Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

ΒΙΑ

Γκιόλιας
Δεν τον γνώριζα. Ήξερα πως είχε συνεργασθεί με τον Μ. Τριανταφυλόπουλο. Ακόμη πως είχε στοχοποιηθεί. Αλλά είμαι απόλυτα αντίθετος στην καζουιστική του αίματος, στην αφαίρεση ανθρώπινης ζωής είτε πρόκειται για τον Γκιόλια είτε για τον Φούντα είτε για οποιονδήποτε.

Επιστροφή στη βαρβαρότητα
«Να προσέξει την πλάτη του» -την πισώπλατη μαχαιριά- προειδοποιεί η υπουργός Παιδείας τον συνάδελφό της επί των Οικονομικών. Στο κέντρο της Αθήνας οι πισώπλατες μαχαιριές ισχύουν κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά. Στη Γκρενόπλ, ομοίως, ο φόνος ενός 27χρονου ληστή καζίνου προκαλεί ξεσηκωμό και έκρηξη της βίας. Στην Καμπούλ και στη Βαγδάτη ο θάνατος εξακολουθεί να θερίζει ασταμάτητα. Ζούμε την επιστροφή στη βαρβαρότητα, όπως την εννοούσε η Ντόρις Λέσσινγκ στο μυθιστόρημα «οι αναμνήσεις μιας επιζήσασας»; Ενδεχομένως. Η βία κυριαρχεί παντού και οι άνθρωποι μοιάζουν ανίκανοι να εξηγήσουν την εμφάνισή της. Κάποιοι θα την αποδώσουν στον οικονομικό παράγοντα, στις απολύσεις, στην ανεργία και στην εξαθλίωση. Κάποιοι άλλοι, όπως η Λέσσινγκ, μιλούν για την επιστροφή στη βαρβαρότητα που δεν οφείλεται σ’ έναν πυρηνικό ή βακτηριολογικό πόλεμο αλλά στην έκπτωση των αξιών του ανθρώπινου πολιτισμού. Η έκπτωση αυτή είναι ικανή να ανοίξει το δρόμο στους βαρβάρους, στην αγριότητα και το σαδισμό. Ποιος όμως έχει όφελος από αυτή την υποχώρηση; Το ισχύον οικονομικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που συναντά η διείσδυση του καπιταλισμού στις ισλαμικές χώρες είναι η απουσία οικονομικών κινήτρων και καπιταλιστικής νοοτροπίας, δηλαδή μία ορισμένη δέσμη αξιών. Και παλαιότερα, η αποικιοκρατία έπρεπε πρώτα να καταστρέψει τις αξίες, τις σημασίες του πολιτισμού και της ζωής των ιθαγενών για να επιβληθεί. Δεν ισχύει, πια, το «δώρο» ως διαδικασία που σώζει από τη συσσώρευση, αλλά η αρπαγή, η λεηλασία.
Ο ατομικιστής νάρκισσος της μετανεωτερικής εποχής, ο αυτοαναφορικός, ο ερωτευμένος με τον εαυτό του, που έχει χάσει κάθε ιδέα για το κακό που κάνει, καθώς δεν βλέπει μέσα στον κόσμο παρά μόνο τον εαυτό του ως δυνάμενο να απολαμβάνει ή να υποφέρει είναι το κυρίαρχο πρότυπο της σημερινής εποχής. Αλλά ένα ωραίο βράδυ ο μανιοκαταθλιπτικός νάρκισσος στέκει σαστισμένος σαν τον Άμλετ, διαπιστώνοντας ότι έχει κορεστεί από «γκάτζετ» είτε πρόκειται για κατακτημένα αντικείμενα είτε για κατακτημένα πρόσωπα(που αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα και όχι ως υποκείμενα), ενώ η ευτυχία δεν βρίσκεται πουθενά μέσα σ’ αυτά. Ένα κατακτημένο πρόσωπο όσο υποτακτικό και να είναι, μετά από λίγο, ακόμη και η παρουσία του καθίσταται φορτική. Μέχρι να συμβεί η απομύθευση, που είναι ο μεγάλος αιφνιδιασμός και η κατάρρευση.
Όσο για την κοινωνία, αυτή μοιάζει με τις γυναίκες του Σταντάλ κατά την εποχή της ανερχόμενης αστικής τάξης, οι οποίες πρέπει να έχουν ένα «σύζυγο πεζό» (σ.σ. δηλαδή πλούσιο) και έναν «μυθιστορηματικό εραστή»(σ.σ. δηλαδή εύφανταστο και ποιητικό). Εδώ συνδυάζεται η ανία της μαντάμ Μποβαρύ λόγω του «έρωτα» από υπολογισμό με τον έρωτα από πάθος. Το ερωτικό πάθος, η πραγματική ζωή με τις απολαύσεις της, δεν είναι για τους ανθρώπους της ανάγκης αλλά γι’ αυτούς που είναι πλούσιοι σε ελεύθερο χρόνο, για τους «τεμπέληδες», για τους flaneurs. Αλλά και όπου υπάρχει η φαντασία που εκτρέφει τον έρωτα-πάθος, αυτή είναι παρορμητική, ανυπόμονη, παράφορη, του εδώ και τώρα, που ανάβει γρήγορα και σβήνει επίσης γρήγορα. Η εποχή της ταχύτητας και του στιγμιαίου δεν επιτρέπουν εκείνη την αργόσυρτη φαντασία που λειτουργεί με την αναγκαία βραδύτητα και σταθερότητα. Οι άνθρωποι φοβούνται πλέον ν’ αγαπήσουν και προτιμούν να φθονούν, δημιουργώντας τη χαοτική βία όλων εναντίον όλων.



Εφήμερα

Των δασών ημών εμπιπραμένων υμείς άδετε. Ποιοι χαίρονται όταν καίγεται το Καπανδρίτι, ο Κάλαμος, ο Βαρνάβας, η Μεσσηνία; Ποιοι ωφελούνται; Γιατί και πως οι καμένες περιοχές που κρίνονται αναδασωτέες κτίζονται; Ε, λοιπόν, για τις φωτιές δεν φταίνε μόνο τα καναντέρ, δεν ευθύνεται η αργοπορημένη επέμβαση της πυροσβεστικής, δεν φταίει μόνο ο περίφημος κρατικός μηχανισμός, πίσω από τον οποίο κρύβεται ο «αθώος» και στο απυρόβλητο ευρισκόμενος «πολίτης», πιο πολύ ευθύνεται η «μαγκιά» που πετάει το αναμμένο τσιγάρο από το παράθυρο του αυτοκινήτου, φταίει η αδηφαγία του λαμόγιου που έχει τις άκρες της στο τοπικό κύκλωμα, στην εν πολλοίς διακομματική τοπική εξουσία, η οποία περιλαμβάνει πολιτικούς, οικονομικούς και περιφερειακούς κρατικούς παράγοντες. Φταίει και η ευήθεια εκείνων που αφήνουν τα ξερόχορτα στην αυλή του σπιτιού τους, πρώτη ύλη και προσάναμα για την πυρπόλησή του. Ποιον περιμένει ο… νοικοκύρης, αυτός που ωρύεται φωνάζοντας «καίγεται το σπίτι μου!», να κόψει τα ξερόχορτα του εξοχικού του; Ποιον περιμένει ο δήμος ή το δασαρχείο να κόψουν τα ξερόχορτα και τα ξερά δέντρα της περιοχής τους; Κάποτε θυμάμαι στο χωριό μου υπήρχε η «προσωπική εργασία». Όλοι οι άντρες κάτοικοι του χωριού άνοιγαν το φθινόπωρο τα αυλάκια και καθάριζαν την αρχή του καλοκαιριού τα ξερά χόρτα. Σήμερα, ο μόνος ισχύων κανόνας στην ελληνική κοινωνία είναι ο κανιβαλισμός. Στην περίπτωση, μάλιστα, των πυρκαγιών ισχύει ο αυτοκανιβαλισμός, η βλακώδης αυτοχειρία. Γιατί έχουμε διαφθαρεί τόσο πολύ που το φιλότιμο έχει γίνει στάχτη. Κι όταν μας βρει ο κακό, τότε η ευθύνη μετατίθεται στο απρόσωπο κράτος, στον απρόσωπο «άλλο». Πάντα θα φταίει κάποιος άλλος. Εμείς ποτέ. Έτσι, τα δάση και σπίτια μας θα καίγονται αδιαλείπτως ελλείψει φιλοτίμου και προσωπικής ευθύνης…

Δεν υπάρχουν σχόλια: