Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Θεϊκή βία

Ρόδος, Ίλιον και αλλού, εκεί όπου η απελπισία καθίσταται μία απολίτικη, άναρθρη οργή, εκεί όπου δεν υπάρχει πολιτική οργάνωση του καημού και η πράξη βυθίζεται σ’ έναν τυφλό, βίαιο αυθορμητισμό, χάνοντας το δίκιο της. Αλλά ποιοι είναι εκείνοι που προσδίδουν ακραία πολιτικά χαρακτηριστικά στις υδαρές ή τις λιπαρές αποδοκιμασίες των πολιτικών από τους πολίτες; Είναι για μία ακόμη φορά οι γνωστοί συστημικοί, διαπλεκόμενοι διανοούμενοι, που επιδιώκουν να αποπροσανατολίσουν την απελπισία από την προοπτική της ουσιαστικής πολιτικοποίησής της. Με άλλα λόγια, επιχειρείται η δημιουργία ενός κοινωνικού αναχώματος που θα εμποδίσει τις εμβαθύνσεις για τα αίτια της κρίσης (οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής), έτσι ώστε η αγανάκτηση να μην μπορέσει να ενδυθεί έναν επεξεργασμένο πολιτικό λόγο με στόχους και πρόγραμμα. Ακόμη χειρότερα, η προσπάθεια να μπουν ταμπέλες στην εκδήλωση της αγανάκτησης έχει ως στόχο την κατασυκοφάντησή της αλλά και τον αποπροσανατολισμό προς την κατεύθυνση μίας εμφύλιας βίας για δευτερεύοντα ζητήματα. Μόνο που ο Νταλάρας δεν συνιστά εκείνο το σύμβολο που θα μπορούσε να προκαλέσει μια κάποια ηθική οργή των «νοικοκυραίων»(παλαιότερα δεξιών, ενώ τώρα καιαριστερών), εναντίον των «διαχρωματικών» και διακομματικών ανθρώπων της απελπισίας. Έτσι, η εμφύλια βία αναβάλλεται, καθώς η οργή δεν στρέφεται εναντίον της οργής και η αποδοκιμασία εναντίον της αποδοκιμασίας. Έχουμε, όμως, την προετοιμασία της διάχυσης ενός αφηρημένου μίσους εκατέρωθεν, το οποίο αφομοιώνεται εύκολα από το ισχύον status quo και ελέγχεται από τον κανονιστικό του βίαιο λόγο. Σύμφωνα με αυτόν το «λόγο» ο αποκλεισμένος, ο απόκληρος είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Ακριβώς όπως «Οι νταβάδες στο Μετρέ είναι θεότητες του κακού και απόλυτα θύματα»(Ζενέ). Ο λόγος αυτός ανήκει στην παράδοση μιας αριστοκρατικής, ευρωπαϊκής αριστεράς σύμφωνα με την οποία οι απόκληροι είναι μαζί θύματα και θύτες. Γι’ αυτό μόνο ένας που έζησε στο Παρίσι θα μπορούσε να πει «Μαζί τα φάγαμε». Μόνο ένας που έζησε χωρίς ποτέ να δουλέψει, ή που δεν βίωσε ποτέ την ανεργία και την ανέχεια μπορεί να χαρακτηρίσει την αγανάκτηση των απόκληρων ως… φασισμό. Όμως κι εκείνος που έζησε στην Κοκκινιά μπορεί να ξεχάσει τι σημαίνει κόλαση. Σε κάθε περίπτωση, η τυφλή βία δεν δικαιολογείται, κυρίως όταν στρέφεται ενάντια σε φιλάνθρωπες «κυρίες που μοιράζουν γλυκά και βίους αγίων τις Κυριακές στα νοσοκομεία». Ποια, όμως, μπορεί να είναι η απάντηση στη βία της ανεργίας και του αποκλεισμού; Αυτή δεν είναι ούτε τα μοιρολόγια ούτε οι φιλάνθρωπες παραμυθίες, αλλά ένας νέος λόγος που οργανώνει την οργή και εκφράζει την ελπίδα. Για να συμβεί αυτό απαιτείται να ξαναζωντανέψουν οι δημόσιοι χώροι και ο πολιτικός διάλογος. Παρόλ’ αυτά πρέπει να αποδεχτούμε και εκείνη τη «θεϊκή βία»(Μπένγιαμιν), χωρίς, όμως, τη σκοταδιστική μυθοποίησή της, όσων βρίσκονται έξω από το δομημένο κοινωνικό πεδίο, των απόκληρων, οι οποίοι απαιτούν μια άμεση δικαιοσύνη. Εδώ ισχύει το vox populi, vox dei(φωνή λαού, φωνή θεού). Πρόκειται για τη φωνή των «τίποτα», των «πουθενά», που δεν έχουν άλλο τρόπο –πολιτικό εν προκειμένω- να την φωνάξουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: