Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Μια άλλη ανάγνωση της βίας

Η σφαίρα της θεσμικής βίας, που καρφώθηκε στην καρδιά ενός 16χρονου μαθητή, τίναξε στον αέρα το καπάκι της συσσωρευμένης οργής. Γιατί; Ποιος είναι ο κοινός τόπος του «θυμού» των νέων τόσο των «ευγενών προαστίων» όσο και των νέων των υποβαθμισμένων περιοχών, των αποκλεισμένων και των μεταναστών; Γιατί η προσφυγή στη λεγόμενη «τυφλή βία»; Τα ερωτήματα είναι εύκολο να απαντηθούν είτε μέσω της δαιμονοποίησης είτε μέσω της αναγωγής των πάντων σε συνομωσίες, που, όμως, αν και δυνατές, δεν εξηγούν το φαινόμενο. Η βία και δη των νέων δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο, αλλά κάθε κοινωνία έχει μία ειδική σχέση μαζί της. Άρα, αν θέλουμε να δούμε το φαινόμενο συγκεκριμένα, πρέπει να το δούμε τόσο στα γενικά όσο και ειδικά χαρακτηριστικά του.
Θεωρητικά, η έκρηξη της βίας οφείλεται στην απονομιμοποίηση του διαλόγου και της αντιπαράθεσης, που καταπνίγονται στα θολά νερά μιας κουλτούρας της συναίνεσης. Ποιοι, όμως, συναινούν και με ποιους; Γιατί όλο και περισσότεροι τείνουν να αποκλείονται από τον κύκλο της συναίνεσης; Είναι γεγονός ότι αυτή η κοινωνία της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη, της οικονομικής κρίσης με το άδηλο εργασιακό και ασφαλιστικό μέλλον, της κοινωνικής αποδόμησης και της αυξανόμενης καταστολής (ασφάλεια αντί ελευθερίας) από τη μια και της ασυδοσίας και των σκανδάλων από την άλλη, είναι εφιαλτική για τους νέους. Οι νέοι αντιδρούν στην ανοχή της θεσμοθετημένης βίας (ανοχή βιαιοτήτων από τα αστυνομικά όργανα με αποκορύφωμα το νεκρό μαθητή), ενώ, παράλληλα, δεν αποδέχονται τη σκληρή και βίαιη θεσμική αντιμετώπιση των ατομικών συμπεριφορών τους. Αντιδρούν με τους τρόπους που διαθέτουν σε μία «κανονικότητα» που θέλει τις πολιτικές και κοινωνικές σκοπιμότητες να επιδιώκονται με άνομα μέσα (ατιμώρητα σκάνδαλα). Αρνούνται την ιδεολογία του «απόλυτου σχετικισμού» που νομιμοποιεί τις αδικίες («το νόμιμο είναι και ηθικό») και τις κοινωνικές ανισότητες(οι άνεργοι και γενικά οι εργαζόμενοι πληρώνουν τη σκανδαλώδη συσσώρευση πλούτου δύο φορές). Και επειδή δεν έχουν άλλο τρόπο, επειδή νιώθουν άοπλοι, ειδικά στις περιόδους κρίσης, γίνονται νιχιλιστές. Τελικά, οι νέοι, αδυνατώντας να βρουν στο δημόσιο χώρο, ή στο σχολείο-πανεπιστήμιο τον τόπο της αντιπαράθεσης, εκεί όπου θα ακούγονταν και έτσι θα ανακάλυπταν μία συλλογική εξήγηση της κατάστασής τους, μια ελπίδα εξόδου, μια σχέση με τις άλλες γενιές, ένα γενικό στόχο που να προσανατολίζει την αμφισβήτησή τους, θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό αλλού και αλλιώς, μέσω δηλαδή της τυφλής βίας.
Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να κατανοήσει. Αρνείται να δεχτεί τα αιτήματα των νέων μέσω των διαφόρων μορφών έκφρασής τους –ειρηνικές διαδηλώσεις, καταλήψεις κ.ά. Αντιθέτως, εκλαμβάνει όλες αυτές τις μορφές δράσης ως πράξεις «καλής εκτόνωσης» κακομαθημένων παιδιών ή ψυχαναγκαστικών ατόμων, που γίνεται «κακή εκτόνωση» όταν μετατρέπεται σε τυφλή βία, που αποδίδεται σε… πράκτορες ή υποκινούμενους! Τόσο στην περίπτωση της ανοχής όσο και στην περίπτωση της δαιμονοποίησης ο διαμαρτυρόμενος λόγος απονομιμοποιείται. Η αμφισβήτηση δεν γίνεται δεκτή ως αποφασιστικής σημασίας λόγος στη λήψη και τη σύνθεση των αποφάσεων. Γι’ αυτό και η ακραία αντίδραση.
Υπ’ αυτή την οπτική είναι λάθος η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι νομιμοποιεί τους «ακραίους». Το πρόβλημα είναι η απονομιμοποίηση από το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα των ήπιων «συγκρούσεων» με τη μη ουσιαστική απάντηση στα κοινωνικά αιτήματα που αρθρώνονται εκεί, γεγονός που οδηγεί τελικά στην τυφλή βία. Παραδόξως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μόνος πολιτικός σχηματισμός, που ενστικτωδώς (κι αυτό είναι το πρόβλημα) διαισθάνεται ότι οι νέοι διεκδικούν τη δική τους θέση ως πολίτες, ως έχοντες δηλαδή λόγο στα ζητήματα που τους αφορούν, αντιπαρατιθέμενοι στα «ενηλικο-κεντρικά» όρια της πολιτικότητας. Το ΠΑΣΟΚ στηρίζει τη διαμαρτυρία μόνο στο βαθμό που το βοηθά να ανέλθει στην εξουσία (χωρίς δηλαδή να το κατανοεί και γι’ αυτό θα το βρει μπροστά του). Όλοι οι άλλοι εκλαμβάνουν τον ανήλικο, ακόμη και τον φοιτητή, ως ύπαρξη που «εκπαιδεύεται», όπως τα κυνηγόσκυλα, χωρίς να συνδέεται με τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, ή όταν συνδέεται αυτό να συμβαίνει κατ’ επίφαση, υποκριτικά. Δεν είναι τυχαίο, ότι τα παιδιά των βορείων και των δυτικών προαστίων αλλά και οι μετανάστες συναντήθηκαν σ’ αυτόν τον κοινό τόπο, που είναι η «μη ικανότητά τους» να είναι πολίτες, να έχουν λόγο, ακόμα και όταν η θεσμική εξουσία (οικογένεια, σχολείο, αστυνομία, εργασία) τους επιτίθεται και τους σκοτώνει συμβολικά (μη ορατότητα, ανεργία) ή και πραγματικά.
Κάναμε παραπάνω τη διάκριση μεταξύ «σύγκρουσης-βίας»(Said Bouamama), που παραπέμπει στη διάκριση της Χάνας Άρεντ σε «δύναμη-βία». Η δύναμη κατά την Άρεντ είναι «η δύναμη της σύνθεσης μέσω της ομιλίας και του πράττειν στους δημόσιους χώρους», ενώ αντίθετα η βία «αρχίζει εκεί που σταματάει ο λόγος» αλλά και ο δια-λογος καθώς δεν αρκεί η χρήση των λέξεων, αφού αυτές όταν «χρησιμοποιούνται για πολεμικούς σκοπούς παύουν να είναι ομιλία, γίνονται κλισέ»· ο λαϊκισμός συνεπώς, που είναι ο κυρίαρχος λόγος της ελληνικής πολιτικής σκηνής, είναι κι αυτός μορφή βίας. Διευκρινίζεται, παρ’ όλα αυτά, ότι και στην πολιτική σύνθεση, όταν αυτή συνιστά και εξισορρόπηση δυνάμεων, δύνανται να ενυπάρχουν «σπέρματα» βίας αλλά αυτό δεν είναι βία, διότι η βία δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με τη δημόσια σφαίρα. Αντιθέτως, η δύναμη είναι «ό,τι συντηρεί την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, τον δυνητικό χώρο της εμφάνισης μεταξύ ενεργούντων και ομιλούντων ανθρώπων», και η ενεργοποίησή της συμβαίνει εκεί που η ομιλία και η πράξη δεν έχουν χωριστεί, «όπου τα λόγια δεν είναι κενά και τα έργα δεν είναι βάναυσα». Όταν όμως «η δύναμη» χάνεται, όταν δεν υφίσταται ο δημόσιος χώρος διαλόγου και σύνθεσης, τότε τίποτα δεν μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την απώλεια, ούτε η βία. Διότι η βία μπορεί να καταστρέψει τη δύναμη αλλά δεν μπορεί να την υποκαταστήσει. Με άλλα λόγια η βία δεν είναι παρά αδυναμία και ασκείται είτε από τους ισχυρούς που κατέχουν τα μέσα της βίας και επιθυμούν το μονοπώλιο της δύναμης εναντίον των συνανθρώπων τους είτε από τους αδύνατους από τους οποίους έχουν υπεξαιρέσει τη δύναμη του λόγου τους.
Αν θέλουμε να βρούμε αναλογίες και διαφορές του ελληνικού φαινομένου, το τελευταίο δεν παραπέμπει στις διαμαρτυρίες των «αποκλεισμένων» νέων των γαλλικών προαστίων, αλλά συνιστά μια ιδιότυπη περίπτωση όπου συναντώνται οι αποκλεισμένοι νέοι των υποβαθμισμένων προαστίων της Αθήνας με αυτούς των «ευγενών» προαστίων. Μια αναλογία θα μπορούσε να υπάρξει σ’ ένα ιδιότυπο και νέο συνδυασμό της εξέγερσης των γαλλικών προαστίων και του αμερικανικού φοιτητικού κινήματος (των γόνων των μεσαίων τάξεων) τη δεκαετία του 1960.
Σύμφωνα με την Άρεντ (On Violence, 1969) η φοιτητική εξέγερση του 1960 ανήκει «στα απροσδόκητα γεγονότα» και έδωσε ένα μάθημα σχετικά με τα όρια της χειραγώγησης που ασκείται μέσω της τηλεόρασης της διαφήμισης και των άλλων μέσων ψυχολογικής πίεσης ή διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η αιτία της ανάφλεξης οφειλόταν κατά τη γνώμη της στο γεγονός ότι η τεχνολογική πρόοδος οδηγεί στην καταστροφή, ότι οι επιστήμες που διδάσκονται σ’ αυτή τη γενιά είναι ανίκανες να αναστρέψουν τις καταστροφικές συνέπειες της εφαρμογής τους. Η Άρεντ, πάντως, δεν αρνείται ότι σε ορισμένες περιστάσεις «η βία -το να ενεργεί κανείς χωρίς επιχειρήματα ή λόγια και χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες- είναι ο μόνος τρόπος να ισορροπήσει ξανά η πλάστιγγα της δικαιοσύνης». Γι’ αυτό η βία μπορεί να οδηγήσει σε μία νέα ισορροπία, αρκεί να διαβαστεί σωστά, χωρίς απλουστεύσεις και δαιμονοποιήσεις.
Σύμφωνα, τέλος, με τον Αλαίν Τουραίν (Pourrons-nous vivre ensemble? Εκδόσεις Fayard, 1997) η νέα ισορροπία θα συμβεί εφ’ όσον τα πολιτικά κόμματα και οι άλλοι θεσμοί ανοιχτούν στην επιρροή των αιτημάτων των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων και δώσουν στους «μη προνομιούχους» τα μέσα να συμμετάσχουν στη δημόσια ζωή, πράγμα αδύνατον χωρίς την ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας. Η απάντηση, συνεπώς, δεν είναι η καταστολή αλλά η μετατροπή της οργής και του ατομικού φόβου σε δύναμη μεταβολής των θεσμών σε μία νέα θέση δίκαιης ισορροπίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: