Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Μουντιάλ

Αρχίζει, σήμερα, στη Νότια Αφρική το Παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου. Και το ερώτημα που τίθεται εν μέσω της οικονομικής κρίσης έχει σχέση με τις συλλογικές επενδύσεις και τις προσδοκίες που εκφράζει και συμβολίζει η έκβαση ενός ποδοσφαιρικού παιχνιδιού. Πως μπορεί να δώσει, άραγε, χαρά σ’ έναν άνεργο νέο ή ένα φτωχό το ποδόσφαιρο; Η απάντηση στο ερώτημα παραπέμπει στην ιστορία του αθλήματος. Γιατί το ποδόσφαιρο αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο της εργατικής ταυτότητας και κουλτούρας· προνομιακός χώρος επιβεβαίωσης των συλλογικών ταυτοτήτων, των εθνικών νομιμοποιήσεων και διεκδικήσεων, των τοπικών και εθνικών ανταγωνισμών. Γιατί το παιχνίδι αυτό είχε ανέκαθεν μία κινητοποιητική και αποδεικτική ικανότητα καθώς σ’ αυτό αντανακλάται ο κοινωνικός ή ο εθνικός ανταγωνισμός αλλά και η αμφισβήτηση των κοινωνικών ιεραρχιών και των συσχετισμών δύναμης. Στην Αγγλία οι ποδοσφαιρικές ομάδες ήταν βασικό σημείο της εργατικής ταυτότητας. Οι σπουδαστές στο Τορίνο, μεταξύ αυτών και ο Ανιέλι, όταν ίδρυσαν τη Γιουβέντους είχαν ως έμβλημά της το «Σοβαρότητα, απλότητα, εγκράτεια», δίνοντας ουσιαστικά την εικόνα ενός βιομηχανικού σχεδίου, όπως εξάλλου ήταν και το « You ’ll never walk alone» της Λίβερπουλ. Οι σπουδαστές στην Βαρκελώνη θα ιδρύσουν την «Μπάρτσα» η οποία θα καταστεί η σημαία των εθνοτικών διεκδικήσεων των Καταλανών κ. ο. κ. Τελικά, ποια είναι η λειτουργία του ποδοσφαίρου; Είναι ιδεολογία και λαϊκή θρησκεία; «όπιο του λαού»; ή απλώς κατοπτρίζει την κοινωνία; Μπορούμε να ισχυρισθούμε, σήμερα, ότι το ποδόσφαιρο καταλαμβάνει το συμβολικό χώρο που εκκενώθηκε από την πολιτική ή τις μεγάλες θρησκείες; Ότι είναι η μόνη παραμυθία στον χαοτικό κόσμο μας;
Κατά την άποψη του Κριστιάν Μπρομπερζέ το ποδόσφαιρο «δεν είναι ούτε όπιο του λαού ούτε νοσταλγία μήτε αρχαϊκή εξανάσταση μήτε ταξική πρακτική... (αλλά) είναι η πολεμική συνύπαρξη αντιθετικών οπτικών», ένα είδος οικουμενικής αναφοράς, ένα από τα σπάνια στοιχεία μιας αρσενικής κουλτούρας, η οποία διαπερνά τις διάφορες περιοχές, τα έθνη, τις γενιές και υπό μία έννοια αποτελεί τον καθρέφτη της κοινωνίας. Άλλοι όμως διακρίνουν τους ποδοσφαιριστές από τους θεατές, το παιχνίδι που παίζεται στο γήπεδο από το «δράμα» που λαμβάνει χώρα στις κερκίδες. «Οι αθλητές αγωνίζονται παίζοντας, ενώ οι θεατές αγωνίζονται στα σοβαρά» διατείνεται ο Ουμπέρτο Έκο. Αλλά γιατί, άραγε, να παίρνουμε στα σοβαρά ένα παιγνίδι; Γιατί το θέαμα μας διεγείρει. Μάλιστα, φωνάζοντας και χειρονομώντας ασκούμαστε σωματικά και ψυχικά, εκτονωνόμαστε, μόνο που αυτή η εκτόνωση δεν οδηγεί όπως στους αθλητές σε μια νέα σχέση με το σώμα μας, δηλαδή στον έλεγχο και στην αυτοσυγκράτηση, αλλά στη χειραγώγησή του, στην instrumentum regni. Η δική μας συμμετοχή στο παιγνίδι γίνεται στο... μιλητό, που τροφοδοτείται από τον Τύπο και την Τηλεόραση. Η αθλητική φλυαρία αυτού του είδους έχει όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής συζήτησης και μερικές φορές είναι το υποκατάστατό της. Στις χρονικές περιόδους, μάλιστα, που η πολιτική απαξιώνεται, τότε η ποδοσφαιρική και γενικότερα η αθλητική φλυαρία γίνεται και η ίδια πολιτική συζήτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: