Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Σεν Αμάρτυα

Το θέμα δεν είναι τι διαβάζουμε, αλλά πως το διαβάζουμε. Το σύνηθες είναι να διαβάζουμε μόνο ότι συμφωνεί με τις απόψεις μας, ενισχύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τις ήδη εδραιωμένες πεποιθήσεις μας. Έτσι, όμως, δεν αναπτύσσουμε ούτε την κριτική σκέψη ούτε τον αναστοχασμό ως κριτική σκέψη απέναντι στην ίδια μας τη γνώμη. Αντέχει φερ’ ειπείν ένας αριστερός να διαβάσει με προσοχή και ενδιαφέρον έναν δεξιό στοχαστή; Σπάνια. Η σπάνις επιβεβαιώνεται στην περίπτωση του Αμάρτυα Σεν, του νομπελίστα οικονομολόγου, ο οποίος μας αφηγείται(μέσω της Le Monde 15/9/2009) πότε και πως διάβασε τον Άνταμ Σμίθ και το κλασικό του έργο «Ο πλούτος των εθνών»(1776). «Κατά τη διάρκεια της σχολικής μου εκπαίδευσης, λέει ο Σεν, είχα ήδη συνείδηση για τη σπουδαιότητα των κειμένων του Άνταμ Σμιθ, αλλά δεν είχα αποκτήσει αληθινή επαφή με τα αυθεντικά του έργα παρά μόνο στον πρώτο χρόνο του πανεπιστημίου…(σ.σ.Καλκούτα 1951). Ήμουν 17 ετών και ενθουσιασμένος από τους πρωτοπόρους νεωτερισμούς που κόμισε ο Σμιθ. Το πνευματικό κλίμα, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, ήταν εντελώς προσανατολισμένο στην αριστερά. Εγώ είχα διαβάσει ήδη Μαρξ και ήμουν εντυπωσιασμένος από το μεγάλο του ενδιαφέρον για το ζήτημα της φτώχειας, της ανισότητας και της εκμετάλλευσης». Ο Αμάρτυα Σεν εξηγεί στη συνέχεια ότι οι αριστεροί κύκλοι στους οποίους ανήκε και ο ίδιος είχαν διαμορφώσει την άποψη πως στο βαθμό που ο Άνταμ Σμιθ δεν είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την ανισότητα και τη φτώχεια, εναπόκειτο στον Μαρξ να μετασχηματίσει τις θεωρίες του Σμιθ σε μία ριζική κριτική του καπιταλισμού. Σύμφωνα με τον Σεν «αυτή η αντίληψη δεν ήταν απολύτως εσφαλμένη(…), αλλά δεν ήταν και εντελώς σωστή. Αυτή παραβλέπει ότι ο ίδιος ο Σμιθ ήταν ιδιαίτατα κριτικός στις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες καθώς και στις ασυμμετρίες της ταξικής δομής που χώριζε με σταθερό τρόπο τους εργαζόμενους από τις προνομιούχες κατηγορίες». Με το διάβασμα του βιβλίου «ο Πλούτος των εθνών», «ανακάλυψα, λέει πάντα ο Σεν, ότι ο Σμιθ ήταν πάρα πολύ σκεπτικός –και κριτικός- για το θέμα του είδος των φτωχών, ακόμα και στο πλαίσιο των κοινωνιών που ευημερούσαν». Σ’ αυτό το σημείο ο Ινδός οικονομολόγος κάνει μία πολύ σπουδαία παρατήρηση που αποδεικνύει την ενασχόληση του Σμιθ με την ηθική φιλοσοφία και τον άνθρωπο. «Ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος, λέει ο Σεν, από τη δυνατή ανάλυση του Σμιθ σύμφωνα με την οποία οι πλούσιοι επιτυγχάνουν καλύτερα όχι γιατί έχουν, γενικώς, περισσότερο ταλέντο από τους άλλους, αλλά γιατί είχαν την τύχη να δεχθούν μία καλύτερη εκπαίδευση και επειδή το στυλ της ζωής τους τούς επέτρεπε να έχουν ελεύθερο χρόνο και τη δυνατότητα να καλλιεργηθούν»! Να, λοιπόν, που ο καθένας μπορεί να διαβάσει τους κλασσικούς με τον τρόπο του. Μη λησμονούμε, εξάλλου, πως ο Σμιθ και η «αόρατη χείρα», που αυτορρυθμίζει την Αγορά, ήταν το μεγάλο επιχείρημα των σύγχρονων νεοφιλελεύθερων. Αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα βιβλία δεν είναι πάρα «εργαλεία πίστης» και προπαγάνδας και όχι κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης. Το ίδιο ισχύει και για τη δεξιά και για την αριστερά, εκτός φωτεινών εξαιρέσεων όπως ο Αμάρτυα Σεν.

Εφήμερα

Πράκτορας της CIA ακόμα και η αδελφή του Φιντέλ και του Ραούλ Κάστρο. Η Χουανίτα Κάστρο(76 ετών) παραδέχθηκε η ίδια ότι από το 1961 έως το 1964 που αυτοεξορίστηκε στο Μαϊάμι των ΗΠΑ συνεργαζόταν με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Γιατί το έκανε αυτό η Χουανίτα, η οποία είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανατροπή της αμερικανόπνευστης δικτατορίας του Μπατίστα; Γιατί, όπως λέει η ίδια, συνέβη το «τέλος των ψευδαισθήσεων, όταν είδα την αδικία». Εντάξει, να δεχθούμε ότι ήταν έτσι, αλλά γιατί έγινε συνεργάτης εκείνων που στήριζαν τον δικτάτορα Μπατίστα; Όχι, δεν υπεβλήθη τέτοια ερώτηση στη Χουανίτα. Η οποία βγήκε στο σεργιάνι, προκειμένου να προωθήσει το βιβλίο της με τον γαργαλιστικό τίτλο «ο Φιντέλ ο Ραούλ και η μυστική τους ιστορία»! Συνεπώς και τα λεφτά είναι πολλά και το βιβλίο εντάσσεται στη λογική της δημιουργίας κατάστασης στην Κούβα σύμφωνα με την «πολιτική των λαών» του Ομπάμα…

…Ποια είναι αυτή η «πολιτική των λαών» (ή του παγκόσμιου λαϊκισμού, όπως την αποκαλεί ο Τσαρλς Κάπτσαν); Η πρόκληση εμφυλίου πολέμου. Ακριβώς, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου σύμφωνα με τον Μίκη Θεοδωράκη και οι μεν «ήταν θύματα του φόβου» και οι άλλοι «θύματα της πλύσης εγκεφάλου». Εν προκειμένω, το ρόλο των Αμερικανών τον έπαιξαν οι Άγγλοι. Κατά την άποψη του Μίκη οι Άγγλοι μας έσπρωξαν στον εμφύλιο. Αυτό είναι εν μέρει σωστό. Διότι, ναι, οι μάζες, τα αμούστακα παιδιά, εκατέρωθεν, τα αδέλφια, όπως δείχνει και η κινηματογραφική ταινία του Π. Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά», μπορεί να ήταν τα πιόνια, τα αθώα θύματα, αλλά υπήρχαν και οι ταγοί, υπήρχαν οι ηγέτες των δύο πλευρών, οι οποίοι δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις ευθύνες τους. Όποιες είναι αυτές για τον καθένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: