Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Το σημείο μηδέν

Το κράτος, ο «κανένας», ο Ωκεανός, «άνθρωποι κυνηγημένοι», πρόσφυγες... Όλοι κι όλα σε μία θεατρική παράσταση μιας ομάδας από το Βερολίνο. Από εδώ οι Προμηθείς κι από εκεί τα κοράκια. Γιατί ακόμη και η εποχή της απομύθευσης και της προσομοίωσης, η εποχή της παντοκρατορίας του αμφιβληστροειδούς, όπου τι επίπεδο συν-ειδήσεως του ανθρώπου εξέπεσε στη χαμηλή γραμμή της αισθαντικότητας, της απλής πληροφόρησης των αισθήσεων, έχει ανάγκη από τους αρχαίους μύθους. Και οι αρχαίοι μύθοι είναι παντού, δίκην παλίμψηστου και προσχώσεων, όπως ακριβώς το καράβι που βρέθηκε κάτω από τα θεμέλια των δίδυμων πύργων, στο σημείο μηδέν της Νέας Υόρκης. Ασκούν μία ανεξήγητη γοητεία τα σημεία μηδέν, όπως του Παρισιού μπροστά από την Παναγία των Παρισίων ή της Ομόνοιας στην Αθήνα. Το σημείο μηδέν η ο κανένας δηλωτικά του Τίποτα αλλά και της πολυμήχανης σοφίας, του πολύτροπου ανθρώπου που βρίσκει πάντα πόρο και διέξοδο. Ακόμη και σήμερα, όπου ο Λόγος νοείται ως η νηπιακή βαθμίδα του έλλογου, η απλή λογιστική-στατιστική των πραγμάτων και των πραγμοποιημένων ανθρώπων, ακόμη και στον καιρό της βασιλείας του περίφημου «μέσου τύπου ανθρώπου», του ούτινος, αυτού που τυφλά και ανερώτητα ακολουθεί ό,τι «λέγεται», που σκέφτεται ό,τι σκέφτονται, και πράττει ό,τι «συνηθίζεται», ακόμη και σήμερα η ελπίδα για την υπέρβαση είναι εδώ. Γιατί στην εποχή της Μέδουσας, των σπαραγμάτων και της φτηνής αναπαραγωγής η ενήδονη οδύνη της γέννησης νέων ιδεών και της επινόησης διοδεύσεων δεν έχουν εκλείψει. Κι ας είναι η ανάγκη και η δυσανεξία κυρίαρχες, κι ας έχει πάθει το συκώτι βλάβη μη αναστρέψιμη, ο κόσμος μοιάζει καλύτερος όταν βλέπεις τη θάλασσα, όταν αγναντεύεις το Ιόνιο, ακόμα και τον Αμβρακικό με τα δελφίνια αλλά και τα κοράκια του Καρυωτάκη.
Και είναι περίεργο που αυτή η θάλασσα μου ανακαλεί τον Καμύ παρά τον Καρυωτάκη. Γιατί τον Καμύ ακούω κάθε καλοκαίρι να μου αφηγείται την αντίφαση του κόσμου και των ανθρώπων: «Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται το καλοκαίρι; (...) Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δε θέλω να επιλέξω...». Ανάμεσα στην Κορωνησία και την Αλγερία, την Πρέβεζα και το Δουβλίνο, το Λονδίνο και το Νταρφούρ, την τραγικότητα των χωρών της ομίχλης και των χωρών του μεσογειακού ήλιου, δεν θέλω να διαλέξω. Γιατί πάντα υπάρχει η χλιδή της φτώχειας με θάλασσα και η αβάσταχτη μιζέρια της γκριζωπής και χωρίς θάλασσα πολυτέλειας. Μόνο ένας κάτοικος της Μεσογείου θα μπορούσε να δει αυτές τις αποχρώσεις. Μόνο αυτός θα μπορούσε να απολαύσει τις χαρές εντός της ανέχειας, έτσι όπως τις παρέχει αφειδώλευτα η θάλασσα, να «καλοσκαιρίσει» το καλοκαίρι. Ανάμεσα, όμως, στη ζωή και στο θάνατο, αυτές τις δύο σκιές που σχηματίζουν ορθή γωνία, ένα παιδί δεν «βλέπει» ακόμα τίποτ’ άλλο πάρεξ τον ορίζοντα των απροσδιοριστιών που αργότερα θα σχηματοποιήσει σε μορφές. Πρώτα ριζώνεται ο χώρος μέσα στην ύπαρξη και ακολουθεί η εγγραφή του σώματος της ύπαρξης στον κόσμο. Μόνο που αυτό το παιδί, ο Ισμαήλ είναι ένα από τα δεκάδες χιλιάδες παιδιά-στρατιώτες της Αφρικής. Ο οικείος τόπος του είναι το στρατόπεδο και τροφή του το μίσος. Ο Ισμαήλ από τα δώδεκά του χρόνια σκοτώνει με την ίδια ευκολία που «πίνει κανείς ένα ποτήρι νερό». Στην παραλία τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα. Το κύμα τα διαλύει. Φτιάχνουν άλλα. Ο Ισμαήλ δεν ξέρει τι είναι να είσαι παιδί. Δεν ξέρει τι είναι θάλασσα, τι είναι αγάπη, τι είναι καλοκαίρι. Το συκώτι του είναι πρησμένο από μαύρο αίμα κι ανακουφίζεται μόνο με το φόνο, με την εκδήλωση του μίσους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: