Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Απελπισία

Ακούω τον ηγήτορα και ανακαλώ κατ’ αντιστροφή εκείνο το έκτρωμα, το νιτσεϊκό μικροαστό του Μπουρντιέ που έχει κεφάλι διανοούμενου και σώμα γκαρσονιού. Ακούω το λυγμό της 52χρονης μάνας που βάζει αγγελία στην τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων, την πώληση του νεφρού της «σε καλή τιμή» για να μην πάνε φυλακή τα χρεωμένα παιδιά της και βλέπω το πρόσωπο της δυστυχίας που ουρλιάζει σ’ όλους τους καιρούς, βλέπω την έκλειψη της ανθρωπιάς, βλέπω τους δολοφόνους αλλά και τους αυτόχειρες, βλέπω τους απελπισμένους, τους εξόριστους από την ίδια την ουσία της ζωής, όσους είναι ήδη νεκροί πριν πεθάνουν. Εξήντα χιλιάδες απόπειρες αυτοκτονίας έγιναν πέρυσι. Δεκατρείς άνθρωποι αυτοκτόνησαν λόγω χρεών τον τελευταίο ενάμισι χρόνο στην Κρήτη.
Ο κόσμος των ανθρώπων είναι πλέον ένα βασίλειο νεκρών, νεκρο-ζώντανων, απέθαντων, ζόμπι. Ακόμη και ο πόνος έχει εξοριστεί. Παρά το γεγονός ότι ο Χέγκελ στην «Αισθητική» του μιλούσε για την αναγκαιότητα των εκδηλώσεων του πόνου μας με δάκρυα και πόσο ωραίος θεσμός ήταν οι μοιρολογίστρες, τώρα κανείς δεν κλαίει. Κανείς δεν πονά, κανείς δεν συμπονά, κανείς δεν συμπάσχει πια. Μόνο οι νεκροί μας λυπούνται. Κι από τους ζωντανούς μόνο η Μάνα.
Από μία ωμή και απροκάλυπτη βία, όπως είναι η πτώχευση και η ανεργία, οδεύουμε στο άλλο άκρο του εκκρεμούς, στην ήπια, συμβολική βία, που «είναι ανεπαίσθητη και αφανής ακόμη και στα θύματά της» (Μπουρντιέ). Θύματα αυτής της ήπιας βίας είναι τα παιδιά μέσω της κοινωνικοποίησης, του «λιώσε πριν σε λιώσουν», είμαστε όλοι μέσω των κριτηρίων και των αξιών που εισάγει η τηλεόραση, όπως τα σημεία κύρους(αναγνωρισημότητα!) του καταναλωτικού μανιοκαταθληπτικού καπιταλισμού. Τελικά, οι κοινωνικές νόρμες «εγγράφονται» ανεπαίσθητα και… ειρηνικά, σχεδόν «μαγικά» στα σώματα των ανθρώπων, παράγοντας «μια μόνιμη διάθεση, ένα διαρκή τρόπο να στέκεται, να μιλάει, να βαδίζει και, ως εκ τούτου, να αισθάνεται και να σκέπτεται κανείς» (η έννοια habitus). Γι’ αυτό ο εξωνισμός, ο εκμαυλισμός, η διαφθορά, η σήψη, ο εκφοβισμός εκλαμβάνονται πλέον ως συνήθη φαινόμενα, όπως μία καταιγίδα, που περνούν και εμφανίζονται ανάλογα με τη συγκυρία και τις ανάγκες της εποχής. Τα κόμματα, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι είναι μεν διεφθαρμένοι, αλλά δεν είναι παρά οι μαριονέτες μιας αόρατης εξουσίας που βρίσκεται πίσω απ’ όλα και όλους (εκούσια ή ακούσια) και «κινεί» τα γεγονότα. Λευκή Μαγεία! Το ίδιο μαγικός είναι και ο ακρωτηριασμός των επιθυμιών, η «αυτοεγκατάλειψη», η «αδράνεια» και η αποπολιτικοποίηση. Υπ’ αυτή την οπτική έχουμε μία εκούσια συμμόρφωση και ενδεχομένως και μία συνέργια καταπιεστών και καταπιεζόμενων. «Οι πιο κραυγαλέες μορφές ανισοτήτων κι εκμετάλλευσης διαιωνίζονται στον κόσμο χάρη σε συμμαχίες (της εξουσίας) με στερημένους κι εκμεταλλευόμενους» (Αμάρτυα Σεν). Και τούτο διότι «Η δυσφορία αντικαθίσταται από την αποδοχή, η απελπισμένη εξέγερση από την κομφορμιστική ηρεμία… και τα βάσανα κι ο θυμός από την εύθυμη καρτερία». Εδώ τα θύματα του Ντε Σαντ συναινούν μαζοχιστικά στη σαδιστική διαφθορά, που στρέφεται εναντίον τους. Έτσι, τα νομοσχέδια που επαναφέρουν τον μεσαίωνα στις εργασιακές σχέσεις, και οι νόμοι πλέον για τις συντάξεις, οι οποίοι σχεδόν τους καταργούν, δεν βρήκαν ουσιαστικά αντίσταση. Ποιοι συνεργάστηκαν για να συμβεί αυτό; Πρώτοι οι συνδικαλιστές. Δεύτεροι και τελευταίοι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που παρέμειναν αδρανείς, μοιραίοι κι άβουλοι. Ενδεχομένως η έκρηξη να συμβεί το φθινόπωρο. Ακριβώς τότε που θα εκραγεί και η απελπισία. Τότε που θα ειπωθεί το «φτάνει πια». Άραγε θα ειπωθεί; Η απελπισία τάχα θα εκραγεί; Και αν ναι, σε ποια κατεύθυνση; Γιατί δεν είναι βέβαιο ότι η δυστυχία οδηγεί σε προοδευτικές πολιτικές λύσεις. Ας μη λησμονούμε ότι η μεγάλη οικονομική κρίση του μεσοπολέμου (μεταξύ Πρώτου Και Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου) οδήγησε στην άνοδο του ναζισμού και του φασισμού. Δεν αποκλείεται εντέλει να έχουμε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, πολύ χειρότερες από αυτές του Δεκέμβρη του 2008. Πάντως αυτή τη στιγμή το κέντρο της Αθήνας έχει καταληφθεί από το έγκλημα, έχει καταληφθεί από αυτούς που δεν έχουν να εκθέσουν κάτι στην αγορά παρά τη βία του σώματος, των μαχαιριών και των πιστολιών τους. Ο Δήμαρχος της Αθήνας θέλει να ανακαταλάβει το κέντρο της πόλης του. Αλλά τότε που θα πάνε οι απελπισμένοι; Συνήθως «υποχωρούν» πέριξ του κέντρου και στη συνέχεια επανέρχονται. Η αιτία του προβλήματος είναι η αναδουλειά και η φτώχεια και συνεπώς η λύση είναι η δουλειά και η εξεύρεση των αναγκαίων για την επιβίωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: