Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Ανάμεσα στη βία και τη βία

Το πλήθος της πλατείας Συντάγματος είναι κυκλωμένο από μίσος και φανατισμό. Ανάμεσα στους αστυνομικούς και στους κουκουλοφόρους, ανάμεσα στη βία και τη βία, προσπαθεί να αμυνθεί και από τους μεν και από τους δε. Μία μηχανή της ομάδας ΔΙΑΣ γλιστράει στη Μητροπόλεως και ο συνεπιβάτης κυλάει αναίσθητος στα πόδια της Δέσποινας. Η διαδηλώτρια απορεί με την τρυφερότητα και την αγάπη των συναδέλφων του αστυνομικού. Δεν μπορεί να καταλάβει πως μπορεί να υπάρχει τόσο συναίσθημα σε ανθρώπους που πριν από λίγο άνοιγαν εν ψυχρώ κεφάλια ανθρώπων που διαδήλωναν ειρηνικά. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ποιος είναι ο μηχανισμός που καθιστά τον άνθρωπο την ίδια στιγμή ευαίσθητο αλλά και συγχρόνως άγριο θηρίο; Ο φανατισμός. Η πλύση εγκεφάλου ότι εκεί έξω είναι ο εχθρός. Αυτός που επιβουλεύεται τη δημοκρατία, την έννομη τάξη και ο οποίος οδηγεί ενδεχομένως τη χώρα στη χρεοκοπία. Ποιος είναι άραγε αυτός ο εχθρός; Οι Αγανακτισμένοι; Όχι ασφαλώς. Αυτοί είναι πολύ ειρηνικοί για να αντιμετωπισθούν ως «κακοί». Εάν όμως μετασχηματισθούν σε «Δούρειο Ίππο» τον οποίο χρησιμοποιούν οι αντιεξουσιαστές για προκάλυμμα, όπως δήλωσε ο Χρ. Παπουτσής από το βήμα της Βουλής, τότε πρέπει αναγκαστικά να «καούν» μαζί με τους κουκουλοφόρους που εμπεριέχουν στην «κοιλιά» τους. Μάλιστα, το σχήμα του φανατισμού θα καταστεί τέλειο με ψεύδη, που έρχονται από το παρελθόν, όπως αυτά περί μονάδας «ανεφοδιασμού» των κουκουλοφόρων!
Αλλά ο φανατισμός υπάρχει και από την άλλη πλευρά. Η σκηνή είναι χαρακτηριστική έξω από τα Μακντόναλντ του Συντάγματος. Κάποιοι κουκουλοφόροι επιχειρούν να σπάσουν το κόντρα πλακέ που βρίσκεται στη θέση της σπασμένης τζαμόπορτας. Το πλήθος εξεγείρεται και προσπαθεί με φωνές να τους σταματήσει. Εκείνοι, παραδόξως, σταματούν κι αρχίζουν να απολογούνται. Γίνεται συζήτηση. Οι ειρηνικοί διαδηλωτές φαίνεται προς στιγμή να επιβάλλονται. Ώσπου έρχεται κάποιος με ακάλυπτο πρόσωπο που ωρύεται. «Έχουμε πόλεμο. Δεν τους βλέπετε;». Εκείνη τη στιγμή πέφτει μία κρότου λάμψης. Ο νεαρός βγάζει αφρούς «Όχι ειρήνη, πόλεμος» κραυγάζει. Ο φανατισμός κέρδισε και πάλι το παιγνίδι. Αλλά ποιος ωφελείται από αυτή την έξαρση του φανατισμού; Ποιος ωφελείται από τη δημιουργία συνθηκών άγρια καταστολής; Ασφαλώς μόνο η κυβέρνηση που «έσπρωξε» στο πίσω μέρος της ατζέντας το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, το οποίο βλάπτει όχι μόνο τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους που διαδήλωναν ειρηνικά στο Σύνταγμα, αλλά και τους ίδιους τους αστυνομικούς, που στρέφονταν –παραπληροφορημένοι και σε καθεστώς συναισθηματικής χειραγώγησης- εναντίον των συμφερόντων τους, εναντίον εκείνων που τα υπερασπίζονταν και για λογαριασμό τους.
Αλλά εναντίον των συμφερόντων τους στρέφονται και οι νεαροί με τα «μαύρα». Πέραν του γεγονότος ότι ανάμεσά τους παρεισφρύουν λογής προβοκάτορες, οι ίδιοι σκέφτονται μέσω μιας άναρθρης βίας, που σκέφτεται μόνο με σφυριές, αδυνατώντας να αποδυθεί σε εμβαθύνσεις για τα αίτια της κρίσης (οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής) και να ενδυθεί έναν επεξεργασμένο πολιτικό λόγο με στόχους και πρόγραμμα. Γι’ αυτό τροχοδρομείται εύκολα στις «γραμμές» μιας παρωχημένης ακρο-αριστεράς(ή ακροδεξιάς) η οποία υιοθετώντας ένα αφηρημένο ταξικό μίσος, αφομοιώνεται από το ισχύον status quo και το κανονιστικό του πλαίσιο, εξωθούμενη τελικά σ’ έναν βίαιο λόγο, που ταυτίζεται με την απολιτική παραβατικότητα. Σύμφωνα με αυτόν το «λόγο» ο αποκλεισμένος, ο απόκληρος είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Ο λόγος αυτός ανήκει στην παράδοση μιας αριστοκρατικής, ευρωπαϊκής αριστεράς-αλλά και της εθνικοσοσιαλιστικής δεξιάς- σύμφωνα με την οποία οι απόκληροι είναι θύτες γιατί η κοινωνία τους όπλισε το χέρι, αποκλείοντάς τους. Εδώ εδράζεται η κουλτούρα του μίσους των αποκλεισμένων. Από εδώ απορρέει η αποθέωση του «κακού», που δεν είναι παρά η κόλαση των απόκληρων όπως την έχει οριοθετήσει η αστική ηθική, το αστικό, κυρίαρχο, κανονιστικό καλό. Σ’ αυτή τη λογική, το «κακό» θα γίνει η ηθική των μειοψηφιών, ενώ η οργάνωση της «πειθαρχικής κοινωνίας» ως αποτέλεσμα του Διαφωτισμού θα συγκεντρώσει τα πυρά της κριτικής. Αλλά το μίσος των απόκληρων για τους αστούς, αυτό που αργότερα θα χαρακτηριστεί «ταξικό μίσος» υπάρχει ήδη στον πυρήνα του φασισμού. Γι’ αυτό η μαρξιστική αριστερά θα κρατήσει το οργανωμένο ταξικό μίσος, απορρίπτοντας τη λόγια εκδοχή του και τους λαϊκούς φορείς του, χαρακτηρίζοντάς τους «λούμπεν». Απέναντι στις δύο αυτές εκδοχές της λόγιας ευρωπαϊκής αριστεράς και της φασιστικής δεξιάς βρίσκεται η θέση του Καμύ που αντιτάσσεται στην τρομοκρατία και το φετιχισμό της βίας, στρεφόμενος εναντίον της καζουιστικής του αίματος και δηλώνοντας το «ούτε θύτες ούτε θύματα». Κοντά στον Καμύ βρίσκονται, σήμερα, οι Αγανακτισμένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: