Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Κέινς ή κρεματόρια;

Το κράτος πρόνοιας και γενικά οι πολιτικές που εφαρμόζονταν την περίοδο του New Deal (1930) –μετά το κραχ του 1929- είχαν τη βάση τους στον κεϋνσιανισμό και τις φορντικές μεθόδους παραγωγής καθώς και στη μαζική κατανάλωση. Για να επιτύχει η κεϋνσιανή συνταγή χρειάστηκε η κοινωνία των ΗΠΑ να πετύχει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στα πλούσια κυρίαρχα στρώματα και τους ισχυρούς συνδικαλιστικούς φορείς των εργαζομένων. Οι πετρελαϊκές κρίσεις του ’70, όμως, προκάλεσαν την κατάρρευση του κεϋνσιανισμού ως τρόπου αποτροπής του πληθωρισμού. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μάλιστα, έχουμε τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομικής δραστηριότητας από τη μαζική κατανάλωση στα χρηματιστήρια. Αυτή η μεταβολή είχε ως συνέπεια η επιδίωξη της μεγιστοποίησης του κέρδους να μην περνά πλέον από την μαζική κατανάλωση αλλά από το Χρηματιστήριο. Άλλως, το κεφάλαιο στην χρηματοπιστωτική του εκδοχή έχει απελευθερωθεί από την αλυσίδα, που λέγεται πραγματική οικονομία και κατανάλωση, δημιουργώντας τον καπιταλισμό-καζίνο. Έτσι, επί Ρέηγκαν, το κράτος κοινωνικής πρόνοιας αποσαθρώθηκε, τα συνδικάτα περιθωροποιήθηκαν και οι κοινωνικές ανισότητες έγιναν τεράστιες. Η τεράστια ενίσχυση του κεφαλαίου σε συνδυασμό με την περιθωριοποίηση των μαζών αλλά και την εμπορευματοποίηση της πολιτικής διαδικασίας έχουν ως αποτέλεσμα τα πολιτικά κόμματα να γίνουν υποχείρια των επιχειρηματιών. Σημειωτέον ότι ο Αμερικανός οικονομολόγος Θόροου μιλάει κυνικά και απροκάλυπτα για το ολιγαρχικό φαινόμενο, όπου οι πλούσιοι αγοράζουν την ψήφο των φτωχών. Τα σημερινά κόμματα (τα οποία είναι πλέον ομόκεντροι κύκλοι-δίκτυα και όχι πυραμίδα) στον ηγετικό πυρήνα τους απαρτίζονται από ένα διαπλεκόμενο δίκτυο συμβούλων και εκπροσώπων διαφόρων συμφερόντων, πρωτίστως εταιρειών που επιδιώκουν ευνοϊκές ρυθμίσεις από την κυβέρνηση. Επίσης, η απεξάρτηση των επιχειρήσεων από την κατανάλωση έχει ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται η αγοραστική δύναμη ως κάτι άνευ σημασίας, ενώ η εργασία ως ενοχλητικό «βάρος»! Οι «ευέλικτες» μορφές εργασίας είναι η παραδοχή της απαξίωσης αυτής. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζονται ως μακροοικονομικοί παράγοντες σταθερότητας της κοινωνίας, ενώ ο περίφημος «ανταγωνισμός» τους έχει καταστεί ένας «αγώνας εκπτώσεων» στους όρους εργασίας, στη φορολογία και στην ποιότητα. Γι’ αυτό η αντιπαράθεση σήμερα δεν είναι μόνο μεταξύ φιλελεύθερων και νεοφιλελεύθερων, των οπαδών του Κέυνς(Βρυξέλλες) και των οπαδών των κρεματορίων για τους εργαζόμενους(Βερολίνο), αλλά και μεταξύ της πραγματικής και της εικονικής, αντιπαραγωγικής (χρηματοπιστωτικής) οικονομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: