Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Ο ΟΥΓΚΟ ΚΛΑΟΥΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

«Δεν μπορούμε να δεχθούμε τον κόσμο, τέτοιος που είναι». Αυτός που το έλεγε, καταγγέλλοντας την «αδικία των πραγμάτων», ο Βέλγος συγγραφέας Ούγκο Κλάους έφυγε από το μάταιο τούτο κόσμο στα 78 χρόνια του με ευθανασία. Ήταν στο πρώτο στάδιο του Αλτσχάιμερ. Την ώρα που ο Κλάους «απέπλεε», χιλιάδες διαδηλωτές στην Αθήνα διαδήλωναν την αντίθεσή τους σ’ έναν κόσμο που τους αποκλείει. Την ίδια στιγμή, οι «σκεπτόμενοι» που ξεδίψαγαν με βότκες στη μπάρα του Galaxy περίμεναν τον… Γκοντό. Περίμεναν κάτι να συμβεί. Κάποιον ή κάποια να ’ρθει. Δεν είχαν μάθει για το θάνατο του Κλάους, του μπον βιβέρ ομογάλακτού τους, αυτού που διάβαζε τον έρωτα πάνω στο σώμα της Κριστέλ. Τελικά, δεν ήρθε κανείς. Απλώς «έφυγε» ο Ούγκο Κλάους. Η ριζική απόδραση δια της ευθανασίας. Εν τω μεταξύ, oι «απ’ έξω» συνέχιζαν να πορεύονται και οι διανοούμενοι να αναμένουν. Αλλά οι «έξω», τι τάχα ανέμεναν; Ποιος είναι ο δικός τους αναμενόμενος Θεός; Οι μέσα και οι έξω, οι «σκεπτόμενοι» και οι «απλοϊκοί». Άραγε, ο (πάντα) αναμενόμενος Γκοντό είναι και για όλους ο ίδιος; Σκέφτομαι ότι η εξανάσταση συμβαίνει όταν υπάρχει αυτή η σύμπτωση. Αλλά πως θα μπορούσε κάποιος να ορίσει αυτές τις δύο κατηγορίες: τους σκεπτόμενους και τους απλοϊκούς; Θυμήθηκα τον Ντάνιελ Κέλμαν σύμφωνα με τον οποίο οι «απλοϊκοί» είναι αυτοί που «ζουν αντί να σκέφτονται», ενώ οι διανοούμενοι «σκέφτονται αντί να ζουν». Γιατί, όμως, δεν μπορείς και να ζεις και να σκέφτεσαι; Τι ισορροπίες, ή μάλλον τι σχοινοβασίες χρειάζονται για να το καταφέρει κανείς; Πως μπορείς να κρατηθείς τόσο κοντά και τόσο μακριά από τη σαγήνη της σκέψης και της φαντασίας ώστε να μη μαρμαρώσεις από το σκοτάδι ή να καείς από το φως; Ο Νίτσε, ας πούμε, δεν τα κατάφερε. Ο Κλάους «έκαψε» το μυαλό του ομοίως. Ο τελευταίος, όμως έζησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: