Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Εξανθρωπισμός χωρίς ανθρώπους

«Είμαστε στο σωστό δρόμο» δήλωσε ο πρωθυπουργός. Το ίδιο είπε και ο υπουργός επί των Οικονομικών που συμπλήρωσε ότι «πάμε καλά ακόμα κι αν κλείνουν επιχειρήσεις και γίνονται απολύσεις»! Μόνο που όταν κλείνουν οι επιχειρήσεις δεν πάνε καλά ούτε οι επιχειρηματίες ούτε οι εργαζόμενοι. Τότε ποιος πάει καλά; Το δημοσιονομικό έλλειμμα, ήτοι οι αριθμοί. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι που ζουν στη χώρα αυτή μπορεί να εξαφανιστούν αλλά το δημοσιονομικό έλλειμμα θα μειωθεί! Κατόπιν τούτου τίθεται ένα άλλο ερώτημα προς τον κ. Γιώργο Παπανδρέου και τον υπουργό του: Πως θα οδηγηθούμε στον «εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης», αν δεν υπάρχουν άνθρωποι; Αυτό ο πρωθυπουργό το γνωρίζει. Αλλά για να σοβαρευτούμε, η λύση βρίσκεται σ’ αυτό που κατά κόρον έχουμε υποστηρίξει και το επισημαίνει, ομοίως, ο γνωστός φίλος του Έλληνα πρωθυπουργού, κ. Τζέρεμυ Ρίφκιν, ότι δηλαδή «πρέπει να βρεθεί η ευαίσθητη ομολογουμένως ισορροπία ανάμεσα στις αναγκαίες περικοπές και στην ανάπτυξη». Η ανάπτυξη, μάλιστα, στην Ελλάδα μπορεί να στηριχθεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κανείς δεν θα είχε αντίρρηση και για το τελευταίο. Όμως οι Έλληνες γνωρίζουν κάτι που αγνοεί ο κ. Ρίφκιν, ότι δηλαδή η αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ελλάδα γίνεται ανισόρροπα, ήτοι με την φοβερή καταστροφή του φυσικού και του πολιτισμικού περιβάλλοντος. Αυτή η βάρβαρη ανάπτυξη θα έχει ως συνέπεια την καταστροφή τόσο της φύσης όσο και του τουρισμού. Συνεπώς, η ελληνική ανάπτυξη ναι μεν οφείλει να λάβει υπόψη τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας(ηλιοφάνεια, αέρας, θάλασσα) αλλά δεν αρκούν μόνο αυτά, χρειάζεται κι ένας ορισμένος τρόπος. Ο τρόπος που προτείνεται μέχρι τώρα σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΔΝΤ και σοσιαλιστή κ. Στρος Καν είναι η ανταγωνιστικότητα. Μόνο που η ανταγωνιστικότητα αν και θα μπορούσε να αφορά τις νέες τεχνολογίες, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας και του πελατειακού κράτους κ.ά., στρέφεται αποκλειστικά και μόνο εναντίον της εργασίας. Έτσι, έχουμε μειώσεις μισθών, συντάξεων και κατάλυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Γιατί αυτή η μονοσήμαντη αντιμετώπιση της ανταγωνιστικότητας; Γιατί έτσι «δουλεύει» το καπιταλιστικό σύστημα τύπου βαμπίρ. Βέβαια, υπάρχουν κι άλλες εκδοχές, τις οποίες έχει κωδικοποιήσει ο Πωλ Κρούγκμαν εδώ και καιρό,
Ο Κρούγκμαν, λοιπόν, διακρίνει τέσσερις «κυρίαρχες αντιλήψεις» οικονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα: Η πρώτη, επικράτησε την εποχή του laissez-faire, κυρίως τη δεκαετία του 1930, και αφορά την πίστη στο πολύ απλό δόγμα «ελεύθερες αγορές και ισχυρό νόμισμα». Η δεύτερη, λαμβάνει χώρα τη δεκαετία του 1940 και είναι «η ενεργητική στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης και το ελεγχόμενο χρήμα». Η τρίτη, κατά τη δεκαετία του 1970, ζητούσε «μικροοικονομικές πολιτικές απελευθέρωσης της αγοράς μαζί με κεϋνσιανές μακροοικονομικές πολιτικές» (μια σύζευξη πολιτικών δηλαδή). Και τέλος, γύρω στο 1990, έχουμε την τέταρτη «κυρίαρχη αντίληψη» που δεν είναι παρά η πρώτη! Δηλαδή, «ελεύθερες αγορές και ισχυρό νόμισμα»! Και η σημερινή, όπως και κάθε προηγούμενη κυρίαρχη αντίληψη, βασίζεται περισσότερο σε μια κυκλική διαδικασία κατά την οποία άνθρωποι με κύρος ενισχύουν ο ένας το τρέχον δόγμα του άλλου, παρά σε πραγματικά βάσιμα στοιχεία.
Οι μύθοι που καταρρίπτει ο Κρούγκμαν είναι κατ’ αρχήν το παραπλανητικό κλισέ του pop διεθνισμού σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ είναι ανοιχτή οικονομία. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες» σημειώνει «δεν είναι σήμερα, και μπορεί να μη γίνουν ποτέ, τόσο ανοιχτές στο εμπόριο όσο ήταν το Ηνωμένο βασίλειο ήδη από την εποχή της Βασίλισσας Βικτωρίας». Δεύτερον, δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρανόηση από αυτή που θέλει τις χώρες να βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, όπως οι εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο τομέα. «Ο Ρικάρντο είχε πολύ ορθότερη αντίληψη ήδη από το 1817... το διεθνές εμπόριο δεν είναι θέμα ανταγωνισμού αλλά αμοιβαίας επωφελούς ανταλλαγής». Συνεπώς, όταν μια χώρα πλουτίζει αυτό δεν σημαίνει ότι φτωχαίνει κάποια άλλη (όπως στο «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος»). Τρίτον, η αύξηση της παραγωγικότητας είναι θετικό γεγονός, όχι γιατί καθιστά πιο ανταγωνιστική μια χώρα, αλλά επειδή επιτρέπει να καταναλώνουμε περισσότερο και, ως εκ τούτου, βελτιώνει το επίπεδο της ζωής. Άρα, η εξαγγελία των ελληνικών πολιτικών κομμάτων για αύξηση της παραγωγικότητας για να αυξηθεί και η ανταγωνιστικότητα είναι εκτός πραγματικότητας. Τέταρτον, η άποψη ότι ο διεθνής ανταγωνισμός είναι μια πάλη για την κατάκτηση των τομέων «υψηλής αξίας» είναι εντελώς ηλίθια. Μία χώρα οφείλει να διευκολύνει τις δραστηριότητες στις οποίες οι κάτοικοί της είναι οι πιο προικισμένοι (εκεί όπου έχει δηλαδή συγκριτικό πλεονέκτημα). Συνεπώς, η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στον τουρισμό και τον πολιτισμό. Το επιχείρημα ότι μπορεί κανείς να επενδύει σε περισσότερους τομείς είναι λανθασμένος, γιατί μία κυβέρνηση δεν μπορεί να ενισχύει έναν οικονομικό κλάδο ειμή μόνο σε βάρος των άλλων. Πέμπτον, το πρόβλημα της απασχόλησης είναι ένα μακροοικονομικό ζήτημα και οι μικροοικονομικές πολιτικές, όπως τα διάφορα «πακέτα», έχουν μικρή επίπτωση στο τελικό αποτέλεσμα. Και έκτο, η ανάπτυξη μπορεί να είναι είτε εκτατική είτε εντατική.
Βέβαια, όσα προτείνει ο Κρούγκμαν εξαρτώνται και από το διεθνές περιβάλλον και είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ και οι άλλες ισχυρές χώρες της παγκοσμιοποίησης, όπως η Γερμανία, ενώ διακηρύσσουν την ελεύθερη αγορά για τους άλλους, σε ό,τι αφορά τις ίδιες ακολουθούν μία πολιτική κεκαλυμμένου προστατευτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας σε βάρος της Ελλάδας, που υποτίθεται ότι είναι χώρα-εταίρος στην ΕΕ, είναι τεράστιο και είναι ένα είδος «ληστείας», την οποία οι Γερμανοί δεν αναγνωρίζουν, όπως δεν αναγνωρίζουν και τις πολεμικές αποζημιώσεις που οφείλουν στη χώρα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: