Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Ψηλά το κεφάλι αδέρφια

Βρέχει καταρρακτωδώς. Δάκρυα πένθους κυλάνε στο χαρτί. «Είμαστε εμείς που περισσεύουμε» η κραυγή από μελάνι στην αφίσα. Το καταραμένο απόθεμα, αυτό που προορίζεται να πεταχτεί στον Καιάδα, έχει αγκυρωθεί σ’ αυτό που κάποτε ήταν η θάλασσά του, σ’ αυτό που ήταν η δουλειά του, υπερασπιζόμενο την αξιοπρέπεια και την περηφάνια του, την ίδια του τη ζωή. Φρύγανα γίνονται οι λέξεις και αυτοαναφλέγονται για να ζεσταθούν οι άστεγες ψυχές. Συγκεντρώνουν αγάπη και τρυφερότητα οι φίλοι και οι συνάδελφοι για να προσφέρουν. Ένας κόμπος στο λαιμό. Όχι δεν είναι από τη «στάχτη στο στόμα», αλλά από την αξιοπρέπεια, από την άμυνα της ψυχής να μην δεχτεί τη χαριστική βολή της αστικής φιλανθρωπίας που σκοτώνει. Άνω σχώμεν τις καρδιές αδέρφια. Δεν είναι ναρκισσισμός τα δάκρυα και η περηφάνια, είναι κι ασπίδες σε ό,τι μας εξευτελίζει και μας δουλώνει. Μπορεί να είναι κάποτε και το προσωπικό μας κάστρο ο ναρκισσισμός, αυτό που αποκρούει τις προσβολές και τις υποβολές των ενοχών. Ώσπου, η αγάπη και η αλληλεγγύη που ανθίζουν δυνατά αυτό τον καιρό, να συστήσουν το πανίσχυρο φρούριο του Εμείς. Και τότε ίσως γίνει μπορετό να αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων και η ροή των πραγμάτων, ώστε αντί να περισσεύουν οι άνθρωποι, να ξοδεύεται στις γιορτές το περίσσιο του συσσωρευμένου πλούτου. Να πάψει, με άλλα λόγια, να κυριαρχεί η αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο δούλο του ανταγωνισμού(συνυφασμένου άρρηκτα με τη μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους). Να εξαλειφθεί η θέση ότι οι πολλοί (οι εργαζόμενοι) είναι οι αναλώσιμοι της Ιστορίας, που είναι δήθεν το ατέλειωτο χρονικό θριάμβων στο μεγάλο συμπόσιο των «εχόντων». Επιτέλους, οι φτωχοί, οι εργαζόμενοι και οι «κάτω» εν γένει δεν μπορούν να εκλαμβάνονται ως βάρος από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί η κοινωνία για να συνεχίσει να υφίσταται. Οι εργαζόμενοι δεν είναι ξεπερασμένοι και αδέξιοι, ούτε άχρηστοι, όπως θέλει να επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα, η οποία ομνύει στις δύο… πνευματικότητες, αυτή του λογιστή κι εκείνη του εφόρου. Δεν μπορεί ό,τι υπερβαίνει αυτές τις δύο «πνευματικότητες» να εξοβελίζεται ως ακαταλαβίστικος ελιτισμός ή λαϊκισμός. Αντιθέτως μπορεί να είναι το εμπόδιο στη ρευστότητα της αγοράς και τη μικροφυσική της υπακοής, να είναι το ανάχωμα σ’ ένα είδος νευροκρατίας που καταλήγει στο απόλυτο μηδέν του πολιτικού, στην προσομοίωση της πολιτικής, σε μία στυγνή, δηλαδή, ολιγαρχία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: