Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Κρίση παντού

Η απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους είναι μία σωστή απόφαση από τη στιγμή που αποδεικνύεται ότι το παθητικό κάπνισμα είναι βλαπτικό για την υγεία των μη καπνιστών. Απ’ αυτό, όμως, μέχρι την εκ των άνω κατευθυνόμενη υστερία η απόσταση είναι μεγάλη. Αναφερόμαστε στην απαγόρευση από το δήμαρχο της Νέας Υόρκης του καπνίσματος στα 17.000 πάρκα και της πλατείες της πόλης του! Ασφαλώς έχουν δίκιο οι μη καπνιστές, οι οποίοι σαν τους κοινωνιστές των αρχών του 20ου αιώνα προβάλλουν την ευαγγελική ρήση «ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις», ή αλλιώς η ελευθερία συνίσταται στο να μπορεί κανείς να κάνει μόνο εκείνο που δεν βλάπτει τον άλλον. Υπ’ αυτή την οπτική και οι καπνιστές έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν τα ίδια φυσικά δικαιώματα με τους μη καπνιστές. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα στο κάπνισμα πρέπει να τυγχάνει ανάλογης αντιμετώπισης με το δικαίωμα στο μη κάπνισμα. Ασφαλώς, κάποιος θα πει ότι η ανεργία και η φτώχεια είναι τα μείζονα σημερινά προβλήματα και όχι το θέμα ή μη του καπνίσματος. Και πως η απαγόρευση είναι μια προσπάθεια περισπασμού από τα πραγματικά προβλήματα. Ίσως να είναι κι έτσι. Αλλά ας μην υπερβάλουμε. Το ζήτημα εν προκειμένω έχει σχέση με την ελευθερία στην ατομική απόλαυση αλλά και την υπεράσπιση του συλλογικού συμφέροντος. Η ατομική απόλαυση ως γνωστόν σταμπάρει τη στρατηγική του καπιταλισμού, ο οποίος, περνώντας από το στάδιο της παραγωγής σ’ αυτό της κατανάλωσης, οικειοποιείται την απόλαυση και χρησιμοποιεί τις ανθρώπινες ορμές και επιθυμίες ως κινητήρες ανάπτυξης της οικονομίας. Όμως, σήμερα, βρισκόμαστε στο στάδιο της αυστηρής λιτότητας και η χρήση των ανθρώπινων επιθυμιών για την ανάπτυξη δεν είναι δυνατή λόγω της ύφεσης. Συνεπώς, έχουμε έναν υπερπληθωρισμό ορμών και επιθυμιών που τείνουν να εκτονωθούν ομαλά ή βίαια. Όσο για το συλλογικό συμφέρον αυτό έχει απεμποληθεί προ πολλού καθώς μία από τις ανατροπές του δυτικού κόσμου είναι η «χειραφέτηση από τα δεσμά της συλλογικότητας»(Μπρυκνέρ). Η ατομική ηδονή, έτσι, υπερβαίνει μέσω της νεωτερικότητας τα όρια του συλλογικού συμφέροντος, που θεωρείται αλυσίδα τόσο για την ατομική απόλαυση όσο και για την επιχειρηματικότητα υπό τη νεοφιλελεύθερη οπτική. Όμως σήμερα όλα αυτά βρίσκονται σε βαθιά κρίση. Η ανάπτυξη έχει φθάσει στα όριά της και πλέον θα είναι μόνο μια «άνεργη ανάπτυξη».
Η «νέα οικονομία» που είχε ως στόχο τη μετάβαση από την εμπορευματοποίηση του χώρου και της ύλης στην εμπορευματοποίηση του χρόνου και της διάρκειας καθώς και η μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη βιομηχανική παραγωγή στην πολιτιστική και στην παροχή υπηρεσιών πολιτισμικού χαρακτήρα έμειναν φρούδες ελπίδες. Οι θεματικές, περίφρακτες πόλεις και τα πάρκα, ο τουρισμός, ο αθλητισμός, τα παιχνίδια και ο τζόγος, η τηλεόραση, η μουσική και ο κινηματογράφος, η εικονική πραγματικότητα του κυβερνοχώρου καθώς και κάθε άλλη μορφή τρόπου ζωής και ψυχαγωγίας δεν έγιναν ποτέ «ο πυρήνας ενός υπερκαπιταλισμού που εμπορεύεται την πρόσβαση σε πολιτισμικές εμπειρίες»(Τζέρομι Ρίφκιν). Το μόνο που κατάφερε όλη αυτή η προσπάθεια ήταν να προπαγανδίσει την ανθρώπινη «εμπειρία» ως εμπόρευμα και να αναγάγει τα πάντα σε οικονομικές σχέσεις που πλέον διέρχονται κρίση μαζί με τον καπιταλισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: