Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις

Στην «ανάπτυξη» επέμεινε ο Ολάντ, στη «βιωσιμότητα του χρέους» η Μέρκελ. Η τελευταία μίλησε για «στήριξη» της Ελλάδας, αλλά οι Σόιμπλε και Φέκτερ τάχθηκαν κατά της «επιμήκυνσης». Αντίθετα, ο καγκελάριος της Αυστρίας τάχθηκε υπέρ, ενώ ο διοικητής της Bundesbank δήλωσε ότι δεν πρέπει «να σώζονται με κάθε κόστος» οι διάφορες χώρες της ευρωζώνης. Που οφείλονται οι αντιθέσεις; Στο γεγονός ότι οι πολιτικοί εκφράζουν διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Συγκεκριμένα, ο Σόιμπλε και η Φέκτερ καθώς και έντυπα, όπως το Focus ή ακόμη και πιο σοβαρά, εκφράζουν την κεντρική τράπεζα της Γερμανίας, την πανίσχυρη Bundesbank, η οποία με τη σειρά της εκφράζει την πιο νεοφιλελεύθερη και εθνικιστική(αντιευρωπαϊκή) εκδοχή του χρηματοπιστωτικού, γερμανικού κεφαλαίου. Η Bundesbank ήταν αντίθετη και στη συμφωνία της 21ης Ιουλίου για το δεύτερο δάνειο στην Ελλάδα. Επίσης, μπορεί να παρουσιάζεται στις δημοσκοπήσεις ότι η πλειοψηφία των Γερμανών είναι εχθρική στη νέα βοήθεια, αλλά αυτό δεν εξηγεί το γεγονός ότι στις περιφερειακές εκλογές εκείνοι που εκφράζουν αυτή την άποψη όπως ο φιλελεύθερος Ρέσλερ καταψηφίζονται. Μάλιστα, εκείνοι που θριαμβεύουν στις εκλογές αυτές είναι όσοι είναι υπέρ της βοήθειας στη χώρας μας, δηλαδή η αντιπολίτευση(SPD κ.ά.). Συνεπώς, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα απ’ ό,τι εμφανίζονται. Οι αντιθέσεις, εξάλλου, που αποτυπώνονται στην Ευρώπη, έχουν ανάλογη έκφραση και στις ΗΠΑ. Έτσι, ενόψει των αμερικανικών εκλογών, διάσημοι καθηγητές και νομπελίστες αντιπαρατίθενται στο πεδίο της αντιμετώπισης της κρίσης. Η αντιπαράθεση, μάλιστα, μεταξύ των Πολ Κρούγκμαν και Νάιαλ Φέργκιουσον είναι χαρακτηριστική. Ο Φέργκιουσον υποστηρίζει τον θατσερικό τύπο λιτότητας ως μόνης λύσης για τον περιορισμό των ελλειμμάτων και τη συγκράτηση των επιτοκίων, ενώ ο Κρούγκμαν επιμένει πως μόνο με αυξημένες δημόσιες επενδύσεις, τύπου Κέυνς, μπορεί να σπάσει ο φαύλος κύκλος της ύφεσης. Ιστορικά μόνο η δεύτερη συνταγή απεδείχθη αποτελεσματική. Αντίθετα, η άγρια λιτότητα ήταν πάντα αλυσιτελής. Παραδόξως, η Ευρώπη του παραδειγματικού κράτους πρόνοιας έχει καταστεί ο τόπος εφαρμογής του πιο άγριου νεοφιλελευθερισμού, καταστρέφοντας κυριολεκτικά το κοινωνικό κράτος της, ενώ η κατ’ εξοχήν χώρα του νεοφιλελευθερισμού, οι ΗΠΑ επιχειρούν να καλύψουν το κενό του κοινωνικού κράτους με τη μεταρρύθμιση στην Υγεία. Φιλελεύθερη οικονομία είχαμε στις ΗΠΑ και τη δεκαετία του 1930, μετά το μεγάλο κραχ, μέχρι το 1980(δεκαετία Θάτσερ-Ρήγκαν). Τότε είχαμε την εφαρμογή της περίφημης συνταγής του Κέυνς. Αυτή ήταν η φιλελεύθερη οικονομία. Τώρα έχουμε τη νέο-φιλελεύθερη συνταγή όπου οι κανόνες και τα όρια του κέρδους δεν υφίστανται. Αλλά ποια είναι αυτά τα όρια; Είναι το δημόσιο συμφέρον, ήτοι η κοινωνική συνοχή, έλεγε ο Τίοντορ Ρούσβελτ, όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει το πρώτο τραπεζικό κραχ στις ΗΠΑ το 1907. Συνεπώς, από ένα σημείο και μετά, όταν η ανεργία πλήττει άμεσα την κοινωνική συνοχή έχουμε παραβίαση του δημόσιου συμφέροντος. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ φιλελεύθερης και νεοφιλελεύθερης οικονομίας. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχουν όρια και κανόνες, στη δεύτερη απληστία και αισχροκέρδεια. Γι’ αυτό εκείνοι που ομνύουν στη δεύτερη θα πρέπει να δουν το αδιέξοδό της, αφού λειτουργεί διαλυτικά για την κοινωνία. Επίσης, η τεράστια ανεργία επανέρχεται στο προσκήνιο ως ανθρωπιστική καταστροφή. Γιατί ακόμη και η θεωρούμενη ως απλή… κερδοσκοπία έχει ως συνέπεια 854 εκατομμύρια άνθρωποι να κοιμούνται νηστικοί και εκατομμύρια παιδιά να πεθαίνουν από έλλειψη βιταμίνης Α και καθαρό νερό. Αλλά πως φθάσαμε ως εδώ; Η οικονομική κρίση στις ΗΠΑ οδήγησε στην παγκόσμια κρίση, την οποία ένιωσαν πιο πολύ οι πιο φτωχές οικονομίες λόγω της μετακύλισης σ’ αυτές της ζημίας. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, αφού απορρόφησε κρατικό χρήμα, εξακολουθεί να δρα «πειρατικά». Όπως έλεγε, μάλιστα, ο ινδικής καταγωγής, Αμερικανός οικονομολόγος Jagdish Bhagwati η επέκταση της έννοιας της ελεύθερης αγοράς(δηλαδή η νεοφιλελεύθερη απορύθμιση των αγορών) «συμβάλλει στην ανάσχεση του διεθνούς εμπορίου, εξ αιτίας του χαρακτήρα του ως λιγότερου κερδοφόρου, και δεν συνιστά τίποτ’ άλλο παρά μία «πειρατεία» του χρηματοπιστωτικού συμπλέγματος της Wall street... ο κόσμος των χρηματιστηρίων υπερίπταται της πραγματικής οικονομίας... (και) οι ΗΠΑ, ενώ διακηρύσσουν την ελεύθερη αγορά για τους άλλους, σε ό,τι αφορά τις ίδιες ακολουθούν μία πολιτική κεκαλυμμένου προστατευτισμού». Το ίδιο ισχύει στην Ευρώπη με τη Γερμανία. Η Γερμανία παρά το γεγονός ότι ανήκει στην ΕΕ, ακολουθεί πολιτική κεκαλυμμένου προστατευτισμού, όπως δείχνει και το πολύ αυξημένο εμπορικό της πλεόνασμα έναντι άλλων οικονομιών, όπως της Ελλάδας και του ευρωπαϊκού νότου γενικότερα. Η απληστία, λοιπόν, δεν έχει όρια. Γι’ αυτό η θέσπιση κανόνων που να θέτουν «όρια στην απληστία» (Πωλ Κρούγκμαν), ή η επιστροφή στον Κέυνς δεν φαίνεται να έχουν τύχη. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο που δεν επιδέχεται σκόπιμη, διορθωτική παρέμβαση καθώς λειτουργεί πλέον όχι σχετικά αλλά εντελώς αυτόνομα. Οι πολιτικοί που θα μπορούσαν να θέσουν ένα φρένο, δεν το κάνουν, καθώς τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Ευρώπη υπάρχουν στενοί δεσμοί των πολιτικών ελίτ με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως επισημαίνει ο Eric Laurent στο βιβλίο του La face cachee des banques (εκδόσεις Plon), δημιουργώντας έναν κόσμο βαθιά ανήθικο, κυνικό και μ’ ένα απίστευτο αίσθημα της ατιμωρησία καθώς «Θεωρούν πως ότι κι αν κάνουν δεν θα δώσουν ποτέ λογαριασμό».

Δεν υπάρχουν σχόλια: