της παροικιακής ιδεολογίας για "το μεγάλο ιστορικό προορισμό’’ της, διαμόρφωνε καταλυτικά και τον ψυχισμό του πάροικου "εθνικού ευεργέτη’’, που τον έκανε να διαθέτει ένα μέρος της περιουσίας του για πολιτισμικά κοινωφελή έργα στην Ελλάδα και στις παροικίες»[7]. Το 1873 έχουμε την οικονομική κρίση και την αγορά γαιών. Το 1882 οι Άγγλοι καταλαμβάνουν την Αίγυπτο και αρχίζει η περίοδος της αποικιοκρατίας. «Τώρα, εκεί που στάθμευαν αποικιακά στρατεύματα, ο τελευταίος Άγγλος ή Γάλλος λοχίας ήταν κάτι παραπάνω από τον πάροικο τραπεζίτη, μεγαλέμπορα, βιομήχανο…»[8] καθώς ο λοχίας ήταν πλέον εκπρόσωπος της αποικιοκρατίας.  
Ο Κ. Καβάφης και ο Γ. Σκληρός διαφοροποιούνται από την παροικιακή ιδεολογία του «ξένου», του «μικρού λευκού» που θέλει να γίνει «μεγάλος», αφεντικό και όχι μεσάζων. Αυτό συνάδει με την μετατροπή της Ελλάδας σε Μεγάλη, δηλαδή σε Αποικιοκρατική Μητρόπολη. Οι Καβάφης και Σκληρός στρέφονται κατά των Βρετανών και υπέρ των αποικιοκρατούμενων «βαρβάρων». Ως γνωστόν ο Τρικούπης βοήθησε τους Άγγλους στον αποκλεισμό της Αιγύπτου όταν εξεγέρθηκε ο Αραμπή πασάς. Ο Κ. Καραπάνος διαφοροποιείται από το στόχο αναγωγής της Ελλάδας σε αποικιοκρατική μητρόπολη, γράφοντας ότι «… είναι ανάγκη να κατέλθωμεν των αιθερίων σφαιρών, επί των οποίων εβαδίσαμεν μέχρι σήμερον, πιστεύοντες ότι δυνάμεθα να παίξωμεν μόνοι μας ενεργόν πρόσωπον εν Ανατολή, και ότι έχομεν οικονομικήν πίστην εν τοις χρηματιστηριακοίς κέντροις της Ευρώπης»[9]. Εκτός από την κριτική στον μεγαλοϊδεατισμό, ο Κ. Καραπάνος -πριν την πτώχευση του ελληνικού κράτους- έγραφε ότι «Δυνάμεθα να επιζητήσωμεν την κάλυψιν μέρους του ελλείμματος τούτου εν τη αυξήσει των εσόδων του δημοσίου δια της φορολογίας. Αλλά την αύξησιν ταύτην πρέπει να ζητήσωμεν κατά τρόπον μη πιέζοντα το έθνος, μη στερούντα αυτό των μέσων της υπάρξεως και της οικονομικής αυτού αναπτύξεως, και μη καθιστώντα προβληματικήν, ου μόνον την αύξησιν αυτήν, αλλά και την είσπραξιν των σήμερον εισπραττομένων»[10]
 «Από το 1876 –όπως γράφει ο Αλέξ. Αρ. Οικονόμου-παρετηρείτο αθρόα συρροή εις τας Αθήνας των πλουτισάντων εις το εξωτερικόν Ελλήνων. Εγκαθιστάμενοι εις την ελληνικήν πρωτεύουσαν έφερον μαζί των συνηθείας ευκολιών, καλοπεράσεως… και επεδείκνυον περιφρόνησιν προς τον απλούν, τον «νοικοκυρίστικον» τρόπον ζωής των εγχωρίων. Ανταπέδιδον εις αυτούς την υπεροπτικήν συμπεριφοράν των ξένων προς τους εαυτούς των όταν ζαρωμένοι διέμενον εις τον τόπον εκείνων»[11]
Ο Κ. Καραπάνος παρουσιάζεται περισσότερο σαν ένας ορθολογιστής και συχνά ως ένας κυνικός πραγματιστής. Περισσότερα μπορεί να διαπιστώσει κανείς από μία ομιλία του στον φιλολογικό σύλλογο Κωνσταντινούπολης[12]. Σύμφωνα με την κοινωνική ιεραρχία του Καραπάνου «Η πρώτη βαθμίς επί της κλίμακος του πολιτισμού είναι η ποιμενική ζωή, δι’ ης ο άνθρωπος εξέρχεται της αγρίας αυτού καταστάσεως,  η Δευτέρα βαθμίς είναι η γεωργία δι’ ης ούτος αποκτά σταθεράν και μόνιμον κατοικία… η τρίτη και τελευταία βαθμίς είναι η του Εμπορίου, ήτις, θέτουσα εις συνάφειαν το ανθρώπινο γένος…»[13]. Οι ποιμένες είναι σχεδόν άγριοι, οι γεωργοί ημιάγριοι ή ημιπολιτισμένοι και μόνο οι έμποροι είναι πολιτισμένοι. Μάλιστα, ο σημερινός «κατώτερος λαός»(!) αντιστοιχεί στους αρχαίους δούλους που έχοντας δικαιώματα μπορούν να θεωρηθούν «ως αποτελούντες μίαν τάξην». Η άποψη αυτή φανερώνει την ολιγαρχική(αριστοκρατική) και αντιδημοκρατική πολιτική ιδεολογία του Καραπάνου, συνδυασμένη μ’ έναν προχωρημένο πουριτανισμό καθώς αποκηρύσσει τις ηδονές και τις απολαύσεις! Θα ήμασταν άδικοι, όμως, αν δεν αναφέραμε την καταδίκη εκ μέρους του του περιορισμού του εμπορίου «στον ιδιοτελή και υλικόν αυτού σκοπόν» και την μη παραγνώριση του εκπολιτιστικού του ρόλου: «Η βάσις και ο κανών αυτού (σ.σ. του ελληνικού εμπορίου) εισίν ο πολιτισμός και η πρόοδος και ουχί η ιδιοτέλεια και οι υλικαί απολαύσεις». Όμως το ίδιο πίστευαν και οι αποικιοκράτες. Σε κάθε πάντως περίπτωση ο Ερμής, κερδώος και λόγιος εν ταυτώ, ήταν το πρότυπό του.
 Αλλά αν ο Καραπάνος και οι «πάνω» εν γένει βλέπουν τους «κάτω» σαν κτήνη, το «βλέμμα» των κατοίκων της παλαιάς Ελλάδας για τους Έλληνες των νέων χωρών, που απελευθερώθηκαν μετά το 1881 και τους βαλκανικούς πολέμους, δεν είναι καλύτερο. Δεν τους θεωρούν «καθ’ ολοκληρίαν Έλληνες» ή όπως θα έλεγαν οι Αμερικανοί (WASPs) «όχι εκατό τις εκατό Έλληνες»! Όπως δε περιγράφει ο ειδικός ανταποκριτής «Ζ.» της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι», το Σεπτέμβριο του 1881 από την Άρτα: «… Εάν ήσο ενταύθα θα επίστευες ότι είσαι ακόμη εις χώραν τουρκικήν. Με απογοητεύει εντελώς ο ηπειρωτικός του λαλείν ιδιωτισμός. Η φουστανέλα και το φέσι, η κάπα και ο κεκρύφαλος. Και –Θεέ μου!- τι άκομψος ενδυμασία!...». Το απόσπασμα της ανταπόκρισης μας καθιστά σαφές ότι η ενδυμασία, η στάση του σώματος, οι χειρονομίες, η έκφραση του προσώπου, ολόκληρη η εξωτερική συμπεριφορά των Αρτινών αντιστοιχούσε στη συμβολική τάξη των Τούρκων και όχι των Ελλήνων! Ως γνωστόν, το πώς κάθεται(η οκλαδόν ανθρωπότητα), το πώς κοιμάται(οι Μασάι κοιμούνται όρθιοι), πως τρώει και αφοδεύει, συνουσιάζεται και πλένεται κανείς, όλα συνιστούν την «έκφραση του ανθρώπου στο σύνολό του»[14], όλα είναι πολιτισμικές, τουτέστιν κοινωνικές και ιστορικές λειτουργίες, οι οποίες συστήνουν το πολιτιστικό κεφάλαιο των ανθρώπων, τη συμβολική τους ταυτότητα. Συνεπώς και η πολιτιστική διαδικασία, που είναι η ενσωμάτωση των κοινωνικών περιορισμών και κανόνων από ένα άτομο, έχει μία ιστορία, έχει σχέση με την έξη, με την καθημερινότητα, με τον τρόπο που «βλέπει» τα πράγματα και βιώνει τις καταστάσεις ο καθένας μέσω μίας ιδεολογίας, δηλαδή από την οπτική γωνία θέασης του κόσμου. Με άλλα λόγια, τα ρούχα, η ομιλία, η συμπεριφορά ήταν απόλυτα συνυφασμένα με την οικονομική και κοινωνική τάξη.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι συμφοιτητές του Βιζυηνού στην Αθήνα διασκέδαζαν με τη θρακιώτικη προφορά του. Τον έλεγαν «ξενομερίτη» και «τουρκομερίτη». Ήταν ραγιάς στην Κωνσταντινούπολη και «τουρκόσπορος» στην Αθήνα[15]. Στη σατιρική εφημερίδα «Μη χάνεσαι» ο έκδηλος φθόνος για το χωριατόπαιδο της Βιζύης, που κατόρθωσε να εισχωρήσει στα ευρωπαϊκά σαλόνια, γίνεται εμπάθεια. Το 1882 η ίδια εφημερίδα αποκαλεί τον Βιζυηνό «καραγκιόζη των σαλονίων». Ο Σουρής θα τον αποκαλέσει «ο κορόϊδος» από το «Κόδρος». Ο Βιζυηνός δεν εντάσσεται, δεν γίνεται Αθηναίος, αλλά ανταπαντά βρίζοντας «τους μυιοχάφτηδες της Αθήνας». Αλλά και ο Μαρίνος Αντύπας θα χαστουκίσει τον βουλευτή γιο του Σλήμαν (στου Ζαχαράτου), γιατί η γυναίκα του τελευταίου τον χαρακτήρισε με μία απαξιωτική λέξη. Γιατί όλα αυτά; Για σύγκρουση της μικροαστικής επαρχιώτικης ηθικολογίας με τον κοσμοπολιτισμό μιλάει ο Δ. Παπαχρήστος[16]. «Ο Γ.Β(ιζυηνός). είναι γεννημένος δια να παίξη τοιούτον ρόλο επαίτου» γράφει η εφημερίδα ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ, συνεχίζοντας πως δεν τα γράφει αυτά «προς εξευτελισμόν του» αλλά για να καταγράψει «όλα τα αποκτηνούντα στάδια, του υπηρέτου παντοπωλείου, του ψάλτου, του ράπτου, του παπαδοπαίδου, του ιεροσπουδαστού, και αναρπαγείς αιφνιδίως εκ των στρωμάτων της καταγωγής του δια χειρός του κ. Ζαρίφη… διέσωσεν αμόλυντα τα κεφάλαια της χυδαιότητας… περιέφερεν τα κεφάλαια αυτά του παιδός παντοπώλου…». Αυτά σημειώνει ο Βλάσης Γαβριηλίδης, ένας εξ εκείνων που θεωρούνταν προοδευτικός για την εποχή! Έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς τι σήμαινε να είσαι «υπηρέτης παντοπώλου», χειρότερα κι από κτήνος! Κι αυτό όχι από έναν που ανήκε στους «πάνω». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαρίνος Αντύπας επιχείρησε αρχικά να οργανώσει του «υπηρέτες». 
Η σύγκρουση παλαιοελλαδιτών και ξενομεριτών είναι σφοδρή. Τελικά λειτουργεί ένα ιδιότυπο ντόμινο απαξίωσης, καθώς οι Αθηναίοι θα αποκαλέσουν τους Θεσσαλούς και Αρτινούς «τουρκόσπορους» και οι Αρτινοί(οι πολίτες –οι άνθρωποι της πόλης, όλοι τους λειτουργοί του πελατειακού παρα-κράτους) θα αποκαλούν τους χωρικούς, τσιπλάκηδες(αβράκωτους) ή «λασπιάδες».
Η ουσία, πάντως, της διαφοράς της παλαιάς Ελλάδας και των νέων χωρών είναι ότι η πρώτη απελευθερώθηκε δια των όπλων και η γη μοιράστηκε σε μικρές ιδιοκτησίες στους αγωνιστές και άλλους. Αντιθέτως, αυτό δεν συνέβη στις «νέες χώρες», που απελευθερώθηκαν με τη συνθήκη του 1881, και όπου διατηρήθηκε με βάση τη συμφωνία παραχώρησης το παλαιό ιδιοκτησιακό καθεστώς – τα τσιφλίκια. Υπενθυμίζουμε ότι ο Καραπάνος δεν μιλούσε για απελευθέρωση αλλά για «πολιτική αλλαγή»!
Οι Έλληνες κεφαλαιούχοι της διασποράς, οι πάροικοι, που σχημάτισαν τη νέα πλουτοκρατία συγκρούστηκαν με «τους ντόπιους κοτζαμπάσηδες και παλιούς αγωνιστές. Κάνανε τον αριστοκράτη και με το χρήμα που διαθέτανε, κατόρθωσαν να έχουν σχέσεις με το παλάτι και να επηρεάζουν τους πολιτικούς». Αυτούς –τους νέους πλουτοκράτες- ο Στ. Ξένος τους αποκαλούσε «χρυσοκάνθαρους»[17]. Ο πιο σπουδαίος χρυσοκάνθαρος ήταν ο Συγγρός, που αγόραζε τα πάντα, δάνειζε το κράτος και ήταν ο ευνοούμενος του παλατιού. Ας μη λησμονούμε ότι στα μεταλλεία Λαυρίου ήταν συνέταιρος με τον Παχύ και τον συμπέθερό του Σερπιέρη. Γέφυρα όλων με το παλάτι ήταν ο Σκουζές, πεθερός του Παχύ και άνθρωπος της Αυλής.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Ζακ Λε Γκοφ στο βιβλίο του «Το φαντασιακό στο Μεσαίωνα», Κέδρος, 2008. Είναι τυχαία όλα τα τελετουργικά της εξουσίας, από την ορκωμοσία του προέδρου, τα άμφια των παπάδων μέχρι τη χωροταξία των δικαστηρίων και την αμφίεση των δικαστών με τα γουνάκια (Μπουρντιέ)Τ; Εντέλει, τι είναι η μελέτη του φαντασιακού μιας κοινωνίας; «Για να μελετήσει κανείς το φαντασιακό μιας κοινωνίας» σημειώνει ο Λε Γκοφ, «πρέπει να καταδυθεί στη συνείδησή της και στην ιστορική της εξέλιξη. Να φτάσει στην καταγωγή και τη βαθύτερη φύση του ανθρώπου… Όλες οι μεγάλες ‘’εικόνες’’ του Μεσαίωνα, αυτή του ανθρώπου-μικρόκοσμου, αυτή του καθρέπτη, αυτή της Εκκλησίας –σώμα μυστικό-, αυτή της κοινωνίας-σώμα οργανικό, μακάβριος χορός, όλες οι συμβολικές αναπαραστάσεις της κοινωνικής ιεραρχίας, ρούχα, γουναρικά, οικόσημα, και της πολιτικής οργάνωσης, συμβολικά αντικείμενα της εξουσίας, σημαίες και λάβαρα, τελετουργίες χρίσης(χρίω) και βασιλικές εμφανίσεις, όλο αυτό το μεγάλο corpus εικόνων επανεμφανίζει σε εξωτερικά σημάδια τις βαθιές εικόνες, λιγότερο ή περισσότερο περίπλοκες, ανάλογα με την κοινωνική κατάσταση και το πολιτιστικό επίπεδο του νοητικού σύμπαντος των ανδρών και των γυναικών της μεσαιωνικής δύσης»…
 [2] Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» 24/3/1896
[3] Ο Αλ. Παπαδιαμάντης ζητάει από το 1896  ότι «… Οφείλουν να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον»!
[4] Νίκου Ψυρούκη: Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1974, σελ. 137
[5] Στο ίδιο, σελ. 139
[6] Στο ίδιο, σελ. 143
[7] Στο ίδιο, σελ. 139
[8] Στο ίδιο, σελ. 161
[9] Κ. Καραπάνος, Προς εκλογείς, 1887
[10] Στο ίδιο, σελ. 15Ποια, όμως, ήταν η σχέση των «πάνω» με τους «κάτω» στην ελληνική κοινωνία της εποχής; Ποια ήταν η θέση και η σχέση αφέντη, υπηρέτη, επιστάτη και κολίγου; Η σχέση μεταξύ γαιοκτήμονα και κολίγου ήταν σχέση αφέντη και δούλου με τη χείριστη μορφή του res. Αλλά οφείλουμε να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ της πρωτεύουσας και της υπαίθρου.
Στην πόλη, στην αστική κοινωνία της Αθήνας, ο κοινωνικός διαχωρισμός δεν έχει τους ενδιάμεσους, τη μεσαία –δεύτερη- τάξη(τους τσιπλάκηδες), αλλά μόνο δύο τάξεις. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα αθηναϊκά του διηγήματα περιγράφει «το βίο των παραριγμένων(σ.σ. των αποκλεισμένων, των «κάτω») της κοινωνίας του Άστεως»[1]. Ειδικά στο διήγημα «Χωρίς Στεφάνι»[2] σημειώνει ότι «Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι για τις κυράδες, η δευτέρα(σ.σ. Κυριακή απόγευμα) για τις δούλες… (Η Χριστίνα η δασκάλα) δεν ήθελεν ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών». Στο ίδιο διήγημα αναφέρονται «Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού». Είναι πρόδηλο, άρα, ότι η ταξική διαστρωμάτωση και οι απόκληροι(παραριγμένοι) είναι εδώ εν έτει 1896[3] και η Εκκλησία αναπαράγει την κοινωνική διαίρεση, παραχωρώντας τη «βασιλεία των Ουρανών» στους έχοντες, αυτούς οι οποίοι στο αρχικό χριστιανικό κήρυγμα δεν είχαν καμία θέση εκεί!
 Ποια, όμως, είναι η θέαση του κόσμου και των Ελλήνων, ποια είναι η ιδεολογία του Κωνσταντίνου Καραπάνου και πως οι «πάνω» εν γένει «βλέπουν» τους συμπατριώτες τους «κάτω»;
 Οι «Πάνω» έρχονται στην Ελλάδα από τις παροικίες, κουβαλώντας στη σκευή τους και τις κοινωνικές τους διαστρωματώσεις και συνήθειες: «Η κλίμακα της παροικιακής διαστρωματικής σύνθεσης άρχιζε από τον μεγαλοτσιφλικά-μεγαλέμπορα, το βιομήχανο και τραπεζίτη και κατέληγε στο μικρομπακάλη»[4]. Πάντως, ο πάροικος του 19ου αιώνα ήταν ένας πολυμορφικός αστός (έμπορος, μεσίτης, τραπεζίτης, τσιφλικάς, ακόμα και παραγωγός-βιομήχανος). Ο πάροικος «πηγαίνει στην Ανατολή σαν χρυσοθήρας και λαγωνικό της αποικιοκρατίας. Όμως πιστεύει ότι με τη δράση του αυτή δίνει «τα φώτα του και τις γνώσεις του» σε καθυστερημένους λαούς»[5]. Τα ίδια έλεγε και ο Κ. Καραπάνος σε ομιλία του στην Κωνσταντινούπολη. «Για τον πάροικο η Μεγάλη Ιδέα ήταν λιγότερο συνδεδεμένη με την απελευθέρωση και περισσότερο με την επέκταση του ελληνισμού(σ.σ. του ελληνοορθόδοξου χριστιανικού πνεύματος) στα πέρατα της Γης»[6]. «…Η ανάγκη της προβολής και της επιβολής της παροικιακής ιδεολογίας για "το μεγάλο ιστορικό προορισμό’’ της, διαμόρφωνε καταλυτικά και τον ψυχισμό του πάροικου "εθνικού ευεργέτη’’, που τον έκανε να διαθέτει ένα μέρος της περιουσίας του για πολιτισμικά κοινωφελή έργα στην Ελλάδα και στις παροικίες»[7]. Το 1873 έχουμε την οικονομική κρίση και την αγορά γαιών. Το 1882 οι Άγγλοι καταλαμβάνουν την Αίγυπτο και αρχίζει η περίοδος της αποικιοκρατίας. «Τώρα, εκεί που στάθμευαν αποικιακά στρατεύματα, ο τελευταίος Άγγλος ή Γάλλος λοχίας ήταν κάτι παραπάνω από τον πάροικο τραπεζίτη, μεγαλέμπορα, βιομήχανο…»[8] καθώς ο λοχίας ήταν πλέον εκπρόσωπος της αποικιοκρατίας.  
Ο Κ. Καβάφης και ο Γ. Σκληρός διαφοροποιούνται από την παροικιακή ιδεολογία του «ξένου», του «μικρού λευκού» που θέλει να γίνει «μεγάλος», αφεντικό και όχι μεσάζων. Αυτό συνάδει με την μετατροπή της Ελλάδας σε Μεγάλη, δηλαδή σε Αποικιοκρατική Μητρόπολη. Οι Καβάφης και Σκληρός στρέφονται κατά των Βρετανών και υπέρ των αποικιοκρατούμενων «βαρβάρων». Ως γνωστόν ο Τρικούπης βοήθησε τους Άγγλους στον αποκλεισμό της Αιγύπτου όταν εξεγέρθηκε ο Αραμπή πασάς. Ο Κ. Καραπάνος διαφοροποιείται από το στόχο αναγωγής της Ελλάδας σε αποικιοκρατική μητρόπολη, γράφοντας ότι «… είναι ανάγκη να κατέλθωμεν των αιθερίων σφαιρών, επί των οποίων εβαδίσαμεν μέχρι σήμερον, πιστεύοντες ότι δυνάμεθα να παίξωμεν μόνοι μας ενεργόν πρόσωπον εν Ανατολή, και ότι έχομεν οικονομικήν πίστην εν τοις χρηματιστηριακοίς κέντροις της Ευρώπης»[9]. Εκτός από την κριτική στον μεγαλοϊδεατισμό, ο Κ. Καραπάνος -πριν την πτώχευση του ελληνικού κράτους- έγραφε ότι «Δυνάμεθα να επιζητήσωμεν την κάλυψιν μέρους του ελλείμματος τούτου εν τη αυξήσει των εσόδων του δημοσίου δια της φορολογίας. Αλλά την αύξησιν ταύτην πρέπει να ζητήσωμεν κατά τρόπον μη πιέζοντα το έθνος, μη στερούντα αυτό των μέσων της υπάρξεως και της οικονομικής αυτού αναπτύξεως, και μη καθιστώντα προβληματικήν, ου μόνον την αύξησιν αυτήν, αλλά και την είσπραξιν των σήμερον εισπραττομένων»[10]
 «Από το 1876 –όπως γράφει ο Αλέξ. Αρ. Οικονόμου-παρετηρείτο αθρόα συρροή εις τας Αθήνας των πλουτισάντων εις το εξωτερικόν Ελλήνων. Εγκαθιστάμενοι εις την ελληνικήν πρωτεύουσαν έφερον μαζί των συνηθείας ευκολιών, καλοπεράσεως… και επεδείκνυον περιφρόνησιν προς τον απλούν, τον «νοικοκυρίστικον» τρόπον ζωής των εγχωρίων. Ανταπέδιδον εις αυτούς την υπεροπτικήν συμπεριφοράν των ξένων προς τους εαυτούς των όταν ζαρωμένοι διέμενον εις τον τόπον εκείνων»[11]
Ο Κ. Καραπάνος παρουσιάζεται περισσότερο σαν ένας ορθολογιστής και συχνά ως ένας κυνικός πραγματιστής. Περισσότερα μπορεί να διαπιστώσει κανείς από μία ομιλία του στον φιλολογικό σύλλογο Κωνσταντινούπολης[12]. Σύμφωνα με την κοινωνική ιεραρχία του Καραπάνου «Η πρώτη βαθμίς επί της κλίμακος του πολιτισμού είναι η ποιμενική ζωή, δι’ ης ο άνθρωπος εξέρχεται της αγρίας αυτού καταστάσεως,  η Δευτέρα βαθμίς είναι η γεωργία δι’ ης ούτος αποκτά σταθεράν και μόνιμον κατοικία… η τρίτη και τελευταία βαθμίς είναι η του Εμπορίου, ήτις, θέτουσα εις συνάφειαν το ανθρώπινο γένος…»[13]. Οι ποιμένες είναι σχεδόν άγριοι, οι γεωργοί ημιάγριοι ή ημιπολιτισμένοι και μόνο οι έμποροι είναι πολιτισμένοι. Μάλιστα, ο σημερινός «κατώτερος λαός»(!) αντιστοιχεί στους αρχαίους δούλους που έχοντας δικαιώματα μπορούν να θεωρηθούν «ως αποτελούντες μίαν τάξην». Η άποψη αυτή φανερώνει την ολιγαρχική(αριστοκρατική) και αντιδημοκρατική πολιτική ιδεολογία του Καραπάνου, συνδυασμένη μ’ έναν προχωρημένο πουριτανισμό καθώς αποκηρύσσει τις ηδονές και τις απολαύσεις! Θα ήμασταν άδικοι, όμως, αν δεν αναφέραμε την καταδίκη εκ μέρους του του περιορισμού του εμπορίου «στον ιδιοτελή και υλικόν αυτού σκοπόν» και την μη παραγνώριση του εκπολιτιστικού του ρόλου: «Η βάσις και ο κανών αυτού (σ.σ. του ελληνικού εμπορίου) εισίν ο πολιτισμός και η πρόοδος και ουχί η ιδιοτέλεια και οι υλικαί απολαύσεις». Όμως το ίδιο πίστευαν και οι αποικιοκράτες. Σε κάθε πάντως περίπτωση ο Ερμής, κερδώος και λόγιος εν ταυτώ, ήταν το πρότυπό του.
 Αλλά αν ο Καραπάνος και οι «πάνω» εν γένει βλέπουν τους «κάτω» σαν κτήνη, το «βλέμμα» των κατοίκων της παλαιάς Ελλάδας για τους Έλληνες των νέων χωρών, που απελευθερώθηκαν μετά το 1881 και τους βαλκανικούς πολέμους, δεν είναι καλύτερο. Δεν τους θεωρούν «καθ’ ολοκληρίαν Έλληνες» ή όπως θα έλεγαν οι Αμερικανοί (WASPs) «όχι εκατό τις εκατό Έλληνες»! Όπως δε περιγράφει ο ειδικός ανταποκριτής «Ζ.» της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι», το Σεπτέμβριο του 1881 από την Άρτα: «… Εάν ήσο ενταύθα θα επίστευες ότι είσαι ακόμη εις χώραν τουρκικήν. Με απογοητεύει εντελώς ο ηπειρωτικός του λαλείν ιδιωτισμός. Η φουστανέλα και το φέσι, η κάπα και ο κεκρύφαλος. Και –Θεέ μου!- τι άκομψος ενδυμασία!...». Το απόσπασμα της ανταπόκρισης μας καθιστά σαφές ότι η ενδυμασία, η στάση του σώματος, οι χειρονομίες, η έκφραση του προσώπου, ολόκληρη η εξωτερική συμπεριφορά των Αρτινών αντιστοιχούσε στη συμβολική τάξη των Τούρκων και όχι των Ελλήνων! Ως γνωστόν, το πώς κάθεται(η οκλαδόν ανθρωπότητα), το πώς κοιμάται(οι Μασάι κοιμούνται όρθιοι), πως τρώει και αφοδεύει, συνουσιάζεται και πλένεται κανείς, όλα συνιστούν την «έκφραση του ανθρώπου στο σύνολό του»[14], όλα είναι πολιτισμικές, τουτέστιν κοινωνικές και ιστορικές λειτουργίες, οι οποίες συστήνουν το πολιτιστικό κεφάλαιο των ανθρώπων, τη συμβολική τους ταυτότητα. Συνεπώς και η πολιτιστική διαδικασία, που είναι η ενσωμάτωση των κοινωνικών περιορισμών και κανόνων από ένα άτομο, έχει μία ιστορία, έχει σχέση με την έξη, με την καθημερινότητα, με τον τρόπο που «βλέπει» τα πράγματα και βιώνει τις καταστάσεις ο καθένας μέσω μίας ιδεολογίας, δηλαδή από την οπτική γωνία θέασης του κόσμου. Με άλλα λόγια, τα ρούχα, η ομιλία, η συμπεριφορά ήταν απόλυτα συνυφασμένα με την οικονομική και κοινωνική τάξη.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι συμφοιτητές του Βιζυηνού στην Αθήνα διασκέδαζαν με τη θρακιώτικη προφορά του. Τον έλεγαν «ξενομερίτη» και «τουρκομερίτη». Ήταν ραγιάς στην Κωνσταντινούπολη και «τουρκόσπορος» στην Αθήνα[15]. Στη σατιρική εφημερίδα «Μη χάνεσαι» ο έκδηλος φθόνος για το χωριατόπαιδο της Βιζύης, που κατόρθωσε να εισχωρήσει στα ευρωπαϊκά σαλόνια, γίνεται εμπάθεια. Το 1882 η ίδια εφημερίδα αποκαλεί τον Βιζυηνό «καραγκιόζη των σαλονίων». Ο Σουρής θα τον αποκαλέσει «ο κορόϊδος» από το «Κόδρος». Ο Βιζυηνός δεν εντάσσεται, δεν γίνεται Αθηναίος, αλλά ανταπαντά βρίζοντας «τους μυιοχάφτηδες της Αθήνας». Αλλά και ο Μαρίνος Αντύπας θα χαστουκίσει τον βουλευτή γιο του Σλήμαν (στου Ζαχαράτου), γιατί η γυναίκα του τελευταίου τον χαρακτήρισε με μία απαξιωτική λέξη. Γιατί όλα αυτά; Για σύγκρουση της μικροαστικής επαρχιώτικης ηθικολογίας με τον κοσμοπολιτισμό μιλάει ο Δ. Παπαχρήστος[16]. «Ο Γ.Β(ιζυηνός). είναι γεννημένος δια να παίξη τοιούτον ρόλο επαίτου» γράφει η εφημερίδα ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ, συνεχίζοντας πως δεν τα γράφει αυτά «προς εξευτελισμόν του» αλλά για να καταγράψει «όλα τα αποκτηνούντα στάδια, του υπηρέτου παντοπωλείου, του ψάλτου, του ράπτου, του παπαδοπαίδου, του ιεροσπουδαστού, και αναρπαγείς αιφνιδίως εκ των στρωμάτων της καταγωγής του δια χειρός του κ. Ζαρίφη… διέσωσεν αμόλυντα τα κεφάλαια της χυδαιότητας… περιέφερεν τα κεφάλαια αυτά του παιδός παντοπώλου…». Αυτά σημειώνει ο Βλάσης Γαβριηλίδης, ένας εξ εκείνων που θεωρούνταν προοδευτικός για την εποχή! Έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς τι σήμαινε να είσαι «υπηρέτης παντοπώλου», χειρότερα κι από κτήνος! Κι αυτό όχι από έναν που ανήκε στους «πάνω». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαρίνος Αντύπας επιχείρησε αρχικά να οργανώσει του «υπηρέτες». 
Η σύγκρουση παλαιοελλαδιτών και ξενομεριτών είναι σφοδρή. Τελικά λειτουργεί ένα ιδιότυπο ντόμινο απαξίωσης, καθώς οι Αθηναίοι θα αποκαλέσουν τους Θεσσαλούς και Αρτινούς «τουρκόσπορους» και οι Αρτινοί(οι πολίτες –οι άνθρωποι της πόλης, όλοι τους λειτουργοί του πελατειακού παρα-κράτους) θα αποκαλούν τους χωρικούς, τσιπλάκηδες(αβράκωτους) ή «λασπιάδες».
Η ουσία, πάντως, της διαφοράς της παλαιάς Ελλάδας και των νέων χωρών είναι ότι η πρώτη απελευθερώθηκε δια των όπλων και η γη μοιράστηκε σε μικρές ιδιοκτησίες στους αγωνιστές και άλλους. Αντιθέτως, αυτό δεν συνέβη στις «νέες χώρες», που απελευθερώθηκαν με τη συνθήκη του 1881, και όπου διατηρήθηκε με βάση τη συμφωνία παραχώρησης το παλαιό ιδιοκτησιακό καθεστώς – τα τσιφλίκια. Υπενθυμίζουμε ότι ο Καραπάνος δεν μιλούσε για απελευθέρωση αλλά για «πολιτική αλλαγή»!
Οι Έλληνες κεφαλαιούχοι της διασποράς, οι πάροικοι, που σχημάτισαν τη νέα πλουτοκρατία συγκρούστηκαν με «τους ντόπιους κοτζαμπάσηδες και παλιούς αγωνιστές. Κάνανε τον αριστοκράτη και με το χρήμα που διαθέτανε, κατόρθωσαν να έχουν σχέσεις με το παλάτι και να επηρεάζουν τους πολιτικούς». Αυτούς –τους νέους πλουτοκράτες- ο Στ. Ξένος τους αποκαλούσε «χρυσοκάνθαρους»[17]. Ο πιο σπουδαίος χρυσοκάνθαρος ήταν ο Συγγρός, που αγόραζε τα πάντα, δάνειζε το κράτος και ήταν ο ευνοούμενος του παλατιού. Ας μη λησμονούμε ότι στα μεταλλεία Λαυρίου ήταν συνέταιρος με τον Παχύ και τον συμπέθερό του Σερπιέρη. Γέφυρα όλων με το παλάτι ήταν ο Σκουζές, πεθερός του Παχύ και άνθρωπος της Αυλής.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Ζακ Λε Γκοφ στο βιβλίο του «Το φαντασιακό στο Μεσαίωνα», Κέδρος, 2008. Είναι τυχαία όλα τα τελετουργικά της εξουσίας, από την ορκωμοσία του προέδρου, τα άμφια των παπάδων μέχρι τη χωροταξία των δικαστηρίων και την αμφίεση των δικαστών με τα γουνάκια (Μπουρντιέ)Τ; Εντέλει, τι είναι η μελέτη του φαντασιακού μιας κοινωνίας; «Για να μελετήσει κανείς το φαντασιακό μιας κοινωνίας» σημειώνει ο Λε Γκοφ, «πρέπει να καταδυθεί στη συνείδησή της και στην ιστορική της εξέλιξη. Να φτάσει στην καταγωγή και τη βαθύτερη φύση του ανθρώπου… Όλες οι μεγάλες ‘’εικόνες’’ του Μεσαίωνα, αυτή του ανθρώπου-μικρόκοσμου, αυτή του καθρέπτη, αυτή της Εκκλησίας –σώμα μυστικό-, αυτή της κοινωνίας-σώμα οργανικό, μακάβριος χορός, όλες οι συμβολικές αναπαραστάσεις της κοινωνικής ιεραρχίας, ρούχα, γουναρικά, οικόσημα, και της πολιτικής οργάνωσης, συμβολικά αντικείμενα της εξουσίας, σημαίες και λάβαρα, τελετουργίες χρίσης(χρίω) και βασιλικές εμφανίσεις, όλο αυτό το μεγάλο corpus εικόνων επανεμφανίζει σε εξωτερικά σημάδια τις βαθιές εικόνες, λιγότερο ή περισσότερο περίπλοκες, ανάλογα με την κοινωνική κατάσταση και το πολιτιστικό επίπεδο του νοητικού σύμπαντος των ανδρών και των γυναικών της μεσαιωνικής δύσης»…
 [2] Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» 24/3/1896
[3] Ο Αλ. Παπαδιαμάντης ζητάει από το 1896  ότι «… Οφείλουν να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον»!
[4] Νίκου Ψυρούκη: Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1974, σελ. 137
[5] Στο ίδιο, σελ. 139
[6] Στο ίδιο, σελ. 143
[7] Στο ίδιο, σελ. 139
[8] Στο ίδιο, σελ. 161
[9] Κ. Καραπάνος, Προς εκλογείς, 1887
[10] Στο ίδιο, σελ. 15
[11] Αλεξ. Οικονόμου, «τρεις άνθρωποι», Α, 388. Παρατίθεται από τον Γ. Κορδάτο στην «Ιστορία της Ελλάδας» ΧΙΙ, εκδόσεις Αιών, Αθήνα 1958, σελ. 390.
[12] Κ. Καραπάνος: Το εμπόριον των Αρχαίων Ελλήνων και ο χαρακτήρ αυτού –Λόγος εκφωνηθείς κατά την επέτειον Εορτήν του εν Κωνσταν/λει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, τη 4η Μαΐου 1869, Τυπογραφείο Α. Κορομηλά, Κων/λη, 1869.
[13] Στο ίδιο
[14] Ζακ Λε Γκοφ, Νικολά Τρουόνγκ: Μια ιστορία του σώματος στο Μεσαίωνα, Κέδρος,2009
[15] Δημήτρης Παπαχρήστος: Γεώργιος Βιζυηνός, Ο τρυφερόκαρδος κύριος Γ. Β., Ηλέκτρα, 2005 
[16] Στο ίδιο
[17] Στεφ. Ξένος: «Οι χρυσοκάνθαροι βουλευταί και αι αχύρινοι εταιρίαι των». Παρατίθεται από τον Γ. Κορδάτο τομ. XII, σελ. 391. Ο πιο σπουδαίος χρυσοκάνθαρος ήταν ο Συγγρός, που αγόραζε τα πάντα, δάνειζε το κράτος και ήταν ο ευνοούμενος του παλατιού. Ας μη λησμονούμε ότι στα μεταλλεία Λαυρίου ήταν συνέταιρος με τον Παχύ και τον συμπέθερό του Σερπιέρη. Γέφυρα όλων με το παλάτι ήταν ο Σκουζές, πεθερός του Παχύ και άνθρωπος της Αυλής.
[11] Αλεξ. Οικονόμου, «τρεις άνθρωποι», Α, 388. Παρατίθεται από τον Γ. Κορδάτο στην «Ιστορία της Ελλάδας» ΧΙΙ, εκδόσεις Αιών, Αθήνα 1958, σελ. 390.
[12] Κ. Καραπάνος: Το εμπόριον των Αρχαίων Ελλήνων και ο χαρακτήρ αυτού –Λόγος εκφωνηθείς κατά την επέτειον Εορτήν του εν Κωνσταν/λει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, τη 4η Μαΐου 1869, Τυπογραφείο Α. Κορομηλά, Κων/λη, 1869.
[13] Στο ίδιο
[14] Ζακ Λε Γκοφ, Νικολά Τρουόνγκ: Μια ιστορία του σώματος στο Μεσαίωνα, Κέδρος,2009
[15] Δημήτρης Παπαχρήστος: Γεώργιος Βιζυηνός, Ο τρυφερόκαρδος κύριος Γ. Β., Ηλέκτρα, 2005 
[16] Στο ίδιο

[17] Στεφ. Ξένος: «Οι χρυσοκάνθαροι βουλευταί και αι αχύρινοι εταιρίαι των». Παρατίθεται από τον Γ. Κορδάτο τομ. XII, σελ. 391. Ο πιο σπουδαίος χρυσοκάνθαρος ήταν ο Συγγρός, που αγόραζε τα πάντα, δάνειζε το κράτος και ήταν ο ευνοούμενος του παλατιού. Ας μη λησμονούμε ότι στα μεταλλεία Λαυρίου ήταν συνέταιρος με τον Παχύ και τον συμπέθερό του Σερπιέρη. Γέφυρα όλων με το παλάτι ήταν ο Σκουζές, πεθερός του Παχύ και άνθρωπος της Αυλής.

2 Το ματωμένο θέρος του 1882


Ποιος ήταν ο Κωνσταντίνος Καραπάνος;
...Πως, όμως, αντιμετώπιζε τον Κωνσταντίνο Καραπάνο ο αθηναϊκός Τύπος; Ιδού πως τον περιγράφει η πολιτικο-σατυρική εφημερίδα «Μη χάνεσαι»[1] του Βλάση Γαβριηλίδη: «Αναστήματος λίαν υψηλού, μελάγχρους μάλλον, ισχνός, οστεώδης, φέρων πώγωνα βραχύν, μιξοπόλιον… Η έκφρασις της μορφής του είναι αγροίκος, βλοσυρά, έχει βλέμμα κυνός μολοσσού. Ολίγον αν ομιλήσεις μετ’ αυτού, καταλαμβάνεσαι υπό δέους… νομίζεις ότι είναι νεκροθάπτης πλουτίσας εκ τυμβωρυχίας. Επιτηδεύεται τρόπους αριστοκρατικούς, αλλ’ η φυσική αυτού αγένεια είναι καταφανής(…) Ο κ. Καραπάνος εάν ήτο βέβαιος ότι εντός βορβόρου θ’ ανεύρισκεν ολίγα δράμια χρυσίου, βεβαίως θα έχωνε και τον λαιμόν και την κεφαλήν δια να ανασύρη αυτό όπως εχώθη μέχρι λαιμού ίνα ανασκάψη τας αρχαιότητας της Δωδώνης[2] (…) Ησπάσθη λοιπόν(σ.σ. ο Καραπάνος) το επάγγελμα του παρασίτου, προσεκολλήθη παρ’ ισχυρώ και ο ισχυρός ούτος ην ο νυν πενθερός του, ο Χρηστάκης Ζωγράφος (…) Ο Καραπάνος ηδύνατο να τον υπερβαίνει εις τα γράμματα(σ.σ. τον Ζωγράφο)…»[3] αλλά όχι και στην εξυπνάδα ή τη σκληρότητα. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της σκληρότητας του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου, αρκεί να αναφερθεί η αναφορά του Levant Herald, ο οποίος έγραφε το 1873 πως «Όταν ο Ζαρίφης (σ.σ. ο χρηματοδότης του Βιζυηνού), ο Χρηστάκης(σ.σ. ο πεθερός του Καραπάνου) και οAgop Efendi επιθυμούσαν να φέρουν εις πέρας κάποια δοσοληψία, αύτη έπρεπε να επιτευχθεί, δεν έχει σημασία πως»!
Έτσι, όταν ο Κ. Καραπάνος αρραβωνιάσθηκε εξ έρωτος(«επηγγέλλετο τον ερωτευμένο» γράφει η εφημερίδα  «Μη χάνεσαι»)  την κόρη του Χρηστάκη Ζωγράφου, χτύπησε μια ημέρα την πόρτα του γραφείου του πεθερού του ρωτώντας «Γαμβρός, πάτερ μου, ίσον πόσα;» Ο επίτιμος πενθερός του απαντά: «Γαμβρός ίσον… έξ’ από την πόρτα»!». Και τον πέταξε κυριολεκτικά έξω από την πόρτα. Μετά από αυτό ο Καραπάνος θέτει «όλα τα μέσα, νόμιμα και μη, χριστιανοί, τούρκοι, πασάδες, πατριάρχαι, μετάνοιαι, τούμπαι, χειροφιλήματα, αστεία, ικεσίαι, αναφοραί, συγγνώμαι» σε ενέργεια «ίνα μαλαχθή η καρδία του Χρηστάκη… Ούτος εφοβήθη την απληστίαν του νεανίου… Αλλά έρως ανίκαται μάχαν…Εγκαθιδρυθείς ο Καραπάνος εν μέσω του πλούτου του πενθερού του ως ο Σατανάς του Μίλτωνος… απεξεδύθη τον άνθρωπον, τον Έλληνα, τον γαμβρόν…» και έγινε χρηματιστής. Μπορούσε, εξάλλου, «…να αισθάνηται εν εαυτώ ανεξάντλητον σθένος ασυνειδησίας, ήτις είναι το πρώτον κεφάλαιον δια πάσαν χρηματιστικήν επιχείρησην εν Τουρκία»[4].
Όλα τα παραπάνω συνιστούν πραγματικό λίβελο και πρέπει να αντιμετωπίζονται με κάθε επιφύλαξη, καθώς η εφημερίδα «Μη χάνεσαι» αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο και άλλους προερχόμενους από την Κωνσταντινούπολη, όπως φερ’ ειπείν ο Γ. Βιζυηνός. Η αντιπαλότητα αυτή προκύπτει τόσο έναντι των «τουρκομεριτών» ή «ξενομεριτών» από τους εντόπιους της απελευθερωμένης Ελλάδας(αυτόχθονες εναντίον ετεροχθόνων)  όσο και από τη σύγκρουση Κωνσταντινούπολης-Αθήνας, με την πρώτη να ελέγχει αρχικά τη δεύτερη, η οποία προσπαθεί να χειραφετηθεί από την κηδεμονία της[5]. Παρόλα αυτά πίσω από τις γραμμές και τις υπερβολές φαίνεται να κρύβεται η αλήθεια.
Ποιος ήταν, λοιπόν, στην πραγματικότητα ο Κ. Καραπάνος; Ο ομώνυμος πάπος του, διακεκριμένος λόγιος, περνάει -άγνωστο γιατί- από την Αιτωλοακαρνανία στην τουρκοκρατούμενη Πρέβεζα και στη συνέχεια στην Άρτα. Ο γιος του, Γεράσιμος έγινε αρχιεπιστάτης των Οθωμανών γαιοκτημόνων. Ο δε Κωνσταντίνος Καραπάνος, γιος του Γεράσιμου, θα γεννηθεί το 1840 και θα σπουδάσει στην Άρτα, στην Κέρκυρα και στην Αθήνα. Θα γίνει στη συνέχεια διπλωμάτης της Υψηλής Πύλης στο Παρίσι, τραπεζίτης στην Κωνσταντινούπολη, χρηματιστής, αρχαιολόγος(ανακάλυψε το μαντείο και το θέατρο της Δωδώνης), τσιφλικούχος, όχι παραγωγικός σαν τον πεθερό του Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφο στη Θεσσαλία, αλλά ένας ιδιότυπος, πολυμορφικός τσιφλικάς, μια ιδιότυπη σύνθεση αστού και φεουδάρχη[6], ή αλλιώς ένας υβριδικός κεφαλαιούχος καθώς ήταν και έμπορος γης αλλά και βουλευτής, υπουργός και αρχηγός κόμματος! Εξαγοράζει αλλά και πουλάει ότι βρίσκει μπροστά του. Είναι εντυπωσιακό ότι προέβλεψε αλλά και συντέλεσε στην πτώχευση της ελληνικής οικονομίας. Μεγάλο μέρος από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη του ανήκει. Γιατί αυτός διέδωσε στους δανειστές του εξωτερικού ότι η Ελλάδα δεν έχει πίστη, ότι δηλαδή δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κεφαλαιούχοι-δανειστές του εξωτερικού να επιβάλουν στην κυβέρνηση Τρικούπη (Απρίλης 1893) ως όρο για τη σύναψη νέου δανείου «την υποβολήν των οικονομικών της Ελλάδος εις έλεγχον»[7]. Βέβαια καθοριστικό ρόλο στην κατάρρευση διαδραμάτισε και ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ ως επενδυτής ελληνικών χρεωγράφων!
Και στη συνθήκη του Βερολίνου (και κυρίως της Κωνσταντινούπολης) διαδραμάτισε ρόλο ο Καραπάνος[8], εξασφαλίζοντας την προστασία των γαιών που είχε αγοράσει αυτός και οι άλλοι Φαναριώτες από τους Οθωμανούς. Θα λέγαμε ότι κατά το τέλος του 19ου αιώνα έχουμε την προσπάθεια επιβολής των πάροικων και μαζί των Φαναριωτών στα πράγματα της Ελλάδας. Ήδη, την εξουσία κατείχε μία πολιτική ολιγαρχία, ένα σύμφυρμα φατριών που απαρτίζονταν από τσιφλικάδες, πλούσιους αγρότες, οπλαρχηγούς και Φαναριώτες, αυτόχθονες ή ετερόχθονες αστούς  και στοιχεία της διασποράς. Για την ακρίβεια επρόκειτο για «σύνολα ατόμων από όλες τις τάξεις που απευθύνονται σε όλες τις τάξεις»[9]. Κι αυτό γιατί ο Χ. Τρικούπης επεδίωκε την έλευση στην Ελλάδα των κεφαλαίων του Ελληνισμού της διασποράς.  
Ο Κ. Καραπάνος, πάντως, είναι αλήθεια ότι δημιούργησε δύο μεγάλες χρηματιστηριακές «φούσκες» στην Κωνσταντινούπολη από τις οποίες πλούτισε ακόμα και εις βάρος του πεθερού του. Η πρώτη ήταν η ίδρυση της αυστρο-τουρκικής τράπεζας και η δεύτερη ήταν η ίδρυση των ιπποσιδηροδρόμων της Πόλης. Στην πρώτη περίπτωση ενώ οι μετοχές άξιζαν 8 λίρες τις εξέδωσε προς δώδεκα. Μετά από πέντε μήνες η τράπεζα κατέρρευσε καταστρέφοντας και τους μετόχους της αλλά ο Καραπάνος είχε ήδη ξεπουλήσει βγάζοντας τεράστια κέρδη από τη διαφορά. Στη δεύτερη επιχείρηση, οι μετοχές της εταιρίας αγοράστηκαν από τον Καραπάνο έναντι 8 λιρών η κάθε μία και πουλήθηκαν όταν η τιμή τους έφθασε στις 22 λίρες. Στη δεύτερη περίπτωση εξαπάτησε και τον Χρηστάκη Ζωγράφο. «Με τα κερδηθέντα αγόρασε τα κτήματα της Άρτας…» σημειώνει ο «Καλιβάν»[10].    
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


[1] Μη Χάνεσαι, Τόμ. 2, Αρ. 174(1881), Καλιβάν
[2] Η δωρεά Καραπάνου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο περιλαμβάνει μόνο χάλκινα, κανένα χρυσό ή αργυρό! Είναι η εποχή που όλοι ψάχνουν για χρυσό. Ο Γ. Παχύς στο Λαύριο, ο Γ. Βιζυηνός στα αρχαία χρυσωρυχεία του Παγγαίου και ο Συγγρός στο χρηματιστήριο.
[3] Μη Χάνεσαι, Τόμ. 2, Αρ. 174(1881), Καλιβάν
[4] Στο ίδιο
[5] Η ανεξαρτητοποίηση θα συμβεί κατά τη δεκαετία του 1880, όταν η παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία μετατοπίζεται από την ιδεολογική συσπείρωση των υπηκόων της επί τη βάση του οθωμανικού πατριωτισμού μέσω του Τανζιμάτ(μεταρρυθμίσεις και απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στο σύνολο του πληθυσμού με σκοπό τη δημιουργία οθωμανικής εθνικής συνείδησης) προς τη συνοχή μέσω της θρησκείας(πανισλαμισμός), η οποία απέκλειε τους μη Μουσουλμάνους, όπως οι Ορθόδοξοι χριστιανοί Έλληνες της Πόλης. Συγχρόνως, τρία χρόνια μετά το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου η οθωμανική κυβέρνηση υποχρεώνεται να δεχθεί ευρωπαϊκή επιτροπή για τη ρύθμιση του εξωτερικού χρέους της αυτοκρατορίας. Πρόκειται ουσιαστικά για τη χρεοκοπία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας λόγω τόσο του πολέμου και των πολεμικών αποζημιώσεων όσο και των τεράστιων δαπανών εξαιτίας του εκσυγχρονισμού(Τανζιμάτ) που απαιτούσαν οι δανειστές για την υλοποίηση του προγράμματος της διευρυμένης επαρχιακής αυτοδιοίκησης.  Έτσι, έχουμε τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Πόλη-ελληνικός κόσμος στην Αθήνα-ελληνικός κόσμος
[6] Γιώργος Δερτιλής: Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση 1880-1890, Εξάντας, 1985, σελ. 60: Ο Γ. Δερτιλής αναφέρει ότι οι πολυμορφικοί αστοί ήταν «Όργανα της ξενικής οικονομικής κυριαρχίας(ανήκοντες στη διεθνή αστική τάξη) και ταυτόχρονα ιδεολόγοι», δηλαδή εθνικιστές(γι’ αυτό η Αμφισημία και η αμφιθυμία τους). Ο Δερτιλής διακρίνει τους ετερόχθονες αστούς, όπως ο Συγγρός(έδρα επιχειρήσεών του από Τουρκία σε Αίγυπτο), και τους αυτόχθονες, όπως ο Ζωγράφος. Οι επενδύσεις τους δεν ήταν μακροπρόθεσμης απόσβεσης-υψηλού ρίσκου αλλά «ασφαλούς και εύκολης ρευστοποίησης»(όπως των Εβραίων, για να φύγουν γρήγορα όταν χρειαστεί). Έτσι, ήταν με το ένα πόδι στην πατρίδα και με το άλλο στην αλλοδαπή. Οι δανειστές του ελληνικού κράτους ήταν κυρίως Έλληνες ομογενείς. 
[7] Στις 10/12/1893 κηρύχθηκε η χώρα σε καθεστώς πτώχευσης.
[8] Γαρδίκα-Αλεξανδροπούλου Κατερίνα, Ο Κωνσταντίνος Καραπάνος και οι διαπραγματεύσεις για την προσάρτηση Θεσσαλίας και Ηπείρου, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1983
[9] Γιώργος Δερτιλής: Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση 1880-1890, Εξάντας, 1985, σελ 115
[10] Ο Καλιβάν στο «Μη χάνεσαι» επισημαίνει ότι «…συνστάται τη Α. Μ. τω Βασιλεί υπό του κ. Φιλήμονος να μεταβή όπως φιλοξενηθεί εν αυτοίς…», δηλαδή στο σπίτι του Καραπάνου. Τελικά, ο βασιλιάς έμεινε στην αρχιεπισκοπή αλλά έτρωγε καθημερινά στου Καραπάνου. Αυτό δείχνει ότι εκείνη την εποχή ο Καραπάνος δεν είχε άμεση σχέση με την Αυλή, αφού «μιλάει» μέσω του Φιλήμονα. 

*Το βιβλίο εκδόθηκε το 2013 από την ΗΠΕΠΟΤΕ και έχει εξαντληθεί. Έτσι, θα δημοσιευθεί σε "συνέχειες" από το artinews... 

Το ματωμένο θέρος του 1882

23 Μαρτίου 1914. Η άνοιξη έχει αρχίσει να ανθίζει στους κήπους της Αθήνας. Στο καφενείο του Ζαχαράτου, στο Σύνταγμα, οι θαμώνες απολαμβάνουν τον καλό καιρό με ελληνικό καφέ και την ανάγνωση των εφημερίδων στο γνωστό καλαμένιο πλαίσιο. Στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Εμπρός» ο αναγνώστης βλέπει τη φωτογραφία από την «υποδοχή του σερ Έδουαρδ Κάρσον, ενός εκ των αρχηγών του κινήματος του Ώλστερ εις Μπελφάστ…»[1], αλλά και δύο ειδήσεις εκ πρώτης όψεως άσχετες μεταξύ τους: αριστερά «Η ανάκτησις της Κορυτσάς» υπό των στρατιωτικών τμημάτων της «αυτονόμου πολιτείας της Βορείου Ηπείρου, επιτελεσθείσα κατόπιν δωδεκαώρου συμπλοκής προς την Αλβανικήν χωροφυλακήν…»[2] και δεξιά η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καραπάνου και η αναγγελία του θανάτου του: «Κωνστ. Καραπάνος, ο αποθανών χθες πρώην υπουργός, βουλευτής και πρόεδρος της φιλεκπαιδευτικής εταιρείας»[3]. Στις εσωτερικές σελίδες της ίδιας εφημερίδας διαβάζουμε ότι ο εξ Ηπείρου έλκων το γένος –με ρίζες από την Αιτωλοακαρνανία- Κ. Καραπάνος πέθανε από «χρονίαν νόσον» στα 74 χρόνια του. Διαβάζουμε, επίσης, ότι «Συμφώνως με την τελευταίαν επιθυμίαν του θανόντος, στέφανοι δεν θα κατατεθώσιν, αλλά το αντίτιμον αυτών θα διατεθή υπέρ του Ηπειρωτικού αγώνος»[4]. Να, λοιπόν, η πρώτη σχέση των δύο ειδήσεων. Αλλά υπάρχει και δεύτερη, πιο ισχυρή συνάφεια: «Η κηδεία του θα γίνει μεθαύριον(σ.σ. Δευτέρα), όπως προφθάσωσι και έλθωσιν οι ειδοποιηθέντες υιοί του, εκ των οποίων ο εις (ευρίσκετο) εν Ηπείρω, μέλος της Κυβερνήσεως της Αυτονόμου Ηπείρου, ο δε έτερος ταξιδεύει(ταξίδευε) μεταβαίνων εις Παρισίους»[5]
Παρά την είδηση του θανάτου, η ζωή της πόλης των Αθηνών δεν διαταράχθηκε στο παραμικρό. Αναγγέλλεται, μάλιστα, πως θα λάβει κανονικά χώρα «αύριον η τακτική δεξίωσης παρά τη κομήσση Ροιανκούρ». Όμως, το ενδιαφέρον της ημέρας εστιαζόταν στη συνεδρίαση της Βουλής για το νομοσχέδιο περί δασμολογίου και του νομοσχεδίου περί διοικήσεως της εκπαιδεύσεως. Πλήθος κόσμου εκτός και εντός του Κοινοβουλίου ανέμενε την  έναρξη της συνεδρίασης. Αίφνης, περί τις τέσσερις και μισή εισέρχεται στην αίθουσα συνεδριάσεων ιδιαίτερα εύχαρις ο πρωθυπουργός με τους περισσότερους υπουργούς του. Όλοι προσπαθούν να λύσουν το αίνιγμα της χαράς του πρωθυπουργού αλλά και του γεγονότος ότι οι περισσότεροι των υπουργών φορούν καινούργιο κοστούμι! Η απάντηση θα δοθεί με την έλευση του βουλευτή κ. Ξηρού, που δέχεται αμέσως τα θερμά συγχαρητήρια του προέδρου της κυβέρνησης, των υπουργών και των βουλευτών. Ο βουλευτής ήταν ο νικητής στη «χθεσινή μονομαχία βουλευτού και λοχαγού» και η συντεχνία των πολιτικών έχαιρε για τη νίκη ενός δικού της επ’ ενός στρατιωτικού. Για την ακρίβεια «Χθες την 10 π.μ. εις την εν Σεπολίοις έπαυλιν του λοχαγού του μηχανικού κ. Σούτσου, έλαβε χώραν αιματηρά μονομαχία δια πιστολίου μεταξύ του λοχαγού του πεζικού κ. Μπαρτζώκα και του βουλευτού Φθιώτιδος κ. Νικ. Ξηρού δια το γνωστόν, περί ου εγράψαμεν, επεισόδιον μεταξύ των εντός του τραμ, προκληθέν εκ συζητήσεως δια το ζήτημα των στρατιωτικών προβιβασμών. Οι υπό του κ. Μπαρτζώκα αποσταλέντες προς τον κ. Ξηρόν μάρτυρες κ.κ. Αποστόλου, ταγματάρχης και Λουκάς, λοχαγός, κατά την τελευταίαν συνάντησίν των εν τη Στρατιωτική Λέσχη μετά των του κ. Ξηρού μαρτύρων κ.κ. Νεγρεπόντη και Γόντικα, βουλευτών, μη δυνηθέντες να συμβιβάσωσι τα πράγματα, ως εκ της τραχύτητος του επεισοδίου, κατέληξαν στην απόφασιν περί μονομαχίας, συντάξαντες πρωτόκολλον, δι’ ου εκανονίζετο ν’ ανταλλαγώσιν δύο βολαί εξ αποστάσεως 25 βημάτων… Μετά την ανταλλαγήν της πρώτης βολής η σφαίρα του βουλευτού κ. Ξηρού εύρε τον αντίπαλόν του λοχαγόν κ. Μπαρτζώκα εις τον μηρόν και ενεσφηνώθη στα μαλακά μόρια… Το τραύμα ουδεμία παρέχει ανησυχίαν…»[6].
Ο βουλευτής κ. Ξηρός συνεχίζει να δέχεται τα ενθουσιώδη συγχαρητήρια των συναδέλφων του και να τους πληροφορεί για τις λεπτομέρειες της μονομαχίας, όταν ακούγεται το κουδούνι του προεδρείου της Βουλής. Ο πρόεδρος κ. Ζαβιτσιάνος αντί άλλης ανακοίνωσης, αναγγέλλει τον θάνατο του Κ. Καραπάνου και προτείνει ώστε σύμπασα η Βουλή να στέρξει ώστε να λυθεί η συνεδρίαση σε ένδειξη πένθους[7]
Οι υπουργοί με επικεφαλής τον πρωθυπουργό βγήκαν πρώτοι από το Κοινοβούλιο και ακολούθησαν οι βουλευτές, κατευθυνόμενοι όλοι πεζή προς την κατοικία του θανόντα. Κάποιοι κοντοστάθηκαν έξω από το εργοτάξιο της επέκτασης του κτηρίου της οικογένειας Βούρου που θα στέγαζε τον κινηματογράφο Αττικόν, σχολιάζοντας τη χρήση για πρώτη φορά οπλισμένου σκυροδέματος[8] από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Νικολούδη. Έξω από το σπίτι του Καραπάνου μετά την πλατεία Κλαυθμώνος είχε ήδη συγκεντρωθεί αρκετός κόσμος[9]. Ήταν η πρώτη φορά που το σπίτι αυτό κέντριζε την προσοχή των Αθηναίων καθώς όλοι ενδιαφέρονταν κυρίως για την ένοικο του διπλανού σπιτιού, της γνωστής  για τους σκανδαλώδεις και περιπετειώδεις έρωτές της λαίδης Λω. Η Λω –από το όνομα του δεύτερου συζύγου της υπουργού οικονομικών της Αγγλίας και Αντιβασιλέα των Ινδιών, Εδουάρδου Λω- ήταν φίλη και ομοτράπεζη του βασιλιά Κωνσταντίνου και σαφώς αντιβενιζελική. Πριν τρεις ημέρες[10], μάλιστα, είχε στείλει επιστολή στον πρωθυπουργό, ζητώντας του εμμέσως συγνώμη γιατί τον απείλησε δημοσίως λέγοντάς του «θέλω να σας πνίξω», εξαιτίας των «αντιμερκουρικών αισθημάτων» του Βενιζέλου! Παρόλα αυτά, ενώ η Λω ομολογεί στην επιστολή της ότι «η λογική και οι γυναίκες δεν σχετίζονται πάντοτε πολύ», επιπλήττει ξανά τον Βενιζέλο, συγκαταλεγόντάς τον στους «φαυλοκράτες»!  Πάντως, ο Σπύρος Μερκούρης, ο φίλος της λαίδης έχασε τη δημαρχία της Αθήνας που κατείχε από το 1899. Οι αντιπαραθέσεις αυτές δεν είναι παρά τα προμηνύματα της μεγάλης σύγκρουσης Βενιζέλου-βασιλιά και του εθνικού διχασμού. Ο επερχόμενος Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος χρειάζεται τη νομιμοποίησή του και τους αντιπάλους του, χρειάζεται την προετοιμασία χιλιάδων ανθρώπων για να γίνουν τροφή στα κανόνια. Για την Ελλάδα ήταν η κορύφωση και ο θάνατος της μεγάλης ιδέας, αλλά και για τη λαίδη Λω ήταν η απώλεια του αδερφού της Γ. Χατζηανέστη, αρχηγού της στρατιάς της Μικράς Ασίας, ο οποίος θα δικαστεί στη «δίκη των έξι» και θα εκτελεστεί.          
Στο εσωτερικό του μεγάρου Καραπάνου, εν τω μεταξύ, και έξω από το σφραγισμένο γραφείο του νεκρού Κωνσταντίνου Καραπάνου είχαν συγκεντρωθεί οι συγγενείς, πλην των δύο γιων του, Αλέξανδρου και Πύρρου, οι οποίοι, όπως είδαμε, συμμετείχαν στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου στην οποία πρόεδρος ήταν ο θείος τους Γεώργιος Χρηστάκης  Ζωγράφος, αδερφός της μητέρας τους, Μαρίας, η οποία είχε πεθάνει στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1901. Στο μέγαρο της Σταδίου ήταν και οι δύο κόρες του εκλιπόντα, η Ελένη Ι. Καποδίστρια και η Ζωή Θ. Μοριζάνη, καθώς και οι δύο νύφες του, η Καλλιόπη Π. Καραπάνου, και η Μαρία Α. Καραπάνου, καθώς και οι δύο γαμπροί του Γεώργιος Καποδίστριας και Θεόδωρος Μοριζάνης. Όλους τους απασχολούσε ο ορισμός της ημέρας της κηδείας, ώστε να μπορέσουν να έλθουν ο Αλέξανδρος και ο Πύρρος από την Ήπειρο. Τελικά αποφάσισαν να γίνει τη Δευτέρα.
Παρόλα αυτά οι συζητήσεις συνεχίζονταν και αφορούσαν στο ανακριβές ρεπορτάζ της εφημερίδας «Σκριπ» (23/3/1914), όπου αναφερόταν πως ο Κ. Καραπάνος «…ο αρχαίος πολιτευτής Άρτης και κατ’ επανάληψη χρηματίσας υπουργός… κατέλειπον δύο τέκνα, τον κ. Πύρρον Καραπάνον, υπουργόν επί των Εξωτερικών της Αυτονόμου Ηπειρωτικής Πολιτείας, όστις έμαθε την θλιβεράν είδησιν εν πλω, μεταβαίνων εις Παρισίους δι’ εθνικούς σκοπούς, και την κυρίαν Μοριζάνη(σ.σ.  προφανές λάθος καθώς τα παιδιά του Καραπάνου είναι τέσσερα. Τα άλλα δύο είναι ο Αλέξανδρος και η Ελένη)». «[…] Ο μεταστάς πολιτευτής, -συνεχίζει η συντηρητική εφημερίδα-, υπήρξεν εξέχουσα πολιτική και οικονομολογική φυσιογνωμία, αφήκε δε εποχήν η παρ’ αυτού προαγγελθείσα μέλλουσα χρεοκοπία του κράτους, ότε πρωθυπούργευεν ο αείμνηστος Τρικούπης. Ευδοκιμήσας εν Κωνσταντινουπόλει ως τραπεζίτης ενεκατέστη ενταύθα και αντιπροσώπευσεν επί μακρά έτη εν τη Βουλή την ιδιαιτέραν του πατρίδα Ήπειρον. Ιδιαιτέρως διεκρίθη δια τας αρχαιολογικάς του ερεύνας και τας ιδίαις δαπάναις ανασκαφάς εν Δωδώνη… Το Αρσάκειον εν τω προσώπω του Κ. Καραπάνου εγνώρισεν επί μακρά έτη τον πολύτιμον Πρόεδρον και προστάτην, καθώς και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αφήνει περιουσίαν υπερβαίνουσα τα 40 εκατομμύρια και την παραγγελίαν να μη κατατεθώσι στέφανοι εις την σορόν του, αλλά το αντίτιμον να καταβληθή υπέρ του Ηπειρωτικού Αγώνος. Αφίνει δε διαθήκην, ης το περιεχόμενον δεν εγνώσθη. Το ιδιαίτερον γραφείον του μεταστάντος εσφραγίσθη»[11].
Το δημοσίευμα ήταν κολακευτικότατο για τον Καρπάνο, αλλά οι συγγενείς ανησυχούσαν για την αμφισβήτηση της συγγένειάς τους, καθώς το ηθικό και υλικό διακύβευμα ήταν ιδιαίτερα μεγάλο.
Πέραν του πρωθυπουργού και του προέδρου της Βουλής κανείς άλλος πολιτικός δεν μπήκε στο μέγαρο για να συλλυπηθεί τους συγγενείς, καθώς οι υπουργοί και οι βουλευτές προτίμησαν να σκορπιστούν στα γύρω καφενεία. Κάποιοι επέστρεψαν στου Ζαχαράτου για να λάβουν τον πολιτικό και κοινωνικό σφυγμό της ημέρας μέσω των εφημερίδων και κυρίως μέσω των συζητήσεων. Εκεί έμαθαν ότι στην Κέρκυρα ο Κ. Θεοτόκης εξέδωσε το μυθιστόρημα «Η τιμή και το χρήμα», ενώ στην Καβάλα, στη Δράμα και στη Θεσσαλονίκη οι καπνεργάτες ξεσηκώθηκαν υπό την καθοδήγηση της «Φεντερασιόν» και του Μπεναρόγια. Κάποιοι, πάντως, μιλούσαν και για τον Καραπάνο, σχολιάζοντας το γεγονός ότι ξεκίνησε να πολιτεύεται με τον Κουμουνδούρο, συνέχισε με τον Χ. Τρικούπη, μεταπήδησε στον Θ. Δηληγιάννη, ώσπου, τελικά, έκανε δικό του κόμμα! Ένας, μάλιστα, τον θεώρησε υπεύθυνο για την ελληνική χρεοκοπία αλλά και για τον φόνο αγροτών, τον Αύγουστο του 1882, στα τσιφλίκια του στην Άρτα...
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ 


[1] Εμπρός, 23/3/1914
[2] Στο ίδιο
[3] Στο ίδιο
[4] Αναφέρεται στο «κηδειόσιμο» που δημοσιεύθηκε σε όλες τις εφημερίδες
[5] Εμπρός, 23/3/1914
[6] Εφημερίδα Εμπρός, στο φύλλο της 23ης Μαρτίου 1914
[7] Από τη δημοσίευση της αναγγελίας της κηδείας μαθαίνουμε ότι αυτή θα γίνει «σήμερον Δευτέραν και ώραν 4μμ εκ της εν τη οδώ Σταδίου 31 κατοικίας του (σ.σ. θανόντος) εις τον ναόν του Αγίου Γεωργίου(Καρύτσης). Εν Αθήναις 24 Μαρτίου 1914» 
[8] Το αρχικό κτίσμα οικοδομήθηκε την περίοδο 1870-1881 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ (1837-1923) σε νεοκλασικό ρυθμό. Την περίοδο 1914-1920 πραγματοποιήθηκε μία σημαντική επέμβαση, σε σχέδιοτου αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη (1874-1944) και σε ρυθμό Νεομπαρόκ, όπου καταγράφεται και μία από τις πρώτες χρήσεις οπλισμένουσκυροδέματος, για να στεγάσει το κτίριο τον κινηματογράφο «ΑΤΤΙΚΟΝ». Το 1982 δημιουργείται
η δεύτερη κινηματογραφική αίθουσα «Απόλλων».
[9] Το μέγαρο Καραπάνου ήταν στη Σταδίου 29( ή 31) δίπλα από το υπουργείο Εσωτερικών. Ενώ δίπλα, Σταδίου 31(33), ήταν το σπίτι της περίφημης Λαίδης Λω. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σπίτι του Καραπάνου ανήκε πριν στον Γεώργιο Σκουζέ πεθερό του Γεωργίου Παχύ, και δεν ήταν παρά το περίφημο μέγαρο Δημ. Φωτήλα που ε23 Μαρτίου 1914. Η άνοιξη έχει αρχίσει να ανθίζει στους κήπους της Αθήνας. Στο καφενείο του Ζαχαράτου, στο Σύνταγμα, οι θαμώνες απολαμβάνουν τον καλό καιρό με ελληνικό καφέ και την ανάγνωση των εφημερίδων στο γνωστό καλαμένιο πλαίσιο. Στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Εμπρός» ο αναγνώστης βλέπει τη φωτογραφία από την «υποδοχή του σερ Έδουαρδ Κάρσον, ενός εκ των αρχηγών του κινήματος του Ώλστερ εις Μπελφάστ…»[1], αλλά και δύο ειδήσεις εκ πρώτης όψεως άσχετες μεταξύ τους: αριστερά «Η ανάκτησις της Κορυτσάς» υπό των στρατιωτικών τμημάτων της «αυτονόμου πολιτείας της Βορείου Ηπείρου, επιτελεσθείσα κατόπιν δωδεκαώρου συμπλοκής προς την Αλβανικήν χωροφυλακήν…»[2] και δεξιά η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καραπάνου και η αναγγελία του θανάτου του: «Κωνστ. Καραπάνος, ο αποθανών χθες πρώην υπουργός, βουλευτής και πρόεδρος της φιλεκπαιδευτικής εταιρείας»[3]. Στις εσωτερικές σελίδες της ίδιας εφημερίδας διαβάζουμε ότι ο εξ Ηπείρου έλκων το γένος –με ρίζες από την Αιτωλοακαρνανία- Κ. Καραπάνος πέθανε από «χρονίαν νόσον» στα 74 χρόνια του. Διαβάζουμε, επίσης, ότι «Συμφώνως με την τελευταίαν επιθυμίαν του θανόντος, στέφανοι δεν θα κατατεθώσιν, αλλά το αντίτιμον αυτών θα διατεθή υπέρ του Ηπειρωτικού αγώνος»[4]. Να, λοιπόν, η πρώτη σχέση των δύο ειδήσεων. Αλλά υπάρχει και δεύτερη, πιο ισχυρή συνάφεια: «Η κηδεία του θα γίνει μεθαύριον(σ.σ. Δευτέρα), όπως προφθάσωσι και έλθωσιν οι ειδοποιηθέντες υιοί του, εκ των οποίων ο εις (ευρίσκετο) εν Ηπείρω, μέλος της Κυβερνήσεως της Αυτονόμου Ηπείρου, ο δε έτερος ταξιδεύει(ταξίδευε) μεταβαίνων εις Παρισίους»[5]
Παρά την είδηση του θανάτου, η ζωή της πόλης των Αθηνών δεν διαταράχθηκε στο παραμικρό. Αναγγέλλεται, μάλιστα, πως θα λάβει κανονικά χώρα «αύριον η τακτική δεξίωσης παρά τη κομήσση Ροιανκούρ». Όμως, το ενδιαφέρον της ημέρας εστιαζόταν στη συνεδρίαση της Βουλής για το νομοσχέδιο περί δασμολογίου και του νομοσχεδίου περί διοικήσεως της εκπαιδεύσεως. Πλήθος κόσμου εκτός και εντός του Κοινοβουλίου ανέμενε την  έναρξη της συνεδρίασης. Αίφνης, περί τις τέσσερις και μισή εισέρχεται στην αίθουσα συνεδριάσεων ιδιαίτερα εύχαρις ο πρωθυπουργός με τους περισσότερους υπουργούς του. Όλοι προσπαθούν να λύσουν το αίνιγμα της χαράς του πρωθυπουργού αλλά και του γεγονότος ότι οι περισσότεροι των υπουργών φορούν καινούργιο κοστούμι! Η απάντηση θα δοθεί με την έλευση του βουλευτή κ. Ξηρού, που δέχεται αμέσως τα θερμά συγχαρητήρια του προέδρου της κυβέρνησης, των υπουργών και των βουλευτών. Ο βουλευτής ήταν ο νικητής στη «χθεσινή μονομαχία βουλευτού και λοχαγού» και η συντεχνία των πολιτικών έχαιρε για τη νίκη ενός δικού της επ’ ενός στρατιωτικού. Για την ακρίβεια «Χθες την 10 π.μ. εις την εν Σεπολίοις έπαυλιν του λοχαγού του μηχανικού κ. Σούτσου, έλαβε χώραν αιματηρά μονομαχία δια πιστολίου μεταξύ του λοχαγού του πεζικού κ. Μπαρτζώκα και του βουλευτού Φθιώτιδος κ. Νικ. Ξηρού δια το γνωστόν, περί ου εγράψαμεν, επεισόδιον μεταξύ των εντός του τραμ, προκληθέν εκ συζητήσεως δια το ζήτημα των στρατιωτικών προβιβασμών. Οι υπό του κ. Μπαρτζώκα αποσταλέντες προς τον κ. Ξηρόν μάρτυρες κ.κ. Αποστόλου, ταγματάρχης και Λουκάς, λοχαγός, κατά την τελευταίαν συνάντησίν των εν τη Στρατιωτική Λέσχη μετά των του κ. Ξηρού μαρτύρων κ.κ. Νεγρεπόντη και Γόντικα, βουλευτών, μη δυνηθέντες να συμβιβάσωσι τα πράγματα, ως εκ της τραχύτητος του επεισοδίου, κατέληξαν στην απόφασιν περί μονομαχίας, συντάξαντες πρωτόκολλον, δι’ ου εκανονίζετο ν’ ανταλλαγώσιν δύο βολαί εξ αποστάσεως 25 βημάτων… Μετά την ανταλλαγήν της πρώτης βολής η σφαίρα του βουλευτού κ. Ξηρού εύρε τον αντίπαλόν του λοχαγόν κ. Μπαρτζώκα εις τον μηρόν και ενεσφηνώθη στα μαλακά μόρια… Το τραύμα ουδεμία παρέχει ανησυχίαν…»[6].
Ο βουλευτής κ. Ξηρός συνεχίζει να δέχεται τα ενθουσιώδη συγχαρητήρια των συναδέλφων του και να τους πληροφορεί για τις λεπτομέρειες της μονομαχίας, όταν ακούγεται το κουδούνι του προεδρείου της Βουλής. Ο πρόεδρος κ. Ζαβιτσιάνος αντί άλλης ανακοίνωσης, αναγγέλλει τον θάνατο του Κ. Καραπάνου και προτείνει ώστε σύμπασα η Βουλή να στέρξει ώστε να λυθεί η συνεδρίαση σε ένδειξη πένθους[7]
Οι υπουργοί με επικεφαλής τον πρωθυπουργό βγήκαν πρώτοι από το Κοινοβούλιο και ακολούθησαν οι βουλευτές, κατευθυνόμενοι όλοι πεζή προς την κατοικία του θανόντα. Κάποιοι κοντοστάθηκαν έξω από το εργοτάξιο της επέκτασης του κτηρίου της οικογένειας Βούρου που θα στέγαζε τον κινηματογράφο Αττικόν, σχολιάζοντας τη χρήση για πρώτη φορά οπλισμένου σκυροδέματος[8] από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Νικολούδη. Έξω από το σπίτι του Καραπάνου μετά την πλατεία Κλαυθμώνος είχε ήδη συγκεντρωθεί αρκετός κόσμος[9]. Ήταν η πρώτη φορά που το σπίτι αυτό κέντριζε την προσοχή των Αθηναίων καθώς όλοι ενδιαφέρονταν κυρίως για την ένοικο του διπλανού σπιτιού, της γνωστής  για τους σκανδαλώδεις και περιπετειώδεις έρωτές της λαίδης Λω. Η Λω –από το όνομα του δεύτερου συζύγου της υπουργού οικονομικών της Αγγλίας και Αντιβασιλέα των Ινδιών, Εδουάρδου Λω- ήταν φίλη και ομοτράπεζη του βασιλιά Κωνσταντίνου και σαφώς αντιβενιζελική. Πριν τρεις ημέρες[10], μάλιστα, είχε στείλει επιστολή στον πρωθυπουργό, ζητώντας του εμμέσως συγνώμη γιατί τον απείλησε δημοσίως λέγοντάς του «θέλω να σας πνίξω», εξαιτίας των «αντιμερκουρικών αισθημάτων» του Βενιζέλου! Παρόλα αυτά, ενώ η Λω ομολογεί στην επιστολή της ότι «η λογική και οι γυναίκες δεν σχετίζονται πάντοτε πολύ», επιπλήττει ξανά τον Βενιζέλο, συγκαταλεγόντάς τον στους «φαυλοκράτες»!  Πάντως, ο Σπύρος Μερκούρης, ο φίλος της λαίδης έχασε τη δημαρχία της Αθήνας που κατείχε από το 1899. Οι αντιπαραθέσεις αυτές δεν είναι παρά τα προμηνύματα της μεγάλης σύγκρουσης Βενιζέλου-βασιλιά και του εθνικού διχασμού. Ο επερχόμενος Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος χρειάζεται τη νομιμοποίησή του και τους αντιπάλους του, χρειάζεται την προετοιμασία χιλιάδων ανθρώπων για να γίνουν τροφή στα κανόνια. Για την Ελλάδα ήταν η κορύφωση και ο θάνατος της μεγάλης ιδέας, αλλά και για τη λαίδη Λω ήταν η απώλεια του αδερφού της Γ. Χατζηανέστη, αρχηγού της στρατιάς της Μικράς Ασίας, ο οποίος θα δικαστεί στη «δίκη των έξι» και θα εκτελεστεί.          
Στο εσωτερικό του μεγάρου Καραπάνου, εν τω μεταξύ, και έξω από το σφραγισμένο γραφείο του νεκρού Κωνσταντίνου Καραπάνου είχαν συγκεντρωθεί οι συγγενείς, πλην των δύο γιων του, Αλέξανδρου και Πύρρου, οι οποίοι, όπως είδαμε, συμμετείχαν στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου στην οποία πρόεδρος ήταν ο θείος τους Γεώργιος Χρηστάκης  Ζωγράφος, αδερφός της μητέρας τους, Μαρίας, η οποία είχε πεθάνει στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1901. Στο μέγαρο της Σταδίου ήταν και οι δύο κόρες του εκλιπόντα, η Ελένη Ι. Καποδίστρια και η Ζωή Θ. Μοριζάνη, καθώς και οι δύο νύφες του, η Καλλιόπη Π. Καραπάνου, και η Μαρία Α. Καραπάνου, καθώς και οι δύο γαμπροί του Γεώργιος Καποδίστριας και Θεόδωρος Μοριζάνης. Όλους τους απασχολούσε ο ορισμός της ημέρας της κηδείας, ώστε να μπορέσουν να έλθουν ο Αλέξανδρος και ο Πύρρος από την Ήπειρο. Τελικά αποφάσισαν να γίνει τη Δευτέρα.
Παρόλα αυτά οι συζητήσεις συνεχίζονταν και αφορούσαν στο ανακριβές ρεπορτάζ της εφημερίδας «Σκριπ» (23/3/1914), όπου αναφερόταν πως ο Κ. Καραπάνος «…ο αρχαίος πολιτευτής Άρτης και κατ’ επανάληψη χρηματίσας υπουργός… κατέλειπον δύο τέκνα, τον κ. Πύρρον Καραπάνον, υπουργόν επί των Εξωτερικών της Αυτονόμου Ηπειρωτικής Πολιτείας, όστις έμαθε την θλιβεράν είδησιν εν πλω, μεταβαίνων εις Παρισίους δι’ εθνικούς σκοπούς, και την κυρίαν Μοριζάνη(σ.σ.  προφανές λάθος καθώς τα παιδιά του Καραπάνου είναι τέσσερα. Τα άλλα δύο είναι ο Αλέξανδρος και η Ελένη)». «[…] Ο μεταστάς πολιτευτής, -συνεχίζει η συντηρητική εφημερίδα-, υπήρξεν εξέχουσα πολιτική και οικονομολογική φυσιογνωμία, αφήκε δε εποχήν η παρ’ αυτού προαγγελθείσα μέλλουσα χρεοκοπία του κράτους, ότε πρωθυπούργευεν ο αείμνηστος Τρικούπης. Ευδοκιμήσας εν Κωνσταντινουπόλει ως τραπεζίτης ενεκατέστη ενταύθα και αντιπροσώπευσεν επί μακρά έτη εν τη Βουλή την ιδιαιτέραν του πατρίδα Ήπειρον. Ιδιαιτέρως διεκρίθη δια τας αρχαιολογικάς του ερεύνας και τας ιδίαις δαπάναις ανασκαφάς εν Δωδώνη… Το Αρσάκειον εν τω προσώπω του Κ. Καραπάνου εγνώρισεν επί μακρά έτη τον πολύτιμον Πρόεδρον και προστάτην, καθώς και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αφήνει περιουσίαν υπερβαίνουσα τα 40 εκατομμύρια και την παραγγελίαν να μη κατατεθώσι στέφανοι εις την σορόν του, αλλά το αντίτιμον να καταβληθή υπέρ του Ηπειρωτικού Αγώνος. Αφίνει δε διαθήκην, ης το περιεχόμενον δεν εγνώσθη. Το ιδιαίτερον γραφείον του μεταστάντος εσφραγίσθη»[11].
Το δημοσίευμα ήταν κολακευτικότατο για τον Καρπάνο, αλλά οι συγγενείς ανησυχούσαν για την αμφισβήτηση της συγγένειάς τους, καθώς το ηθικό και υλικό διακύβευμα ήταν ιδιαίτερα μεγάλο.
Πέραν του πρωθυπουργού και του προέδρου της Βουλής κανείς άλλος πολιτικός δεν μπήκε στο μέγαρο για να συλλυπηθεί τους συγγενείς, καθώς οι υπουργοί και οι βουλευτές προτίμησαν να σκορπιστούν στα γύρω καφενεία. Κάποιοι επέστρεψαν στου Ζαχαράτου για να λάβουν τον πολιτικό και κοινωνικό σφυγμό της ημέρας μέσω των εφημερίδων και κυρίως μέσω των συζητήσεων. Εκεί έμαθαν ότι στην Κέρκυρα ο Κ. Θεοτόκης εξέδωσε το μυθιστόρημα «Η τιμή και το χρήμα», ενώ στην Καβάλα, στη Δράμα και στη Θεσσαλονίκη οι καπνεργάτες ξεσηκώθηκαν υπό την καθοδήγηση της «Φεντερασιόν» και του Μπεναρόγια. Κάποιοι, πάντως, μιλούσαν και για τον Καραπάνο, σχολιάζοντας το γεγονός ότι ξεκίνησε να πολιτεύεται με τον Κουμουνδούρο, συνέχισε με τον Χ. Τρικούπη, μεταπήδησε στον Θ. Δηληγιάννη, ώσπου, τελικά, έκανε δικό του κόμμα! Ένας, μάλιστα, τον θεώρησε υπεύθυνο για την ελληνική χρεοκοπία αλλά και για τον φόνο αγροτών, τον Αύγουστο του 1882, στα τσιφλίκια του στην Άρτα...
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ 


[1] Εμπρός, 23/3/1914
[2] Στο ίδιο
[3] Στο ίδιο
[4] Αναφέρεται στο «κηδειόσιμο» που δημοσιεύθηκε σε όλες τις εφημερίδες
[5] Εμπρός, 23/3/1914
[6] Εφημερίδα Εμπρός, στο φύλλο της 23ης Μαρτίου 1914
[7] Από τη δημοσίευση της αναγγελίας της κηδείας μαθαίνουμε ότι αυτή θα γίνει «σήμερον Δευτέραν και ώραν 4μμ εκ της εν τη οδώ Σταδίου 31 κατοικίας του (σ.σ. θανόντος) εις τον ναόν του Αγίου Γεωργίου(Καρύτσης). Εν Αθήναις 24 Μαρτίου 1914» 
[8] Το αρχικό κτίσμα οικοδομήθηκε την περίοδο 1870-1881 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ (1837-1923) σε νεοκλασικό ρυθμό. Την περίοδο 1914-1920 πραγματοποιήθηκε μία σημαντική επέμβαση, σε σχέδιοτου αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη (1874-1944) και σε ρυθμό Νεομπαρόκ, όπου καταγράφεται και μία από τις πρώτες χρήσεις οπλισμένουσκυροδέματος, για να στεγάσει το κτίριο τον κινηματογράφο «ΑΤΤΙΚΟΝ». Το 1982 δημιουργείται
η δεύτερη κινηματογραφική αίθουσα «Απόλλων».
[9] Το μέγαρο Καραπάνου ήταν στη Σταδίου 29( ή 31) δίπλα από το υπουργείο Εσωτερικών. Ενώ δίπλα, Σταδίου 31(33), ήταν το σπίτι της περίφημης Λαίδης Λω. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σπίτι του Καραπάνου ανήκε πριν στον Γεώργιο Σκουζέ πεθερό του Γεωργίου Παχύ, και δεν ήταν παρά το περίφημο μέγαρο Δημ. Φωτήλα που είχε σχεδιάσει ο Γάλλος αρχιτέκτονας Γκαρνιέ.
[10] 20 Μαρτίου 1914
[11] Ενδιαφέρον για τους εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενείς έχει και η αναφορά στα «αδέρφια»: Ιωάννης Καραπάνος, Αγγελική Σκέφερη, Ευφροσύνη Ι. Καραπάνου, Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος, Θεανώ Ι. Δεληγεώργη, Σοφία Α. Ρώμα, Λεων. Δεληγεώργης, Αλέξανδρος Σ. Ρώμας. Στους εγγονούς αναφέρονται ο Δημήτριος Α. Καραπάνος, Χρηστίνα Α. Καραπάνου, Λέλα Τ. Τυπάλδου Φορέστη και άλλοι. 
ίχε σχεδιάσει ο Γάλλος αρχιτέκτονας Γκαρνιέ.
[10] 20 Μαρτίου 1914
[11] Ενδιαφέρον για τους εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενείς έχει και η αναφορά στα «αδέρφια»: Ιωάννης Καραπάνος, Αγγελική Σκέφερη, Ευφροσύνη Ι. Καραπάνου, Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος, Θεανώ Ι. Δεληγεώργη, Σοφία Α. Ρώμα, Λεων. Δεληγεώργης, Αλέξανδρος Σ. Ρώμας. Στους εγγονούς αναφέρονται ο Δημήτριος Α. Καραπάνος, Χρηστίνα Α. Καραπάνου, Λέλα Τ. Τυπάλδου Φορέστη και άλλοι.