Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Παράλογο

«Η μόνιμη εργασία είναι μονότονη» δήλωσε ο Ιταλός πρωθυπουργός-τραπεζίτης Μ. Μόντι. Και τα εκατομμύρια των Ιταλών ανέργων ή επισφαλώς εργαζομένων φρικίασαν. Για την εναλλαγή τριών ή τεσσάρων δουλειών στη διάρκεια του βίου μιλούσε κάποτε και ο Γ. Παπανδρέου. Μόνο που δεν διευκρίνιζε αν οι νέοι θα βρίσκουν δουλειά στην Ελλάδα ή στην ξενιτιά. Σε κάθε περίπτωση, όλοι τους αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους σαν αναλώσιμους και την εργασία ως μηχανική ενέργεια του «ανθρώπου εξάρτημα». Οι εργαζόμενοι γι' αυτούς δεν είναι άνθρωποι αλλά μηχανές. Έτσι, οι 58.000 μετανάστες που πνίγηκαν στη Μεσόγειο, δεν απασχολούν τους κατά τα άλλα ευαίσθητους και δημοκρατικούς Δυτικούς, όπως όταν πρόκειται για τον Καντάφι. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες άνεργους, για τους φτωχούς που λιμοκτονούν, για τους άστεγους, που είναι εκτεθειμένοι στη βαρυχειμωνιά. Και διαπορεί ο αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος για την ύποπτη εμμονή των ξένων στις «αποτυχημένες συνταγές». Δεν διαπορεί, όμως, και για τους Έλληνες ηγήτορες που λειτουργούν σαν οχήματα μεταφοράς και εφαρμογής των αποτυχημένων συνταγών. Γιατί εκτός από τους ξένους, ευθύνες έχουν και ο Γιώργος Παπανδρέου και, ενδεχομένως, ο Λουκάς Παπαδήμος για την επιβολή των άδικων και, το χειρότερο, αλυσιτελών μέτρων. Τώρα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θέλει να επιβάλλει τη γνωστή «ιδεολογική» του συνταγή, που είναι το τσάκισμα των μισθών και των εργασιακών σχέσεων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Παραδόξως, η ανταγωνιστικότητα αν και θα μπορούσε να αφορά τις νέες τεχνολογίες, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας και του πελατειακού κράτους κ.ά., στρέφεται αποκλειστικά και μόνο εναντίον της εργασίας. Έτσι, παρόλο που έχουμε ήδη μειώσεις μισθών, συντάξεων και κατάλυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, επιχειρούν νέα άγρια επίθεση και αφαίμαξη. Γιατί, άραγε, αυτή η μονοσήμαντη αντιμετώπιση της ανταγωνιστικότητας; Η απάντηση είναι ότι έτσι «δουλεύει» το καπιταλιστικό σύστημα τύπου βαμπίρ. Όμως, δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρανόηση από αυτή που θέλει τις χώρες να βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους κατά το ανάλογο των εταιρειών. «Ο Ρικάρντο είχε πολύ ορθότερη αντίληψη ήδη από το 1817... το διεθνές εμπόριο δεν είναι θέμα ανταγωνισμού αλλά αμοιβαίας επωφελούς ανταλλαγής», επισημαίνει ο Π. Κρούγκμαν. Συνεπώς, όταν μια χώρα πλουτίζει αυτό δεν σημαίνει ότι υπό ομαλές συνθήκες φτωχαίνει κάποια άλλη (όπως στο «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος»). Αλλά γιατί τότε πλούτισε η Γερμανία; Γιατί το όλο συμφωνημένο πλαίσιο της ευρωζώνης και το ακριβό ευρώ ευνόησε τις εξαγωγές της σε βάρος του νότου. Επίσης, η αύξηση της παραγωγικότητας είναι θετικό γεγονός, όχι γιατί καθιστά πιο ανταγωνιστική μια χώρα, αλλά επειδή επιτρέπει να καταναλώνουμε περισσότερο και, ως εκ τούτου, βελτιώνει το επίπεδο της ζωής. Σε γενικές γραμμές, μία χώρα προκειμένου να αναπτυχθεί οφείλει να διευκολύνει τις δραστηριότητες στις οποίες οι κάτοικοί της είναι οι πιο προικισμένοι (εκεί όπου έχει δηλαδή συγκριτικό πλεονέκτημα). Συνεπώς, η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στον τουρισμό, στον πολιτισμό, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κ.ά. Γιατί, όμως, επιχειρούν να «χτυπήσουν» και τον τουρισμό με την αύξηση του ΦΠΑ, ή ακόμα και το κρασί; Γιατί φαίνεται ότι ενδιαφέρονται μόνο για το "άρμεγμα" απ’ όπου μπορούν μέχρι την τελική εξαέρωση της ελληνικής οικονομίας. Αλλά ποιον συμφέρει αυτό; Κανέναν. Και σ’ αυτό συνίσταται το παράλογο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: