Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Ξενότητα και ρατσισμός

Είχαμε σημειώσει πριν ένα μήνα για το φοβερό πρόβλημα των παιδιών(μεταναστών δεύτερης γενιάς), που ενώ έχουν φοιτήσει και αποφοιτήσει από τα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια, παραμένουν απάτριδες, χωρίς ιθαγένεια και ταυτότητα. Είναι λογικό αυτά τα «αόρατα», τα «ξένα» και αποκλεισμένα παιδιά κάποια στιγμή να διεκδικήσουν την άνοδό τους στην ορατότητα με βίαιο τρόπο. Ήδη, όμως, η κυβέρνηση εκδήλωσε την πρόθεσή της να προωθήσει την ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία. Πρόκειται για μία σημαντική πρωτοβουλία, που πρέπει να είναι ρηξικέλευθη και να μην αλλοιωθεί από μικροκομματικές σκοπιμότητες. Παρόλα αυτά, οι αντιδράσεις από κάποιους ξενοφοβικούς πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς υπήρξε άμεση και σκληρή. Κεντρικό επιχείρημά τους είναι ο εργασιακός ανταγωνισμός γηγενών και αλλοδαπών. Το πρόβλημα της ανεργίας είναι υπαρκτό, αλλά γι’ αυτό δεν ευθύνονται οι μετανάστες, αλλά η εργοδοσία, που εκμεταλλεύεται τη «μαύρη εργασία», αλλά και το κράτος που αδιαφορεί. Επίσης, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε με τοπικό τρόπο ένα πρόβλημα που είναι παγκόσμιο. Αλλά εκτός όλων τούτων, η ξενότητα έχει και μία πολιτιστική διάσταση, που οφείλουμε να τη διεξέλθουμε ώστε να αντιληφθούμε ότι δεν κινδυνεύουμε από τους μετανάστες αλλά από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Υπ’ αυτή την οπτική, τίθεται το ερώτημα: ποιος είναι ο «ξένος» σήμερα; Αυτός που δεν ανήκει σε κανέναν τόπο, σε κανέναν χρόνο; Είναι αυτός που δίνει την αγέρωχη αίσθηση του εξόριστου, του πλάνητος που κινείται αενάως σ’ ένα συνεχώς μετατιθέμενο, ακόρεστο και ασύλληπτο αλλού; Ή μήπως είναι κάποιος που μετέτρεψε τις δυστυχίες του σε αντίσταση, σε ανάχωμα ζωής; Ή μήπως, ακόμη, είναι «ένας ονειροπόλος που κάνει έρωτα με την απουσία, ένας εκλεπτυσμένος καταθλιπτικός»; Ή μήπως, τέλος, ξαναθέτουμε το ζήτημα των ξένων, επανευρίσκοντας τις ηθικές ανησυχίες μας ώστε να μην πεθάνουμε από κυνισμό ή από τις μεταπτώσεις του Χρηματιστηρίου; Τα ερωτήματα τίθενται από τη Τζούλια Κρίστεβα που επιχειρεί να αποδείξει ότι «Παραδόξως, το ξένο μας κατοικεί, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητάς μας, ο τόπος όπου ερημώνεται η κατοικία μας, ο χρόνος κατά τον οποίο ναυαγούν η συναίνεση και η συμπάθεια. Αναγνωρίζοντάς τον (ξένο) μέσα μας, αποφεύγουμε να τον μισήσουμε. Ο ξένος, σύμπτωμα που κατά κύριο λόγο καθιστά προβληματικό, κι ίσως ανέφικτο, το «εμείς», αρχίζει να υπάρχει όταν αναδύεται η συνείδηση της διαφοράς μου, και ολοκληρώνεται όταν αναγνωρίζουμε ότι όλοι μας είμαστε ξένοι, απείθαρχοι απέναντι σε δεσμούς και κοινότητες». Στο πλαίσιο της πλανητικής οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης, ό,τι αποκαλείται «παγκοσμιοποίηση», διαμορφώνονται νέες μορφές ετερότητας και το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορούμε να ζήσουμε «εσωτερικά, υποκειμενικά» μαζί με τους άλλους, αν θα μπορέσουμε να είμαστε άλλοι, χωρίς αποκλεισμούς και εξάλειψη των διαφορών μας. Η Κρίστεβα διατρέχοντας όλες τις ιστορικές αντιλήψεις των διαφόρων συστημάτων που αφορούν τον «ξένο» και εμπεριέχονται στον στωικισμό, τον ιουδαϊσμό, το χριστιανισμό και τον ανθρωπισμό του Διαφωτισμού καταλήγει στη σημερινή εποχή, θεωρώντας εκ προοιμίου βέβαιο ότι η ξενοφοβία των ημερών μας αντλεί την έντασή της από την κρίση των ηθικών και θρησκευτικών συστημάτων. Η ουτοπία των ξένων είναι η συνάντηση, η φιλοξενία, ο στιγμιαίος κοσμοπολιτισμός, το συμπόσιο ως «το θαύμα της σάρκας και του πνεύματος». Αν, όμως, όλοι, σήμερα, είμαστε ξένοι καθώς είμαστε αποξενωμένοι από τον εαυτό μας, αν το «Εγώ είναι ο άλλος» (Ρεμπώ), μπορούμε άραγε να είμαστε για τον εαυτό μας ένα «καλειδοσκόπιο ταυτοτήτων» χωρίς να πεθάνουμε από μίσος, ή να μας περάσουν για τρελούς ή απατεώνες; Μπορούμε αρκεί να δούμε την ξενότητα σαν ένα ταξίδι «στην ξενότητα του άλλου» και του αποξενωμένου εαυτού μας, με πυξίδα μία «ηθική του σεβασμού για το ασυμβίβαστο». Διότι «το ξένο είναι μέσα μου, επομένως είμαστε όλοι ξένοι». Κι «Αν είμαι εγώ ξένος, δεν υπάρχουν ξένοι».

Δεν υπάρχουν σχόλια: