Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Δεν είναι όλα "βία"

Eπειδή κάποιοι/ες μιλούν για αισθητική, ας γνωρίζουν πως οι μύγες βλέπουν τον ιστό της αράχνης σαν αιτία της αιχμαλωσίας τους και όχι ως έργο τέχνης. Ας γνωρίζουν, κυρίως, ότι ο φασισμός ταυτίζεται με την αισθητικοποίηση της πολιτικής, την οποία επικαλούνται, και πως οι κραυγές μας δεν είναι από αστική ανία, όπως της κάθε μαντάμ Μποβαρύ, αλλά επειδή δεν αποδεχόμαστε την ακύρωση της ύπαρξής μας, επειδή είμαστε χωρίς εργασία, χωρίς τα αναγκαία για τη βιοτή, χωρίς πρόσωπο και αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό η αντίδρασή μας είναι ένας σπασμός αντίστασης, είναι ένας σπασμός φρίκης και ελπίδας. Γιατί ελπίζουμε ότι θα γλυτώσουμε, ότι η αράχνη δεν θα μας κατασπαράξει. Ο θυμός και η βία μας, λοιπόν, στρέφονται εναντίον του κανιβαλισμού της νεοφιλελεύθερης αράχνης, της αδηφάγου βουλημίας του δράκου της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κραυγή μας είναι η άρνηση ενός κόσμου που μας αρνείται. Όμως, η κραυγή χωρίς πράξη «ξινίζει». Και αν η αισθητικοποίηση ως πολιτική πρακτική οδηγεί στο φασισμό, η τυφλή βία ως απολιτική πράξη, ενισχύει τη λογική τού «δεν γίνεται τίποτα», πως όλα αλλάζουν αλλά τα ίδια μένουν. Στην υπηρεσία αυτής της λογικής-ιδεολογίας βρίσκονται οι «τεχνο-λόγοι» της εξουσίας. Αυτοί που ανακατεύουν σε μία χύτρα γεμάτη ψεύδος έναν κύβο αλήθειας, αξιοποιώντας το ιδιαίτερο γνώρισμα του καπιταλισμού, ότι δηλαδή το πρόσωπο που κρατάει το όπλο(το μονοπώλιο της κρατικής βίας) παρουσιάζεται ξεχωριστά από το πρόσωπο που κάνει τη ληστεία(π.χ. τις τράπεζες και τα δεκάδες δις ευρώ που μας κλέβουν…). Απέναντι σ’ αυτή την πρωτοφανή βία που ασκείται απ’ όσους κατέχουν τα μέσα της βίας και επιθυμούν το μονοπώλιο της δύναμης, αντιπαρατάσσεται η «βία» των Απελπισμένων από τους οποίους έχει υπεξαιρεθεί η δύναμη των δημοκρατικών και εργασιακών τους δικαιωμάτων. Η απώλεια αυτής της δύναμης, η δαιμονοποίηση και απονομιμοποίηση της αμφισβήτησης στη λογική της διαρκούς Έκτακτης Ανάγκης (χρεοκοπία) γεννά τον πειρασμό της υποκατάστασής της από τη βία. Υπ’ αυτή την οπτική η «ήπια βία» καθίσταται μία μορφή άμυνας σε μία πολιτική μαζικού εκφοβισμού. Το πρόβλημα, άρα, είναι η απονομιμοποίηση των ήπιων «συγκρούσεων» και η μη ουσιαστική απάντηση στα κοινωνικά αιτήματα που αρθρώνονται εκεί, γεγονός που οδηγεί τελικά στην τυφλή βία. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να προβούμε στη διάκριση μεταξύ «σύγκρουσης-βίας»(Said Bouamama), που παραπέμπει στη διάκριση της Χάνας Άρεντ σε «δύναμη-βία». Η δύναμη κατά την Άρεντ είναι «η δύναμη της σύνθεσης μέσω της ομιλίας και του πράττειν στους δημόσιους χώρους», ενώ αντίθετα η βία «αρχίζει εκεί που σταματάει ο λόγος» αλλά και ο δια-λογος καθώς δεν αρκεί η χρήση των λέξεων, αφού αυτές όταν «χρησιμοποιούνται για πολεμικούς σκοπούς παύουν να είναι ομιλία, γίνονται κλισέ»• ο λαϊκισμός συνεπώς, που είναι ο κυρίαρχος λόγος της ελληνικής πολιτικής σκηνής, είναι κι αυτός μορφή βίας. Διευκρινίζεται, παρ’ όλα αυτά, ότι και στην πολιτική σύνθεση, όταν αυτή συνιστά και εξισορρόπηση δυνάμεων, δύνανται να ενυπάρχουν «σπέρματα» βίας αλλά αυτό δεν είναι βία, διότι η βία δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με τη δημόσια σφαίρα. Αντιθέτως, η δύναμη είναι «ό,τι συντηρεί την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, τον δυνητικό χώρο της εμφάνισης μεταξύ ενεργούντων και ομιλούντων ανθρώπων», και η ενεργοποίησή της συμβαίνει εκεί που η ομιλία και η πράξη δεν έχουν χωριστεί, όπου τα λόγια δεν είναι κενά και τα έργα δεν είναι βάναυσα. Όταν όμως «η δύναμη» χάνεται, ή όταν δεν υφίσταται ο δημόσιος χώρος διαλόγου και σύνθεσης, τότε τίποτα δεν μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την απώλεια, ούτε η βία. Διότι η βία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δύναμη. Με άλλα λόγια, η βία δεν είναι παρά αδυναμία, που ασκείται είτε από τους ισχυρούς που κατέχουν τα μέσα της βίας και επιθυμούν το μονοπώλιο της δύναμης είτε από τους «κάτω», από τους απόκληρους των οποίων έχουν υπεξαιρέσει τη δύναμη του λόγου τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: