Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Μετανάστες στην Αυστραλία

Η είδηση δεν αφορά τη δεκαετία του 1960, αλλά το παρόν: Ολοένα και περισσότεροι Έλληνες ζητούν εργασία στο εξωτερικό, ακόμη και στη μακρινή Αυστραλία. Μάλιστα, το υπουργείο Μετανάστευσης της χώρας αυτής ζήτησε από την ομοσπονδιακή αστυνομία τη διενέργεια έρευνας καθώς διάφοροι απατεώνες παρουσιάζονται ως «σύμβουλοι μετανάστευσης» και αποσπούν χρήματα από Έλληνες που θέλουν να μεταβούν εκεί για να εργαστούν. Ό,τι, λοιπόν, υφίσταται ο μετανάστης, που έρχεται στην Ελλάδα, το παθαίνουμε κι εμείς, το παθαίνουν τα παιδιά μας, τα οποία απελπισμένα από την ανεργία πέφτουν θύματα κομπιναδόρων. Να, που δεν χρειάζεται να συμπάσχουμε για να καταλάβουμε τους άλλους, ούτε χρειάζεται να σκεφτούμε ότι και οι Έλληνες ήταν κάποτε μετανάστες για να καταστούμε περισσότεροι ανεκτικοί. Τα παιδιά μας παθαίνουν ξανά τα ίδια καθώς ήδη φεύγουν σε αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό. Γι’ αυτό το μάθημα που μας δίνει ένας φίλος, ιερέας από τη Βοστόνη μέσω επιστολής του αξίζει να γίνει γνωστό. Ο πάτερ Βασίλειος με ευγένεια παρατηρεί ότι σχόλιο που ψέγει τους Αιθίοπες για τους αλαλαγμούς τους σε εκκλησιαστική λειτουργία τίθεται σε λάθος βάση, καθώς οι αλαλαγμοί, οι χοροί και τα τραγούδια είναι μέρος της λειτουργικής παράδοσης των χριστιανών της Αφρικής! Συμπέρασμα, η γνώση ημών και των Άλλων είναι σημαντική παράμετρος για να μας καταστήσει οικείους και ικανούς για αμοιβαίο σεβασμό και γιατί όχι για αμοιβαίο θαυμασμό(με την έννοια του αρχαίου θαυμάζειν), που θα γονιμοποιήσει τους πολιτισμούς και τις ζωές μας. Προπάντων, το ίδιο πάθος μπορεί να επανασυστήσει την ανθρώπινη τρυφερότητα και την αγάπη για τον ξένο, τον κάθε ξένο. Όπως εκείνη η μάνα, που φιλοξενούσε τους περαστικούς με χίλιες περιποιήσεις, γιατί έτσι ήθελε να φέρονται και στο δικό της παιδί, εκεί στα ξένα, που βρισκόταν. Γιατί τώρα το ξένο μας κατοικεί εκ νέου, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητάς μας, που φανερώνεται ξανά με δραματικό τρόπο, είναι πάλι ο τόπος όπου ερημώνεται η κατοικία μας, ο χρόνος κατά τον οποίο ναυαγούν τα όνειρά μας. Αναγνωρίζοντας τον ξένο στο ίδιο μας το σπίτι, αποφεύγουμε να τον μισήσουμε.
Τώρα κι εμείς από τη ματαίωση της καταναλωτικής πλησμονής αιωρηθήκαμε στον άλλο πόλο, σ’ αυτόν της ματαίωσης λόγω της στέρησης και της ανέχειας. Τώρα, θεωρητικά, μας είναι πιο εύκολο να αποδεχτούμε την κουλτούρα των ξένων, που είναι η συνάντηση, η φιλοξενία, το συμπόσιο των ψυχών και του πνεύματος. Αν, όμως, το «Εγώ είναι ο άλλος» (Ρεμπώ), μπορούμε άραγε να είμαστε για τον εαυτό μας ένα καλειδοσκόπιο ταυτοτήτων χωρίς να μας περάσουν για τρελούς ή απατεώνες; Κι όμως ο Μερσώ του Καμύ (ο Ξένος) θα επανασυνθέσει τον αποδομημένο λόγω του ξεριζωμού εαυτό του μέσα από το μίσος των άλλων. Επιτέλους, έχει κάτι «για να μην αισθάνεται μόνος»! Το μίσος, συνεπώς, είναι αυτό που επικρατεί. Γιατί ενισχύεται από την κυρίαρχη κουλτούρα που θέλει τους «κάτω» να είναι διαιρεμένοι και να επιδίδονται σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο, που θα εξουδετερώνει οποιαδήποτε προοπτική ανατροπής και αλλαγής του συσχετισμού των αξιών και των συναισθημάτων και κατ’ επέκταση του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου.




Δεν υπάρχουν σχόλια: