Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Η τραγωδία των Παλαιστινίων

Αυτή η τραγωδία δεν έχει λύση, δεν έχει κάθαρση. Μόνο φόβος χωρίς έλεος. Το μακελειό του παλαιστινιακού λαού, που τώρα αποκαλείται «ανθρωπιστική καταστροφή, δεν έχει τέλος. Θυμάμαι πριν χρόνια την αφήγηση του Χάλεντ Αλ-Τούνσι. Η ίδια ιστορία χθες, το ίδιο δράμα σήμερα. Έλεγε τότε ο Χάλεντ: «Τα κεφάλια μας χόρευαν δεξιά-αριστερά, μπρος-πίσω, σ’ εκείνο το παμπάλαιο αμάξι που μας μετέφερε από τη Βηρυτό στην πόλη της Τύρου. Πλάι μου βρίσκονταν η γυναίκα μου, η πεθερά μου και οι δυο κόρες μου, η Τζενίν και η Λαμίς και μπροστά ο οδηγός του αγοραίου ταξί… Ήταν καλοκαίρι του 1982.
Τα στρατεύματα του Σαρόν είχαν ήδη αρχίσει την εισβολή τους στην πόλη της Βηρυτού. Τα βλήματα έπεφταν βροχή και τα ισραηλινά μαχητικά αεροπλάνα δέσποζαν στους ουρανούς, δίχως να βρίσκουν καμιά αντίσταση. Η κόρη μου, η Τζενίν, είχε τραυματιστεί στο αριστερό της μάτι από το βομβαρδισμό των F-16. Μέναμε τότε σε μια συνοικία πολύ κοντά στη Σάμπρα και τη Σατίλα, που λέγεται Αμπού Σαχλ. Μόλις λίγο πριν από τη σφαγή είχαμε αφήσει εκείνη την περιοχή. Ξεγλιστρήσαμε χαράματα από τη Βηρυτό, αφού χτυπήθηκε η πολυκατοικία που κατοικούσαμε και απομείναμε χωρίς νερό, ρεύμα, χωρίς καν ψωμί. Ήταν ένας εξωφρενικός πόλεμος που κίνητρό της είχε μια ανθρωποκτόνο ιδεολογία…
Κοίταξα προς τη θάλασσα, κατά μήκος της οποίας απλώνεται η παραλιακή οδός, αλλά δεν έμοιαζε με θάλασσα πια…
Η θάλασσα δεν είναι πια θάλασσα… Αισθάνθηκα μια μεγάλη θλίψη και γύρισα το κεφάλι μου προς την αντίθετη πλευρά, γιατί δεν ήθελα να ριζώσει κάποιο μίσος γι’ αυτήν μέσα στα βάθη της ψυχής και των συναισθημάτων μου…
Ο θάνατος έπαιζε κρυφτό, το παλαιό αμάξι χοροπηδούσε, κι εμείς μαζί του, πάνω στα καθίσματα… Ξαφνικά, βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα μπλόκο του ισραηλινού στρατού… Αισθάνθηκα φόβο και η καρδιά μου κατρακύλησε ανάμεσα στα πόδια μου… Βγήκα από το αμάξι με τα χέρια σηκωμένα πάνω από το κεφάλι, ενώ εκείνος (ένας στρατιώτης σαν ελέφαντας) ούρλιαζε. «Σήκωσε το πουκάμισό σου». Σήκωσα το πουκάμισό μου, όπως είπε, ενώ αυτός με πλησίασε βάζοντας την κάνη του όπλου στην πλάτη μου και μ’ έσπρωξε στον τοίχο.
Δεν ήταν ένας απλός τοίχος. Ήταν ένας λευκός τοίχος, μα βαμμένος με κόκκινο χρώμα, ένας τοίχος του θανάτου με πολλές τρύπες από σφαίρες. Τότε αντιλήφθηκα πως πολλά άτομα είχαν εκτελεστεί σ’ αυτόν τον τοίχο, μόνο και μόνο επειδή ήταν Παλαιστίνιοι. Ο στρατιώτης ζήτησε από τον οδηγό να προχωρήσουν οι υπόλοιποι, χωρίς εμένα…
Οι τρεις στρατιώτες άρχισαν να πλησιάζουν κοντά μου με τα όπλα τους προτεταμένα και να με σημαδεύουν. Καθώς το κλάμα των κοριτσιών γινόταν πιο δυνατό, το κλάμα της γυναίκας μου μετατράπηκε σε ολοφυρμό και η πεθερά μου έπεσε και χτύπησε στις πέτρες. Οι στιγμές περνούσαν τόσο αργά, μέχρι που ξέχασα το φόβο μου, ξέχασα τον εαυτό μου... Σαν κινηματογραφική ταινία πέρασε απ’ το μυαλό μου με την ταχύτητα του φωτός ένα συνονθύλευμα από διάφορες σκηνές… Έριξα ένα αποχαιρετιστήριο βλέμμα προς τη γυναίκα και τις κόρες μου και το βλέμμα μου πάγωσε πάνω στις κάνες των όπλων. Κι ενώ περίμενα να διαπιστώσω ποιο είναι πιο ταχύ, η σφαίρα ή ο ήχος της, εκείνη η στιγμή της σιωπής κόπηκε αιφνιδιαστικά από τη φωνή ενός Ισραηλινού αξιωματικού που βγήκε από ένα οχυρωμένο ξύλινο παράπηγμα. «Ρέγκα, ρέγκα»(περιμένετε, περιμένετε), είπε στα εβραϊκά.
Οι στρατιώτες χαμήλωσαν τα όπλα τους αργά και εγώ κατέβασα τα χέρια από το κεφάλι μου. Η παρουσία του αξιωματικού ήταν σαν το κύμα που σηκώνει επάνω μια βάρκα έτοιμη να βυθιστεί… Ύστερα με ρώτησε σε πιο κόμμα ή ομάδα ανήκω. «Δεν ανήκω σε κανένα», του απάντησα. «Εγώ είμαι μέλος του Ρακάχ», (Ισραηλινό Κ.Κ.). «Πάρε την οικογένειά σου και θα σου δώσω ένα σημείωμα που να σου επιτρέπει να περάσεις τα μπλόκα μας…» Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου… Οι τρεις στρατιώτες έκαναν πίσω… Κοίταξα προς τη γυναίκα μου και είδα ένα ίχνος χαμόγελου που έψαχνε το δρόμο του μέσα από τον πόνο και τη θλίψη».

Δεν υπάρχουν σχόλια: