Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Σιμόν Βέιλ

Στη μία πλευρά, η γκρι αλαζονεία, ο ασάλευτος κόρος, η ύβρις των λίγων του Νταβός, αυτών που κυβερνούν τον καιρό και τον κόσμο. Στην άλλη πλευρά, στη Βραζιλία, το μήνυμα της alter orbis, της άλλης οικουμενικότητας, της νέας ευαισθησίας και του ανθρωπισμού, στην ίδια «γραμμή» καλοσύνης που ξεκίνησε στο Πόρτο Αλέγκρε και εξακολουθεί να θάλλει στα πρόσωπα υπέροχα όμορφων κοριτσιών και νεαρών. Αυτών που πολιορκούν την ύβρι και την απανθρωπιά με όπλα το «Εν Παν» και την ελπίδα για ένα κόσμο λιγότερο οδυνηρό, για μία ζωή που θα είναι πραγματικό δώρο για όλους, χωρίς πολέμους και σφαγές νηπίων, χωρίς φτώχεια και όπου όλοι θα μπορούν να θαυμάζουν την ομορφιά όχι ως αφαίρεση αλλά ως κατοικούσα στα πράγματα και τους ανθρώπους. Εδώ νιώθεις ότι η ελπίδα είναι αληθινή, ότι τα τετριμμένα μηρυκάσματα δεν αρκούν για να σώσουν τους χομπσιανούς, ότι η ελπίδα ανθίζει στις ρωγμές και στις καρδιές. Τους βλέπω και θυμάμαι τη φιλόσοφο Σιμόν Βέιλ, τη φιλόσοφο που πέθανε νωρίς, μόλις τα 33 της χρόνια, το 1943. Αυτή που σταμάτησε την από καθέδρας διδασκαλία της και πήγε δύο χρόνια (1934-35) ως απλή εργάτρια στα μεγάλα εργοστάσια για να γνωρίσει στο πετσί της την κατάσταση της εργατικής τάξης. Για την Βέιλ, ο σεβασμός προς τον άλλον, προς τον άνθρωπο είναι η μόνη υποχρέωση. Κι αυτή πληρούται όταν ο σεβασμός είναι πραγματικός και όχι υπερβατικός. Και ο πραγματικός σεβασμός είναι αυτός που καλύπτει τις γήινες ανάγκες του ανθρώπου, που είναι φυσικές(τροφή, στέγη, ζεστασιά κ.ά.) αλλά κυρίως αυτός που ικανοποιεί τις ανάγκες για τη ζωή της ψυχής. Οι ψυχικές ανάγκες δεν έχουν καμία σχέση με επιθυμίες, βίτσια και καπρίτσια αλλά με αυτό που δίνει νόημα στην ύπαρξη. Η συνονόματή της, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ την άκουγε να λέει στους διαδρόμους της Σορβόνης, πως «Ένα μόνο πράγμα αξίζει σήμερα στον κόσμο, η επανάσταση που θα δώσει τροφή σ’ όλο τον κόσμο». Αλλά είπαμε, αυτός ο «σεβασμός», αυτή η επανάσταση δεν είναι ολοκληρωμένη, αν δεν συνοδεύεται από ένα νόημα, που θα τρέφει και την ψυχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: